Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Λαβύρινθος Εγγαστρίμυθος

Σε μια μελαγχολία
του δρόμου
Στην ευθεία της γραμμής
περπατάς
Με εκπτώσεις πέρα-δώθε
τις πτώσεις να νικήσεις
αγκομαχάς
δώθε κείθε
να παρακαλάς
Να γυρίσει πίσω
στο λαβύρινθο
της άκομψης αγάπης σου
να λικνίσει το μίτο
σε ένα χαρτί πεταμένο
από τα λάθη σου
Στην ίδια ευθεία
η θεία δίκη
σε μια φρίκη συνοδοιπόρων
σε οδηγεί
Στη μελαγχολία μόνος διαβάτης
αυτή η μιζέρια
σε πολιορκεί
Υπάρχουν και κάμπιες
έκπτωτες
των πεταλούδων
οι νόθες
διεκδικούν
να γυρίσουν
στην αγκαλιά
Τους σκοτώνει η τόση αγάπη
Προδίδει μίση και πάθη
πάντα θα είναι νόθα
σε μια νόθα ζωή
Το δρόμο τον ξέρεις
προορισμό αγνοείς
χωρίς κάμπιες
δεν έχεις δρόμο διαφυγής
Ελαττώματα περιττώματα
ζώων μη προσπεράσεις
ο προορισμός καθαρός
ο δρόμος γεμάτος αυτά
αυτόφωτος, αυτήκοος, αυτόπτης
στα μάτια σου και υπερόπτης
σημάδι καλό της ψυχής
ξημερώνει φώς της αυγής
το βράδυ όλα φαίνονται πιο ζωντανά
οι κάμπιες θεοστάλαχτες
πιο σκοτεινά
πιο αιθαίρια
πιο ψηλά
στον ουρανό ανήκουν, κάμπιες μελιστάλαχτες
στον ουρανό χωρίς καμία υποχρέωση
όσο κόστισε ήταν αμελητέα η χρέωση

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Οδηγία 95/46/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Επεξεργασία και κυκλοφορία φορολογικών στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα – Προστασία των φυσικών προσώπων – Ελευθερία λόγου-Δημοσιογραφικός σκοπός-Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Υπόθεση C-73/07
Tietosuojavaltuutettu
κατά
Satakunnan Markkinapörssi Oy
και
Satamedia Oy
(αίτηση του Korkein hallinto-oikeus
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)


1. Περίληψη

1) Tο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια δραστηριότητα που συνίσταται:
–        στη συλλογή από τα δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών στοιχείων σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και η περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
–        στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
–        στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
–        στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του
πρέπει να θεωρηθεί ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
2)      Το άρθρο 9 της οδηγίας έχει την έννοια ότι οι δραστηριότητες που απαριθμεί το πρώτο ερώτημα, στοιχεία α) έως δ), όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, αφορώσες δεδομένα που προέρχονται από δημόσια έγγραφα κατά την εθνική νομοθεσία, πρέπει να θεωρούνται ως δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ασκούμενες «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αν με αυτές σκοπείται αποκλειστικά να ανακοινώνονται στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει.
3)      Δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως εκείνες περί των οποίων γίνεται λόγος στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), σχετικές με αρχεία δημοσίων αρχών περιλαμβάνοντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχουν μόνον πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46.

2. Ενδιαφέρουσες σκέψεις

54      Το άρθρο 9 της οδηγίας αφορά έναν τέτοιο συμβιβασμό. Όπως προκύπτει ιδίως από την τριακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, σκοπός του άρθρου 9 αυτής είναι να συμβιβάσει δύο θεμελιώδη δικαιώματα: αφενός, της προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου και, αφετέρου, της ελευθερία του λόγου. Το έργο αυτό πρέπει να φέρουν εις πέρας τα κράτη μέλη.
55      Προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός μεταξύ των δύο αυτών θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό την έννοια της οδηγίας 95/46, τα κράτη μέλη καλούνται να προβλέψουν ορισμένες παρεκκλίσεις ή ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά την προστασία δεδομένων και, επομένως, όσον αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα στο ιδιωτικό απόρρητο, το οποίο προβλέπουν τα κεφάλαια II, IV και VI της οδηγίας αυτής. Οι σχετικές παρεκκλίσεις πρέπει να προβλέπονται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής εκφράσεως, που εμπίπτουν στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, μόνον καθόσον αυτές είναι αναγκαίες για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στο ιδιωτικό απόρρητο προς τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία του λόγου.
56      Αφενός, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σημασία που έχει η ελευθερία του λόγου εντός κάθε δημοκρατικής κοινωνίας, οι σχετικές έννοιες, μεταξύ των οποίων εκείνη του δημοσιογραφικού σκοπού, πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως. Αφετέρου, και προκειμένου να επιτευχθεί μια ισόρροπη στάθμιση μεταξύ των δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος στο ιδιωτικό απόρρητο επιτάσσει οι παρεκκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στα προαναφερθέντα κεφάλαια της οδηγίας να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου. 

3. Η απόφαση έχει επί λέξει ως εξής:

