Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Ο Σπύρος Χαριτάτος κατέθεσε αγωγή σε βάρος της Μπαρμπαρίγου [video]


XaritatosΣτη Δικαιοσύνη καλείται να λογοδοτήσει η τηλε-μαγείρισσα Αργυρώ Μπαρμπαρίγου για όσα υποστήριξε στις 26-2-2013 στην...
εκπομπή του MEGA «Πρωινό μου», σχετικά με τους λόγους που την είχαν οδηγήσει σε αποχώρηση από την εκπομπή του ΑΝΤ1 «10 με 1 μαζί».
Ειδικότερα, ο εκ των παρουσιαστών της εκπομπής γνωστός δημοσιογράφος, Σπύρος Χαριτάτος, προσέφυγε με αγωγή εναντίον της, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί της Α. Μπαρμπαρίγου, είναι ψευδείς, συκοφαντικοί και θίγουν το επαγγελματικό του ήθος και την αξιοπρέπειά του.
Την αγωγή υπέβαλε σήμερα Τρίτη η γνωστή συνήγορος του δημοσιογράφου, Ρόη Παυλέα, και με αυτήν ζητείται να του επιδικαστεί αποζημίωση, για ηθική βλάβη ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, με τη ρητή διευκρίνιση ότι το ποσό θα διατεθεί «στα συσσίτια αστέγων που διοργανώνουν Δήμοι και εθελοντικοί φορείς αλλά και σε φιλανθρωπικά ιδρύματα που ασχολούνται με παιδιά».

Οι ισχυρισμοί της Μπαρμπαρίγου
Στην εκπομπή του MEGA «Πρωινό μου» η εναγόμενη είχε ισχυριστεί, πως είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει το Νοέμβριο του 2010 από τον ΑΝΤ1 και την εκπομπή «10 με 1 μαζί» που παρουσίαζαν ο Σπύρος Χαριτάτος με τον Γιώργο Καραμέρο, εξαιτίας της κακής συμπεριφοράς που είχαν προς το πρόσωπό της.
Όπως μάλιστα συμπλήρωσε, οι δύο δημοσιογράφοι της έκαναν πολλά «καψόνια» με αποτέλεσμα να υποστεί ψυχολογικό σοκ και να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας.
«Έφυγε επειδή ο Γ. Λεβέντης δεν της έδωσε θέση κριτή στο Top Shef»
Αντίθετα ο Σπύρος Χαριτάτος, στην πολυσέλιδη αγωγή του, επικαλείται στοιχεία και μαρτυρίες απ’ όπου προκύπτει, ότι τόσο ο ίδιος ως και ο συμπαρουσιαστής της εκπομπής, Γιώργος Καραμέρος, δεν είχαν ποτέ προβλήματα με την Α. Μπαρμπαρίγου και η συμπεριφορά τους ήταν πάντα άψογη και φιλική.
Τα όσα θυμήθηκε να τους καταμαρτυρήσει δύο χρόνια αργότερα – όπως αναφέρεται στην αγωγή – είχαν ως μοναδικό στόχο την πρόκληση δημοσιότητας, προκειμένου να διαφημίσει το νέο της βιβλίο για τη μαγειρική «Δίαιτα των Ειδικών».
Στην αγωγή του ο Σπύρος Χαριτάτος περιγράφει με λεπτομέρειες τους πραγματικούς λόγους αποχώρησής της από την εκπομπή του ΑΝΤ1, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην τότε άρνηση του διευθυντή του σταθμού Γιώργου Λεβέντη να την συμπεριλάβει στους κριτές του «Top Shef»
Ολόκληρο το κείμενο της αγωγής του Σπύρου Χαριτάτου  εξασφάλισε αποκλειστικά το directnews.gr.

πηγή: directNEWS.gr

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

το φυτευτό σου σώμα...

περνάς και φεύγεις στον αέρα σαν μέλισσα
τώρα ξεχνάς τι χθές με κόπους διέλυσα
αυτό το ποθητό γιατί του ποτέ που δεν έλυσα
αυτής της ψυχής το υγρό της πηγής που δεν έχυσα
και όλο αυτό γεμίζει κενά ταπεινά της δικής σου υπόστασης
όσο αδειάζει τα νερά του ωκεανού της δικής σου απόστασης
μακριά σου φωνάζει...μικρέ αγέρωχε
οι βασιλικές οι πάπιες δεν κρύβουν πρίγκηπες
δεν πετάς μακριά χωρίς τα φτερά της καρδιάς σου
ένα σώμα δεν κάνει πολλά να χαίρονται
μία ψυχή δεν κάνει πολλές να επαίρονται
όταν κενές ιαχών του υψίστου αυτού εγώ σου
μύρια όσα κακά οσφραίνονται
το φυτευτό σου σώμα σου πάει πολύ
ένα προσωπείο φτηνό σε προβολέα μάχης
εκεί φαίνεται η πάλη των δύο τόξων
το ουράνιο έχει χρώμα μαύρο
το τόξο έχει χρώμα άσπρο
γεννήθηκες από σπόρους μαγείας
πιο κοντά σου φωνάζει...μικρέ αγέραστε
το φυτευτό σου σώμα σου πάει πολύ
ουράνιο τόξο δεν είδες ποτέ
άσπρο μαύρο ένα τέλος τραγικό
χωρίς χρώματα φυτρώνεις καλύτερα
χωρίς αέρα η βροχή σε κάνει πιο δυνατό
μη πεθάνεις...δε γίνεται
το φυτευτό σου σώμα σου πάει πολύ.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

HOT DOC: O Αττίλας 3 έχει πρόσωπο Τραπεζίτη ...και ο Τραπεζίτης στην Ελλάδα έχει πολλά ονόματα...και όχι μόνο ένα...!

