Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Το Παραμύθι της Λόλας (η Αυγή της Χρυσής Ιστορίας)


Στην περιπέτεια του περιπάτου εκείνου στάθηκα,
όταν η μικρή Λόλα ήθελε να ακούσει την ιστορία μου
ξανά και ξανά, εκείνα τα απογεύματα με τη χιονοθύελλα
αργά αργά εκείνα τα σαββατοκύριακα με τη βροχή
σε ένα καρυδότσουφλο έμπαινε και προσπερνούσε τα εμπόδια
στα γιορτινά κατευόδια μιας επαναστατικής πράξης
έσπασε το βάζο με το μέλι, αναζητώντας πίσω κάτι σοκολατένιο
το μελένιο προσωπάκι της βούτηξε μέσα στη γεύση
και όπως ήταν χορτάτη, η ιστορία γινόταν πιο απολαυστική

εκείνο το φθινόπωρο ορκίστηκα στρατιώτης
φόρεσα τη στολή του τρίτου τάγματος
και έδωσα όρκο να προτάσσω τα στήθη μου
να σωθεί η πατρίδα μου
με πότισαν δίψα για αίμα
χορτάτος κ γω από πόλεμο
αφοπλίστηκα όταν είδα ότι έπρεπε να στηθώ στο απόσπασμα
νεόπλασμα πρότυπου πολεμιστή
χωρίς σκέψη, χωρίς λογική
με συναίσθημα την υποσυνείδητη ανάμνηση μιας σοκολατένιας απόλαυσης
που πρόβλεψα στον ήχο της βροχής
μιας ιαχής πολεμοχαρούς, να σκουντάει τα τζάμια, να παίξουν το παιχνίδι του πολέμου
τέχνη και αυτή, πρωτόγονη, ορμέμφυτη, βροχερή, όξινη
τα τζάμια δεν έσπαγαν ποτέ
ανθεκτικά στον πόλεμο του ήχου και της αφής
την αυγή μάζεψα τα φύλλα, κίτρινα ή χρυσά, δεν καταλάβαινα
αλήθωρος από την εμμονική παρατήρηση των σταγόνων
ποια θα επικρατήσει στην ανάμνηση του πρώτου φθινόπωρου αιχμαλωσίας
επικράτησε ο σωσίας, το άλλοθι για την αιματηρή άλωση της συνείδησης
συνοδοιπόρος με τα φύλλα και τους φιλοξενούμενους
οι σταγόνες βροχής προστατεύτηκαν από αυτά
και ταξίδεψαν στο παραμύθι
η Λόλα ήθελε να πιεί τις σταγόνες
αλλά αυτές ανήκαν στην ιστορία
και αυτή μας καταπίνει πάντοτε, δεν είναι προς κατανάλωση
Δημοσίευση σχολίου