Υπόθεση C-73/07

Tietosuojavaltuutettu
κατά
Satakunnan Markkinapörssi Oy
και
Satamedia Oy
(αίτηση του Korkein hallinto-oikeus
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 95/46/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Επεξεργασία και κυκλοφορία φορολογικών στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα – Προστασία των φυσικών προσώπων – Ελευθερία λόγου»
Περίληψη της αποφάσεως
1.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Οδηγία 95/46
(Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)
2.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Οδηγία 95/46
(Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 9)
3.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Οδηγία 95/46
(Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
1.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια δραστηριότητα που συνίσταται:
– στη συλλογή από τα δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών στοιχείων σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και η περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
– στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
– στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
– στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του,
πρέπει να θεωρηθεί ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
(βλ. σκέψη 37, διατακτ. 1)
2.        Το άρθρο 9 της οδηγίας 95/46, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, το οποίο διέπει τη σχέση μεταξύ προστασίας των δεδομένων αυτών προσωπικού χαρακτήρα και ελευθερίας λόγου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δραστηριότητες που συνίσταται:
– στη συλλογή από τα δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών στοιχείων σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και η περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
– στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
– στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
– στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του,
πρέπει να θεωρούνται ως δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ασκούμενες «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αν με αυτές σκοπείται αποκλειστικά να ανακοινώνονται με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει.
Εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές δραστηριότητες δεν απαιτείται να συνδέονται αποκλειστικά με επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημερώσεως και μπορούν να ασκούνται με κερδοσκοπικό σκοπό.
(βλ. σκέψεις 61-62, διατακτ. 2)
3.        Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, δραστηριότητα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία συνίσταται στην παράδοση με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM στοιχείων προερχομένων από δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών, σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, τα οποία έχουν δημοσιευθεί αυτούσια σε μέσα μαζικής ενημερώσεως, προκειμένου τα στοιχεία αυτά να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό. Εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας δραστηριότητα επεξεργασίας των δεδομένων αυτών στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να αποστέλλουν ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας κάποιου ατόμου και να λαμβάνουν ως απάντηση τις πληροφορίες αυτές.
(βλ. σκέψη 49, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 16ης Δεκεμβρίου 2008
«Οδηγία 95/46/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Επεξεργασία και κυκλοφορία φορολογικών στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα – Προστασία των φυσικών προσώπων – Ελευθερία λόγου»
Στην υπόθεση C-73/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία) με απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Tietosuojavaltuutettu
κατά
Satakunnan Markkinapörssi Oy,
Satamedia Oy,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, K. Lenaerts και A. Ó Caoimh, προέδρους τμήματος, P. Kūris, E. Juhász, Γ. Αρέστη, A. Borg Barthet, J. Klučka, U. Lõhmus και E. Levits (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–        οι Satakunnan Markkinapörssi Oy και Satamedia Oy, εκπροσωπούμενες από τον P. Vainio, lakimies,
–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
–        η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Uibo,
–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. I. Fernandes και C. Vieira Guerra,
–        η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Falk και K. Petkovska,
–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Docksey και P. Aalto,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 2008
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, σ. 31, στο εξής: οδηγία).
2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ tietosuojavaltuutettu (διαμεσολαβητή επιφορτισμένου με την προστασία δεδομένων, στο εξής: Διαμεσολαβητής) και tietosuojalautakunta (επιτροπή προστασίας δεδομένων), σχετικά με δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τις οποίες ασκούν οι εταιρίες Satakunnan Markkinapörssi Oy (στο εξής: Markkinapörssi) και Satamedia Oy (στο εξής: Satamedia).
 Το νομικό πλαίσιο
 Η κοινοτική νομοθεσία
3        Η οδηγία, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής αποσκοπεί στην προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως του ιδιωτικού απορρήτου, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
4        Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των κρατών μελών για λόγους συναφείς με την προστασία που εξασφαλίζεται δυνάμει της παραγράφου 1.»
5        Το άρθρο 2 της οδηγίας με τίτλο «Ορισμοί» προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α)      “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα)· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας [ή άλλου επισήμου εγγράφου] ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη·
β)      “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (επεξεργασία): κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή ·
γ)      “αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (αρχείο), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσιτών με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση·
[…]»
6        Το άρθρο 3 της οδηγίας προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτής ως ακολούθως:
«1.      Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
2.      Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:
–        η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των τίτλων V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ευημερίας του, εφόσον η επεξεργασία αυτή συνδέεται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου,
–        η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων.»
7        Η σχέση μεταξύ προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ελευθερίας λόγου διέπεται από το άρθρο 9 της οδηγίας με τίτλο «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ελευθερία έκφρασης»:
«Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, τα κράτη μέλη προβλέπουν τις εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, του κεφαλαίου IV και του κεφαλαίου VI μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίες ώστε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής να συμβιβάζεται με τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία έκφρασης.»
8        Συναφώς, η τριακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχει ως ακολούθως:
«37) ως προς την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για δημοσιογραφικούς σκοπούς καθώς και για καλλιτεχνική ή λογοτεχνική έκφραση, ιδίως στον οπτικοακουστικό τομέα, πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις και περιορισμοί από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τον συμβιβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου με την ελευθερία της έκφρασης, και ιδίως την ελευθερία να λαμβάνει κανείς ή να παρέχει πληροφορίες, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ευρωπαϊκής σύμβασης περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, για την ιεράρχηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τις αναγκαίες εξαιρέσεις και περιορισμούς όσον αφορά τους εν γένει κανόνες νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων, τα μέτρα διαβίβασης των δεδομένων σε τρίτες χώρες, καθώς και τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών ελέγχου. Αυτό δεν θα πρέπει εντούτοις να παράσχει στα κράτη μέλη αφορμή για να προβλέπουν εξαιρέσεις από τα μέτρα που εγγυώνται την ασφάλεια της επεξεργασίας. Θα πρέπει ωσαύτως να μεταβιβαστούν εκ των υστέρων ορισμένες αρμοδιότητες τουλάχιστον στην αρμόδια επί του τομέα αρχή ελέγχου, όπως φερ’ ειπείν η δημοσίευση εκθέσεων σε τακτά διαστήματα ή η προσφυγή στις δικαστικές αρχές.»
9        Το άρθρο 13 της οδηγίας, με τίτλο «Εξαιρέσεις και περιορισμοί», ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν με νομοθετικά μέτρα την εμβέλεια των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1, του άρθρου 10, του άρθρου 11 παράγραφος 1 και των άρθρων 12 και 21, όταν ο περιορισμός αυτός απαιτείται για τη διαφύλαξη:
α) της ασφάλειας του κράτους
[…]»
10      Το άρθρο 17 της οδηγίας, με τίτλο «Ασφάλεια της επεξεργασίας», ορίζει τα ακόλουθα:
«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας πρέπει να λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση, ιδίως εάν η επεξεργασία συμπεριλαμβάνει και διαβίβαση των δεδομένων μέσω δικτύου, και από κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν, λαμβανομένης υπόψη της τεχνολογικής εξέλιξης και του κόστους εφαρμογής τους, επίπεδο ασφαλείας ανάλογο προς τους κινδύνους που απορρέουν από την επεξεργασία και τη φύση των δεδομένων που απολαύουν προστασίας.
2.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας οφείλει, σε περίπτωση επεξεργασίας για λογαριασμό του, να επιλέγει προς εκτέλεση της επεξεργασίας πρόσωπο το οποίο παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά τα μέτρα τεχνικής ασφάλειας και οργάνωσης της επεξεργασίας και να εξασφαλίζει την τήρηση των μέτρων αυτών.
[…]»      
 Η εθνική νομοθεσία
11      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του φινλανδικού Συντάγματος [perustuslaki (731/1999)], της 11ης Ιουνίου 1999, ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο ιδιωτικός βίος, η τιμή και η κατοικία είναι απαραβίαστοι. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων ρυθμίζεται ειδικότερα από τον νόμο.»
12      Κατά το άρθρο 12 του Συντάγματος:
«Καθένας έχει ελευθερία λόγου. Η ελευθερία λόγου περιλαμβάνει το δικαίωμα εκφράσεως απόψεων, δημοσιεύσεως και λήψεως πληροφοριών, απόψεων και άλλων στοιχείων, χωρίς προηγούμενη λογοκρισία. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που αφορούν την άσκηση της ελευθερίας λόγου ορίζονται από τον νόμο. […]
Τα έγγραφα και οι κάθε είδους καταγραφές που κατέχουν οι αρχές είναι δημόσια, εκτός αν η δημοσιοποίησή τους περιορίζεται ειδικά από τον νόμο για επιτακτικούς λόγους. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα δημόσια έγγραφα και τις δημόσιες καταγραφές.»
13      Ο νόμος περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [henkilötietolaki (523/1999)], της 22ας Απριλίου 1999, που μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό δίκαιο, έχει εφαρμογή στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 2, παράγραφος 1), με εξαίρεση τα ονομαστικά αρχεία που περιλαμβάνουν μόνον πληροφορίες δημοσιευόμενες αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως (άρθρο 2, παράγραφος 4). Εφαρμόζεται μόνο μερικώς στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό τη χρήση τους σε μέσα μαζικής ενημερώσεως, για καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό σκοπό (άρθρο 2, παράγραφος 5).
14      Το άρθρο 32 του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προβλέπει ότι ο υπεύθυνος για την τήρηση αρχείου πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προς προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά της μη δικαιολογημένης προσβάσεως σε αυτά, κατά της επιζήμιας ή παράνομης καταστροφής, τροποποιήσεως, μεταβιβάσεως ή μεταφοράς τους ή κατά κάθε άλλης παράνομης επεξεργασίας των δεδομένων αυτών.