Του Κώστα Βαξεβάνη

 
Γιατί κατέρρευσε η Κύπρος; Το επόμενο διάστημα τα ΜΜΕ στην Ελλάδα και τη Μεγαλόνησο θα ανακαλύψουν διάφορες εκδοχές ευθυνών.
Θα εμφανιστούν διάφορες αποκαλύψεις περί διαφθοράς, θα καταδειχθεί η Κύπρος ως χώρα του μαύρου χρήματος και θα αποδοθούν ευθύνες αορίστως σε ένα σύστημα πολιτικών που από κοινού έφταιξαν.
Η διαφθορά προφανώς και υπάρχει στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, αλλά καλό θα είναι κάθε φορά να της δίνουμε όνομα και διεύθυνση.
Το μαύρο χρήμα, ναι, καλύπτει μεγάλο μέρος της κυπριακής οικονομίας, αλλά αν απ” το μαύρο χρήμα κατέπεφταν οι οικονομίες, τότε σήμερα π Ελβετία θα έπρεπε να έχει σβηστεί απ” τον χάρτη. Όσο για τους πολιτικούς, είναι υπεύθυνοι όχι γιατί είναι πολιτικοί, αλλά γιατί εφάρμοσαν (όπως και στην Ελλάδα) συγκεκριμένες πολιτικές.
Η κρίση στην Κύπρο (όπως ορθά λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης) οφείλεται σε δύο παράγοντες. Στα κεφάλαια που εισέρρευσαν στην Κύπρο και «επένδυσαν» για να αποχωρήσουν στη συνέχεια μαζικά, και στις τράπεζες. Για τον πρώτο παράγοντα θα αποδείξει ενδεχομένως η Ιστορία εάν επρόκειτο για μια συντονισμένη προσπάθεια κάποιων που δημιούργησαν την εικόνα μιας εύρωστης Κύπρου και στη συνέχεια της τράβηξαν το χαλί κάτω απ” τα πόδια, ή για μια τάση που δημιουργήθηκε εξαιτίας της εικόνας πως κάτι θα αλλάξει στην Κύπρο και το μαύρο χρήμα δεν είναι πια ασφαλές.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μεταφέρω μια πληροφορία που πήρα στο Λονδίνο, πως οι παράγοντες της ευρωζώνης επί μήνες μετέφραζαν εκθέσεις και έδειχναν ενδιαφέρον, αναθέτοντας δουλειές σε ελεύθερους επαγγελματίες μεταφραστές, για την αντιμετώπιση της μαύρης οικονομίας στην Κύπρο. Η διαρροή μιας τέτοιας πληροφορίας επιτούτου μπορεί να προκαλέσει μεταφορά κεφαλαίων από τις κυπριακές τράπεζες, με τον φόβο πιθανών ελέγχων στο νησί.
Ο δεύτερος παράγοντας της κρίσης είναι οι τράπεζες. Περίπου 4 δισ. ευρώ έχασαν οι κυπριακές τράπεζες από την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αλλά και από το τζογάρισμα με αυτά. Ακόμη και την ώρα που ήταν γνωστό πως αυτά θα κουρευτούν και θα χάσουν την αξία τους, οι κυπριακές τράπεζες αγόραζαν, ή δεν πουλούσαν για να ξεφορτωθούν τα ομόλογα. Μια μικρή ομάδα στελεχών τραπεζών κέρδισε εκατομμύρια από τις υπηρεσίες που πρόσφερε σε κάποιους με αυτό τον τρόπο.
Η συμμετοχή όμως των κυπριακών τραπεζών στην κρίση πατάει κυρίως αλλού. Οι κυπριακές τράπεζες χρησιμοποίησαν το χρήμα των καταθετών και αργότερα του ευρωσυστήματος για να δώσουν δάνεια πολλές φορές χωρίς εγγυήσεις στην Ελλάδα. Πολλά από τα δάνεια, όπως στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας, δίνονταν για να γίνει αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της MIG, δηλαδή ομίλου επίσης συμφερόντων Βγενόπουλου.
Σε όλη αυτή τη διαδικασία, οι ελεγκτικές Αρχές σε Ελλάδα και Κύπρο, οι κεντρικές τράπεζες και οι επιτροπές κεφαλαιαγοράς όχι μόνο άφηναν να εξελίσσονται τα πράγματα, δημιουργώντας αστάθεια στο τραπεζικό σύστημα, αλλά όποτε έμπαινε θέμα ελέγχου επιτίθεντο σε όποιον το έβαζε. Οι δύο κεντρικοί τραπεζίτες, Ορφανίδης στην Κύπρο και Προβόπουλος στην Ελλάδα, πολλές φορές ακόμη και εγγράφως είχαν διαβεβαιώσει πως όλα πήγαιναν «καλώς», ενώ ακόμη και στον πιο αδαή ήταν εμφανές πως η χώρα και οι τράπεζες της πήγαιναν για τον γκρεμό.
Τις ημέρες που ο Βγενόπουλος εκδιώχθηκε από τη Λαϊκή της Κύπρου μέσα σε πλήθος καταγγελιών, ο κ. Προβόπουλος κατέθετε επιστολή στον εισαγγελέα που διερευνούσε την υπόθεση Βγενόπουλου, πως η τράπεζα του ήταν εύρωστη και όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της ήταν σύννομα. Κατηγορούσε μάλιστα ο Προβόπουλος όσους έκαναν τις καταγγελίες (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον πρόεδρο της Προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής), πως δημιουργούν μέσω των καταγγελιών αστάθεια στο τραπεζικό σύστημα. Ένα ολόκληρο νησί χρησιμοποιήθηκε ως ταμιευτήριο χρήματος, το οποίο συνέχεια διοχετεύτηκε προς την Ελλάδα σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες, με τη μορφή δανείων.
Τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά σήμερα δεν μπορούν  να ικανοποιηθούν. Σύμφωνα με υπολογισμούς των στελεχών της Λαϊκής Τράπεζας, τα δάνεια των κυπριακών τραπεζών προς την Ελλάδα είναι γύρω στα 25 δισ. Οι καταθέσεις στα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην ελληνική επικράτεια είναι 16 δισ. Από τα δάνεια αυτά, το 30% περί που, δηλαδή 8,5 δισ., δεν θα εισπραχθεί ποτέ. Όπως είναι γνωστό, οι κυπριακές τράπεζες στην Ελλάδα περνάνε στον όμιλο Πειραιώς με αντίτιμο 524 εκατομμύρια. Δηλαδή ο όμιλος Σάλλα παίρνει 16 δισ. καταθέσεων και 16,5 δισ. δανείων που θα εισπραχθούν έναντι μόλις μισού δισ. Καθαρό κέρδος 32 δισ. Αυτό είναι μία ακόμη πλευρά του σκανδάλου με θύμα μία ακόμη χώρα: Την Κύπρο.
Aνδρέας Βγενόττουλος Άγγελος Αθηνών, διάβολος Λευκωσίας
Ελάχιστα πρόσωπα στην Ελλάδα είχαν τα τελευταία χρόνια την προβολή του Ανδρέα Βγενόπουλου. Οι συνεντεύξεις του στα ιδιωτικά κανάλια ήταν σχεδόν μια είδηση, ακόμη και αν δεν έβγαζαν ειδήσεις. Ο άγνωστος δικηγόρος που έγινε ξαφνικά ο νούμερο ένα επιχειρηματίας της χώρας, με 54.000 εργαζόμενους στον όμιλο του, εξοικειώθηκε με τις καρέκλες στα στούντιο, αλλά και με τη δημόσια εικόνα του.
Ο Βγενόπουλος δεν εμφανίστηκε ως πολυπράγμων της επιχειρηματικότητας, αλλά του συνόλου της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Όπως ακριβώς οι ελβετικοί πολυσουγιάδες, ο Ανδρέας Βγενόπουλος διαφημιζόταν από τα κανάλια και τις εφημερίδες για την πολυχρηστικότητά του. Εξέφραζε άποψη για την πολιτική, το κατεστημένο, τα συμφέροντα που τον πολεμούν. Με μεγάλη άνεση είναι η αλήθεια, αν και με ένα μικρό μυστικό: Οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, που σχεδόν τον αγιογραφούσαν με τους μεγαλοδημοσιογράφους τους, είχαν πάρει μερικά δάνεια από τις  τράπεζες του Βγενόπουλου.
Ο Βγενόπουλος δεν αγόραζε μετοχές στα ελληνικά media όπως ο Λαυρεντιάδης, αλλά οι τράπεζες του έδιναν δάνεια και μετοχοδάνεια. Στα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης που ασκούσαν κριτική, ο Ανδρέας Βγενόπουλος έκανε απλώς αγωγές και μηνύσεις. Λίγο πριν ξεσπάσει η κυπριακή κρίση, ο ηγέτης της MIG, ο άγγελος της δυναμικής επιχειρηματικότητας, έγινε έκπτωτος.
Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται δεν έχουν τίποτα από το θαύμα που είχε υποσχεθεί. Σε πολλά από τα οικονομικά γραφεία της Λευκωσίας (όπου συλλέξαμε τα στοιχεία αυτής της έρευνας) ο Βγενόπουλος περιγράφεται ως ο άνθρωπος που μετέφερε την κόλαση στην Κύπρο.
Τον Ιανουάριο του 2012, στην εκπομπή «Το Κουτί της Πανδώρας», παρουσιάσαμε μια νέα έρευνα για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Σε αυτή την έρευνα αποδεικνυόταν από πορίσματα της Τράπεζας της Ελλάδος πως η αθωνική μονή είχε πάρει από την τράπεζα Marfin δάνειο ύψους 156,9 εκατομμυρίων ευρώ. Τα δάνεια αυτά ήταν χωρίς εγγυήσεις για το σύνολο τους.
Η Marfin δανειοδοτούσε κάποιες offshore  εταιρίες του Βατοπεδίου, το οποίο πήρε τα δάνεια και με το μεγαλύτερο ποσό από αυτά αγόρασε μετοχές εταιριών του ομίλου MIG. Του ομίλου δηλαδή που εκ των πραγμάτων συνδεόταν με την τράπεζα που έδινε τα δάνεια. Πρακτικά αυτό φαινόταν ως μια σκανδαλώδης διαδικασία (στη συνέχεια υπάρχουν όλες οι λεπτομέρειες για τα άγια και αμαρτωλά δάνεια), για την οποία ζητήσαμε την απάντηση της Marfin και του ομίλου, του οποίου επικεφαλής ήταν ο Βγενόπουλος. Ο Ανδρέας Βγενόπουλος δέχτηκε να κάνουμε μια συνάντηση στην οποία ανεπίσημα θα μας εξηγούσε μερικά πράγματα.
Η συνάντηση έγινε στα γραφεία της MIG στη Νέα Ερυθραία και ήταν πραγματικά μια εμπειρία. Ο Ανδρέας Βγενόπουλος εμφανίστηκε σε ένα τεράστιο γραφείο με την άνεση ανθρώπου που συναναστρέφεται συχνά δημοσιογράφους. Κρατούσε στο χέρι ένα σβησμένο πούρο και είχε τυλιγμένη ανάμεσα στα δάχτυλα του μια χρυσή αλυσίδα. Χαιρέτησε με χειραψία και σηκώνοντας το δάχτυλο μού είπε, σαν να ήθελε να είναι ξεκάθαρος από την αρχή, «μ” αρέσουν αυτά που κάνεις, αλλά δεν μ” αρέσουν αυτά που λες και γράφεις». Εντελώς αυθόρμητα του απάντησα με αυτό που πίστευα γι” αυτόν: «Κύριε Βγενόπουλε, εμένα αντιθέτως μ” αρέσουν αυτά που λέτε στις τηλεοράσεις, αλλά δεν μ” αρέσουν καθόλου αυτά που κάνετε».
Αποδέχτηκε την απάντηση μου ως χιούμορ και ξεκινήσαμε την κουβέντα γι” αυτό που κατά την ερευνά μας αποτελούσε εμπλοκή του στο σκάνδαλο Βατοπεδίου. Δεν έχει σημασία αυτή η κουβέντα, όχι μόνο γιατί ήταν off the record, αλλά γιατί επί της ουσίας δεν έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα που θέσαμε.
Ο Ανδρέας Βγενόπουλος δεν δέχτηκε να δώσει επίσημες απαντήσεις. Η έρευνα μας δημοσιοποιήθηκε και δύο χρόνια αργότερα ο Βγενόπουλος και ο όμιλος του έστειλαν μια αγωγή με την οποία μας ζητούσαν ένα εκατομμύριο για συκοφαντική δυσφήμηση. Ήταν η εποχή που οι Κύπριοι είχαν εκδιώξει τον Βγενόπουλο,  από την Marfin μετονομάζοντας και πάλι την τράπεζα σε Λαϊκή, κι εμείς είχαμε ταξιδέψει ως την Κύπρο για να ερευνήσουμε τα έργα και τιςημέρες του.
21 Στο θησαυροφυλάκιο της Λαϊκής
Λίγες ώρες μετά την απόφαση του Eurogroup για κούρεμα στις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών ένα αυτοκίνητο γεμάτο έγγραφα σταμάτησε στο κτίριο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου. Τα έγγραφα ξεφορτώθηκαν στη Βουλή και τρία στελέχη της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου μπήκαν στο κτίριο για να καταθέσουν στην Επιτροπή Θεσμών που διερευνά τα αίτια της κυπριακής κρίσης. Τα τρία στελέχη, στην πολύωρη κατάθεση τους, έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για το πώς χρησιμοποιήθηκε η Λαϊκή Τράπεζα για να γίνει αφαίμαξη των καταθέσεων των Κυπρίων.
Οι βουλευτές-μέλη της Επιτροπής ζήτησαν να κατατεθούν τα έγγραφα εκείνα που αποτελούν τα αποδεικτικά στοιχεία για όσα έγιναν σε βάρος της Κύπρου και της κυπριακής οικονομίας. Τα στελέχη της τράπεζας απάντησαν πως δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Τότε η Επιτροπή έδωσε εντολή για κατάσχεση των εγγράφων. Τα ντοκουμέντα μεταφέρθηκαν σε φρουρούμενη αίθουσα αυξημένης ασφάλειας για να μελετηθούν και να αξιοποιηθούν νομικά. Έξι χρόνια μετά την πανηγυρική άφιξη του Ανδρέα Βγενόπουλου στην Κύπρο, ο άλλοτε ισχυρός άντρας φαίνεται να έχει ελάχιστους συμμάχους στο νησί. Και αυτοί, όπως υποστηρίζουν πολλοί, του χρωστούν κάποια χάρη ή έστω κάποιο δάνειο με ευνοϊκούς όρους.
Το 2006 ο επικεφαλής του , Marfin Investment Group Ανδρέας Βγενόπουλος, έφτασε στην Κύπρο για μια ιστορική συμφωνία, θα αγόραζε το 22% της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου, το οποίο πουλούσε η αγγλική HSBC. Στην Αθήνα ο Βγενόπουλος εμφανιζόταν ως ο εκφραστής του νέου οικονομικού θαύματος και στη Λευκωσία οι κύπριοι μέτοχοι της τράπεζας δεν είχαν κανένα λόγο να μην πιστεύουν σε αυτό. Την απόφαση για να μπει ο Βγενόπουλος στο κυπριακό τερέν αρκετοί την αποδίδουν στο ιστορικό στέλεχος της τράπεζας και πρώην πρόεδρο της, Κίκη Λαζαρίδη, αλλά ο ίδιος έχει πολλές φορές αρνηθεί πως ήταν αυτός που πήγε τον Βγενόπουλο δίπλα στο θησαυροφυλάκιο της Λαϊκής.
Υπάρχουν ωστόσο δύο ιστορίες, επιμένουν να λένε οι κύπριοι τραπεζίτες, για τον Βγενόπουλο. Σύμφωνα με την πρώτη ιστορία, στην απόφαση να μπει η Marfin και το fund TOSCA με τα οποία σχετιζόταν ο Βγενόπουλος, στη Λαϊκή έπαιξε ρόλο ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος. Κάποιοι απευθύνθηκαν στα εθνικά αντανακλαστικά του, λέγοντας του: «Πρόεδρε, είναι καλύτερα να μπουν στην τράπεζα Έλληνες, απ” το να την ελέγχουν Άγγλοι». Ο Παπαδόπουλος με το επιχείρημα αυτό συναίνεσε στην παράδοση της τράπεζας στον Βγενόπουλο.
H δεύτερη ιστορία, η οποία μάλιστα έχει πάρει διαστάσεις αστικού μύθου, θέλει τους ανθρώπους του Βγενόπουλου, μόλις έφτασαν στην τράπεζα, αντί για τα οικονομικά στοιχεία της τράπεζας να ζητούν τα οικονομικά στοιχεία και στοιχεία για τα δάνεια που είχαν οι κύπριοι δημοσιογράφοι. Αλήθεια ή ψέματα, σημασία έχει πως, όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, έτσι και στην Κύπρο το θαύμα Βγενόπουλου ήταν ένα προσφιλές θέμα των ρεπορτάζ. Ακόμη και όταν αργότερα η τράπεζα δημιουργούσε ένα δίκτυο με υποκαταστήματα στην Ελλάδα, μέσα από τα οποία κινούσε χρήματα με φίλιες δανειοδοτήσεις, τα ΜΜΕ στην Κύπρο ενέτασσαν τις κινήσεις αυτές στη «ραγδαία ανάπτυξη του χρηματοοικονομικού θαύματος».
Το κόλπο με τα υποκαταστήματα
Το 2007 από τη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου απομακρύνθηκε όλη η ομάδα του ιστορικού διοικητικού συμβουλίου της. Ο Βγενόπουλος, συμμαχώντας με έναν κύπριο μέτοχο, κατάφερε να επιβάλει σταδιακά την εξαγορά από τη Λαϊκή της Marfin Εγνατίας. Οι Κύπριοι ανεβάζουν το κόστος αυτής της εξαγοράς πάνω από το 1 δισ., στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και ένα ποσό για Premium στην τράπεζα.
«Αγοράσαμε μια τελειωμένη τράπεζα σαν να αγοράζαμε τη μεγαλύτερη της Ελλάδας», σχολιάζει σήμερα τότε στέλεχος της Λαϊκής Τράπεζας. Η εξαγορά της Marfin Εγνατία ήταν το αντικείμενο σύγκρουσης του Βγενόπουλου με τα έως τότε στελέχη της Λαϊκής. Όπως υποστηρίζουν δύο στελέχη της τράπεζας, μιλώντας στο Hot Doc: «Ζητήσαμε να γίνει έρευνα για τη βιωσιμότητα της τράπεζας που θα αγοράζαμε. Ο Βγενόπουλος αρνήθηκε να γίνει έρευνα. Είπε μάλιστα, “μόνο αν την κάνουν δικοί μου άνθρωποι. Δεν μπορώ να ανεχθώ οποιονδήποτε να κάνει έρευνα’». Η επιλογή της εξαγοράς της νέας τράπεζας συνοδεύτηκε από την αλλαγή του ΔΣ της Λαϊκής.
Λίγο αργότερα, η Marfin Εγνατία, από θυγατρική τράπεζα μετατρέπεται σε τράπεζα με υποκαταστήματα της Marfin Popular Bank. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά στη διακίνηση του χρήματος. Η διεθνής πρακτική θέλει τα τραπεζικά υποκαταστήματα σε χώρες του εξωτερικού να είναι θυγατρικές της τράπεζας για λόγους εταιρικής ασφάλειας.