15      Ο νόμος περί του δημόσιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των δημοσίων αρχών [laki viranomaisten toiminnan julkisuudesta (621/1999)], της 21ης Μαΐου 1999, διέπει επίσης την πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορίες.
16      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου περί του δημόσιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των δημοσίων αρχών, ο γενικός κανόνας είναι ότι τα έγγραφα τα οποία αφορά ο εν λόγω νόμος είναι δημόσια.
17      Το άρθρο 9 του νόμου αυτού ορίζει ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των δημοσίων εγγράφων των αρχών αυτών.
18      Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου ορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της προσβάσεως σε κάθε τέτοιο έγγραφο. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι δημόσιες αρχές γνωστοποιούν προφορικά το περιεχόμενο του οικείου εγγράφου ή θέτουν το έγγραφο αυτό στη διάθεση του κοινού στις εγκαταστάσεις τους όπου οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναγνώσουν και να το αντιγράψουν ή να το ακούσουν ή ακόμη να λάβουν έντυπο αντίγραφο.
19      Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να δημοσιοποιούνται τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα αρχεία των δημοσίων αρχών τα οποία περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
«Μπορεί να χορηγείται έντυπο αντίγραφο ή αντίγραφο σε ηλεκτρονική μορφή εγγράφου ή αρχείου περιέχοντος δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εξαιρέσεων προβλεπομένων από τον νόμο, αν ο παραλήπτης δικαιούται να διατηρεί και να χρησιμοποιεί τα δεδομένα αυτά κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εντούτοις, τα σχετικά δεδομένα δεν μπορούν να παραχωρούνται με σκοπό την άμεση εμπορική προώθηση και τη διενέργεια δημοσκοπήσεων ή μελετών της αγοράς παρά μόνον αν αυτό προβλέπεται από τον νόμο ή αν το άτομο το οποίο αφορούν τα δεδομένα αυτά έχει παράσχει τη συγκατάθεσή του.»
20      Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι ο νόμος περί του δημόσιου χαρακτήρα και του απορρήτου των δεδομένων φορολογικής φύσεως [laki verotustietojen julkisuudesta ja salassapidosta (1346/1999)], της 30ής Δεκεμβρίου 1999, υπερέχει του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του νόμου περί του δημόσιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των δημοσίων αρχών.
21      Κατά το άρθρο 2 του νόμου περί του δημόσιου χαρακτήρα και του απορρήτου των δεδομένων φορολογικής φύσεως, οι διατάξεις του νόμου περί του δημόσιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των δημοσίων αρχών και του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχουν εφαρμογή, μόνον όταν ο πρώτος νόμος ή άλλη ρύθμιση δεν προβλέπουν διαφορετικά, στα έγγραφα και στα στοιχεία φορολογικής φύσεως.
22      Το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζει τα εξής:
«Τα δεδομένα φορολογικής φύσεως είναι δημόσια, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπει ο παρών νόμος.
Καθένας δικαιούται να λαμβάνει γνώση των δημοσίων εγγράφων φορολογικού χαρακτήρα που κατέχουν οι φορολογικές αρχές όπως προβλέπει ο νόμος περί του δημόσιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των δημοσίων αρχών, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος αυτός.»
23      Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, οι αφορώσες την ετήσια φορολογία πληροφορίες με δημόσιο χαρακτήρα είναι το όνομα του φορολογουμένου, η ημερομηνία γεννήσεώς του και ο δήμος κατοικίας του. Επιπλέον, είναι δημόσιες οι ακόλουθες πληροφορίες:
«1. Το πραγματοποιούμενο από την εργασία φορολογητέο εισόδημα (εθνικός φόρος)·
2. Το πραγματοποιούμενο από εκμετάλλευση κεφαλαίου εισόδημα και η περιουσία (εθνικός φόρος)·
3. Το φορολογητέο εισόδημα (δημοτικός φόρος)·
4. Οι φόροι εισοδήματος και περιουσίας, ο δημοτικός φόρος και το συνολικό ποσό των εισπρακτέων φόρων και τελών.
[…]»
24      Τέλος, το κεφάλαιο 24, παράγραφος 8, του ποινικού κώδικα τιμωρεί τη δημοσιοποίηση πληροφορίας που προσβάλλει το ιδιωτικό απόρρητο. Έτσι, είναι αξιόποινη η ανακοίνωση σε μεγάλο αριθμό ατόμων, με χρησιμοποίηση μέσων μαζικής ενημερώσεως ή με άλλο τρόπο, πληροφοριών, υπαινιγμών ή εικόνων σχετικά με τον ιδιωτικό βίο τρίτου υπό συνθήκες ικανές να του προξενήσουν ζημία ή ηθική βλάβη ή να επισύρουν την ανυποληψία του.
 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
25      Από πολλών ετών η Markkinapörssi συλλέγει από τις φινλανδικές φορολογικές αρχές δημόσια δεδομένα με σκοπό τη δημοσίευση, κάθε έτος, αποσπασμάτων των δεδομένων αυτών στις τοπικές εκδόσεις της εφημερίδας Veropörssi.
26      Οι πληροφορίες που περιέχονται στα σχετικά δημοσιεύματα περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο 1,2 εκατομμυρίων φυσικών προσώπων των οποίων το εισόδημα υπερβαίνει ορισμένα όρια, καθώς και, με προσέγγιση εκατό ευρώ, το ύψος του προερχόμενου από εκμετάλλευση κεφαλαίου και από την εργασία εισοδήματος και στοιχεία σχετικά με τη φορολογία της περιουσίας τους. Οι πληροφορίες αυτές δημοσιοποιούνται με τη μορφή αλφαβητικού καταλόγου και κατατάσσονται ανά δήμο κατοικίας και ανά κατηγορία εισοδήματος.
27      Σύμφωνα με τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, η Markkinapörssi δήλωσε ότι τα αποκαλυπτόμενα προσωπικά δεδομένα μπορούν να αφαιρούνται από την εφημερίδα Veropörssi, κατόπιν αιτήσεως, χωρίς καμία χρέωση.
28      Μολονότι η ως άνω εφημερίδα περιλαμβάνει επίσης άρθρα, περιλήψεις και αγγελίες, ο ουσιαστικός σκοπός της είναι να δημοσιεύει πληροφορίες φορολογικής φύσεως.
29      Η Markkinapörssi παρέσχε με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM στη Satamedia, εταιρία ελεγχόμενη από τους ίδιους μετόχους, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιεύονται στη Veropörssi, προς περαιτέρω δημοσιοποίηση μέσω συστήματος συντόμων γραπτών μηνυμάτων κινητής τηλεφωνίας (SMS). Συναφώς, οι δύο εταιρίες υπέγραψαν συμφωνία με επιχείρηση κινητής τηλεφωνίας, η οποία δημιούργησε για λογαριασμό της Satamedia μια υπηρεσία SMS παρέχοντας τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να λαμβάνουν στην οθόνη του κινητού τους, έναντι αντιτίμου 2 περίπου ευρώ, τις δημοσιευόμενες στη Veropörssi πληροφορίες. Υφίσταται η δυνατότητα διαγραφής προσωπικών δεδομένων από τη σχετική υπηρεσία κατόπιν αιτήματος κάθε ενδιαφερομένου.
30      Ο Διαμεσολαβητής και η επιτροπή προστασίας δεδομένων, φινλανδικές αρχές επιφορτισμένες με την προστασία δεδομένων, ελέγχουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έχουν εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις υπό τους όρους του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
31      Κατόπιν καταγγελιών ιδιωτών επικαλούμενων προσβολή του ιδιωτικού τους απορρήτου, ο Διαμεσολαβητής στον οποίο ανατέθηκε να ερευνήσει τις δραστηριότητες της Markkinapörssi και της Satamedia ζήτησε από την επιτροπή προστασίας δεδομένων να απαγορεύσει στις εταιρίες αυτές να συνεχίσουν τις δραστηριότητες που αφορούν την επίμαχη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
32      Όταν η επιτροπή προστασίας δεδομένων απέρριψε το αίτημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής άσκησε προσφυγή ενώπιον του Helsingin hallinto-oikeus (διοικητικού πρωτοδικείου του Ελσίνκι), το οποίο επίσης απέρριψε την προσφυγή. Τότε ο Διαμεσολαβητής άσκησε αναίρεση ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus (ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου).
33      Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής δεν αφορά την παροχή πληροφοριών εκ μέρους των φινλανδικών αρχών. Ομοίως, διευκρινίζει ότι δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ο δημόσιος χαρακτήρας των επίμαχων φορολογικών στοιχείων. Αντιθέτως, διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά τη μεταγενέστερη επεξεργασία των στοιχείων αυτών.
34      Υπό τις συνθήκες αυτές, το ως άνω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)      Μπορεί να θεωρηθεί ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας […], μια δραστηριότητα που συνίσταται
α)      στη συλλογή από διοικητικά έγγραφα στοιχείων σχετικά με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και στην περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
β)      στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
γ)       στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
δ)      στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του και λαμβάνοντας ως απάντηση τις πληροφορίες αυτές;
2)       Έχει η οδηγία […] την έννοια ότι οι διάφορες δραστηριότητες που απαριθμούνται ανωτέρω στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία α΄ έως δ΄, μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενη για δημοσιογραφικούς σκοπούς υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα συλλεγόμενα δεδομένα, τα οποία αφορούν άνω του ενός εκατομμυρίου φορολογουμένους, προέρχονται από έγγραφα που δεν έχουν απόρρητο χαρακτήρα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί της προσβάσεως στις πληροφορίες; Έχει σημασία για τη σχετική εκτίμηση το γεγονός ότι ο κύριος σκοπός της δραστηριότητας αυτής είναι η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων;
3)       Έχει την έννοια το άρθρο 17 της οδηγίας […], σε σχέση με τις αρχές και τον σκοπό της οδηγίας, ότι εμποδίζει τη δημοσίευση των δεδομένων που συνελέγησαν για δημοσιογραφικούς σκοπούς και την παραχώρησή τους για εμπορικό σκοπό;
4)       Έχει την έννοια η οδηγία [...] ότι αποκλείονται εντελώς από το πεδίο εφαρμογής της τα ονομαστικά αρχεία που περιλαμβάνουν μόνον πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως;»
 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
 Επί του πρώτου ερωτήματος
35      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επίμαχα δεδομένα στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού, που αφορούν το ονοματεπώνυμο ορισμένων φυσικών προσώπων των οποίων το εισόδημα υπερβαίνει ορισμένα όρια και, ιδίως, και με προσέγγιση εκατό ευρώ, το ύψος των εισοδημάτων τους από εκμετάλλευση κεφαλαίου και από την εργασία, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας, καθόσον πρόκειται για «πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί» (βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Μαΐου 2003, C-465/00, C-138/01 και C-139/01, Österreichischer Rundfunk κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-4989, σκέψη 64).
36      Στη συνέχεια, αρκεί η διαπίστωση ότι από την ανάγνωση του ορισμού που περιλαμβάνει το άρθρο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι η δραστηριότητα περί της οποίας γίνεται λόγος στο ερώτημα αυτό εμπίπτει στον ορισμό της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως της οδηγίας.
37      Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια δραστηριότητα που συνίσταται:
–        στη συλλογή από τα δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών στοιχείων σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και η περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
–        στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
–        στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
–        στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του,
πρέπει να θεωρηθεί ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
 Επί του τετάρτου ερωτήματος
38      Με το τέταρτο ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως αυτές τις οποίες αφορά το πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), σχετικές με ονομαστικά αρχεία που περιλαμβάνουν μόνον πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως.
39      Συναφώς, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε δύο περιπτώσεις.
40      Η πρώτη περίπτωση αφορά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε σχέση με δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι προβλεπόμενες στους τίτλους V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και, εν πάση περιπτώσει, επεξεργασία η οποία έχει ως αντικείμενο τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους (περιλαμβανομένης και της οικονομικής ευημερίας του, εφόσον η επεξεργασία αυτή συνδέεται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου.
41      Οι δραστηριότητες αυτές, που μνημονεύονται ως παραδείγματα στην πρώτη περίπτωση της διατάξεως αυτής, είναι, σε όλες τις περιπτώσεις, δραστηριότητες που ασκούνται από τα κράτη ή από τις κρατικές αρχές και δεν αφορούν τους τομείς δραστηριότητας των ιδιωτών. Αποσκοπούν να ορίσουν το εύρος της προβλεπομένης στη διάταξη αυτή εξαιρέσεως, οπότε η εν λόγω εξαίρεση εφαρμόζεται μόνο στις δραστηριότητες εκείνες οι οποίες μνημονεύονται ρητώς στη διάταξη αυτή ή μπορούν να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία (ejusdem generis). (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-101/01, Lindqvist, Συλλογή 2003, σ. I-12971, σκέψεις 43 και 44).
42      Όμως, οι δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές που περιγράφει το πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), είναι δραστηριότητες ιδιωτικών εταιριών. Οι εν λόγω δραστηριότητες δεν έχουν καμία σχέση με κάποιο πλαίσιο λειτουργίας των δημοσίων αρχών που να αφορά τη δημοσία ασφάλεια. Κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες αυτές δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς εκείνες περί των οποίων γίνεται λόγος το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 30ής Μαΐου 2006, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-317/04 και C-318/04, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I-4721, σκέψη 58).
43      Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, σχετική με την εξαίρεση αυτή, αναφέρει, ως παραδείγματα επεξεργασίας δεδομένων που πραγματοποιεί φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων την αλληλογραφία και την τήρηση καταλόγων διευθύνσεων.
44      Επομένως, η δεύτερη εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τις δραστηριότητες που εντάσσονται στο πλαίσιο της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των ιδιωτών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Lindqvist, σκέψη 47). Τούτο προφανώς δεν συμβαίνει όσον αφορά τις δραστηριότητες των Markkinapörssi και Satamedia, το αντικείμενο των οποίων είναι η ανακοίνωση των συλλεγομένων δεδομένων σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων.
45      Διαπιστώνεται, κατά συνέπεια, ότι δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των περιπτώσεων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας.
46      Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία δεν προβλέπει κανένα πρόσθετο περιορισμό στο πεδίο εφαρμογής της.
47      Συναφώς, η γενική εισαγγελέας σημειώνει στο σημείο 125 των προτάσεών της ότι το άρθρο 13 της οδηγίας δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις παρά μόνον από ορισμένες διατάξεις αυτής, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 3.
48      Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι μια γενική παρέκκλιση από την εφαρμογή της οδηγίας όσον αφορά τις ήδη δημοσιευθείσες πληροφορίες θα καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό την οδηγία αυτή άνευ ουσίας. Πράγματι, θα αρκούσε στα κράτη μέλη να δημοσιεύουν τα οικεία δεδομένα για να αποφύγουν την έναντι των δεδομένων αυτών προστασία που προβλέπει η οδηγία.
49      Κατά συνέπεια, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως εκείνες περί των οποίων γίνεται λόγος στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), σχετικές με αρχεία δημοσίων αρχών περιλαμβάνοντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχουν μόνον πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
 Επί του δευτέρου ερωτήματος
50      Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 9 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι δραστηριότητες που απαριθμούνται στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία α) έως δ), και αφορούν δεδομένα που προέρχονται από δημόσια έγγραφα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία πρέπει να θεωρηθούν ως δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενες μόνο για δημοσιογραφικούς σκοπούς. Το δικαστήριο αυτό εκθέτει περαιτέρω ότι επιθυμεί να διαφωτισθεί επί του αν ασκεί επιρροή συναφώς το γεγονός ότι ο ουσιαστικός σκοπός των εν λόγω δραστηριοτήτων είναι η δημοσίευση των επίμαχων δεδομένων.
51      Επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία των διατάξεων μιας οδηγίας πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που αυτή επιδιώκει και του συστήματος που θεσπίζει (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-265/07, Caffaro, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 14).
52      Συναφώς, δεν χωρεί αμφιβολία, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως του ιδιωτικού τους απορρήτου, έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, επιτρέποντας παράλληλα την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
53      Εντούτοις, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιδιώκεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι πρέπει να πραγματοποιείται, μέχρις ορισμένου βαθμού, συμβιβασμός των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων σε σχέση με το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου.
54      Το άρθρο 9 της οδηγίας αφορά έναν τέτοιο συμβιβασμό. Όπως προκύπτει ιδίως από την τριακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, σκοπός του άρθρου 9 αυτής είναι να συμβιβάσει δύο θεμελιώδη δικαιώματα: αφενός, της προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου και, αφετέρου, της ελευθερία του λόγου. Το έργο αυτό πρέπει να φέρουν εις πέρας τα κράτη μέλη.
55      Προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός μεταξύ των δύο αυτών θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό την έννοια της οδηγίας 95/46, τα κράτη μέλη καλούνται να προβλέψουν ορισμένες παρεκκλίσεις ή ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά την προστασία δεδομένων και, επομένως, όσον αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα στο ιδιωτικό απόρρητο, το οποίο προβλέπουν τα κεφάλαια II, IV και VI της οδηγίας αυτής. Οι σχετικές παρεκκλίσεις πρέπει να προβλέπονται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής εκφράσεως, που εμπίπτουν στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, μόνον καθόσον αυτές είναι αναγκαίες για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στο ιδιωτικό απόρρητο προς τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία του λόγου.
56      Αφενός, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σημασία που έχει η ελευθερία του λόγου εντός κάθε δημοκρατικής κοινωνίας, οι σχετικές έννοιες, μεταξύ των οποίων εκείνη του δημοσιογραφικού σκοπού, πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως. Αφετέρου, και προκειμένου να επιτευχθεί μια ισόρροπη στάθμιση μεταξύ των δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος στο ιδιωτικό απόρρητο επιτάσσει οι παρεκκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στα προαναφερθέντα κεφάλαια της οδηγίας να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου.
57      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει γίνουν δεκτά τα ακόλουθα.
58      Πρώτον, όπως σημείωσε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών της και όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας, οι εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας ισχύουν όχι μόνον για τις επιχειρήσεις μαζικής ενημερώσεως, αλλά και για κάθε άτομο που ασκεί δημοσιογραφική δραστηριότητα.
59      Δεύτερον, το γεγονός ότι μια δημοσίευση δεδομένων δημοσίου χαρακτήρα συνδέεται με κερδοσκοπικό σκοπό δεν αποκλείει a priori το ενδεχόμενο να μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως δραστηριότητα «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς». Πράγματι, όπως σημειώνουν οι Markkinapörssi και Satamedia στις παρατηρήσεις τους και όπως ανέφερε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 82 προτάσεών της, κάθε επιχείρηση επιδιώκει με τη δραστηριότητά της την πραγματοποίηση κέρδους. Μια ορισμένη εμπορική επιτυχία μπορεί μάλιστα να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιβίωση της επαγγελματικής δημοσιογραφίας.
60      Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη και ο πολλαπλασιασμός των μέσων επικοινωνίας και διαδόσεως πληροφοριών. Όπως σημειώθηκε κατά την παρούσα διαδικασία, μεταξύ άλλων από τη Σουηδική Κυβέρνηση, το υπόθεμα επί του οποίου μεταβιβάζονται τα τυγχάνοντα επεξεργασίας δεδομένα, είτε είναι κλασικό όπως το χαρτί ή τα ερτζιανά κύματα, είτε ηλεκτρονικό όπως το διαδίκτυο, δεν είναι στοιχείο αποφασιστικής σημασίας προς εκτίμηση του αν πρόκειται για δραστηριότητα «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς».
61      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι δραστηριότητες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, αφορώσες δεδομένα που προέρχονται από δημόσια έγγραφα κατά την εθνική νομοθεσία, μπορούν να χαρακτηρίζονται ως δημοσιογραφικές αν με αυτές σκοπείται να ανακοινώνονται στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, με οποιονδήποτε τρόπο. Οι σχετικές δραστηριότητες δεν απαιτείται να συνδέονται αποκλειστικά με επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημερώσεως και μπορούν να ασκούνται με κερδοσκοπικό σκοπό.
62      Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9 της οδηγίας έχει την έννοια ότι οι δραστηριότητες που απαριθμεί το πρώτο ερώτημα, στοιχεία α) έως δ), όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, αφορώσες δεδομένα που προέρχονται από δημόσια έγγραφα κατά την εθνική νομοθεσία, πρέπει να θεωρούνται ως δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ασκούμενες «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αν με αυτές σκοπείται αποκλειστικά να ανακοινώνονται στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει.
Επί του τρίτου ερωτήματος
63      Με το τρίτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 17 της οδηγίας έχει την έννοια ότι εμποδίζει τη δημοσίευση δεδομένων που έχουν συλλεγεί για δημοσιογραφικούς σκοπούς και την παροχή τους για εμπορικό σκοπό.
64      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει να δοθεί η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
65      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1)      Tο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια δραστηριότητα που συνίσταται:
–        στη συλλογή από τα δημόσια έγγραφα των φορολογικών αρχών στοιχείων σχετικών με τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και με την περιουσία φυσικών προσώπων, και η περαιτέρω επεξεργασία τους προκειμένου τα στοιχεία αυτά να δημοσιευθούν,
–        στη δημοσίευσή τους με αλφαβητική σειρά και ανά κατηγορία εισοδημάτων, με τη μορφή ονομαστικών καταλόγων ανά δήμο ή κοινότητα κατοικίας,
–        στην περαιτέρω παράδοσή τους με τη μορφή ψηφιακών δίσκων CD-ROM προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εμπορικό σκοπό,
–        στην επεξεργασία τους στο πλαίσιο υπηρεσίας σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες κινητών τηλεφώνων να πληροφορούνται τα εισοδήματα από την εργασία και την εκμετάλλευση κεφαλαίου, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου, αποστέλλοντας ένα τέτοιο μήνυμα με το όνομα και τον δήμο κατοικίας του
πρέπει να θεωρηθεί ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
2)      Το άρθρο 9 της οδηγίας έχει την έννοια ότι οι δραστηριότητες που απαριθμεί το πρώτο ερώτημα, στοιχεία α) έως δ), όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, αφορώσες δεδομένα που προέρχονται από δημόσια έγγραφα κατά την εθνική νομοθεσία, πρέπει να θεωρούνται ως δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ασκούμενες «αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αν με αυτές σκοπείται αποκλειστικά να ανακοινώνονται στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει.
3)      Δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως εκείνες περί των οποίων γίνεται λόγος στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία γ) και δ), σχετικές με αρχεία δημοσίων αρχών περιλαμβάνοντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχουν μόνον πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί αυτούσιες στα μέσα μαζικής ενημερώσεως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46.


Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Εξαίρεση Δικαστή-Διαδικτυακή φιλία στο Facebook και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ν. Υόρκη: Δεν αρκεί η φιλία στο Facebook μεταξύ δικαστή – διαδίκου για τη θεμελίωση εξαίρεσης
Στο ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι η απλή διαδικτυακή «φιλία» στο Facebook δεν αρκεί για να θεμελιώσει λόγο εξαίρεσης δικαστή σε ποινική δίκη κατέληξε επιτροπή δεοντολογίας στη Νέα Υόρκη

Ν. Υόρκη: Δεν αρκεί η φιλία στο Facebook μεταξύ δικαστή – διαδίκου για τη θεμελίωση εξαίρεσης
Στο ενδιαφέρον συμπέρασμα, ότι η απλή διαδικτυακή «φιλία» στο Facebook δεν αρκεί για να θεμελιώσει λόγο εξαίρεσης δικαστή σε ποινική δίκη κατέληξε επιτροπή δεοντολογίας στη Νέα Υόρκη. Στην γνωμοδότησή της η Συμβουλευτική Επιτροπή Δεοντολογίας των Δικαστών (Advisory Committee on Judicial Ethics) κατέληξε ότι η έννοια της φιλίας γίνεται αντιληπτή με αρκετή χαλαρότητα στον κόσμο της κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να μην επαρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων.
Η γνωμοδότηση δόθηκε με αφορμή την εξέταση ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων σε ποινική δίκη, στην οποία ο δικαστής ήταν «φίλος» στο Facebook με τους γονείς των θυμάτων ενός εγκλήματος. Η υπεράσπιση ζήτησε την απόσυρση του δικαστή από την υπόθεση, ενώ ο ίδιος απευθύνθηκε στην Επιτροπή Δεοντολογίας ζητώντας την γνώμη της. Ο δικαστής ισχυρίστηκε ότι οι γονείς των φερόμενων θυμάτων ήταν απλοί γνωστοί και ότι η διαδικτυακή τους φιλία δεν θα επηρέαζε την αντικειμενικότητα της κρίσης του στην υπόθεση.
 Διατύπωση της Advisory Committee on Judicial Ethics:
 
Opinion 13-39

May 28, 2013


Dear Justice:

         This responds to your inquiry (13-39) asking whether you must, at the request of the defendant and/or, his/her attorney, exercise recusal in a criminal matter because you are “Facebook friends” with the parents or guardians of certain minors who allegedly were affected by the defendant’s conduct. Despite the Facebook nomenclature (i.e., the word “friend”) used to describe these undefined relationships, you indicate that these parents are mere acquaintances and that you can be fair and impartial.

         The Committee believes that the mere status of being a “Facebook friend,” without more, is an insufficient basis to require recusal. Nor does the Committee believe that a judge’s impartiality may reasonably be questioned (see 22 NYCRR 100.3[E][1]) or that there is an appearance of impropriety (see 22 NYCRR 100.2[A]) based solely on having previously “friended” certain individuals who are now involved in some manner in a pending action.

         As the Committee noted in Opinion 11-125, interpersonal relationships are varied, fact-dependent, and unique to the individuals involved. Therefore, the Committee can provide only general guidelines to assist judges who ultimately must determine the nature of their own specific relationships with particular individuals and their ethical obligations resulting from those relationships. With respect to social media relationships, the Committee could not “discern anything inherently inappropriate about a judge joining and making use of a social network” (Opinion 08-176). However, the judge “should be mindful of the appearance created when he/she establishes a connection with an attorney or anyone else appearing in the judge’s court through a social network. . . [and] must, therefore, consider whether any such online connections, alone or in combination with other facts, rise to the level of a . . . relationship requiring disclosure and/or recusal” (id.).
         If, after reading Opinions 11-125 and 08-176, you remain confident that your relationship with these parents or guardians is that of a mere “acquaintance” within the meaning of Opinion 11-125, recusal is not required. However, the Committee recommends that you make a record, such as a memorandum to the file, of the basis for your conclusion. This practice, although not mandatory, may be of practical assistance to you if similar circumstances arise in the future or if anyone later questions your decision. Alternatively, If you need further assistance with your inquiry, please feel free to write or call us.

         Enclosed, for your convenience, are Opinions 11-125 and 08-176 which address this issue.

Very truly yours,

                                                 George D. Marlow, Assoc. Justice
Appellate Div., First Dept. (Ret.)
Committee Chair

Encs.
                                                                                                                                πηγή: www.lawnet.gr

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Χωρίς γιατί... πιο έτσι...


Το Πιό μην καρτερείς
ζήσε το Χωρίς
Το συν μη διαιρείς
Το διά συν τούτω
Όλα γίναν οσονούπω
Στον τόπο του Ναδίρ
Στην άβυσσο του Νότου
Στο τέλος του Ζενίθ
Λάμψη κρότου
Απομακρύνεσαι
στάχτη γίνεσαι
Αφομοιώνεσαι
σε λάσπη εξομοιώνεσαι
Ψήγμα κρύου
ζέσης Κριού
Πρώτης της Άνοιξης
Τρίτης της λήξης
Ενδιάμεσα Κενό
Η ουσία πιο οσία 
και Σύ
χωρίς Γιατί
πιό Έτσι

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Άλαλος Εσύ Πάραλος

Αμηχανία σε τριτημόριο αδημονίας
Κολακευτική κόλαση σε μάτια δίχως ίριδα
Απανταχού πλησμονή σε ημίσεια κλίση δεξιά
Βουρκωμένη εικόνα σε φωνή δίχως ήχο
Τα χείλη ανοιγοκλείνουν να φυλακίσουν το πάθος
Τα ρίγη σιγοσβήνουν για ν'αγαπήσουν το λάθος
Σε ένα σωσίβιο δεν χωράει κανείς άλαλος
μόνο μία ανάμνηση να καίει την Πάραλος
Πνίγομαι και δεν μπορώ να φωνάξω
Χύνομαι και δεν μπορώ να αλλάξω
Σε ένα ηφαίστειο που αφήνει τη λάβα
να ριζώνει σε μία καρδιά δίχως Σάρα
Βαπτίζεσαι σε ουρανό δίχως αετούς
Πετάς με φρούτα σύμμαχο τους λωτούς
Ξεχνάς σε αυτή τη ζωή δεν ήρθες να μείνεις
στάχτη από μούμια ψυχής δεν αφήνεις
Κανείς δε θυμάται τη δική σου εικόνα
ήταν βασιλιάς της Ιθάκης δίχως κορόνα
Η φωνή δεν βγαίνει, το βλέμμα δεν μένει
Το κορμί δεν ιδρώνει, η ψυχή δεν ενώνει
Άλαλος Εσύ Πάραλος
Ένα καράβι που δεν ταξιδεύει
Άλαλος Εσύ Πάραλος
Ένα ταξίδι που δεν αλιεύει

Tomorrowland...Μακάρι να ήμουν και εγώ εκεί...

Στη χώρα του Αύριο...μπορείς να είσαι μαζί μου;

Ό,τι αγγίζεις χρυσά σκοτώνεται

Αχ εσύ απέραντη αγάπη του ποτέ
Αχ εσύ που φωνάζεις ωιμέ
Αχ εσύ στου βάλτου τα απόνερα σταγόνα
Αχ εσύ μια ανθρωπόμορφη γοργόνα
Σε θαλάσσιες διαδρομές σε ψάχνω
μια σε θέλω μια σε χάνω
Αγάπη σε βάφτισαν χωρίς ομοίωμα
Το μίσος στήνεις στο ικρίωμα
Δούλα ενός σατανικού σχεδίου
Πίσω από μια εικόνα προσωπείου
Προδοσία κεντρίζεις με ένα σου βλέμμα
Εξοβελίζεις ακόμα και εκείνο το ψέμα
Εξοστρακίζεις αυτό που σε υπηρετούσε
το όστρακο εκείνο που θεά σε αποκαλούσε
Θαλάσσια μάγεια στο βάθος της κοίτης
Πληγώσαν την αγάπη στο βράχο της λήθης
Κομμάτια μικρά ξεσκίζουν τη σάρκα
και εσύ διαφεύγεις με άδεια τη βάρκα
Χωρίς συνοδηγό τι πάς να κάνεις
Πώς τις πληγές θα αφήσεις να γιάνεις
Εσύ προδοσία συνέχεια κεντρίζεις
σκοτώνεις το θύραμα και δηλητήριο οπλίζεις
Αγάπη το είπαν αυτό, όταν σε είδαν σε ένα βράχο
ν'αρμενίζεις
Αχ αγάπη να ήταν, ακόμη και το μίσος
σ'ένα δανεικό κομμάτι ζωής γεμάτο κροίσσος
Αχ αγάπη να ήταν αυτό
ακόμη και αν, εσύ,
ό,τι αγγίζεις χρυσά σκοτώνεται.




Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Can The Police Search My Cell Phone Without Permission?

 Many of us store our most intimate information on our mobile phones. Photos, videos, contact information and private messages can all be saved in a cell phone’s memory for easy access. In the hands of law enforcement, this data can provide compelling evidence to secure a conviction. If you have been arrested and charged with a crime it is common practice for the police to confiscate your phone, but whether they are entitled to access the data on it is now a matter of intense debate.