Έτσι, αρνητικές εξελίξεις στη χώρα όπου υπάρχουν οι θυγατρικές δεν συμπαρασύρουν τη μητρική τράπεζα. Επίσης, η διεθνής τάση είναι να μπαίνει όριο διακίνησης κεφαλαίων από τη μητρική τράπεζα προς τις θυγατρικές. Η δημιουργία υποκαταστημάτων αντί θυγατρικών στην Ελλάδα έδινε τη δυνατότητα για την κίνηση κεφαλαίων από την Κύπρο προς την Ελλάδα, προκειμένου να δοθούν δάνεια προερχόμενα από το ελληνικό τμήμα.
«Ουσιαστικά αυτό που γινόταν ήταν να δημιουργηθεί μια βιομηχανία εξαγωγής χρήματος από μια χώρα για εξυπηρέτηση άλλης χώρας, της Ελλάδας», λέει στέλεχος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
Στον δρόμο Βγενόπουλου και η Κύπρου
Ένα μόλις μήνα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, όταν χτυπά το καμπανάκι για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, η άλλη μεγάλη τράπεζα στη Μεγαλόνησο, η Κύπρου, κινείται στα βήματα Βγενόπουλου. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δίνει άδεια για να αγοράσει η Τράπεζα Κύπρου τη ρωσική τράπεζα UNIASTRIUM έναντι 370 εκατομμυρίων.
Μερικούς μήνες αργότερα αγοράζει και το 10% της ρουμανικής Nanca Transilvania. Είναι η εποχή που οι μεγάλες τράπεζες σε όλο τον κόσμο μειώνουν τον όγκο τους. Η Κύπρου όμως επεκτείνεται. Από το 2009 έως το 2011, όταν η ελληνική κρίση κορυφώνεται, ανοίγει 47 νέα υποκαταστήματα στην Ελλάδα. Τα υποκαταστήματα βέβαια δανειοδοτούν έλληνες πελάτες. Όπως έχει πλέον αποκαλυφθεί, η Κύπρου αγοράζει τη ρουμανική τράπεζα τον Δεκέμβριο του 2009, αλλά οι υπάλληλοι της από τον Μάρτιο ακόμη αγόραζαν μετοχές, αποκομίζοντας κέρδη πάνω από 15 εκατομμύρια ευρώ. Η υπόθεση αυτή είναι σε έρευνα από τη ρουμανική δικαιοσύνη, η οποία έχει ασκήσει διώξεις.
Αυτό που οι κυπριακές εφημερίδες περιέγραφαν ως οικονομικό, τραπεζικό θαύμα, δεν ήταν τελικά τίποτε άλλο από ένας τρόπος συσσώρευσης χρήματος έξω από την Κύπρο, που προσέφερε δάνεια με ευνοϊκούς όρους σε συγκεκριμένες ομάδες επιχειρηματιών και κέρδη σε όσους ήταν χειριστές ή διαμορφωτές της τραπεζικής πολιτικής. Όλα αυτά με τη σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία, όπως και η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν έπαιξε ποτέ ένα ρόλο θεσμικού ελέγχου, αλλά δικαιολόγησης και κάλυψης των επιλογών των τραπεζιτών, μέσα από εφεύρεση τεχνικών, εξειδικευμένων επιχειρημάτων.
Αν βέβαια αυτά τα επιχειρήματα περί ευρωστίας και καλής λειτουργίας των τραπεζών ήταν αληθινά, η Κύπρος δεν θα κατέρρεε σήμερα
35 Δάνεια σχεδόν όσο τα ΑΕΠ
Σύμφωνα με όσα έχουν κατατεθεί στην Επιτροπή θεσμών της κυπριακής Βουλής, κατά τη διάρκεια ελέγχου της Λαϊκής Τράπεζας από την ομάδα Βγενόπουλου, η τράπεζα χρησιμοποιήθηκε για δανειοδοτήσεις στην Ελλάδα. Αυτό φαίνεται από το ισοζύγιο δανείων-καταθέσεων μετά το 2006. Τα δάνεια το 2006 (προ Βγενόπουλου) ήταν 6,3 δισ. Το 2008 τα δάνεια ήταν αξίας 12,5 δισ, ενώ οι καταθέσεις 11,6 δισ. Το 2010 τα δάνεια ήταν 11,8 δισ., ενώ οι καταθέσεις μόλις 6,8 δισ.
Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όχι μόνο δεν πήρε μέτρα, αλλά η δανειοδότηση εξασφαλίστηκε και με την προσφυγή στο Ευρωσύστημα (Emergency Liquidit). Σήμερα, η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας στο ELA είναι 9,4 δισ. Και το ερώτημα είναι γιατί αυτά τα δισεκατομμύρια πρέπει να τα πληρώσουν οι Κύπριοι, αφού είναι ποσά που χειρίστηκαν και διέθεσαν οι τραπεζίτες; Το επιχείρημα είναι πως πρέπει να εξασφαλιστεί η ευστάθεια των τραπεζών. Η οποία, όμως, ήταν υποτίθεται εξασφαλισμένη με τις κινήσεις που οι τράπεζες έκαναν στο παρελθόν, υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας.
Η Λαϊκή εκτιμά πως αυτή τη στιγμή από τα δάνεια που έχουν δοθεί στην Ελλάδα πάνω από 3,5 δισεκατομμύρια είναι απίθανο να εισπραχθούν, αφού είναι δάνεια «ειδικών χαρακτηριστικών». Δηλαδή ανήκουν σε προβληματικά χαρτοφυλάκια που έχουν είτε χαμηλή τιμολόγηση είτε χαμηλές εισπράξεις είτε μη ικανοποιητικές εξασφαλίσεις είτε μεγάλη συγκέντρωση κινδύνου. Ο Ανδρέας Βγενόπουλος, στις λίγες πλέον τηλεοπτικές του εμφανίσεις, έχει αρνηθεί πως σβήστηκαν δάνεια, αλλά αυτός είναι ένας αδόκιμος όρος. Το σβήσιμο των δανείων προκύπτει από τη μη ικανοποίηση τους και όχι από κάποια απόφαση της τράπεζας να τα σβήσει.
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ
Τον Μάιο του 2007 ο επιχειρηματίας Σ.Δ., καταθέτης στην τράπεζα Marfin Εγνατία, έλαβε ένα τηλεφώνημα το οποίο στην αρχή θεώρησε ως φάρσα. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια κυρία των διαβεβαίωνε πως «είχε επιλεγεί από τον Ανδρέα Βγενόπουλο να πάρει μέρος στην πραγματοποίηση του ονείρου του για τον μεγαλύτερο επιχειρηματικό κολοσσό της χώρας, την MIG». Ο επιχειρηματίας κατάλαβε πως δεν πρόκειται για φάρσα όταν η «φωνή» έδειξε να γνωρίζει πως έχει 250.000 ευρώ στην τράπεζα και του πρότεινε αυτό που έπρεπε, να δεχθεί να πάρει ένα ευνοϊκό δάνειο 250.000 από την τράπεζα του Βγενόπουλου.
Με το σύνολο των 500.000 θα έπαιρνε μέρος στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΜIG χωρίς καμία υποχρέωση, αφού θα έβαζε ως εγγύηση τις ίδιες τις μετοχές. Η μετοχή της ΜIG εκείνη την περίοδο είχε τιμή 6,7 ευρώ. Σήμερα πιάνει μετά βίας τα 0,30 του ευρώ. Ο Σ.Δ. έχασε τις 250.000 ευρώ που είχε στην τράπεζα και χρωστάει ακόμη 250.000 από το δάνειο που πείστηκε να πάρει, γιατί όπως έλεγε η «φωνή» επένδυε σε «ένα οικονομικό τέρας και ο Βγενόπουλος δεν κάνει ποτέ λάθος».
Ο επιχειρηματίας δεν μπορούσε καν να πουλήσει τις μετοχές για να γλιτώσει χρήματα από την κατρακύλα της μετοχής, γιατί απλώς ήταν ενεχυριασμένες στην τράπεζα. Το 2007 ο Ανδρέας Βγενόπουλος διαφήμιζε πραγματικά τη δημιουργία ενός οικονομικού επιχειρηματικού τέρατος μέσα από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ομίλου ΜIG. Οι επενδυτές θα προσέφεραν 5,2 δισεκατομμύρια για να δημιουργήσουν αυτή την επιχείρηση και μαζί το διαφημισμένο όνειρο του Βγενόπουλου. Αυτοί που διαφήμιζαν το όνειρο Βγενόπουλου ήταν εκδότες, που και οι ίδιοι ήταν μέτοχοι στο εγχείρημα χωρίς να καταβάλουν κεφάλαια. Παίρνοντας απλώς μετοχοδάνεια με εγγύηση τις μετοχές.
Το Βατοπέδι ήταν το Βατερλώ
Το όνειρο του Βγενόπουλου, όποιο και αν ήταν τελικά αυτό, ίσως να γινόταν πραγματικότητα, αν δεν αποκαλυπτόταν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Ο ίδιος το περιγράφει ως το όνειρο για τη δημιουργία ενός ελληνικού επιχειρηματικού κολοσσού.
Υπάρχουν ωστόσο αρκετοί που υποστηρίζουν πως το όνειρο του Βγενόπουλου ήταν να εφαρμόσει κάποια πολιτικά σχέδια που είχαν τον ίδιο στο επίκεντρο. Ήθελε, λένε, να δημιουργήσει ένα οικονομικά ισχυρό Άγιο Όρος με την ηγεμονία του Βατοπεδίου, κάτι σαν ορθόδοξο Βατικανό, που θα άνοιγε τον δρόμο για την πολιτική του ηγεμονία. Για το εγχείρημα δεν χρειαζόταν να έχεις λεφτά, αλλά να εξασφαλίζεις λεφτά. Τα σενάρια αυτά διέψευσε ο ίδιος ο Βγενόπουλος στη μοναδική μας συνάντηση, πριν από δύο χρόνια. Αλλά δεν μπορεί να διαψεύσει τη σχέση με το Βατοπέδι.
Αν δεν υπήρχε ο Βγενόπουλος και η τράπεζα του, ίσως να μην υπήρχε σκάνδαλο Βατοπεδίου. Όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, ξεκίνησε από δύο Επιτροπές της Βουλής η διερεύνηση των οικονομικών παραμέτρων του. Το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών και ο έλεγχος των συναλλαγών εμφάνιζε πως το Βατοπέδι, μέσα από τις offshore εταιρίες που είχε δημιουργήσει, δανειοδοτήθηκε με 156,9 εκατομμύρια ευρώ από την τράπεζα Marfin.
Το εντυπωσιακό δεν είναι πως ένα μοναστήρι δανειοδοτήθηκε ως η μεγαλύτερη πετρελαϊκή επιχείρηση της Ελλάδας, αλλά το τι έγιναν τα δάνεια. Τα 115 εκατομμύρια από αυτά δίνονται για να πάρει το Βατοπέδι μέρος στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της MIG. Εγγύηση είναι οι ίδιες οι μετοχές. Δηλαδή οι τράπεζες στις οποίες ο Βγενόπουλος και ο όμιλος MIGέχουν κυριαρχικό ρόλο και συνδέονται μαζί τους δανειοδοτούν τη μονή για να αγοράσει μετοχές.
Είναι προφανές πως η διαδικασία αυτή, πέρα από όλα τα άλλα, δημιουργεί την εντύπωση πως μια επιχείρηση, εν προκειμένω η MIG, παρουσιάζει ευρωστία και κεφάλαια, ενώ αυτά προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Το Βατοπέδι αγόρασε με αυτόν τον τρόπο μετοχές της MIG, του ΥΓΕΙΑ, της Marfin Populer Bank  της VIVARTIA, της Singular Logic, του ΟΤΕ.
Η έρευνα για τις παράπλευρες οικονομικές δραστηριότητες του Βατοπεδίου αποκάλυψε πως πάνω από 200 φυσικά πρόσωπα και εταιρίες πήραν δάνεια 801 εκατομμυρίων ευρώ από τη Marfin για να κάνουν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στη ΜIG. Δηλαδή το 15,4% της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου των 5,2 δισ. έγινε με αυτό τον τρόπο, ενώ το ποσό που δόθηκε για δάνεια αντιπροσωπεύει το 103% της συνολικής καθαρής θέσης της τράπεζας.
Σύμφωνα 55 με πόρισμα της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο απαίτησε Επιτροπή της Βουλής (και όχι η ίδια η τράπεζα), αποκαλύπτεται πως συνολικά για δάνεια αγοράς μετοχών δόθηκαν από την Marfin 1,3 δισ. έως το 2008, ποσό που αντιπροσωπεύει το 130% των κεφαλαίων της τράπεζας.
Το ίδιο πόρισμα επισημαίνει πως ακόμη 1,8 δισ. δόθηκαν από τη Μarfin σε ομίλους που αποτελούσαν συνδεδεμένα μέρη με τον όμιλο MIG (Vivartia, ΥΓΕΙΑ, όμιλος Κούμπα, όμιλος Βενιάμη, όμιλος Φράγκου κλπ.). Τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά είχαν χαμηλή τιμολόγηση, μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής και στις περισσότερες περιπτώσεις η αποπληρωμή γινόταν στη λήξη τους. Δηλαδή ο δανειοδοτούμενος πλήρωνε μόνο τους τόκους.
Τα περισσότερα από τα δάνεια αυτά είναι πλέον κόκκινα, μη εξυπηρετούμενα. Οι δανειολήπτες αγόρασαν μετοχή με 6,7 ευρώ, ενώ η μετοχή σήμερα είναι κοντά στα 30 λεπτά. Το βάρος αυτής της πολιτικής δανειοδότησης μεταφέρθηκε στην οικονομία της Κύπρου, η οποία κλήθηκε να πληρώσει τις τράπεζες.
Άγιες μπίζνες με διαβολικές συμφωνίες
Ο χώρος των μοναστηριών, απ” ό,τι φαίνεται, ήταν ένας προνομιακός χώρος για δημιουργία «επιχειρηματικότητας» στο όνειρο Βγενόπουλου. Εκτός από το Βατοπέδι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δανειοδοτήθηκαν δύο ακόμη μονές. Η δανειοδότηση έχει στοιχεία που πρέπει να αποτελέσουν θέμα δικαστικής έρευνας για την τράπεζα, καθώς και για την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά έως τώρα η τράπεζα μένει στο απυρόβλητο από τις ελληνικές Αρχές
.
Τον Φεβρουάριο του 2007 ο δικηγόρος Παναγιώτης Κατσαδούρης ίδρυσε μαζί με μοναχούς που δρούσαν στο όνομα του ησυχαστηρίου ΕΜΜΑΟΥΣ μια λιβεριανή offshore εταιρία, την ELLOPIA MARITIME SA. Αυτή η offshore παίρνει δύο δάνεια 60 εκατομμυρίων ευρώ από την Μarfin και τη θυγατρική της Επενδυτική Τράπεζα της Ελλάδας.
Ως εγγύηση μπήκαν ακίνητα, αλλά οι όροι του δανείου είναι πρωτοφανείς. Για το ένα δάνειο δίνεται χρόνος αποπληρωμής 40 έτη, με πενταετή περίοδο χάριτος και τριμηνιαίες δόσεις για την υπόλοιπη περίοδο. Στο άλλο δάνειο (επενδυτικό) η πληρωμή ορίζεται να γίνει εφάπαξ στη λήξη. Δηλαδή σε 40 χρόνια. Είναι άξιο απορίας πώς μια offshore εταιρία που μόλις δημιουργήθηκε παίρνει 60 εκατομμύρια από μια τράπεζα με τέτοιους όρους.
Οι μοναχές του ησυχαστηρίου έχουν καταθέσει πως δεν γνώριζαν για τη δημιουργία της offshore και πως αυτή προέκυψε αφού εξαπατήθηκαν. Πώς επομένως οι τράπεζες χορήγησαν αυτά τα δάνεια;
Η ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας πήρε συνολικά 83,3 εκατομμύρια ευρώ από τη Marfin και την Επενδυτική Τράπεζα. Ένα μέρος του δανείου δόθηκε για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της MIG. Είναι εντυπωσιακό πως η τράπεζα ενέκρινε στη μονή δάνειο 40 εκατομμυρίων με επιτόκιο 1% για επένδυση στο προϊόν Chooser Deposit, το οποίο στοχεύει στην επίτευξη κέρδους από τις μεταβολές στις ισοτιμίες νομισμάτων.
Η αποπληρωμή όλων αυτών των δανείων δεν στηριζόταν σε μια λογική τραπεζική εξέλιξη, αλλά μάλλον σε ένα «έχει ο Θεός». Αλλά απ” ό,τι αποδείχτηκε ο Θεός δεν συνέβαλε στην αποπληρωμή. Αντίθετα το σύστημα κατέρρευσε, και εδώ και ημέρες καταρρέει η Κύπρος.
Παρανομίες και συγκάλυψη
Η διεθνής τραπεζική τακτική επιτρέπει τη χορήγηση δανείων για αγορά μετοχών με εγγύηση τις ίδιες τις μετοχές. Υπάρχουν όμως δύο προϋποθέσεις. Αν μετά τη χορήγηση του δανείου οι μετοχές χάσουν την αξία τους, καλείται ο δανειολήπτης να καλύψει τη διαφορά. Επίσης όταν αυτή η διαδικασία αφορά εταιρίες που έχουν διασύνδεση μεταξύ τους, όπως οι Marfin Εγνατία και MIG, με βάση τις διατάξεις ΠΔ/ΤΕ 2587-20-08-2007 (Κεφ. Γ, παρ. ζ), τα ποσά που δίνονται ως δάνεια αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος.
Διαφορετικά το τραπεζικό σύστημα θα ήταν ένα αχυροδημιούργημα όπου ο καθένας από τη μια τσέπη θα έβαζε στην άλλη και αντίστροφα, εμφανίζοντας περιουσία που δεν έχει. Καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν τηρήθηκε. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντί να ελέγξουν το εμφανώς τρύπιο σύστημα, έδιναν διαβεβαιώσεις καλής λειτουργίας. Η τελευταία ήταν πριν μερικούς μήνες στον εισαγγελέα, με σκοπό να απαλλάξουν τον Βγενόπουλο από τις ευθύνες. Η κατάρρευση ολόκληρης της Κύπρου ήταν μια τραγική διάψευση τους, που ωστόσο έρχεται μαζί με την καταστροφή μιας χώρας που δεν έφταιξε.
Η δανειοδότηση από την τράπεζα Marfin εταιριών που είναι συνδεδεμένες μαζί της, με μεγάλα μάλιστα ποσά, διαμόρφωνε συνθήκες μεγάλου πιστωτικού κινδύνου. Ο κίνδυνος αυτός πια είναι εμφανής, αφού η κατάρρευση των επιχειρήσεων που θα αποτελούσαν τον οικονομικό κολοσσό έχει συμπαρασύρει την τράπεζα και η τράπεζα με τη σειρά της ολόκληρη την Κύπρο.
Η αξία των μετοχών της MIG έχει απομειωθεί, και οι επενδυτές ζούσαν τη διαδικασία παρακολούθησης απώλειας των χρημάτων τους χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα. Ούτε καν να πουλήσουν μετοχές για να γλιτώσουν τμήμα της απώλειας, αφού οι μετοχές ήταν ενέχυρο στην τράπεζα.
Στον κύκλο των χαμένων επενδυτών συναντά σήμερα κάποιος μεγάλα ονόματα της επιχειρηματικότητας. Κάποιοι από αυτούς είναι φίλοι, επιχειρηματικοί εταίροι ή γνωστοί του Βγενόπουλου. Εφοπλιστές όπως ο Τσάκος, ο Βενιάμης, ο Μαρινάκης, ο Φράγκος, ο Ζολώτας και άλλοι πήραν δάνεια δεκάδων εκατομμυρίων με εγγύηση τις ίδιες τις μετοχές της MIG. Αν το εγχείρημα είχε πετύχει, θα ήταν σήμερα ακόμη πιο πλούσιοι.