Like searching someone’s home or place of work, carrying out a search of someone’s personal phone when they have been arrested for a crime is forbidden without first getting a search warrant.

The matter has been highlighted by the recent ruling in the case of Cedric Smallwood v. State of Florida, who was arrested in January 2008 after he robbed a convenience store. Following Mr. Smallwood's arrest, his phone was seized by law enforcement officers. Incriminating pictures were found on the phone and these pictures were produced in court as evidence before the jury. Smallwood was sentenced to 65 years in jail for his offense and the pictures found on his phone were deemed to be highly influential in persuading the jury to find him guilty. The Florida Supreme Court ruled that the inappropriate seizing and searching of Smallwood’s phone has precluded him from having a fair trial. Despite the compelling evidence against him, Cedric Smallwood was entitled to a retrial with a new jury and only evidence properly gathered and submitted would be admissible.

In order to search a cell phone, a law enforcement officer must produce an affidavit to a judge and obtain a warrant. The judge can issue a search warrant if:

    There are grounds to believe that the phone may have been stolen; or
    It may have been used to commit a crime; or
    It contains evidence that a crime has been committed

If the court issues the warrant then the enforcement officers who applied for it are entitled to search the cellphone.

In practice this means that the police need to have strong grounds to suspect that the phone contains incriminating evidence and be able to demonstrate this belief to the judge.

If you have been arrested and your phone was seized and searched without an appropriate warrant, the impact on your case may be far-reaching.
                                                                                                                                      πηγή:jdsupra.com

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

1/2013 Εγκύκλιος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την προστασία ζώων βάσει του Ν. 4039/2012


Σημείωση: Τέταρτη κατά σειρά εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την ευθεία παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνίων.

"Για δε την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του εγκλήματος {πλημμελήματος} σε βάρος των ζώων στα πλαίσια, ιδίως, του αυτοφώρου, όταν αυτό τελείται μέσω του διαδικτύου ο Εισαγγελέας, με την παραγγελία του για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ιδίως μέσω της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ, παραγγέλλει την ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης να παράσχει τα στοιχεία του χρήστη, διεύθυνση κ.τ.λ. Η ανωνυμία στο διαδίκτυο συνδέθηκε με τρεις {3} γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, υπ. αρ. 9/09, 12/09 και 9/11, στις οποίες αναφέρεται ότι εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας {δεδομένα κίνησης και θέσης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το ν.3471/06, ήτοι τα ηλεκτρονικά ίχνη των χρηστών - ip address - δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος. Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ν.3471/06, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική ένομμη τάξη η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου του έτους 2002, οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ανταπόκριση μεταξύ προσώπων, καθιερώνει την προστασία της επικοινωνίας με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων, γνωμών και ειδικότερα αυτής που γίνεται εντός πλαισίων οικειότητας και ιδιωτικής επικοινωνίας {Ολ. ΑΠ 1/2001}. Οι περιπτώσεις που ενδιαφέρουν, όταν οι ανακριτικές αρχές, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κυρίας ανάκρισης ζητούν την ανακοίνωση εκ μέρους των παροχών υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στοιχείων, σχετικών, με την ταυτότητα και τη θέση της συνδέσεως ή του χρήστη, εκφεύγουν του προστατευτικού πεδίου της διατάξεως του άρθρου 19 του Συντάγματος. Οι επαφές αυτές έχουν εγκληματικό περιεχόμενο. Προκειμένου δε να ασκηθούν τα δικαιώματα του ατόμου, κατ' άρθρον 25 παρ. 1 του Συντάγματος για παροχή προστασίας {αρ. 20 του Συντάγματος} και τιμωρήσεως των εγκλημάτων {αρ. 96 παρ. 1 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος}, μπορούν να συγκεντρώνουν τα αναγκαία αποδεκτά στοιχεία για τη βεβαίωση του εγκλήματος {αρ. 251, 239 παρ.1-2 και 248 Κ.Π.Δ}, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία άρσεως του απορρήτου του ν. 2225/94, βεβαίως με την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, όταν δηλαδή μόνο με αυτό το μέσο θα γίνει δυνατή η βεβαίωση του εγκλήματος και η ανακάλυψη του δράστη. Η δε νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης {οδηγία 2002/58 - ν. 3471/06 και οδηγία 24/06 - ν. 3417/11, διευρύνει την έννοια της απόρρητης και προστατευόμενης επικοινωνίας αφού ο ορισμός περί επικοινωνίας είναι ευρύτερος του άρθρου 19 του Συντάγματος. Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης {οδηγία 2002/58, ν. 3471/06 και η οδηγία 24/06 - ν. 3417/11, διευρύνει την έννοια της απόρρητης και προστατευόμενης επικοινωνίας και ως εκ τούτου το θέμα της ανωνυμίας στο διαδίκτυο δέον θα ήταν να αντιμετωπιστεί νομοθετικά για να προληφθεί το έγκλημα μέσω διαδικτύου και να τεθούν όρια στην ανώνυμη χρήση με ταυτοποίηση των διαχειριστών ή χρηστών".



Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1
Ετος: 2013

Περίληψη

Αποσαφήνιση ζητημάτων που έχουν εγερθεί από την εφαρμογή του Ν. 4039/2012 περί προστασίας ζώων.

Κείμενο Απόφασης
Αθήνα, 8 Απριλίου 2013 Αριθμ. πρωτ. 1631
Αριθ. Εγκ. 1/13
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο ΕΙΣΑΓΓΈΛΕΥΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Τηλ : 2106419366
Fax: 2106411523
Προς
Τους κ. κ. Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών της χώρας
ΘΕΜΑ : Αποσαφήνιση ζητημάτων που έχουν εγερθεί από την εφαρμογή του Ν. 4039/2012.
Με αφορμή την αρμοδιότητα στην εποπτεία επί θεμάτων προστασίας περιβάλλοντος καθώς και το γεγονός ότι κατά την ημερίδα που πραγματοποίησε επιτυχώς η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος με την Πανελλήνια Συνομοσπονδία Φιλοζωικών και Περιβαλλοντικών Σωματείων Ελλάδας το Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013, 5 μ.μ. στο Αμφιθέατρο «Α. Αργυριάδη» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ανεδείχθησαν προβλήματα που αναφύονται από την σχετική νομοθεσία περί προστασίας ζώων, έχοντας υπόψη και την πολύτιμη εμπειρία που έχει αποκτήσει το ειδικό Τμήμα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών με υπεύθυνη εισαγγελέα την κα Α. Θεοδωροπούλου, αποστέλλουμε την παρούσα εγκύκλιο προς διευκόλυνση του έργου Σας πάντα κατά τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει η διάταξη του άρθρου 177§1 ΚΠΔ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4039/12, περί προστασίας ζώων Α) Με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 9, απαγορεύεται, ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ' αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός. Η στείρωση του ζώου καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δε θεωρείται ακρωτηριασμός. Β) Απαγορεύεται, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κινηματογραφικών ταινιών και γενικότερα οπτικοακουστικού υλικού εκπαιδευτικού προσανατολισμού, η πώληση, εμπορία και παρουσίαση - διακίνηση μέσω διαδικτύου οποιουδήποτε οπτικοακουστικού υλικού, όπως βίντεο ή άλλου είδους κινηματογραφικού ή φωτογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον ζώου, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου με σκοπό το κέρδος ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά. Στην ανωτέρω απαγόρευση συμπεριλαμβάνεται και η περίπτωση της μονομαχίας μεταξύ ζώων. Γ) Σε περίπτωση τραυματισμού ζώου συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα ο υπαίτιος της πράξης αυτής, υποχρεούται να ειδοποιήσει άμεσα τον οικείο Δήμο, προκειμένου να παρασχεθεί στο τραυματισμένο ζώο η απαραίτητη κτηνιατρική φροντίδα.
Εκτός από την έννοια της ενεργητικής κακοποίησης, αντιληπτό καθίσταται το γεγονός ότι στην έννοια της παθητικής κακοποίησης του άρθρου 16 του ν.4039/12 ή του άρθρου 1 του ν. 1197/81 ο οποίος δεν έχει καταργηθεί εισέτι, περιλαμβάνονται ενδεικτικά, η έλλειψη καταλύματος, το ακατάλληλο κατάλυμα ή τα στενά κλουβιά, η μόνιμη αλυσόδεση, η ακατάλληλη τροφή, η μόνιμη παραμονή σε μπαλκόνια, ταράτσες, η έλλειψη νερού ή νερού μη κατάλληλου, χώροι μη στεγνοί και καθαροί, προστατευόμενοι από τις καιρικές συνθήκες, η έλλειψη φροντίδας για κτηνιατρική περίθαλψη σε περίπτωση ασθενειών τους, αλλά και τον τακτικό εμβολιασμό και την αποπαρασίτωσή τους, η έλλειψη καθημερινής άσκησης και περιπάτου.
Μείζονος σημασίας θέμα, καθίσταται και η αναφορά στην αστυνομική αρχή ότι πρόκειται για αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα για το οποίο δεν προσαπαιτείται η καταβολή του παραβόλου των 100 ευρώ, ως ισχύει για τα κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, αλλά και η τήρηση της αυτοφώρου διαδικασίας, κρίνεται αναγκαία για τον κολασμό του εγκλήματος αυτού που έχει βαρύνουσα εγκληματική απαξία. {Σχετική η υπ αρ. 71377/12/396322, από 30-32012, εγκύκλιος, του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς τις αστυνομικές αρχές της χώρας.
Αυτονόητη κρίνεται η συνεργασία με τους φιλοζωικούς συλλόγους, αλλά και απαραίτητη, σε πλείστες περιπτώσεις, η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 για προσωρινή ή οριστική αφαίρεση του ζώου από την κατοχή του παραβάτη των διατάξεων του άρθρου 5 παρ1 περ. α', β', γ' και του άρθρου 16 όταν η μεταχείριση του ζώου είναι ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση και προκάλεσε ιδιαίτερο πόνο στο ζώο. Επίσης μπορεί ο Εισαγγελέας, με διάταξη του να απαγορεύσει την απόκτηση άλλου ζώου από τον παραβάτη.
Σκόπιμη κρίνεται και η επιτόπια μετάβαση του αρμοδίου Εισαγγελέα όταν επιλαμβάνεται δημοσιεύματος ή καταγγελίας προς διενέργεια αυτοψίας για να διαπιστώσει τις συνθήκες που επικρατούν σε οποιοδήποτε καταφύγιο αδέσποτων ζώων συντροφιάς ή εκτροφείο κι αν αυτές δεν είναι σύμφωνες με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 και στις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, προκειμένου με προσωρινή διάταξη του, να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να λάβει ο ιδιοκτήτης του καταφυγίου ή εκτροφείου και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να συμμορφωθεί.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4039/12, καθορίζεται ο κτηνίατρος που έχει πιστοποιηθεί, ως αρμόδιος φορέας, εκτέλεσης της σήμανσης και της καταγραφής των ζώων συντροφιάς και ιδιοκτητών τους στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική βάση. Οι φορείς εκτέλεσης της σήμανσης και της καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους, διενεργούν τη σήμανση των ζώων συντροφιάς με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων μέσων ηλεκτρονικής σήμανσης, καταχωρούν τα στοιχεία τόσο των ζώων όσο και των ιδιοκτητών τους στη διαδικτυακή ηλεκτρονική βάση , την οποία τηρούν σε διαρκή βάση και εκδίδουν βιβλιάριο υγείας κατά τη σήμανση των ζώων συντροφιάς ή διαβατήριο, σε περίπτωση που το ζώων θα μεταφερθεί στο εξωτερικό (αρ. 3 παρ.3). Τα ανωτέρω, εφαρμόζονται και για τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς, ενώ καθορίζεται υποχρεωτική η σήμανση κάθε ζώου συντροφιάς, εξαιρουμένων των σκύλων που χρησιμοποιούνται για την φύλαξη ποιμνίων, {αρ 4 παρ. 2 και 3α}. Οι υπηρεσίες της Δημοτικής Αστυνομίας, της Οηροφυλακής των κυνηγετικών συλλόγων και οι υπάλληλοι των Τελωνείων και των Σταθμών Υγειονομικού Κτηνιατρικού ελέγχου, εφοδιάζονται με τους κατάλληλους ανιχνευτές για την αναγνώριση των ιδιοκτητών δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς που φέρουν ηλεκτρονική σήμανση, [αρ.4 παρ.9]. Στην παρ. 1 του άρθρου 5, καθορίζονται αναλυτικά οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών του δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς, δηλαδή η σήμανση και καταγραφή του ζώου, η δήλωση απώλειας εντός πενθημέρου, η τήρηση των κανόνων ευζωίας, η εξασφάλιση κατάλληλου καταλύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 7 η διοργάνωση εκθέσεων με ζώα συντροφιάς επιτρέπεται μετά από σχετική άδεια της αρμόδιας Υπηρεσίας Κτηνιατρικής του οικείου Δήμου {αρ 7}, όπου ορίζονται και οι υποχρεώσεις όσων διοργανώνουν εκθέσεις. Με τη διάταξη του άρθρου 8 επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε μονοκατοικίες και πολυκατοικίες που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και κάτω υπό προϋποθέσεις, ενώ απαγορεύεται η διατήρηση και παραμονή ζώων συντροφιάς σε κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας {αρ 8}. Η περισυλλογή και η διαχείριση αδέσποτων ζώων συντροφιάς όπως ορίζεται στο άρθρο 9 αποτελεί υποχρέωση των Δήμων, δυνητικά μπορεί να ασκείται και από Συνδέσμους Δήμων, καθώς και από Φιλοζωικές ενώσεις και Σωματεία σε συνεργασία με τον οικείο Δήμο, εφόσον αυτά διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές. Για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, συγκροτούνται συνεργεία από άτομα κατάλληλα εκπαιδευμένα και έμπειρα στην αιχμαλωσία ζώων συντροφιάς που καθοδηγούνται από κτηνίατρο. Η μετακίνηση και μεταφορά ζώων συντροφιάς διέπεται από τις διατάξεις των κανονισμών 998/2003, 338/2010, 1/2005 και του ΠΔ 184/1996 {αρ 10 παρ1}.
Επιτρέπεται, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων ή κανονισμών των μέσων μαζικής μεταφοράς, καθώς και στα ταξί και επιβατηγά πλοία, εφόσον τα ζώα είναι τοποθετημένα σε ασφαλές κλουβί μεταφοράς και συνοδεύονται από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο τους {αρ 10 παρ.2}. Με το άρθρο 12, θεσπίζεται απαγόρευση της χρησιμοποίησης κάθε είδους ζώου σε κάθε είδους θεάματα {τσίρκο ή σε θίασο με ποικίλο πρόγραμμα} και άλλες συναφείς δραστηριότητες. Επίσης, απαγορεύεται η εκτροφή, η εκπαίδευση και χρησιμοποίηση ζώων για οποιαδήποτε είδος μονομαχίας, καθώς και η εκτροφή και χρησιμοποίηση σκύλων και γατών για παραγωγή γούνας, δέρματος, κρέατος ή για την παρασκευή φαρμακευτικών ή άλλων ουσιών. Με το άρθρο 14, καθορίζεται ότι ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του άρθρου 12.
Στο άρθρο 20 προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις. Σύμφωνα με την παρ.1 αυτού, η παράνομη εμπορία ζώων συντροφιάς κατά τους όρους του εν λόγω νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από (5.000) ευρώ έως (15000) ευρώ. Με την ίδια ποινή φυλάκισης και χρηματική τιμωρία τιμωρούνται οι παραβάτες των διατάξεων των παρ. α' και β' του άρθρου 16 (άρθρο 20, παρ. 2). Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 12 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη και με χρηματική ποινή από (5.000) ευρώ έως (15.000) ευρώ (άρθρο 20, παρ.3). Οι παραβάτες της διάταξης της περίπτωσης β' της παρ. 8 του άρθρου 5, καθώς και η κλοπή οποιουδήποτε ζώου συντροφιάς τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και με χρηματική ποινή (3.000) ευρώ, ενώ η κλοπή κυνηγητικού σκύλου ή σκύλου βοηθείας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος και χρηματική ποινή από (5.000) ευρώ έως (8.000) ευρώ (άρθρο 20, παρ.4 ). Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 20, η έκθεση βεβαίωσης της παράβασης, που συντάσσεται από την αρμόδια αρχή για τις περιπτώσεις των παραγράφων 1 έως 4 του ιδίου άρθρου, διαβιβάζεται αυθημερόν στον αρμόδιο Δήμο για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και προστίμων.