Η αποτυχία έχει φέρει τους περισσότερους σε αντιπαράθεση αλλά και δικαστική εμπλοκή με τον Βγενόπουλο και τη MIG. Όπως και να έχει όμως, πληρώνουν μια επιχειρηματική επιλογή τους. Εν αντιθέσει με τους Κύπριους που δεν έκαναν καμιά, ώστε να πληρώνουν τα σπασμένα των τραπεζών.
ΑΥΤΟΣ, Η MIG ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Όταν ο Ανδρέας Βγενόπουλος περπατούσε στην πλατεία Συντάγματος στα μέσα της δεκαετίας του ’90, οι μόνοι που τον χαιρετούσαν ήταν οι γνωστοί και οι φίλοι του. Οι υπόλοιποι δεν του έσφιγγαν το χέρι, όχι γιατί τον αντιπαθούσαν, αλλά γιατί απλούστατα δεν τον αναγνώριζαν. Μέχρι πριν από 15 χρόνια ο πολυσχιδής σήμερα επιχειρηματίας με τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητες ήταν ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό δικηγόρος.
Ακόμα και σήμερα, όμως, παραμένει μυστήριο το πώς μέσα στα επόμενα χρόνια κατάφερε να θεωρείται από τους αυλοκόλακες ορισμένων μέσων ενημέρωσης ως ένας από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες στην Ελλάδα, ο οποίος μάλιστα θα μπορούσε να μεταπηδήσει στην πολιτική και να εξελιχθεί στον Έλληνα Σίλβιο Μπερλουσκόνι, μια χρυσή εφεδρεία δηλαδή ενός καταρρέοντος συστήματος.
Ύστερα, ωστόσο, από την εμπλοκή του ονόματος του σε μια σειρά σκοτεινών υποθέσεων που έχουν απασχολήσει και τη Δικαιοσύνη, ο 60χρονος κ. Βγενόπουλος αντιμετωπίζεται πλέον από πολλούς ως ένας Γιώργος Κοσκωτάς της νέας χιλιετίας.
Έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που ο Μr MIG, όπως είναι επίσης γνωστός, συγκέντρωνε υψηλά ποσοστά αποδοχής από την κοινή γνώμη. Μεταξύ άλλων, ο θάνατος δύο εργαζομένων του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου τον Μάιο του 2010, οι εξελίξεις στον Παναθηναϊκό και το τελευταίο διάστημα στην Κύπρο έχουν αναγκάσει τον πάλαι ποτέ επιθετικό ξιφομάχο του «Τριφυλλιού» να έρθει σε θέση άμυνας προκειμένου να υπερασπιστεί τη στραπατσαρισμένη δημόσια εικόνα του.
Ακόμα, όμως, δεν έχει απαντηθεί από τον ίδιο η ξαφνική άνοδος του στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η οποία δεν οφείλεται αποκλειστικά στη διαχείριση αραβικών κεφαλαίων, ούτε στις όποιες επιτυχίες του δικηγορικού του γραφείου, το οποίο ίδρυσε το 1983, διαχειρίζεται μαζί με συνεργάτες και ειδικεύεται στις ναυτικές επισφάλειες. Δεν μπορεί να εξηγηθεί, επίσης, ούτε από τη θητεία του στο γραφείο δημοσίων σχέσεων της ΠΑΕ Παναθηναϊκός, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ούτε από τη θέση του διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού στη ναυτιλιακή εταιρία  THENAMARIS λίγο νωρίτερα.
Το μεγάλο μπαμ
Η ξαφνική άνοδος για τον κ. Βγενόπουλο ήρθε όταν ξεκίνησε να αποκτά με τη βοήθεια οικονομικών του συμμάχων, άγνωστο ποιων ακριβώς, μειοψηφικά πακέτα σε εισηγμένες χρηματιστηριακές εταιρίες, όπως η Σοκολατοποιία Παυλίδης. Το 1998 ίδρυσε τη χρηματιστηριακή Marfin AEΠΕΥκαι το 2000 εξαγόρασε την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ. Το 2001, κι αφού κατόρθωσε να αντλήσει πάνω από πέντε δισεκατομμύρια ευρώ όταν βγήκε στις διεθνείς αγορές χάρη και στα αραβικά κεφάλαια, εξαγόρασε την ΠΕΙΡΑΙΩΣ PRIMΕ ΒΑΝΚ που μετονομάστηκε σε Μarfin Bank.
Το 2005 συμφωνήθηκε με βασικούς μετόχους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ η εξαγορά μειοψηφικού ποσοστού της εν λόγω τράπεζας, αποκτώντας ο κ. Βγενόπουλος το πλειοψηφικό της πακέτο δύο χρόνια αργότερα. Το 2006, εξάλλου, ο όμιλος MIG προχώρησε σε μια σειρά εξαγορών χρηματοοικονομικών οργανισμών εντός κι εκτός Ελλάδας.
Όπως σημειώνει με νόημα στο HOT DOC επιχειρηματίας που έχει συνεργαστεί μαζί του, έκανε και κάνει δουλειές για τους Αραβες, αλλά κάνει και συμφωνίες για τον εαυτό του. Σήμερα ο κ. Βγενόπουλος διατελεί πρόεδρος του ΔΣ της MIG, αλλά έχει φροντίσει να είναι μη εκτελεστικό μέλος, που σημαίνει πως δεν έχει αντικειμενική ευθύνη για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα τυχόν συντελεστεί από τον όμιλο και πως αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί.
Ο κ. Βγενόπουλος είναι, έτσι κι αλλιώς, άνθρωπος με πολλούς φίλους κι ακόμα περισσότερους εχθρούς, ένας άνθρωπος-μυστήριο όπως συμφωνούν πολλοί. Ο συγκρουσιακός του χαρακτήρας αποδεικνύεται και από το μπαράζ αγωγών που έχει καταθέσει κατά καιρούς ακόμα και σε βάρος πολιτικών προσώπων, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Αλέξης Τσίπρας και η Ντόρα Μπακογιάννη. Η φιλοδοξία του δεν γνωρίζει σύνορα, όπως και η ικανότητα του να υπερασπίζεται τα ανυπεράσπιστα, αφού μπορεί να πείσει Εσκιμώο να αγοράσει κλιματιστικό και Βεδουίνο να βάλει πετρέλαιο θέρμανσης.
Μαραμένο «Τριφύλλι»
Η ενασχόληση του Βγενόπουλου, επίσης, με τα διοικητικά του Παναθηναϊκού πίκρανε πολλούς φιλάθλους του «Τριφυλλιού», οι οποίοι είχαν πιστέψει στην Παναθηναϊκή Ενωτική Κίνηση (ΠΕΚ), το «άρμα» που είχε δημιουργήσει ο Mr MIG για να πετύχει την
«άλωση» της ΠΑΕ. Οι κακές γλώσσες συνδέουν αυτήν του τη δραστηριότητα με την έντονη αναζήτηση κεφαλαίων για τη MIG την ίδια περίοδο. Λένε, δηλαδή, πως κίνητρο του δεν ήταν η αγάπη για το «Τριφύλλι», αλλά η δημιουργία λαϊκού ερείσματος. Γι” αυτό, όπως υποστηρίζεται, εγκατάλειψε πολύ νωρίς την προσπάθεια να αναλάβει τα ηνία της πράσινης ΠΑΕ, η οποία δίνει πλέον τη δική της μάχη οικονομικής επιβίωσης χωρίς τον Ανδρέα Βγενόπουλο. Οι υποστηρικτές του αναφέρουν πως έβαλε 22.000.000 ευρώ στον Παναθηναϊκό χωρίς να αναλάβει ποτέ κάποιο διοικητικό πόστο.
Δικαστικές περιπέτειες
Στο μεσοδιάστημα, ο κ. Βγενόπουλος έχει αναμειχθεί σε ουκ ολίγες δικαστικές περιπέτειες, με προεξάρχουσα αυτή που αφορούσε την αθρόα χρηματοδότηση της μονής Βατοπεδίου από τη Marfin Bank, με δάνεια συνολικού ύψους 156,9 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία επιστράφηκαν, όπως είχε καταγγελθεί, στη MIG από τη μονή με τη συμμετοχή της τελευταίας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης. Η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.
Χαρακτηριστική, επίσης, περίπτωση είναι η μήνυση που είχε ασκήσει σε βάρος του το ανταγωνιστικό για τα συμφέροντα της MIG στον χώρο της υγείας ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν. Ο μηνυτής είχε κάνει λόγο για καταχρηστική καταγγελία από την πλευρά της Marfin Bank των δανείων που είχε λάβει από αυτήν το ίδρυμα αμέσως μετά από τη συνεργασία του  με τη ΓΑΙΑ ΑΕ. Σύμφωνα με τη μήνυση, η καταγγελία έγινε χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός συμβατικός λόγος και παρά την υπερπολλαπλάσια εξασφάλιση της τράπεζας με εμπράγματες ασφάλειες, ενεχυριάσεις κι εκχωρήσεις απαιτήσεων. Ο κ. Βγενόπουλος απαλλάχθηκε με βούλευμα.
Εν τω μεταξύ, γεννιούνται πολλά ερωτηματικά γύρω από την εμπλοκή του κ. Βγενόπουλου στις ιδιωτικοποιήσεις του ΟΤΕ και της Ολυμπιακής Αεροπορίας, για τις οποίες κατηγορήθηκε πως λειτούργησε σαν Δούρειος Ίππος. Όσον αφορά τον τηλεπικοινωνιακό οργανισμό, η MIG αγόραζε συνεχώς μετοχές του, αποκτώντας το 2007 το 20% τους. Ο τότε υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Αλογοσκούφης πέρασε νομοθετική ρύθμιση με την οποία δεν δινόταν δικαίωμα ψήφου σε όσους κατείχαν ένα ποσοστό πάνω από το 20% του οργανισμού και ο κ. Βγενόπουλος πούλησε, τον Μάρτιο του 2008 στην Deutsche Telekom το μερίδιο του έναντι περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, σε τιμή δηλαδή πολύ πιο υψηλή από τη χρηματιστηριακή της αξία εκείνη την περίοδο.
Αυτές οι κινήσεις του άνοιξαν ουσιαστικά τον δρόμο για την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, η οποία ακολούθησε λίγο αργότερα, καθώς και για την καταβαράθρωση της μετοχής του. Στην περίπτωση της Ολυμπιακής, στις αρχές του 2009, ύστερα από τον άγονο διαγωνισμό για την πώληση της, εμφανίστηκε στον τότε υπουργό Μεταφορών Κωστή Χατζηδάκη σαν μάννα εξ ουρανού η MIG του κ. Βγενόπουλου, που απέκτησε τον εθνικό μας αερομεταφορέα έναντι μόνο 177 εκατομμυρίων ευρώ, εκτός διαγωνιστικού πλαισίου και με εθελούσια έξοδο των εργαζομένων η οποία στοίχισε συνολικά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στο δημόσιο ταμείο.
Οι πομπώδεις διακηρύξεις του Μr MIG για το μέλλον του πάλαι ποτέ εθνικού μας αερομεταφορέα γρήγορα λησμονήθηκαν, με αποτέλεσμα σε λίγες ημέρες να αναμένεται η απόφαση της Κομισιόν για την πρόταση εξαγοράς της Olympic Air, όπως μετονομάστηκε, από την Aegean Airlines  έναντι μόλις 72 εκατομμυρίων ευρώ, κίνηση που δημιουργεί εύλογη ανησυχία για τη δημιουργία μονοπωλίου στην εγχώρια αγορά.
Το «εξαφανισμένο» πόρισμα της Τράπεζας Ελλάδος
Η Λαϊκή  Τράπεζα και οι θυγατρικές της εταιρίες, από το 2008, ήταν εμφανές πως χρησιμοποιούνται για τη  χρηματοδότηση κύκλου επιχειρηματιών ή επιχειρήσεων συμφερόντων Βγενόπουλου. Η δανειοδότηση με τους όρους και τον τρόπο που δόθηκε δεν ανταποκρινόταν σε τραπεζικούς κανόνες, αν και αρκετές φορές χρησιμοποιήθηκε η σχετικότητα και η ερμηνεία των κανόνων για να εμφανιστεί πως όλα συνέβαιναν καλά στην τράπεζα.
Τις ανησυχίες οικονομικών παραγόντων που διέκριναν στις κινήσεις Βγενόπουλου προσπάθεια να δημιουργήσει εντυπώσεις για οικονομική και επενδυτική ευρωστία με ξένα κόλλυβα, αυτά της κηδείας των ίδιων των τραπεζών, ισοπέδωνε ένα μεγάλο επικοινωνιακό πανηγύρι.
Αλλωστε εκδότες ήταν δανειοδοτούμενοι από τις τράπεζες Βγενόπουλου (Γιαννίκος του Αlter, Μαρινάκης του Skay). Σε όλη αυτή τη διαδικασία η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έπαιζε κανέναν ελεγκτικό ρόλο. Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας μπήκε στον κόπο να ασκήσει έλεγχο μόνο κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών ή εντολών από επιτροπές της Βουλής (σκάνδαλο Βατοπεδίου, σκάνδαλο Proton Bank, υπόθεση Μarfin).
Στα πορίσματα αυτά διατυπώνεται συνήθως η ζοφερή κατάσταση που υπάρχει στο τραπεζικό σύστημα. Στον αντίποδα, ωστόσο, ο ίδιος ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επικαλείται όλα εκείνα τα γενικά και αόριστα στοιχεία, πολλές φορές και τη διεθνή βιβλιογραφία, για να υποστηρίξει πως δεν υπάρχει κανένα σκάνδαλο.
Στην υπόθεση της λειτουργίας της Μarfin και της δράσης του Ανδρέα Βγενόπουλου από τον Ιούνιο του 2009, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε σαφή εικόνα για το τι συμβαίνει. Δύο αρμόδιες εποπτικές Αρχές, της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, συνέταξαν ένα λεπτομερές πόρισμα μετά από έρευνα στον όμιλο Marfin Εγνατία, που έγινε από 15 έως 23 Μαρτίου 2009. Το πόρισμα αυτό εξαφανίστηκε. Η ομάδα των εποπτών εντοπίζει κινδύνους και πολύ ξεκάθαρα καταγράφει πως «ο όμιλος Μarfin Εγνατία παρουσιάζει ένα υψηλού κινδύνου προφίλ, με έμφαση στην επενδυτική τραπεζική και σε χρηματιστηριακές δραστηριότητες που παρουσιάζουν αυξημένους κινδύνους, ειδικά εν μέσω της τρέχουσας παγκόσμιας κρίσης».
Τα ήξεραν όλα
Από τον έλεγχο του ομίλου προέκυψε πως η τράπεζα είχε χορηγήσει δάνεια για αγορά μετοχών 1,3 δισ., που αντιπροσώπευαν το 130% της κεφαλαιακής της βάσης. Για τα δάνεια αυτά οι επόπτες συμπεραίνουν: «Οι χορηγήσεις αυτές είχαν δοθεί αρχικά έναντι σημαντικού καλύμματος μετοχών, αλλά λόγω της γενικότερης πτώσης των τιμών των μετοχών έχει δημιουργηθεί σημαντικό άνοιγμα εξασφαλίσεων, το οποίο οι πελάτες δεν έχουν κληθεί να καλύψουν όπως προνοούσε η έγκριση.
Το πρόγραμμα αποπληρωμής των χορηγήσεων αυτών προβλέπει την καταβολή μόνο τόκων για όλη την περίοδο της χορήγησης και αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού της χορήγησης στη λήξη της, σε 3-5 χρόνια από την ημερομηνία εκταμίευσης της.
Παρόλο που η θέση της τράπεζας είναι ότι οι χορηγήσεις αυτές δόθηκαν κυρίως σε πελάτες μεmail.google.com μεγάλη οικονομική επιφάνεια, από το δείγμα πελατών που εξετάστηκαν παρατηρήθηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι πιστούχοι είναι εταιρίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία για την οικονομική τους κατάσταση και δεν έχουν ληφθεί προσωπικές εγγυήσεις των φορέων τους, όπως Αρχιπέλαγος ΑΕ, Cobisco Ktd, Eurohellenic AE.
Συνεπώς υπάρχει αβεβαιότητα για την αποπληρωμή τους, σε περίπτωση που η αξία των ενεχυρασμένων μετοχών παραμείνει ως έχει και δεν θα καλύπτει το ποσό της χορήγησης ή θα υπάρχει αδυναμία ρευστοποίησης τους».
Ο έλεγχος διαπιστώνει επίσης παρατυπίες και κενά σε διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για χορήγηση δανείων, ενώ όροι που τέθηκαν από τις εγκριτικές Αρχές δεν τηρήθηκαν (κάλυψη εξασφαλίσεων μικρότερη από την προβλεπόμενη, π.χ. ίδρυμα Ορμυλία).
Διαπιστώνονται επίσης παραβίαση εγκριτικών ορίων χωρίς εγκρίσεις από ΔΣ της τράπεζας, ευνοϊκή μεταχείριση πιστούχων που δεν έχει σχέση με τη συνετή τραπεζική τακτική. Στην περίπτωση της εταιρίας Ράδιο Κορασίδης εγκρίνεται, για παράδειγμα, αύξηση ορίου δεκάδων εκατομμυρίων σε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς να στοιχειοθετείται ο σκοπός και ενώ προβλεπόταν ισόποση ενεχυρίαση μετρητών της ΜIG, αυτό δεν έγινε ποτέ.
Δάνεια σε επιχειρήσεις του ομίλου ΜIG δίνονται με όρους που δεν συναντώνται σε τραπεζικά δάνεια, όπως στην περίπτωση του θεραπευτικού κέντρου Υγεία. Σε πολλές συνεδριάσεις που ορίζουν και εγκρίνουν όρους δανείων συμμετέχει και ο ίδιος ο Βγενόπουλος εκ μέρους της τράπεζας, παρότι είναι μέτοχος των εταιριών που λαμβάνουν το δάνειο (περίπτωση δανείου ΥΓΕΙΑ και ομίλου IRF).
Γνωστοί, φίλοι και επώνυμοι
Οι δανειοδοτούμενοι με μεγάλα δάνεια είναι αρκετές φορές συνεργάτες του Βγενόπουλου, φίλοι και μέτοχοι εταιριών κοινών συμφερόντων. Οι όροι που εξασφαλίζουν είναι πέρα από την τραπεζική λογική και συνήθως πληρώνουν για τα δάνεια μόνο τους τόκους, ενώ η εξόφληση τοποθετείται μετά από χρόνια. Το πόρισμα αναφέρει περιπτώσεις που ελέγχθηκαν και τα συμπεράσματα.
Οι χορηγήσεις αφορούν δεκάδες ή και εκατοντάδες εκατομμύρια (παραλείπουμε τα ποσά, γιατί το θέμα είναι η πρακτική που ακολουθήθηκε και όχι η συναλλαγή). Πρόκειται για τους: όμιλος Φράγκου, όμιλος Βενιάμη, όμιλος Κούμπα, όμιλος Πηλαδάκη, IRF European Finance, Eurohellenic, Φρέρης Στέλιος.
Σε όλα αυτά τα δάνεια παρατηρείται διαφορετική τιμολόγηση, αλλά σε αρκετά «η τιμολόγηση των χορηγήσεων φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, χαμηλή σε σχέση με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο».
Υψηλούς κινδύνους εμφανίζουν και οι δανειοδοτήσεις σε γνωστούς εφοπλιστές, σύμφωνα με το πόρισμα: Όμιλος Ζολώτα για τις εταιρίες Grand Anerni & Grand Union. Οι ναύλοι του 2009 δεν καλύπτουν τα ετήσια τοκοχρεολύσια.
Όμιλος Λαιμού. Η πτώση των ναύλων μπορεί να απαιτήσει παράταση δανείου. Όμιλος Ι&Ν Φράγκου για την Three Stars. Οι ναύλοι καλύπτουν οριακά τα ετήσια τοκοχρεολύσια. Όμιλος Λιγνός. Έχει υπάρξει αναστολή δόσεων. Οι ναύλοι δεν καλύπτουν τις δόσεις. Είναι ενδιαφέρον επίσης ότι, σύμφωνα με το πόρισμα, δύο δικηγορικά γραφεία παρέχουν στην τράπεζα υπηρεσίες ναυτιλιακού δικαίου, εκ των οποίων το ένα είναι του Ανδρέα Βγενόπουλου και των συνεργατών του, την ίδια ώρα που είναι εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της τράπεζας.
Το θαύμα απ' το Ντουμπάι, ήταν με δάνειο
Συγκλονιστικό είναι αυτό που καταγράφει το πόρισμα για το επενδυτικόfund από το Ντουμπάι. Πρόκειται για τους επενδυτές που αγόρασαν μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου και στη συνέχεια συμμετείχαν ως επενδυτές στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της MIG. Παίρνουν δάνειο 25 εκατομμυρίων δολαρίων, με λήξη στις 30 Ιουνίου 2009, χωρίς καμιά εξασφάλιση της τράπεζας, πλην της εκχώρησης των μερισμάτων της Μarfin και ΜIG. Η εκταμίευση του δανείου έγινε με αντίγραφο της σύμβασης.
Μια θυγατρική της MIG, η MIG Leisure, παίρνει δάνειο από τη θυγατρική της Μarfin, την Επενδυτική Τράπεζα, υπό τη μορφή ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη χρηματοδότηση της εξαγοράς του 64,3% της εταιρίας Cyprus Tourism Development Company. Η εταιρία MIG Leisure ήταν νεοσύστατη και αποκλειστικός σκοπός ήταν η συγκεκριμένη αγορά που αφορούσε το ξενοδοχείο Hilton Κύπρου. Καμία από τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για τη χορήγηση δεν ικανοποιήθηκε, ενώ παρότι η εταιρία ήταν νεοσύστατη, δεν λήφθηκαν προσωπικές εγγυήσεις του ΔΣ της πιστούχου.
Σε πολλές περιπτώσεις δανείων επίσης είχαν εκταμιευτεί τα ποσά πριν την έγκριση από την Εκτελεστική Επιτροπή της τράπεζας. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν οι χορηγήσεις στον όμιλο Πηλαδάκη, ΥΓΕΙΑ, όμιλο Γιαννίκου, MIG Leisyre, V-net.
Το πόρισμα των εποπτών των δύο Κεντρικών Τραπεζών Ελλάδας και Κύπρου διαβιβάστηκε στους δύο διοικητές, αλλά εξαφανίστηκε μαζί με τους κινδύνους που περιέγραφε. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μάλιστα, Γ. Προβόπουλος, καταθέτοντας υπόμνημα στον εισαγγελέα θα δηλώσει πως δεν είχε εντοπιστεί από την τράπεζα κανένας κίνδυνος. Μερικούς μήνες μετά την κατάθεση του, η Λαϊκή μαζί με την Κύπρου κατέρρεαν.
Τυφλή Δικαιοσύνη, ανοιχτομάτες τραπεζίτες «αθωώνουν» Βγενόπουλο.
Στο τέλος του υπομνήματος, το 2009 ακόμη, ο βουλευτής Τσιρώνης σημειώνει: «Αποτελεί ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο για τη σταθερότητα του πιστωτικού συστήματος, τόσο της Ελλάδος όσο και της Κύπρου, ο συστημικός κίνδυνος που απορρέει μεταξύ του ομίλου MIG και των συνδεδεμένων τραπεζών, με την πορεία της μετοχής και της οικονομικής απόδοσης του ομίλου MIG να βρίσκεται σε άμεση αλληλεξάρτηση με την κερδοφορία και ποιότητα χορηγήσεων των τραπεζών Marfin Egnatia Bank Marfin και Popular Bank». Το υπόμνημα διαβιβάστηκε από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου στον αντιεισαγγελέα Εφετών Ιωάννη Μωραϊτάκη, μαζί με σχετικά δημοσιεύματα εφημερίδων, για να ξεκινήσει προανακριτική διαδικασία.
Ο Δημήτρης Τσιρώνης είχε κάνει σχετικές δηλώσεις στα μέσα ενημέρωσης για το θέμα, με αποτέλεσμα να του κάνει τρεις αγωγές ο Ανδρέας Βγενόπουλος και η Mig για συκοφαντική δυσφήμηση. Οι αγωγές εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν. Έχει μεγάλη σημασία πως τρία δικαστήρια αναγνωρίζουν πως ο Δημήτρης Τσιρώνης δεν συκοφάντησε τον Βγενόπουλο, αλλά περιέγραψε με τα λεγόμενα του μια αληθινή κατάσταση. Πώς δηλαδή η Μarfin χρησιμοποιήθηκε για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΜIG με τρόπο που ήταν παράνομος.
Στην περίπτωση του Βατοπεδίου αποδέχεται πως ενώ αγοράστηκαν μετοχές της MIG με δάνειο της συνδεδεμένης με τη ΜIG τράπεζας, ούτε ζητήθηκαν πίσω χρήματα όταν έπεσαν οι ενεχυριασμένες μετοχές ούτε το δάνειο αφαιρέθηκε, όπως έπρεπε, από τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας. Τα δικαστήρια αποδέχονται πως η οικονομική αλληλοσύνδεση MIG, MARFIN και Βγενόπουλου δημιουργούσε κινδύνους (όπως είχε πει ο βουλευτής) για το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Στις 10 Ιουλίου 2012, ωστόσο, ο αντιεισαγγελέας Μωραϊτάκης, που διενεργεί την προανακριτική έρευνα για όσα έχει καταγγείλει ο Δημήτρης Τσιρώνης στον Άρειο Πάγο, βγάζει μια διάταξη απαλλακτική για τον Βγενόπουλο και την εμπλοκή στην υπόθεση του Βατοπεδίου. Ο Βγενόπουλος πανηγυρίζει και ανακοινώνει πως μετά την «αθώωση του» ξεκινά αγωγές σε όσους έγραψαν για τον ρόλο του στο σκάνδαλο. Η Δικαιοσύνη ξαφνικά δείχνει να βρίσκεται σε μια σχιζοφρενική λειτουργία, με τρία δικαστήρια να αθωώνουν αυτόν που κατηγορούσε τον Βγενόπουλο, άρα να αναγνωρίζουν την αλήθεια όσων έλεγε, και έναν αντιεισαγγελέα να αρχειοθετεί την υπόθεση.
Χωρίς μάρτυρες, αλλά με Προβόπουλο
Πώς όμως ο αντιειοαγγελέας Εφετών Ιωάννης Μωραϊτάκης καταλήγει να αρχειοθετήσει την υπόθεση; Είναι ενδιαφέρον πως ως μάρτυρες-πραγματογνώμονες καταθέτουν άνθρωποι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και με υπόμνημα του ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Προβόπουλος.
Δηλαδή ουσιαστικά οι άνθρωποι που, με βάση τα στοιχεία που κατέθετε ο πρόεδρος της Προανακριτικής Επιτροπής, έπρεπε να είναι ελεγχόμενοι οι ίδιοι για τους πλημμελείς ελέγχους που έκαναν. Δεν καταθέτει κανένας από τους δημοσιογράφους που έκαναν τα δημοσιεύματα, ούτε και ο βουλευτής ο οποίος είναι και οικονομολόγος.
Στο υπόμνημα του ο Προβόπουλος δηλώνει την έκπληξη του για τις καταγγελίες Τσιρώνη, συμπεραίνοντας πως «το εν λόγω έγγραφο μαρτυρεί ενδεχομένως, λόγω του όγκου του υλικού και της ειδικότητας των θεμάτων, τουλάχιστον ανεπαρκή κατανόηση των στοιχείων, πράγμα που μοιραία οδηγεί σε εσφαλμένη συναγωγή συμπερασμάτων».
Λίγους μήνες πριν καταρρεύσει η Κύπρος, ο έλληνας διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας σημειώνει πως «το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν και παραμένει σταθερό και υγιές και χαρακτηρίζεται από υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας με βάση τα διεθνή πρότυπα».
Αφού αναφέρεται σε διάφορα, χωρίς να απαντά σε όσα θέματα βάζει το υπόμνημα Τσιρώνη (για το αν δηλαδή υπήρξαν εγγυήσεις των δανείων που δόθηκαν, αν καταβλήθηκε η διαφορά μετά την πτώση της τιμής των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί, αν αφαιρέθηκαν τα δάνεια που δόθηκαν σε συνδεδεμένες εταιρίες από τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας), καταλήγει πως όλα όσα καταγγέλλονται είναι αβάσιμα και «μάλιστα θα μπορούσαν, εάν με οποιοδήποτε τρόπο ελάμβαναν δημοσιότητα, να εκληφθούν ως αποδεικτικοί σοβαρών προβλημάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι παραπάνω ισχυρισμοί φοβούμαι ότι είναι, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, και πολύ επικίνδυνοι».
Πιπιλίζοντας την καραμέλα του φόβου
Η καραμέλα της συστημικής αστάθειας επανέρχεται από τον κ. Προβόπουλο για να σβήσει η πραγματικότητα. Επικίνδυνη δεν είναι η δράση Βγενόπουλου, αλλά η καταγγελία της, η οποία βασίζεται στο ίδιο το πόρισμα των εποπτών της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο Προβόπουλος ισχυρίζεται ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που καταγράφει το προφητικό πόρισμα του Ιουνίου του 2009, που συντάσσουν οι επόπτες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η αναλήθεια των ισχυρισμών του Προβόπουλου αποδεικνύεται πλέον στην πράξη σε μια Κύπρο που καταρρέει από τις σταθερές τράπεζες του κυρίου Προβόπουλου. Και το βασικό ερώτημα είναι πώς, αφού με τέτοια επιμέλεια έγιναν όλα στη Μarfin και διατηρούσε επάρκεια, πέφτει τελικά παίρνοντας μαζί της την Κύπρο;
Το ερώτημα για τον εισαγγελέα είναι γιατί έλαβε ως αποδεικτικό «αθωωτικό» στοιχείο για τον Βγενόπουλο την κατάθεση ενός ανθρώπου τον οποίο έπρεπε να ελέγχει. Γιατί απ' την άλλη δεν έλαβε ως αποδεικτικό υλικό την ανακριτική διαδικασία της Προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής;
Και βέβαια θα ήταν ενδιαφέρον να κληθεί από τους επιθεωρητές της Δικαιοσύνης να απαντήσει αν εμμένει ακόμη στην αλήθεια του κ. Προβόπουλου περί σταθερότητας της τράπεζας και ελέγχων. Θα είχε επίσης ενδιαφέρον να ρωτηθεί ο κύριος εισαγγελέας αν έλαβε ως αποδεικτικό στοιχείο το πόρισμα των εποπτικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός από το αφοριστικό και συγκαλυπτικό υπόμνημα του διοικητή της.
Κύπρος-Ελλάδα: Συμμαχία τραπεζιτών
Η κατάρρευση της Κύπρου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις τράπεζες, αλλά και στις δύο Κεντρικές Τράπεζες Ελλάδας και Κύπρου. Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στην Κύπρο το τραπεζικό σύστημα δεν ελέγχθηκε ποτέ. Τα μεγαλύτερα εγκλήματα έγιναν στο όνομα της σταθερότητας και της χρηματοπιστωτικής αρτιότητας και συνεχίζουν να γίνονται επειδή δήθεν πρέπει να εξασφαλιστεί. Μα πώς αλήθεια χάθηκε, αφού ήταν εγγυημένη από τις δύο Κεντρικές Τράπεζες;
Στις 28 Νοεμβρίου 2012 ο Νίκος Κωνσταντίνου, μέλος του ΔΣ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με επιστολή του στον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών της κυπριακής Βουλής Δ. Συλλουρη, περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στο ελεγκτικό όργανο του τραπεζικού συστήματος. Κατηγορεί τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Αθανάσιο Ορφανίδη ότι παίρνει μόνος του αποφάσεις, ότι δεν ασκεί ελέγχους και ότι επιτρέπει αυθαιρεσίες και προχειρότητες. Προφητικά μάλιστα ενημερώνει πως απειλείται με αυτό τον τρόπο η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος. Δεν παραλείπει να πει πως όσες φορές εκφράζει στον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας αιτήματα για ελέγχους, κατηγορείται πως επιδιώκει την επικίνδυνη αστάθεια.
Απ” ό,τι φαίνεται από την αποκαλυπτική επιστολή του Νίκου Κωνσταντίνου, οι ελεγκτικές Αρχές των Κεντρικών Τραπεζών στις δύο χώρες όχι μόνο ασκούν κατ” επίφαση έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα, όχι μόνο το δικαιολογούν όσο και να αυθαιρετήσει, αλλά παράγουν και τα ίδια επιχειρήματα κατηγορίας για όποιον απαιτήσει τον έλεγχο και τη διαφάνεια. Ο κ. Ορφανίδης, όπως ακριβώς ο κ. Προβόπουλος στην επιστολή του στον εισαγγελέα, θεωρεί αυτές τις απόψεις επικίνδυνες για τις τράπεζες γιατί μπορεί να τις κάνουν να κινδυνεύουν.
Πάντα στην ωραία Σάλλα
Τα στοιχεία που αποκαλύπτει σταδιακά η δημοσιογραφική έρευνα, αλλά και η διαδικασία στην Επιτροπή Θεσμών της κυπριακής Βουλής, είναι συγκλονιστικά. Και μόνο τα στατιστικά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας και οι ισολογισμοί έπρεπε να ενεργοποιήσουν έλεγχο για τις διαδικασίες που ακολούθησε η διοίκηση Βγενόπουλου.
Το καλοκαίρι του 2012 το Reuters, όπως και το HOT DOC, αποκάλυψαν τη σκανδαλώδη λειτουργία της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία σήμερα αποτελεί πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, μέσα από διάφορες χαριστικές αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και του Προβόπουλου προς τη διοίκηση Σάλλα, της οποίας υπήρξε υπάλληλος. Μεταξύ των αποκαλύψεων ήταν και η δημοσιοποίηση πως τα παιδιά του προέδρου της Πειραιώς δανειοδοτήθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα με 100 εκατομμύρια μέσω της offshore AVECMC και των θυγατρικών της ΚΑΕΟ και ΒENIDVER.. Η κυπριακή Βουλή οφείλει να ψάξει με τι εγγυήσεις έγιναν αυτές οι δανειοδοτήσεις, και αν μεταξύ των τραπεζών υπήρχε ένα δεύτερο επίπεδο διαπλοκής μέσω υπεράκτιων εταιριών και αχυρανθρώπων.
Η απάντηση του Ανδρέα Βγενόπουλου
Με αφορμή το παραπάνω δημοσίευμα του περιοδικού HOTDOC o Ανδρεάς Βγενόπουλος χαρακτήρισε όλα όσα γράφονται για το πρόσωπό του ως αναληθή και συκοφαντικά, ενώ απείλησε και με προσφυγή στα δικαστήρια.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του αμφιλεγόμενου τραπεζίτη αναφέρει τα εξής:
«Η δημοσιοποίηση της έκθεσης της ALVAREZ & MARSAL που εξέταζε τους λόγους για τους οποίους η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και η ΛΑΪΚΗ έφθασαν στο σημείο να ζητήσουν κρατική βοήθεια έχει φέρει σε πολύ δύσκολη θέση όλους αυτούς που ισχυρίζονται ατεκμηρίωτα ότι ΄οι Έλληνες φταίνε για την καταστροφή των τραπεζών΄, αλλά και τους επαγγελματίες συκοφάντες μου», αναφέρει σε ανακοίνωση του ο κ. Ανδρέας Βγενόπουλος.
«Δυστυχώς  γι΄αυτούς η έκθεση περιλαμβάνει μια σειρά από ευρήματα για την αγαπημένη τους ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ (από ποινικά αδικήματα στη Ρουμανία μέχρι και καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων) και τίποτα για τη ΛΑΪΚΗ. Οι  συκοφάντες ισχυρίζονται τώρα ότι μάλλον ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ή/και η ALVAREZ & MARSAL μ΄αγαπούν και ήθελαν να με προστατεύσουν!  Προφανώς τους είναι αδιανόητο ότι η έρευνα επικεντρώθηκε στους σοβαρούς λόγους που δημιούργησαν τα προβλήματα και όχι στη λάσπη που οι ίδιοι πετούν για αποπροσανατολισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε μια απελπισμένη  προσπάθεια να ισοφαρισθούν οι εντυπώσεις, αφού δεν μπορούν να κρύψουν τα ευρήματα για την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, δημοσιεύουν και τα «ευρήματα» στην Ελλάδα από την επιτροπή για το Βατοπαίδι, παραλείποντας όμως να αναφέρουν ότι αυτή η υπόθεση έχει ήδη κριθεί αθωωτικά από την Ελληνική Δικαιοσύνη. Ότι και να κάνουν όμως η αλήθεια είναι  ότι για τους υπαίτιους της  δραματικής και αχρείαστης καταστροφής  που έγινε στην Κύπρο θα πρέπει να κοιτάνε τους καθρέφτες τους και  άλλους μέσα στην Κύπρο και όχι τους «κακούς» Έλληνες».
πηγή: directNEWS.gr