Ο ισχύον στη χώρα μας νόμος 4039/12, ορίζει ως αρμόδια όργανα βεβαίωσης των παραβάσεων που διαπιστώνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων ελέγχου, τη Δημοτική Αστυνομία, τη θηροφυλακή των κυνηγετικών συλλόγων, τους υπαλλήλους των τελωνείων και των Σταθμών Υγειονομικού ελέγχου. Ως και στο άρθρο 21, {που προβλέπει τις διοικητικές κυρώσεις και τα πρόστιμα}, αρμόδια όργανα βεβαίωσης των παραβάσεων του νόμου, αναφέρει τη Δημοτική Αστυνομία και τους ως άνω λοιπούς κι όταν δε λειτουργεί υπηρεσία Δημοτικής αστυνομίας, άλλη αρμόδια Υπηρεσία του Δήμου. Ως φαίνεται η βούληση του νομοθέτη ήταν να αφαιρέσει την αρμοδιότητα αυτή από την ΕΛ.ΑΣ και να την αναθέσει, αποκλειστικά στη Δημοτική Αστυνομία {συμφώνως και με το άρθρο 1 εδ' 24 του ν.3431/2008 που διέπει τη Δημοτική Αστυνομία}, τούτη ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν τα ζώα συντροφιάς, ενώ όταν η αρμοδιότητα τυγχάνει συντρέχουσα με αυτή της ΕΛ.ΑΣ., αναφέρεται ρητώς, ως επί παραδείγματι, η ρύθμιση της κυκλοφορίας του εδαφίου 8, ασκείται από κοινού με την ΕΛ.ΑΣ. Στο Π.Δ. 258/86 {Κ.Π.Δ}, ορίζεται: Στο άρθρο 33, ότι η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση {άρ. 31 παρ.1, στοιχ. α', β', γίνονται ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και υπό τη διεύθυνση του, 1} από τους Πταισματοδίκες και Ειρηνοδίκες, 2}από τους βαθμοφόρους της χωροφυλακής που έχουν βαθμό, τουλάχιστον, υπενωματάρχη και 3} από τους υπαλλήλους που έχουν βαθμό, τουλάχιστον υπαρχιφύλακα, στο δε άρθρο 34, ότι η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων ενεργείται και από δημοσίους υπαλλήλους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πάντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του Εισαγγελέα Πλημ/κών. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώνουν, χωρίς χρονοτριβή, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο, για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Συμφώνως δε με το άρθρο 243 παρ.1, η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο, μετά από γραπτή παραγγελία του Εισαγγελέα, οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Η προανάκριση ενεργείται από οποιοδήποτε ανακριτικό υπάλληλο, μετά από γραπτή παραγγελία του Εισαγγελέα αν από τη καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του Εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον Εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν, χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Στο δε άρθρο 16 του ν. 2800/2000, ορίζεται ότι καθήκοντα γενικών ανακριτικών υπαλλήλων, ασκεί το αστυνομικό προσωπικό που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 33 του Κ.Π.Δ. Με τις ανωτέρω διατάξεις με τις οποίες καταργείται κάθε προγενέστερη γενική ή ειδική αντίθετη ρύθμιση, δημιουργείται τεκμήριο αρμοδιότητας, υπέρ της Δημοτικής Αστυνομίας, για τον έλεγχο εφαρμογής των κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν τοπικές υποθέσεις, η άσκηση δε αστυνόμευσης από τη Δημοτική Αστυνομία δε συνεπάγεται ρωγμή στο σύστημα αστυνόμευσης της χώρας, αφού η δημοτική αστυνομία δεν αναλαμβάνει την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων αστυνόμευσης στα διοικητικά της όρια, αλλά δρα συμπληρωματικά και μάλιστα σε συνάφεια με τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων.
Η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση γίνονται ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και υπό τη διεύθυνση του, τόσο από Ειρηνοδίκες -Πταισματοδίκες και Αστυνομικούς υπαλλήλους της ΕΛ.ΑΣ. {γενικοί προανακριτικοί υπάλληλοι}, όσο και από λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, όπου αυτό προβλέπεται ρητά {ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι}. Στους τελευταίους υπάγεται και το αστυνομικό προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας. Η αρμοδιότητα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων για διενέργεια προανακρίσεως σε ορισμένα εγκλήματα δεν αποκλείει την παράλληλη αρμοδιότητα των γενικών προανακριτικών υπαλλήλων να ενεργήσουν προανάκριση και για τα εγκλήματα αυτά. Τούτο συνάγεται, σαφώς από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 34 του Κ.Π.Δ., προκειμένου να ορισθεί η αρμοδιότητα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων για διενέργεια προανακρίσεως, σε ορισμένα εγκλήματα. Τόσο οι γενικοί, όσο και οι ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι, ενεργούν καταρχήν προανάκριση, μετά από έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Σε δύο {2} όμως περιπτώσεις, κατ' εξαίρεση, οι προανακριτικοί υπάλληλοι {γενικοί και ειδικοί}, μπορούν, αλλά και υποχρεούνται να ενεργήσουν προανάκριση, χωρίς προηγούμενοι παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ήτοι: 1} όταν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημ/μα και 2} όταν επίκειται από την αναβολή, κατά την κρίση τους κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί, η βεβαίωση του διαπραχθέντος εγκλήματος και η ανακάλυψη του δράστη, οπότε οφείλουν να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη, να ανακαλυφθεί ο δράστης και να ειδοποιούν, αμέσως, τον Εισαγγελέα Πλημ/κών.
Αν για το ίδιο έγκλημα, επιληφθούν της προανακρίσεως περισσότεροι προανακριτικοί υπάλληλοι που υπόκεινται στον ίδιο Εισαγγελέα, όπως λ.χ. ένας γενικός και ένας ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, επέρχεται μεταξύ αυτών σύγκρουση αρμοδιότητας η οποία αίρεται από τον εν λόγω Εισαγγελέα, δυνάμει των άρθρων 31,33 και 34 του Κ.Π.Δ. Επομένως, η βεβαίωση των διοικητικών παραβάσεων γίνεται μόνο από τα όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας, το δε προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ., καθίσταται αναρμόδιο, καθ' ύλην.
Όμως οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ., ως γενικοί προανακριτικοί υπάλληλοι, εφόσον υπάρχει σχετική Εισαγγελική παραγγελία ή πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή απειλείται κίνδυνος να ματαιωθεί ή δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή να αποκαλυφθεί ο δράστης, υποχρεούνται στις αναγκαίες προανακριτικές ενέργειες για τη βεβαίωση των αξιοποίνων πράξεων, την ανακάλυψη του δράστη και την ειδοποίηση του Εισαγγελέα. Παράλληλα, όμως, οφείλουν, να ενημερώνουν και τον οικείο Ο.Τ.Α για τις διοικητικές παραβάσεις. Σημειωτέον, ότι, οι της Δημοτικής Αστυνομίας, δε διαθέτουν εξοπλισμό και κρατητήρια για να προβούν σε σύλληψη στα πλαίσια του αυτοφώρου. {Σχετική η υπ. αρ. 448/2010 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους}. Επομένως, στην πραγματικότητα για την τήρηση του αυτοφώρου αρμόδια καθίσταται η Ελληνική αστυνομία, για το αυτεπαγγέλτως διωκόμενο αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 16 του ν. 4039/2012.
Για δε την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του εγκλήματος {πλημμελήματος} σε βάρος των ζώων στα πλαίσια, ιδίως, του αυτοφώρου, όταν αυτό τελείται μέσω του διαδικτύου ο Εισαγγελέας, με την παραγγελία του για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ιδίως μέσω της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ, παραγγέλλει την ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης να παράσχει τα στοιχεία του χρήστη, διεύθυνση κ.τ.λ. Η ανωνυμία στο διαδίκτυο συνδέθηκε με τρεις {3} γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, υπ. αρ. 9/09, 12/09 και 9/11, στις οποίες αναφέρεται ότι εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας {δεδομένα κίνησης και θέσης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το ν.3471/06, ήτοι τα ηλεκτρονικά ίχνη των χρηστών - ip address - δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος. Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ν.3471/06, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική ένομμη τάξη η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου του έτους 2002, οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ανταπόκριση μεταξύ προσώπων, καθιερώνει την προστασία της επικοινωνίας με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων, γνωμών και ειδικότερα αυτής που γίνεται εντός πλαισίων οικειότητας και ιδιωτικής επικοινωνίας {Ολ. ΑΠ 1/2001}. Οι περιπτώσεις που ενδιαφέρουν, όταν οι ανακριτικές αρχές, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κυρίας ανάκρισης ζητούν την ανακοίνωση εκ μέρους των παροχών υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στοιχείων, σχετικών, με την ταυτότητα και τη θέση της συνδέσεως ή του χρήστη, εκφεύγουν του προστατευτικού πεδίου της διατάξεως του άρθρου 19 του Συντάγματος. Οι επαφές αυτές έχουν εγκληματικό περιεχόμενο. Προκειμένου δε να ασκηθούν τα δικαιώματα του ατόμου, κατ' άρθρον 25 παρ. 1 του Συντάγματος για παροχή προστασίας {αρ. 20 του Συντάγματος} και τιμωρήσεως των εγκλημάτων {αρ. 96 παρ. 1 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος}, μπορούν να συγκεντρώνουν τα αναγκαία αποδεκτά στοιχεία για τη βεβαίωση του εγκλήματος {αρ. 251, 239 παρ.1-2 και 248 Κ.Π.Δ}, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία άρσεως του απορρήτου του ν. 2225/94, βεβαίως με την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, όταν δηλαδή μόνο με αυτό το μέσο θα γίνει δυνατή η βεβαίωση του εγκλήματος και η ανακάλυψη του δράστη. Η δε νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης {οδηγία 2002/58 - ν. 3471/06 και οδηγία 24/06 - ν. 3417/11, διευρύνει την έννοια της απόρρητης και προστατευόμενης επικοινωνίας αφού ο ορισμός περί επικοινωνίας είναι ευρύτερος του άρθρου 19 του Συντάγματος. Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης {οδηγία 2002/58, ν. 3471/06 και η οδηγία 24/06 - ν. 3417/11, διευρύνει την έννοια της απόρρητης και προστατευόμενης επικοινωνίας και ως εκ τούτου το θέμα της ανωνυμίας στο διαδίκτυο δέον θα ήταν να αντιμετωπιστεί νομοθετικά για να προληφθεί το έγκλημα μέσω διαδικτύου και να τεθούν όρια στην ανώνυμη χρήση με ταυτοποίηση των διαχειριστών ή χρηστών.
Εν κατακλείδι, η παροχή τροφής και νερού σε αδέσποτα ζώα δεν παραβιάζει τις διατάξεις του ν.4039/2012, είναι μέσα στο πνεύμα σεβασμού κάθε έμβιας ύπαρξης για δικαίωμα στη ζωή, πρέπει όμως να τηρούνται συνθήκες καθαριότητας, η έλλειψη της οποίας ασφαλώς δημιουργεί ευθύνη.
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Κοινοποίηση :
• Υπουργείο Εσωτερικών
• Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
• Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη
• Κτηνιατρική Σχολή Α.Π.Θ.
(προς κάθετη ενημέρωση των υπηρεσιών τους)