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Πλυντήριο αθώωσης διεφθαρμένων τραπεζιτών και άλλων διάσπαρτων λαμογίων...


tropologia-trapezesΟργή και αγανάκτηση προκαλεί στον ελληνικό λαό η σκανδαλώδης ενέργεια των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ να ψηφίσουν...

στα “μουλωχτά” τροπολογία, με την οποία χορηγήθηκε ποινική ασυλία στους τραπεζίτες για τα θαλασσοδάνεια, ύψους περίπου 270 εκατομμυρίων ευρώ, που έχουν χορηγήσει, με σχεδόν ανύπαρκτες εγγυήσεις, στα δύο μεγάλα κυρίως κόμματα.
Σημειώνεται, ότι η προκλητική αυτή ενέργεια έγινε την ώρα που οι οικονομικοί εισαγγελείς, Γρηγόρης Πεπόνης και Σπύρος Μουζακίτης, ολοκληρώνουν την έρευνά τους για το σκάνδαλο αυτό και σύμφωνα με πληροφορίες του directnews.gr, είχε προκύψει τόσο για τους υπεύθυνους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όσο και για τα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Την κατάπτυστη τροπολογία, που ήταν μάλιστα εκπρόθεσμη, κατέθεσαν την Πέμπτη στη Βουλή οι νεοδημοκράτες βουλευτές Δ. Χριστογιάννης, Δ. Τσουμάνης, Δ. Σταμενίτης, λίγη ώρα πριν την ολοκλήρωση της συζήτησης του νομοσχεδίου που είχε καταθέσει το υπουργείο Ανάπτυξης για «Διαμόρφωση φιλικού αναπτυξιακού περιβάλλοντος για τις στρατηγικές και ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες διατάξεις».
Την ψήφισαν μέσα… σε ένα λεπτό!
Για το μείζον αυτό θέμα οι παρόντες μπλε και πράσινοι βουλευτές χρειάστηκαν να αποφασίσουν ένα… ολόκληρο λεπτό!!!
Απολαύστε τους σχετικούς διαλόγους όπως καταγράφηκαν στα πρακτικά της Βουλής:
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Μαρία Κόλλια -Τσαρουχά): Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτή η τροπολογία με γενικό αριθμό 390 και ειδικό αριθμό 37;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Δεκτή, δεκτή.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ: Κατά πλειοψηφία.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Κατά πλειοψηφία.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Μαρία Κόλλια -Τσαρουχά): Συνεπώς, η τροπολογία με γενικό αριθμό 390 και ειδικό αριθμό 37 έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία και εντάσσεται στο νομοσχέδιο ως ίδιο άρθρο.
Η τροπολογία που έχει αναδρομική ισχύ, εκτός από τα δάνεια των κομμάτων αφορά και στα θαλασσοδάνεια που έχουν χορηγηθεί από τις τράπεζες σε ιδρύματα όπως το Μέγαρο Μουσικής αλλά και διάφορες ΜΚΟ.
Συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής: «Δεν συνιστά κατά τη έννοια των άρθρων 256 και 390 του Ποινικού Κώδικα για τον πρόεδρο τα μέλη του Δ.Σ και τα στελέχη των τραπεζών, η σύναψη δανείων πάσης φύσεως με νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κατά νόμο καθώς και η εν γένει παροχή πιστώσεων σε αυτά, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) υφίστανται αποφάσεις των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων κάθε τράπεζας και β) τηρήθηκαν, κατά τη χορήγησή τους, οι σχετικές κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤΠΔΕ)».
Όπως αναφέρεται μάλιστα στην εισηγητική έκθεση «... η διάταξη καταλαμβάνει και τα ήδη χορηγηθέντα ή εκκρεμή δάνεια».
Για την ιστορία τα κόμματα είχαν δανειοδοτηθεί από τις τράπεζες Αγροτική (τα δάνεια της “πέρασαν” στην Πειραιώς), Marfin Egnatia Bank, Τράπεζα Αττικής, Εθνική Τράπεζα, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς. (Δείτε αναλυτικά στον πίνακα το ύψος των δανείων).
 tropologia-trapezes

tropologia-trapezes

tropologia-trapezes
πηγή: directNEWS.gr

Γνωμοδότηση για την χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενώπιον δικαστηρίου



(ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ)
Α.
Η ιστορική  και νομική βάση της αγωγής
(προεισαγωγικό σημείωμα)

1. Την 16.4.1998 η ενάγουσα υπέβαλε έγκληση κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το λόγο ότι ο εναγόμενος «είχε αποστείλει από το Φάξ του Δ.Σ. Γρεβενών, προς μία εφημερίδα, μία συκοφαντική ανώνυμη επιστολή». Επί της εγκλήσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατ’ άρθρα 362-363 Π.Κ.
2. Ο εναγόμενος, κληθείς την 29.11.2000, σε απολογία για το ως άνω έγκλημα , αρνήθηκε, τόσο προφορικά, όσο και με το από 29.11.2000 εγχειρισθέν υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, «ότι είχα οιαδήποτε σχέση με το ανωτέρω δημοσίευμα, ούτε με το προαναφερθέν Φάξ», και δήλωσε ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
3. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «οιαδήποτε Αναφορά-Υπόμνημα είχα υποβάλει, σε βάρος της ενάγουσας, ήταν πάντοτε ενυπόγραφη και ότι την είχα υποβάλει αυτοπροσώπως»!!. Ωστόσο, μολονότι μοναδικός υπερασπιστικός του ισχυρισμός ήταν ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της «ανώνυμης» επιστολής», προσεκόμισε, εντούτοις, και επικαλέσθηκε με το από 29.11.2000 (απολογητικό) υπόμνημά του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και : τρεις (3) Εκθέσεις Εφετών, οι οποίοι διενεργούσαν, σε βάρος της ενάγουσας, Προκαταρκτική Εξέταση, για το αν η τελευταία είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και ένα Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ενάγουσα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι  ο εναγόμενος έθεσε στα ανωτέρω έγγραφα την προσωπική επαγγελματική του σφραγίδα.
 4. Εν συνεχεία, την 16.12.2003, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο ο εναγόμενος είχε παραπεμφθεί να δικαστεί, για την ανωτέρω κατηγορία, ισχυρίστηκε και πάλι ότι  την επιστολή δεν την έστειλε αυτός και ότι αν την έγραφε εκείνος, θα την υπέγραφε, γιατί ήξερε πολλά για την ενάγουσα. Την δε 23.9.2005, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδικαζομένης της Εφέσεως του εναγομένου κατά της καταδικαστικής, ως άνω, αποφάσεως, ο εναγόμενος προέβαλε και πάλι τον μοναδικό του ισχυρισμό ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας του δημοσιεύματος, ανεγνώσθησαν δε, μεταξύ άλλων, και τα προσκομισθέντα με το από 29.11.2000 υπόμνημα του εναγομένου και ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας ανωτέρω έγγραφα.
5. Νομική βάση της αγωγής είναι η Αστική Ευθύνη φυσικού προσώπου κατά παράβαση του νόμου για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατ’ άρθρο 23 ν. 2472/97 και η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατ’ άρθρο. 57,59,914,932.

Β.
Τα ερωτήματα που μου τέθηκαν :

1.  α. ποια δεδομένα θεωρούνται ευαίσθητα και
     β. ποια είναι η έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;
2. α. ποιες διατάξεις του ν. 2472/97 παραβιάσθηκαν από τον εναγόμενο;
     β. οι διατάξεις των άρθρων 57,59,914 και 919 Α.Κ. τυγχάνουν σωρευτικής ή αναλογικής εφαρμογής;
    γ. η αστική ευθύνη από το ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ή νόθος αντικειμενική;
3. την ειδική υπόσταση ποίων εγκλημάτων από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 22 ν. 2472/97 υποστασιοποίησαν οι πράξεις του εναγομένου;
4. α. τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Π.Κ.;
     β. ποια είναι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;

Γ.
Επ΄ αυτών λεκτέα τα εξής:
                                                                     
1.α.
1. Κατ’ άρθρο 2 εδ. β του ν. 2472/97, οι πληροφορίες που σχετίζονται με ποινικές διώξεις ή καταδίκες εντάσσονται στα ευαίσθητα δεδομένα από τον εθνικό νομοθέτη. Η ένταξη των  σχετικών με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δεδομένων στην κατηγορία των ευαίσθητων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την συνταγματική αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ.). Η συνταγματική αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων να απαγγέλλουν τις αποφάσεις τους σε δημόσια συνεδρίαση δεν θίγεται από την απαγόρευση της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
2. Άλλωστε, κάθε περαιτέρω επεξεργασία των ποινικών προσωπικών δεδομένων, κρίθηκε από τον εθνικό νομοθέτη ότι θίγει την αρχή του σκοπού, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ένδικου νόμου, η οποία έχει, επίσης, συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 9Α του Συντάγματος.
3. Μάλιστα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αποτελούν ακόμη και οι αθωωτικές αποφάσεις, διότι στο «σκεπτικό» μιας αθωωτικής απόφασης, ενδέχεται να περιέχονται και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και γι’ αυτό η περαιτέρω επεξεργασία τους απαγορεύεται. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η έννοια της ποινικής κατηγορίας διευρύνεται, καταλαμβάνοντας ακόμη και διοικητικές κυρώσεις (φορολογικές και πειθαρχικές, βλ. τις υποθέσεις Lutz, Benendoun), με τις οποίες επιβάλλονται «κρυπτοποινές».
4. Κριτήρια υπαγωγής μιας αστικής ή διοικητικής υπόθεσης στην κατηγορία των ποινικών υποθέσεων (κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) είναι: α. η γενικότητα της κύρωσης, β. ο αποτρεπτικός και συνάμα ο κυρίως «κατασταλτικός» χαρακτήρας της κύρωσης και γ. η σοβαρότητα της κύρωσης (π.χ. σημαντικό πρόστιμο ή/και επιβολή πειθαρχικής ποινής).
5. Στις περιπτώσεις αυτές, ως εν προκειμένω, στην έννοια της ποινικής καταδίκης εμπεριέχεται, κατά διασταλτική ερμηνεία του όρου, και η προσωπική πληροφορία που αφορά διοικητική ή πειθαρχική κύρωση, η οποία συνιστά «κρυπτοποινή». Επομένως, κατά σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ ερμηνεία του νόμου, στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα εμπίπτει και η κατηγορία των διοικητικών κυρώσεων, που αποτελούν «κρυπτοποινές», πολλώ μάλλον η κατηγορία των πειθαρχικών κυρώσεων και αγωγών.
6. Μάλιστα, προς τις ανωτέρω ερμηνευτικές κατευθύνσεις, συμφωνεί και η επίσημη ερμηνεία των όρων, στην οποία προβαίνει η Αρχή, με το έντυπο 2.0. (Γνωστοποίηση τήρησης αρχείου), στο οποίο θεωρεί ως δεδομένα ποινικών διώξεων: Καταγγελίες, Διώξεις, Διοικητικά Μέτρα, Διοικητικές ποινές, Παραβιάσεις Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, Δεδομένα Ποινικού Μητρώου.

1.β.
1. Κεντρικό ρόλο στη διάρθρωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων διαδραματίζει η έννοια της επεξεργασίας. Ο τεχνικός όρος της επεξεργασίας εισάγεται και για να υπενθυμίσει ότι ο νόμος έλκει την καταγωγή του από τον πληροφορικό κλάδο της ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων, με πρόσθετο σκοπό την ασφάλεια των Αρχείων της χώρας, αυτοματοποιημένων και μη.
2. Η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προϋποθέτει τη σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων. Ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζεται από τον νόμο η πραγματοποίηση κάθε εργασίας ή σειράς εργασιών με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και η εφαρμογή τους σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Με τον ευρύτατο αυτό ορισμό αποδίδεται η οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί είτε να επηρεάσει τη σχέση ανάμεσα στα προσωπικά δεδομένα και στο «περιβάλλον» τους (π.χ. συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση, συσχέτιση, διασύνδεση, δέσμευση), είτε να επηρεάσει τα ίδια τα δεδομένα. Το πρόσωπο δε που πραγματοποιεί εργασίες και τις εφαρμόζει σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να είναι είτε ο υπεύθυνος επεξεργασίας, είτε ο εκτελών την επεξεργασία είτε ο τρίτος.
3.Υιοθετώντας ο νόμος τον ως άνω ορισμό για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, (πραγματοποίηση εργασίας ή σειράς εργασιών και εφαρμογή επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), προσδιορίζει σαφέστερα τα εννοιολογικά στοιχεία της, περιλαμβάνοντας έναν κατάλογο εργασιών οι οποίες, εφαρμοζόμενες σε προσωπικά δεδομένα, και δη ευαίσθητα, συνιστούν κάθε μία από αυτές χωριστά, αλλά και σε συρροή μεταξύ τους «επεξεργασία».
4. Συνεπώς, κατ’ άρθρο 2 εδ. δ΄ του ένδικου νόμου, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν άρχεται και δεν ολοκληρώνεται στην παράνομη χρήση και επεξεργασία τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, εκ μέρους του εναγομένου, αλλά συμπεριλαμβάνει και τις πρότερες εργασίες και τα βήματα του ανωτέρω καταλόγου εργασιών, ήτοι την προηγούμενη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση και συσχέτισή τους.
5. Αλλά και  του σταδίου της συλλογής των δεδομένων προηγείται η φάση της αναζήτησης, της λήψης γνώσης για την ύπαρξή τους, της εύρεσής τους και της υλικής λήψης τους, με πρόθεση περαιτέρω επεξεργασίας. Ωστόσο, ο νόμος κατονομάζει ως πρώτη χρονικά μορφή επεξεργασίας τη συλλογή των δεδομένων. Πρόκειται για πλάσμα δικαίου, το οποίο επιβάλλει την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων, και στο προ-στάδιο της συλλογής τους.
6. Στο σημείο τούτο, αξίζει να επισημανθεί η εξής διάκριση : στην επεξεργασία με τη στενή έννοια, (περαιτέρω επεξεργασία), θα μπορούσαν να υπαχθούν εργασίες που εφαρμόζονται σε προσωπικά δεδομένα και έχουν σκοπό να επηρεάσουν τα ίδια τα δεδομένα. Στην επεξεργασία με την ευρεία έννοια υπάγονται οι εργασίες που επηρεάζουν τη σχέση των δεδομένων με το «περιβάλλον» τους, δηλ. με το σύνολο των συνθηκών, στο οποίο είναι ενταγμένα κατά την ανεύρεσή τους, από το οποίο «μετατοπίζονται», προκειμένου να συλλεχθούν, να καταχωριστούν σε ένα άλλο σύνολο «περιβάλλον», να υπαχθούν σε οργάνωση, να γίνουν αντικείμενο διατήρησης ή χρήσης, να διαβιβασθούν σε τρίτους, να συσχετισθούν με άλλα δεδομένα, να διασυνδεθούν με άλλα δεδομένα ή αρχεία δεδομένων, να υποστούν δέσμευση. Ο νόμος, πάντως, προβλέπει ενιαίες ρυθμίσεις για κάθε μορφή επεξεργασίας, (βλ. Β. Αραβαντινού, Η προστασία των στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα από την αθέμιτη επεξεργασία τους με ηλεκτρονικό υπολογιστή - Συμβολή στη Δικαιοκυβερνητική, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997).
7. Η δε φάση της συλλογής προηγείται σε σχέση με την επεξεργασία υπό την στενή έννοια. Η συλλογή, (όπως στην προκειμένη περίπτωση, των Εκθέσεων Πειθαρχικών Διώξεων της ενάγουσας, καθώς και του ένδικου Βουλεύματος), στοιχειοθετείται από τη στιγμή που ο πραγματοποιών την επεξεργασία αναζητά τα προσωπικά δεδομένα. Δηλ. οι διατάξεις που καθορίζουν τους όρους, υπό τους οποίους η συλλογή προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη, πρέπει να εφαρμόζονται ήδη κατά το στάδιο της πρώτης λήψης ή περαιτέρω επεξεργασίας τους.
8. Το στάδιο επεξεργασίας, που κατά λογική ακολουθία, έπεται της συλλογής των προσωπικών δεδομένων, εφόσον αυτά ανευρεθούν ως καταγεγραμμένες πληροφορίες ή καταγραφούν από τον συλλέγοντα, είναι η καταχώρισή τους. Η καταχώριση είναι η ένταξη των προσωπικών δεδομένων στη σφαίρα γνώσης του πραγματοποιούντα την επεξεργασία ή και η επέμβαση του τελευταίου με σκοπό τη λήψη γνώσης αυτών, την απλή διατήρηση ή και την περαιτέρω επεξεργασία τους.
9. Η καταχώριση μπορεί να γίνεται με εγγραφή, αντιγραφή, ή αυτούσια (corpore) τοποθέτηση των προσωπικών δεδομένων σε ένα πληροφοριακό σύστημα, έστω και στιγμιαία. Έτσι, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων σε ένα έντυπο ή η δημοσιοποίησή τους μέσω ενός ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης, όπως εγένετο και στην παρούσα υπόθεση, δια της αποστολής μέσω fax της ύπερθεν συκοφαντικής «ανώνυμης» επιστολής, στην εφημερίδα «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ», αποτελεί καταχώρηση, σε συρροή, βέβαια, με την εργασία της διάδοσης.
10. Η έννοια της οργάνωσης προσωπικών δεδομένων είναι στενά συνυφασμένη με την ύπαρξη αρχείου. Ωστόσο, είναι δυνατή η ύπαρξη οργάνωσης και χωρίς την ύπαρξη αρχείου, βασική έννοια του οποίου είναι το στοιχείο της διατήρησης. Η διατήρηση ή αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον εννοιολογικό πυρήνα του αρχείου. Η καταχώριση που αποκτά χρονικές διαστάσεις σε συνδυασμό με τη στοιχειώδη διάρθρωση των δεδομένων σε ένα σύνολο συνθέτει την έννοια του αρχείου, όπως τούτο ορίζεται από τον νόμο. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, που συνιστά διατήρηση, διέπεται, εκτός από τις άλλες αρχές, που ορίζουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας σε επίπεδο ποιοτικών χαρακτηριστικών των δεδομένων, και από την αρχή της ακρίβειας και την αρχή της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των δεδομένων.
11. Για τη στοιχειοθέτηση της τροποποίησης προσωπικών δεδομένων απαιτείται η επέμβαση στον φορέα εγγραφής του δεδομένου, κατά τρόπο ώστε να επηρεάζεται είτε η αποτύπωση του δεδομένου είτε το διανόημα, (σημαινόμενο), που αυτό εμπεριέχει, (π.χ. με τη συσχέτισή του με άλλα προσωπικά δεδομένα, άσχετα το καθένα μεταξύ τους, χωρίς επέμβαση στην αποτύπωση αυτή καθεαυτή), με ή χωρίς επέμβαση στην αποτύπωσή του.
12.  Όσον αφορά δε στην έννοια «χρήση προσωπικών δεδομένων», ο όρος «χρήση»  είναι ο πιο γενικός από όλες τις έννοιες, που συνιστούν εργασίες υπαγόμενες στην ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Ο νομοθέτης, κοινοτικός και εθνικός, υιοθέτησε τον εν λόγω όρο, ακριβώς για να περιληφθούν στην έννοια της επεξεργασίας, ακόμα και οι περιπτώσεις εφαρμογών που δεν κατονόμασε στον ενδεικτικό κατάλογο επεξεργασιών. Άλλωστε, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, η χρήση προσωπικών δεδομένων αυτονομήθηκε από την ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας, καθώς στο άρθρο 9Α Σ. προβλέπεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, την επεξεργασία και τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων». Στην πρώτη φάση υπάγεται η συλλογή, στη δεύτερη φάση η stricto sensu επεξεργασία, που διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας και στην τρίτη φάση η χρήση, που δε διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας.
13.  Με τον όρο διάδοση ή κάθε άλλης μορφή διάθεση προσωπικών δεδομένων εννοεί ο νόμος τη μετάδοση των δεδομένων προς κάθε κατεύθυνση αποδεκτών. Δεν είναι δηλ. απαραίτητο η μετάδοση να γίνεται προς συγκεκριμένες κατηγορίες αποδεκτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαβίβασης. Η διάθεση ενέχει το στοιχείο της ενεργοποίησης της δυνατότητας προς δυνητικούς αποδέκτες για λήψη των προσωπικών δεδομένων, όπως π.χ. με τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δια της συντάξεως και αποστολής της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
14.  Όσον αφορά στη συσχέτιση ή το συνδυασμό προσωπικών δεδομένων, δέον να αναφερθεί ότι αναφέρεται στην επεξεργασία, κατά την οποία περισσότερα προσωπικά δεδομένα συμπαρατίθενται, έρχονται σε σύνδεση ή αλληλεξάρτηση, με οποιονδήποτε τρόπο, (π.χ. συγκαταχώρηση-συγκατάθεση), με σκοπό τη δυνατότητα εξαγωγής «πορισματικού» δεδομένου. Με τη συσχέτιση ή/και τον συνδυασμό ο πραγματοποιών την επεξεργασία δημιουργεί μια σχέση νοηματικής ή εξωτερικής συνάφειας ανάμεσα στα δεδομένα που επεξεργάζεται. Τούτο συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, όπου ο εναγόμενος προέβη στη συλλογή και συν-κατάθεση, με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, πλειόνων του ενός ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, προερχομένων παρανόμως από περισσότερες διαφορετικές πηγές, άνευ αδείας της Αρχής, (αρχεία της Εισαγγελίας και των Δικαστικών Αρχών, αρχεία που τηρούνται οι πειθαρχικές διώξεις και αγωγές).
15. Συνεπώς, οι ανωτέρω πράξεις-βήματα-εργασίες του εναγομένου, κατά ρητή επιταγή του νόμου, ενέχουν αυτοτελή απαξία, από εκείνη της χρήσης τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, υπέχει δε ο εναγόμενος, για τις ως άνω πράξεις, αυτοτελή αστική ευθύνη.
2. α.
1. Σύμφωνα  με το άρθρο 23 του νόμου 2472/97, 1. «Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». 2. «Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν…». «Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη».
2. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις ευθύνης του εναγομένου, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του νόμου 2472/97, είναι οι εξής:
α. παράβαση διάταξης του ν. 2472/97
β. ζημία (περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη)
γ. αιτιώδης συνάφεια
δ. γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία.
3. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του ν. 2472/97, που παραβιάστηκαν και γεννούν την αστική ευθύνη του εναγομένου, τόσο κατ’ άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ένδικου νόμου, όσο και κατ’ άρθρο 57,59,914 και 919 Α.Κ., είναι οι εξής:
α. κατ’  άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97, «Όποιος κατά παράβαση του άρθρου του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών»
β. κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 22, «Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός (1) ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις».
γ. κατ’ άρθρο 57 Α.Κ., «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον….Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται».
δ. κατ’ άρθρο 59 Α.Κ., «Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων [57,58] το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις».
ε. κατ’ άρθρο 914 Α.Κ., «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».
ζ. κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή…της τιμής ή της αγνείας του και στερήθηκε την ελευθερία του».
2.β.
1. Η σωρευτικά εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 57 Α.Κ. παρέχει ευρεία προστασία της προσωπικότητας, με την έννοια ότι εκτείνεται σε κάθε πτυχή της, κι όχι μόνο στην καταγεγραμμένη ή καταγράψιμη, η οποία προστατεύεται με τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, οι δε προβλεπόμενες αξιώσεις από την προσβολή της είναι, μεταξύ άλλων, και η αξίωση άρσης της προσβολής και η αξίωση μη επανάληψης της προσβολής στο μέλλον. Συνεπώς, ο θιγόμενος μπορεί να ασκήσει σωρευτικά τις αξιώσεις του από το άρθρο 23 του ν.2472/97 και την, εν λόγω, ερειδόμενη στο άρθρο 57 Α.Κ., αξίωση παράλειψης μελλοντικής επανάληψης της προσβολής με τη λήψη των απαιτούμενων από τον νόμο μέτρων προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
2. Δέον δε να σημειωθεί ότι η νομολογιακή λύση που έχει προκριθεί δεν είναι η κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων, αλλά η άμεση εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ. (ΠολΠρωτ.Αθ. 3058/2003-αδημοσίευτη).
2.γ.
1. Εξάλλου, η ευθύνη από παράβαση του νόμου καταστρώνεται ως αποζημιωτική και αποτελεί εξειδίκευση της σχετικής αξίωσης που έχει ο προσβληθείς από το άρθρο 57 Α.Κ.. Στο δε άρθρο 23 του ένδικου νόμου δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «υπαίτια» συμπεριφορά του υπόχρεου, (a contrario προς τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), με αποτέλεσμα να αρκεί η επέλευση της ζημίας λόγω «παράβασης του νόμου». Συνεπώς, η ευθύνη του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι, κατ’ αρχήν, γνήσια αντικειμενική.
2. Όσον αφορά στην ευθύνη του εναγομένου-υπόχρεου για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, η ευθύνη, είναι επίσης, αντικειμενική, ως προς δε το ελάχιστο επιδικαζόμενο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως καταστρώνεται ως νόθος αντικειμενική.
3. Συνεπώς, κατά την παρ. 2 εδ. α΄  του ιδίου άρθρου, η αμέλεια, (αν γίνει επίκλησή της), πρέπει να αποδειχθεί από τον εναγόμενο, λόγω της αντιστροφής του βάρους της αποδείξεως, η οποία απορρέει από τον προστατευτικό χαρακτήρα του νομοθετήματος και την αρχή «εν αμφιβολία, υπέρ του υποκειμένου». Άλλωστε, η εν λόγω αρχή εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατανομής του βάρους της αποδείξεως, το οποίο σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο υπέχει εκείνος, ο οποίος επικαλείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ευνοϊκών γι’ αυτόν κανόνων δικαίου. Στην περίπτωση της προσφυγής ενώπιον της Αρχής, ή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, (και όχι το υποκείμενο), είναι εκείνος, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η επεξεργασία είναι σύννομη, (βλ. Αρμαμέντος/Σωτηρόπουλος, Προσωπικά Δεδομένα, ΕρμΝ. 2472/97, 2005). Μάλιστα, κατά τον Μ. Σταθόπουλο, «για ορισμένες κυρώσεις, ιδίως διοικητικής φύσης ή αποκατάστασης in natura ή και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, η ευθύνη πρέπει να είναι αντικειμενική. Τούτο ανταποκρίνεται καλύτερα στην πρόθεση του νομοθέτη να επεκτείνει τον έλεγχο στην αφετηρία, στα ίδια τα γεγονότα της συλλογής και κατοχής της πληροφορίας, γεγονότα που τα θεωρεί πηγή κινδύνων για τα υποκείμενα», (βλ. Μ. Σταθόπουλος, Η χρήση προσωπικών δεδομένων και η διαπάλη μεταξύ ελευθεριών των κατόχων τους και ελευθεριών των -υποκειμένων τους, ΝοΒ 48 –2000- σ. 17).
4. Η αστική ευθύνη, δηλ. από την παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, προς τούτο δε καθιερώνεται, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις, η εκδίκαση των απαιτήσεων του άρθρου 23 του ένδικου νόμου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ. Όλη δε η διαδικασία της εκδίκασης διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ΚπολΔ. (Την άποψη αυτή δέχεται ορθά και σταθερά η νομολογία: 36/2003, Ειρ. Ν.Ιωνίας, 6126/2004 ΠολΠρωτΑθ., 147/2003 Εφ.Αθ., 2090/2003 ΠολΠρωτΑθ.).
5. Δικαιούχος αποζημίωσης είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο υπέστη ζημία από παραβάσεις του νόμου, ακόμη δε και το πρόσωπο, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων, (βλ. Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 282 με περαιτέρω παραπομπές στη γερμανική βιβλιογραφία).
6. Όσον αφορά στον υπόχρεο σε αποζημίωση, τα φυσικά πρόσωπα που ενέχονται βάσει της παρ. 1, για παράβαση του Νόμου 2472/97, πρέπει να είναι φορείς της ιδιωτικής εξουσίας. Μπορεί να είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία ή ο τρίτος ή ο αποδέκτης. Επίσης, μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε άλλος που παρενεβλήθη χωρίς δικαίωμα στην επεξεργασία, ακόμη κι αν ενεπλάκη εντελώς «άτυπα» και προκάλεσε τη ζημία.
7.  Ως προς τη διαφορά της παραγράφου 2 του άρθρου 23 από το άρθρο 932 Α.Κ., δέον να τονισθεί ότι : α. η ευθύνη κατ’ άρθρο 23 είναι αντικειμενική και (νόθος) αντικειμενική, ενώ κατά το άρθρο 932 είναι πταισματική, β. αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την επέλευση ηθικής βλάβης στον παθόντα από παράβαση του ένδικου νόμου, υποχρεούται να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, (πλήρης αποζημίωση), ενώ στην περίπτωση του άρθρου 932 Α.Κ., το Δικαστήριο έχει απλώς την ευχέρεια να την επιδικάσει (εύλογη αποζημίωση), γ) στην περίπτωση του άρθρου 23 παρ. 2, ο νομοθέτης ερμηνεύει αυθεντικά την έννοια του «ευλόγου» της αποζημίωσης, εν προκειμένω, κατ’ αποτέλεσμα, πλήρους αποζημίωσης, για την περίπτωση της παράβασης της νομοθεσίας για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
8.  Όσον αφορά δε στην ηθική βλάβη, αυτή είναι η αντανάκλαση της προσβολής της προσωπικότητας στον εσωτερικό κόσμο του προσβαλλόμενου προσώπου. Εφόσον η προσβολή της προσωπικότητας έχει ως αποτέλεσμα τη ψυχική στεναχώρια, την αρνητική ψυχολογική φόρτιση, την απογοήτευση, τη δημιουργία ψυχικών τραυμάτων, όπως είναι η κατάθλιψη ή η κατατονία, συντρέχει πρόκληση ηθικής βλάβης, (βλ. Α. Πατεράκη, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Αθήνα, 2001). Πάντως, εν προκειμένω, η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη είναι ανεξάρτητη περίπτωση αποζημίωσης, όπως ρητά αναφέρει και το εδάφιο 2 της παρ. 2 του άρθρου 23, και καθορίζεται ως πλήρης.
9. Μάλιστα, η διάταξη του  ένδικου νόμου περί θέσπισης κατώτατου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τελολογικά ερμηνευόμενη, σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά δεδομένα, γι’ αυτό και είναι απολύτως σύμφωνη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 9Α του Σ, (βλ. και (ΠολΠρωτΑθ. 6126/2004, αδημ. τελεσίδικη).
10. Ως προς δε τη γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία, σημειώνεται ότι με το εδάφιο 3 της παρ. 1 του άρθρου 23 ορίζεται το όριο της αντικειμενικής ευθύνης του παραβάτη. Ο ενεχόμενος σε αποζημίωση για παράβαση του νόμου, ευθύνεται «και όταν όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, δεν διερευνάται η ύπαρξη πταίσματος, αλλά εφόσον εκείνος αποδείξει ότι τελούσε σε ανυπαίτια άγνοια της πιθανότητας να επέλθει ζημία, τότε, και μόνον τότε, η ευθύνη του σχετικοποιείται.
3.
1. Η εγχείριση των ανωτέρω εγγράφων, συνυποβληθέντων με το  από 29.11.2000 απολογητικό υπόμνημα του εναγομένου, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, που τυποποιεί αφενός την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 και αφετέρου εκείνου της παρ. 4 και 6 ν. 2472/97 στοιχειοθετούν την παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών της ενάγουσας, από τον εναγόμενο, καθώς οι ανωτέρω πράξεις πληρούν, εξ ολοκλήρου, την νομοτυπική-ειδική αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, προβλεπομένων στο άρθρο 22 παρ. 2,4 και 6 του ν. 2472/97, το οποίο αποτελεί την προσαρμογή του Έλληνα νομοθέτη στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2. Και η ως άνω στοιχειοθέτηση είναι δεδομένη διότι η εκ μέρους του εναγομένου,  προηγούμενη συλλογή και γνώση των προσωπικών δεδομένων και εκ μέρους του τήρηση αρχείου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, είναι παράνομη, όπως άλλωστε και η, εκ μέρους του, εκμετάλλευσή τους, προκειμένου να βλάψει την τιμή, υπόληψη, καθώς και τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό της ενάγουσας. Συνυπολογιζομένης δε της ανακοίνωσης τους σε τρίτους αλλά και  του γεγονότος ότι έκτοτε κατέστησαν προσιτά, ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα όπως και το ότι επετράπη υπό του εναγομένου τα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, είναι προφανής όχι μόνον η παραβίαση των διατάξεων αλλά και η ένταση και η έκταση της παραβίασης.
3. Οι ανωτέρω δε πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτουν την πλήρωση και της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της παραγράφου 2 του άρθρου 22, καθότι η εγχείριση των ανωτέρω σχετικών εγγράφων εκ μέρους του εναγομένου, καθώς και η προσαγωγή και η επίκλησή τους με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος είναι κάτοχος αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας. Μάλιστα,  προσκομίζοντας στην ανωτέρω Πταισματοδίκη απλά αντίγραφα των ως άνω αναφορών-εκθέσεων-πορισμάτων και του ενδίκου Βουλεύματος, έχοντας επιθέσει επ΄ αυτών και την επαγγελματική του σφραγίδα του, (!!!), συμπεραίνεται ότι κατέχει  αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων σε αρχείο που παρανόμως και χωρίς άδεια της Αρχής διατηρεί.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος,  στο οποίο προσετέθη με την αναθεώρηση του 2001 νέα παράγραφος, η υπ΄ αριθμ.  3, «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού, [19 παρ.1 Σ.- «Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει…η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο…ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».], και των άρθρων 9, [άσυλο κατοικίας-προστασία ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής], και 9Α, [προστασία προσωπικών δεδομένων].
5. Μοναδική περίπτωση κάμψης της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του Σ. περί χρησιμοποιήσεως παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, συντρέχει όταν αυτά αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου, και μάλιστα όταν πρόκειται για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, (βλ. Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μετά του προλόγου του Νικολάου Κ. Ανδρουλάκη, εκδ. Σάκκουλα 2003).
6. Η δικονομική αυτή κατάσταση ανάγκης θα κριθεί υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, (άρθρο 25 παρ.1 του Σ..), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε να υφίσταται η ανωτέρω περίπτωση κάμψης  της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 2 «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (…) γ. Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου».
8. Ο εναγόμενος, όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας περιορίσθηκε στο να αρνηθεί την κατηγορία, λέγων μάλιστα ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ανωνύμου επιστολής», και ουδέποτε επιχείρησε καν να προβεί στην απόδειξη της αληθείας των εις την «ανώνυμη» επιστολή αναφερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών. Βεβαίως, τα αμέσως ανωτέρω παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, υπαγόμενα στους ύπερθεν κανόνες δικαίου, αποτελούν τον πυρήνα των προαναφερθέντων ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου  συνάγεται ότι οι ανωτέρω πράξεις του εναγομένου, προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/97, είναι και τελειωτικά άδικες, μη υφισταμένου, εν προκειμένω, ουδενός λόγου άρσεως του αδίκου, όπως και η νομολογία του Αρείου Πάγου προβλέπει σε ανάλογες περιπτώσεις.
9. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος προσήγαγε και επικαλέστηκε τα  παρανόμως κτηθέντα, (και χρησιμοποιηθέντα-επεξεργασθέντα και περιλθόντα σε γνώση μη δικαιουμένων, ως άνω, προσώπων, υπ’ αυτού), ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, - παράνομα αποδεικτικά μέσα - χωρίς να επικαλεσθεί, έστω, ότι αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του. Αντίθετα, ο μοναδικός υπερασπιστικός ισχυρισμός, που προέβαλε, τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την κυρία διαδικασία, στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, ήταν ότι «δεν ήταν εκείνος ο συντάκτης και αποστολέας της συκοφαντικής  «ανωνύμου» επιστολής».
10. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα ως άνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, για να αποσείσει την σε βάρος του κατηγορία, και να αποδείξει την αθωότητα του, πολλώ δε μάλλον ότι αυτά ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του. Ακόμα, όμως, και αν τα είχε χρησιμοποιήσει για να αποδείξει την αθωότητά του, και πάλι οι ανωτέρω πράξεις του θα ήταν και τελειωτικώς άδικες.
11. Και αυτό διότι ακόμη και  αν είχε επικαλεσθεί  έναν ανάλογο ισχυρισμό, ο τελευταίος δεν θα ήρε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, γιατί η πράξη για την οποία κατηγορούνταν δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, αφού ο νόμος και το Σύνταγμα, και η πάγια νομολογία, απαιτούν ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, δηλαδή αυτά που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης ή ισοβίου καθείρξεως.
4. α.
1. Η επίκληση του άρθρου 358 Κ.Π.Δ., ως δικαιολογητικού λόγου κατάθεσης των κειμένων, (σχολιασμός μαρτυρικών καταθέσεων), δεν ευσταθεί. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι δεν περιήλθαν τυχαία εις χείρας του εναγομένου τα εν λόγω έγγραφα. Απαιτήθηκε έρευνα προς τούτο και επίμονη παράνομη αναζήτηση, άρα σκοπός ανεύρεσής τους. Δέον δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη  μπορεί να τύχει εφαρμογής ειδικώς για την αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, και όχι για την έγκληση του μηνυτή, πολλώ δε μάλλον τούτο περιορίζεται στην προβολή δηλώσεων και εξηγήσεων και όχι στην παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και στη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων.
        2. Περαιτέρω απόδειξη αυτών, συνιστά το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει επιθέσει επί των 4 προσκομισθέντων εγγράφων την επαγγελματική του σφραγίδα, (αντίγραφα εκ πρωτοτύπων), γεγονός το οποίο προϋποθέτει κατοχή των γνησίων, ήτοι διατήρηση αρχείου χωρίς την ειδική άδεια της Αρχής. Τo άδικο δε του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 του άρθρου 22 του ν. 2472/97 είναι αυτοτελές από εκείνο της παρ. 4 του ιδίου νόμου.
3. Άλλωστε, από τις διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. δεν προκύπτει ότι το ποινικό Δικαστήριο εφοδιάζεται με γενική ελευθερία πρόσβασης και χρήσης παντός δεδομένου, το οποίο αφορά τον ιδιωτικό βίο των διαδίκων, πολλώ μάλλον όταν τούτο αποτελεί κατ’ εξακολούθηση και διαρκή παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας και καθιστά το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό εν αμφισβητήσει, παρεμποδίζοντας, δια της κατοχής αρχείου, την ειρήνευση του επίμαχου εννόμου αγαθού.
4. Δεν θα μπορούσε δε να ισχύει κάτι διαφορετικό ούτε λόγω της δημοσιότητας, αλλά ούτε και λόγω του εγγενούς στιγματιστικού χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας, ο οποίος διατηρείται, εκ των πραγμάτων, ακόμη και σήμερα. Η δημοσιότητα εξυπηρετεί ρητά την ανάγκη δημόσιου ελέγχου και κριτικής των αποφάσεων των Δικαστηρίων και συγκεκαλυμμένα φέρει κατάλοιπα της διαπόμπευσης του κατηγορουμένου. Ωστόσο, εάν η δημοσιότητα αυτή κατέλυε κάθε έννοια της ιδιωτικότητας και προσέφερε στον οιονδήποτε δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στα αρχεία, π.χ. των ποινικών καταδικών ή πολλώ δε μάλλον των πειθαρχικών αγωγών και διαδικασιών, του εκάστοτε δημόσιου λειτουργού, τότε δεν θα είχαν νόημα οι απαγορεύσεις χορήγησης αντιγράφων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ.
5. Είναι σαφής, εξάλλου, ο διαχωρισμός της δημοσιότητας της δίκης από την περαιτέρω δημοσιοποίηση της καταδίκης ή της αθώωσης κάποιου, η οποία κατ’ αρχήν απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνον στις προβλεπόμενες ειδικά από τον νόμο περιπτώσεις, καθώς με την καταδίκη ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου τελειώνει η δίκη και η δημοσιότητα, που εγγενώς την χαρακτηρίζει.
6. Τούτο δε ισχύει επιρρωτικά στις πειθαρχικές διαδικασίες, οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους, είναι απολύτως απόρρητες και αναθεωρήσιμες, ουδείς δε έχει έννομο συμφέρον ούτε να λάβει αντίγραφα από το αρχείο τους ούτε να τα υπεξαγάγει αλλά και ούτε να τα επεξεργαστεί και να τα δημοσιοποιήσει.
7. Ειδικότερα, όσον αφορά το περιεχόμενο των δύο ως άνω δικονομικών διατάξεων σημειώνεται ότι τόσο ο σχολιασμός των μαρτυρικών καταθέσεων, όσο και το ποια έγγραφα καθίστανται αναγνωστέα, δεν συνδέονται με παράνομες πράξεις, ούτε και τις νομιμοποιούν, άλλως δεν θα ετύγχαναν εφαρμογής ούτε οι σχετικές προβλέψεις περί προβολής ενστάσεως πλαστότητας κάποιου εγγράφου, ούτε κι εκείνες περί εγκλημάτων σχετικών με τα υπομνήματα ή εχόντων σχέση με το περιεχόμενο εγγράφων, ως εν τη παρούσα, που λαμβάνουν χώρα ενώπιον Δικαστηρίου, όπως π.χ. η απάτη επί Δικαστηρίω. Συνεπώς, η προβολή των συγκεκριμένων άρθρων της δικονομίας είτε είναι τυχαία, εκ μέρους του εναγομένου είτε αποτελεί απόρροια λανθασμένης νομικής αξιολόγησης και εκτίμησης.
4.β. (εν συνδυασμώ με 4.α.)
1. Άλλωστε, ακόμη και το υπ’ αριθμ. 1945/2002 Βούλευμα του Αρείου Πάγου ουδόλως συντάσσεται με μία τέτοια ερμηνεία του νόμου και των διατάξεων του Κ.Π.Δ., για τον απλούστατο λόγο ότι έκρινε παντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα : είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 4, (και όχι και για παράβαση της παρ. 2 του ιδίου άρθρου), του ν. 2472/97, κατά συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης προσκόμισαν έγγραφο με καταδικαστικές αποφάσεις για το έγκλημα της ψευδορκίας εκείνου που επείχε θέση μηνυτή στην ανωτέρω δίκη.
2. Στο σημείο τούτο λεκτέα τα εξής : εν προκειμένω, οι διατάξεις του νόμου, που παραβιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, είναι τόσο η παρ. 4 του άρθρου 22, όσο και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, που ενέχει αυτοτελή και ιδιαίτερη απαξία, δεν συνδέεται δε ουδόλως με τα πλαίσια κάποιας ποινικής δίκης, αλλά έλαβε χώρα πρότερον αυτής, σε διάφορα και απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα, συνεχίζει δε να πλήττει διαρκώς το έννομο αγαθό της πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας.
3. Κατά δεύτερον, τα προσκομισθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στο Βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, αποτελούσαν καταδικαστικές αποφάσεις για ψευδορκία, στρεφόμενες κατά του εννόμου αγαθού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και δυνάμενες να κρίνουν την αξιοπιστία μαρτύρων, και όχι, όπως εν τη παρούσα, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις, απολύτως εμπιστευτικές, καθώς και Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παντελώς άσχετα με το αντικείμενο της ποινικής δίκης και πλήρως ατελέσφορα για να κρίνουν την αξιοπιστία της μηνύτριας.
4. Άλλωστε, η θεώρηση περί ειδικότητας των διατάξεων των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. έναντι εκείνων του ν. 2472/97 είναι εσφαλμένη για τους εξής λόγους : τα ανωτέρω άρθρα του Κ.Π.Δ. δεν ρυθμίζουν το ίδιο θέμα με αυτό του ν. 2472/97, ώστε να τεθεί στη συνέχεια ζήτημα ειδικότητας λόγω ύπαρξης πλειόνων στοιχείων πέραν των υποτιθέμενων κοινών, (βλ. Ε. Φυτράκη, Παρατηρήσεις σε ΣυμβΕφΑθ. 984/2001, ΠοινΔικ. 2002, σ. 1027). Θα ήταν παράλογο να λειτουργούν οι ανωτέρω διατάξεις, ως προς την παρ. 4 του άρθρου 22 και μόνον, ως γενικοί  λόγοι άρσης του αδίκου οποιασδήποτε προσβολής του ιδιωτικού βίου ή άλλου εννόμου αγαθού κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης. Και αυτό αποδεικνύεται, βέβαια, τόσο από την ύπαρξη των ειδικών διατάξεων για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα στο άρθρο 177 παρ.2 Κ.Π.Δ., όσο και από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 253 Α Κ.Π.Δ., η οποία καθιερώνει εξαιρέσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων κατά την ανακριτική διαδικασία και μόνον, αλλά πάντοτε υπό το γενικό πλαίσιο του ν. 2472/97, (βλ Ι. Μανωλεδάκη, Ελευθερία και ασφάλεια- Ερμηνεία του Ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα, 2003, σ. 174, Α. Τζαννετή, Αποδεικτικές απαγορεύσεις και εναλλακτική κτήση αποδείξεων, ΠοινΧρ. ΜΗ/107, Α. Χαραλαμπάκη, Το αξιόποινο των υποκλοπών και η δικονομική μεταχείριση του προϊόντος τους, ΝοΒ 2002, 1064).
5. Δια των πράξεων του εναγομένου, έλαβαν γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, πλείστα όσα πρόσωπα, όπως π.χ. οι αναγνώσαντες τη δικογραφία Εισαγγελείς, οι ασκήσαντες ανακριτικά καθήκοντα Δικαστές και ανακριτικοί υπάλληλοι, οι εκδικάσαντες την υπόθεση Δικαστές, τόσο του Πρωτοβαθμίου όσο και του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι εμπλακέντες στην όλη διαδικασία δικαστικοί υπάλληλοι, οι εντός του ακροατηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης, ευρισκόμενοι Δικηγόροι, μάρτυρες, διάδικοι, λοιποί παράγοντες της δίκης, αστυνομικοί υπάλληλοι και απλοί πολίτες.
6.Τόσο η από 16.4.1998 εγκληματική πράξη του εναγομένου και η από 16.12.2003, όσο και η από 23.9.2005 εγκληματική, άδικη και αξιόποινη, συμπεριφορά του πληρούν την ειδική, αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση της παρ. 4 του αρ. 22, σε συνδυασμό με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου του ν. 2472/97. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος, λαμβάνοντας παρανόμως και δολίως γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, ανακοινώνοντας και καθιστώντας τα προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι εκμεταλλευόμενός τα διαρκώς με οποιονδήποτε τρόπο, για την εν γένει καταρράκωση του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού της ενάγουσας, υποστασιοποίησε, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, το κακούργημα της παράνομης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, καθότι, κατ’ άρθρο. 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, ο εναγόμενος είχε και τον πρόσθετο σκοπό να την βλάψει, (υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), άλλοτε ανακοινώνοντας τα δεδομένα τούτα προφορικά, άλλοτε προσκομίζοντας τα επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα, θέτων σ΄ αυτά και  τη σφραγίδα του, και άλλοτε προσκομίζοντάς τα, ενώπιον παντός Δικαστηρίου.
7. Παράλληλα δε, ο εναγόμενος, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2, σε συνδυασμό με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια της Αρχής και κατά παράβαση των σχετικών νομίμων όρων, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση τελών πλείονα εγκλήματα κακουργηματικής υφής. Τέλος, όπως αναλυτικώς παρετέθη, ο εναγόμενος ουδένα υπερασπιστικό δικαίωμα προάσπιζε, αλλά κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ωσαύτως ενεργούσε, ουδέποτε το επικαλέστηκε, και ούτε θα μπορούσε να το πράξει, αφού τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα ήταν παντελώς άσχετα με το αποδεικτέο θέμα, ήταν παρανόμως κτηθέντα και ατελέσφορα στο να αποδείξουν ότι αυτός δεν ήταν ο αποστολέας του δυσφημιστικού κειμένου.
8. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν θεωρούνται «δεδομένα» οι πληροφορίες, των οποίων κάποιος κάνει χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει ο ίδιος κάποιο Αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος, που επενέβη στο Αρχείο. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις διατάξεις του ν. 2472/97, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση : α. παράνομης επέμβασης σε Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή β. αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα «από μόνος του», αφού στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται το εν λόγω έγκλημα, (βλ. ΣυμβΕφΑθ. 3140/2004, ΠοινΧρ. 2005, 544).         
9. Συνεπώς, ο εναγόμενος ομολογώντας ότι είχε ο ίδιος προσκομίσει τα ανωτέρω έγγραφα-ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας και ότι το ένα εξ αυτών το έλαβε, τάχα, «καθόλα νόμιμα», ήτοι το ύπερθεν Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, (για τις δε ως άνω Εκθέσεις-Πειθαρχικές Αγωγές σε βάρος της ενάγουσας, ούτε κάν αρνείται την παράνομη κτήση τους, όποτε και αποδεικνύεται πλήρως ότι τις κατέχει κι επεξεργάζεται, χωρίς άδεια της Αρχής, «καθόλα παράνομα»), τέλεσε τα οικεία αδικήματα.
          10.  Πάντως, ακόμη και αν είναι νόμιμη η γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τρίτου, π.χ. καταδικαστικών αποφάσεων, δεν καθίσταται άνευ ετέρου νόμιμη και η περαιτέρω δημοσιοποίηση-διαβίβαση των ανωτέρω δεδομένων, αλλά μόνον υπό τον όρο συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 7 και 7Α του ν. 2472/97, πράγμα που, εν προκειμένω, δεν έχει έδαφος εφαρμογής, (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684, Α. Γέροντα, Η προστασία του πολίτη από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, 2002, σ. 128, Λ. Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 27, Γ. Νούσκαλη, Προστασία προσωπικών δεδομένων και ποινική δίκη: Αξίες αντιφατικές ή παράλληλες;, ΠοινΔικ 2003, 678, με περαιτέρω παραπομπές).
11. Εν προκειμένω, ο εναγόμενος, προσκομίζοντας τα ανωτέρω έγγραφα και θέτοντας σ΄ αυτά την επαγγελματική του σφραγίδα, ούτως ή άλλως, έχει σχηματίσει και ο ίδιος παράνομο «αρχείο» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ξεχωριστό από εκείνα εκ των οποίων προέρχονται τα ανωτέρω δεδομένα. Η δημιουργία δε του νέου αυτού αρχείου συμβαίνει συχνά στην πράξη, όπως προκύπτει από τις ενδεικτικά αναφερόμενες αποφάσεις 16/2004 και 49/2004 της ΑΠΔΠΧ (Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα).
            12. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η πράξη της παράνομης λειτουργίας αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων διακρίνεται σαφώς από την αντίστοιχη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, ως έχουσα αυτοτελή απαξία, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97 (βλ. την ορθή Συμβ.Πλημ.Αθ. 319/2001, ΠοινΧρ. 2001, 159, πρόταση Γ. Μπισμπίκη).
13. Μάλιστα, η Εισαγγελική Πρόταση, στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, δέχθηκε και την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6 του ν. 2472/97. Το θέμα που προκύπτει, βέβαια, στην περίπτωση επιδίωξης «παράνομου περιουσιακού οφέλους», στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, έγκειται στο εάν απαιτείται άμεση παραγωγή του οφέλους αυτού εκ της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ή αρκεί μία εξ αντανακλάσεως πρόκλησή του. Υποστηρίζεται, ορθώς, ότι αρκεί και αντανακλαστική πρόκληση παράνομου περιουσιακού οφέλους, το οποίο καθίσταται παράνομο, ακριβώς εξαιτίας του ότι προκύπτει από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
          14. Αντιθέτως, στην περίπτωση της βλάβης τρίτου, που κυρίως ενδιαφέρει, εν προκειμένω, που δεν περιορίζεται από το γράμμα του νόμου μόνο ως περιουσιακή, ως εναλλακτικό αντικείμενο του σκοπού του δράστη στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 2472/97, η βλάβη προκύπτει πάντοτε άμεσα με μόνη την ανεπίτρεπτη επεξεργασία δεδομένων, καθώς αυτή προσβάλλει το προστατευόμενο στην ανωτέρω διάταξη έννομο αγαθό της ιδιωτικότητας, ενώ τυχόν περαιτέρω εξ αντανακλάσεως προκαλούμενα μεγέθη προσβολής, όπως π.χ. της περιουσίας ή της τιμής και της υπόληψης του υποκειμένου των δεδομένων, υπάγονται και αυτά στον ανωτέρω σκοπό βλάβης τρίτου (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684).
15. Αξιοσημείωτο είναι και το υπ’ αριθμ. 319/2001 προαναφερθέν Βούλευμα Συμβ. Πλημ. Πατρών. Εκρίθη ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι επιτρεπτή μόνον ύστερα από άδεια της Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ότι δεν αίρεται το άδικο ούτε εκ του άρ. 367 Π.Κ., που αφορά μόνο το πεδίο των προσβλητικών της τιμής συμπεριφορών ούτε εκ του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2472/97, που δεν αφορά σε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα». Μάλιστα, η γενομένη δεκτή πρόταση του Εισαγγελέως έκρινε ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μπορούν να είναι αντικείμενο επεξεργασίας μόνον υπό τους όρους του ειδικού λόγου άρσης του αδίκου, που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 περ. γ’ του ν. 2472/97.
16. Η προϋπόθεση χορήγησης άδειας της Αρχής δεν προκύπτει απ’ ευθείας από το γράμμα του νόμου, αλλά με ερμηνεία αυτού. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων χαρακτηρίζονται από την ίδια ένταση κινδύνου για την ιδιωτική ζωή με την ίδρυση και λειτουργία αρχείου δεδομένων, θεωρήθηκε ότι θα πρέπει και για τις πρώτες πράξεις να χορηγείται άδεια της Αρχής. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η προϋπόθεση της άδειας της Αρχής για την άρση του αδίκου της συλλογής και επεξεργασίας προκύπτει και από την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 2472/97, ακριβώς για το λόγο της ίσης βαρύτητας προσβολής των πράξεων αυτών έναντι του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, ήτοι της ιδιωτικής ζωής, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Πλημ.Πατρών 319/2001, ΠοινΧρ 2002, ΝΒ, σ. 161, Ν. Ανδρουλάκη, Ιδιωτική Γνωμοδότηση, ΠοινΧρ. ΝΑ/281, σημ.1, Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 28, Τουντόπουλο, Το δικαίωμα αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων, ΤοΣ 1999, σ. 22).
          17. Πάντως, ούτως ή άλλως, ο νόμος, πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων, αναφέρεται στην αναγκαία, (η ΑΠΔΠΧ ορθώς κάνει λόγο για απολύτως αναγκαία επεξεργασία, ΑΠΔΠΧ 61/2002 και 68/2001), συλλογή και επεξεργασία, υπενθυμίζοντας ότι οι αρχές του άρθρου 4 διέπουν και τις ειδικές προϋποθέσεις που διέπουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Η αρχή της αναλογικότητας θα εφαρμοστεί σε αυτήν την περίπτωση, ενόψει του σκοπού της αναγνώρισης/άσκησης/υπεράσπισης δικαιώματος προσώπου, ενώπιον Δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Ωστόσο, ο εναγόμενος ούτε κάν προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, αρνούμενος τη βάση της αγωγής ή προβάλλοντας ένσταση, ομολογώντας τοιουτοτρόπως, την ιστορική βάση της αγωγής και δεχόμενος παντάπασιν τη νομική της βάση.
          18. Αξίζει να σημειωθεί και η απόφαση της ΑΠΔΠΧ 68/2001, κατά την οποία η αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου συνιστά νόμιμο λόγο επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων του υποκειμένου, χωρίς τη συγκατάθεσή του από τρίτο, μόνον ύστερα από άδεια της Αρχής, και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαία για τον σκοπό αυτό. Έτσι, είναι θεμιτή η επίκληση καταδικαστικής απόφασης τρίτου ενώπιον Δικαστηρίου, μόνον εφόσον τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της δίκης, υπό τον όρο ότι η συλλογή των στοιχείων αυτού έγινε νόμιμα, (από καταθέσεις μαρτύρων), όχι, βεβαίως, όταν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ουδεμία σχέση με το αντικείμενο της δίκης έχουν ούτε και με το αποδεικτέο θέμα αυτής (της δίκης), αλλά υπήρξαν προϊόν είτε παράνομης γνώσης είτε υπεξαγωγής, πολλώ μάλλον όταν τα προσκομιζόμενα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται σε παράνομο και επιλήψιμο «ιδιωτικό αρχείο».
          19. Ούτως ή άλλως, και πέραν της προϋποθέσεως της άδειας της Αρχής, ο τρίτος, που δικαιολογεί έννομο συμφέρον για τη λήψη γνώσης και αναπαραγωγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να καταθέσει Αίτηση προς τον αρχικό και νόμιμο υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι ενώπιον των Εισαγγελικών, Δικαστικών και Πειθαρχικών Αρχών, στην οποία να επικαλείται, αλλά και να αποδεικνύει ότι τα στοιχεία που ζητεί είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, και δη ενόψει συγκεκριμένης δίκης, που εκκρεμεί, (απόφαση της Αρχής 8/2005). Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα, (απόφαση της Αρχής 17/2004). Ωστόσο, ο εναγόμενος, όχι μόνον δεν έλαβε την άδεια της Αρχής, όχι μόνον δεν υπέβαλε την ανωτέρω Αίτηση προς τις αρμόδιες Αρχές, για την υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά ούτε καν θα μπορούσε να το πράξει, αφού ουδεμία εκ των ανωτέρω Αρχών επιτρέπει την πρόσβαση και χορηγεί αντίγραφα εμπιστευτικών πληροφοριών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, απλώς και μόνον για τον, δήθεν, κλονισμό της αξιοπιστίας μαρτύρων.
20. Άλλωστε, ακόμη και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου τυποποιείται αφενός η «με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ανεξάρτητα μάλιστα εάν αυτό έχει συσταθεί νόμιμα ή παράνομα, (βλ. ΣυμβΠλημΣάμου 34/2001-πρόταση Χ. Σατλάνη και Παρατηρήσεις Δ. Σπυράκου, ΠοινΔικ 2002/881), και αφετέρου μια σειρά πράξεων που στρέφονται εναντίον των «δεδομένων του αρχείου», όπως η λήψη γνώσης, αλλοίωση, αφαίρεση, μετάδοση και άλλες ενέργειες που συνιστούν επεξεργασία δεδομένων κατά το άρθρο 2 εδ. δ΄ του ανωτέρω νόμου, όπως αναλυτικώς περιγράφεται ανωτέρω.
21. Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», (μαζί με αυτή της «επεξεργασίας» των δεδομένων), συνιστά μια από τις δύο κεντρικές έννοιες, όχι μόνον γενικά στον ανωτέρω νόμο, αλλά και στην περιγραφή του αδίκου των κατ’ ιδίαν εγκλημάτων στο ανωτέρω άρθρο 22. Ειδικά για τις αντικειμενικές υποστάσεις, που περιγράφονται στο άρθρο 22 παρ. 1 και 2, αρκεί και η ένταξη ενός μόνο προσωπικού δεδομένου, και δη ευαίσθητου, στο αρχείο του δράστη, όπως π.χ. η έκδοση και χρήση στο δικαστήριο επικυρωμένων αντιγράφων από πρωτότυπο ή αντίγραφο με προσωπικά δεδομένα, που έλαβε, χωρίς να δικαιούται, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος, όπως και έγινε δεκτό στην υπ’ αριθμ. 38/2004 απόφαση της Αρχής.
22. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ακόμη και το εξής : το «αρχείο προσωπικών δεδομένων» λειτουργεί στις ανωτέρω αντικειμενικές υποστάσεις ως το υλικό αντικείμενο των περιγραφομένων πράξεων και ως μονάδα μέτρησης του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ή του ιδιωτικού βίου. Εάν δηλαδή κάποιος χρησιμοποιεί περισσότερα προσωπικά δεδομένα για το ίδιο υποκείμενο και από το ίδιο αρχείο, π.χ. αποφυλακιστήριο και καταδικαστική απόφαση από το αρχείο σωφρονιστικού καταστήματος, τότε έχει προσβληθεί μια μονάδα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, εκτός εάν το έννομο αγαθό έχει ειρηνεύσει εν τω μεταξύ και ξαναπροσβάλλεται, όπως όταν για παράδειγμα, τα ίδια ή διαφορετικά προσωπικά δεδομένα, που αφορούν το ίδιο υποκείμενο, χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς επεξεργασίας, π.χ. με χρήση ενώπιον ενός ποινικού Δικαστηρίου, όσο και με διαβίβαση σε τρίτους.
23. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η ακόλουθη περίπτωση : κάποιος συλλέγει, χωρίς άδεια της Αρχής και χωρίς να υπάγεται η ανωτέρω επεξεργασία στις εξαιρέσεις από τη λήψη άδειας, ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση, π.χ., όπως εν προκειμένω, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις και Βούλευμα, και με αυτές δημιουργεί αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/97, το οποίο αργότερα χρησιμοποιεί σε δίκη. Στο ανωτέρω παράδειγμα προσβάλλονται διαφορετικές μονάδες εννόμου αγαθού, καθώς από μόνη της η ύπαρξη του ανωτέρω αρχείου προκαλεί περαιτέρω κινδύνους για την ιδιωτικότητα του προσώπου, που αναφέρονται τα δεδομένα, με τη δυνατότητα κατ’ επανάληψη χρήσης των δεδομένων, τόσο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας όσο και από εκείνους στους οποίους διαβιβάστηκαν ή μπορεί να διαβιβαστούν τα δεδομένα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αρχείου.
24. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, ο νομοθέτης, εξειδικεύοντας ορθώς την πρόσφατη συνταγματική επιταγή, τυποποίησε αυτοτελώς στο άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2472/97 την πράξη της παράνομης «διατήρησης» αρχείου προσωπικών δεδομένων, και δη ευαίσθητων, ενώ η χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αρχείο, καθώς και οι λοιπές πράξεις επεξεργασίας αφορούν στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 22 παρ. 4. Μάλιστα, στο άρθρο 22 παρ. 1 του ένδικου νόμου τιμωρείται αυτοτελώς και γεννάται αστική ευθύνη ακόμη και από τη μη γνωστοποίηση της σύστασης και λειτουργίας αρχείου, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, Η νομολογιακή συμβολή στην ερμηνεία βασικών όρων, 2005).
25. Η κατοχή αρχείου, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2 και 6 του ν. 2472/97,  είναι διαρκές έγκλημα, ο χρόνος δε τελέσεώς του λαμβάνει χώρα διαρκώς, όταν δε γίνεται επί σκοπώ βλάβης τρίτου, στοιχειοθετεί κακούργημα. Άλλωστε, η προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί κατάκτηση του νομικού πολιτισμού, εμπνευσθείσα με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου του 1983 του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που έθεσε την απαρχή ενός νέου δικαιώματος, αυτού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού - της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, (Informationelles Selbstbestimmungsrecht), που οριοθετεί, ευρέως πλέον, τις πτυχές προστασίας του βαθύτερου πυρήνα, (Innensphaerae), της προσωπικότητας του ατόμου (βλ. Μιχ. Κ. Αυγουστιανάκης, Προστασία από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ΔτΑ, Ν 11/2001).
26. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, επεξεργαζόμενος και δημοσιοποιώντας τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, μετάλλαξε τον σκοπό τηρήσεως των νομίμων τηρουμένων αρχείων, τόσο των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών όσο και των Πειθαρχικών, και επισυνάπτοντας αυτά στην επίμαχη δικογραφία, έπληξε την ασφάλεια των αρχείων της Χώρας, ενώ κατέχοντας το ανωτέρω αρχείο διαρκώς εμποδίζει την ειρήνευση του εννόμου αγαθού, που προσβάλλεται. Παράλληλα δε, μετέστη στη θέση κατόχου κι επεξεργαστή παρανόμου αρχείου, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άρθρου 2 του ν. 2472/97 (μετάλλαξε, σχημάτισε και δημοσιοποίησε περαιτέρω αρχείο, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση). 
27. Τέλος, η διακεκριμένη από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχή αρχείου χωρίς άδεια της Αρχής, με σκοπό τη διαρκή βλάβη της ενάγουσας, αφενός μεν τυποποιεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προβλεπομένου στα άρθρα 2 και 6 του ένδικου νόμου κακουργήματος αφετέρου δε υπογραμμίζει την ιδιαίτερη αστική ευθύνη του εναγομένου και το μέγεθος της επελθούσας ηθικής βλάβης της ενάγουσας και δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο η αξίωση άρσης της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον, δια της καταστροφής των ένδικων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και δια της απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως, εναντίον του εναγομένου, είναι αν όχι τελεσφόρος, τουλάχιστον απαραίτητη κι επιβεβλημένη.
ΑΘΗΝΑ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2006
Ι.Α. Δικηγόρου Αθηνών