Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ένα μικρό έγκλημα


Για πες, απολογείσαι ή υποκρίνεσαι
αποκρίνομαι, και αν κρίνομαι
όταν επικρίνομαι, ζω και υπάρχω
πάντα απολογούμενος
δεν βαρέθηκες το εδώλιο
τέτοιο είδωλο, χωρίς δόλο μα και αμέλεια
μα τέτοια άχρωμη δικαιοσύνη
δεν ονειρεύτηκα κλεισμένος στη βιτρίνα
περικυκλωμένος από ποινές
εξαντλημένος από υποδείξεις
με μη επαρκείς ενδείξεις
ενοχοποιημένος δραπέτης
και τέτοια ελευθερία, ποια η χρησιμότητα
σ'αυτή την εγκαθετότητα
σε τέτοιο κλουβί, αναγκαίο πολύ
με την πόρτα ανοιχτή
βράδυ-πρωί
θ'αναζητώ, το πολύ, μια ετυμηγορία απλή
επ'αόριστον υπηρέτης μιας ποινής χωρίς έγκλημα
χωρίς να γίνω εγκληματίας
εγκληματώ στο περιθώριο του εγκλήματος
ημίμετρο για τη Δικαιοσύνη που αγάπησα
αυτή που ξέρει να εκτιμά τους αληθινούς εγκληματίες

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: Πότε δεν προστατεύονται


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 509
Ετος: 2014

Περίληψη

Προστασία προσωπικών δεδομένων που αφορούν ποινικές διώξεις και καταδίκες - Αποζημίωση λόγω παράβασης προσωπικών δεδομένων, λόγω προσβολής της προσωπικότητας -. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος επιτρέπεται μόνον, όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεσή του, κατ’ εξαίρεση δε και χωρίς την συγκατάθεσή του, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας που επιβάλλεται από τον νόμο. Η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δεδομένα που αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες, απαγορεύεται κατά κανόνα και κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στις αναφερόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, εφόσον προηγηθεί πάντοτε άδεια της Αρχής. Περίπτωση Διευθυντή ΠεΣΥ που υπέβαλε αναφορά προς τον εισαγγελέα και ζητούσε τη διαγραφή από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων ιατροδικαστή, συνυποβάλλοντας αντίγραφα αναφορών και δικαστικών αποφάσεων, καθώς και δημοσιεύματα κατά του ιατροδικαστή. Το εφετείο απέρριψε την αγωγή, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου για την εύρυθμη λειτουργία των νοσοκομείων της περιοχής του.


Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 509/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 μη οριστική και 148/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 13-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α' ΚΠολΔ: " Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν. Εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, το δε δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 932 AK: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. Π.Κ. πράξεων αίρεται σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.1 περ.α'-δ' Π.Κ., μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων,την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (Α.Π.121/2012, Α.Π. 109/2012). Τέλος, 1) από το άρθρο 2 παρ.5 Ν.2889/2001 (Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις), όπως ίσχυε μέχρι της κατά την 3-5-2005 καταργήσεώς του με το άρθρο 42 παρ.1 Ν.3329/2005, προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Πε.Σ.Υ.Π. (Περιφερειακού Συστήματος Υγείας), το όποιο ήταν Ν.Π.Δ.Δ., είχε, μεταξύ των άλλων, τις αρμοδιότητες να "Εποπτεύει και εξασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Πε.Σ.Υ. όσο και των αποκεντρωμένων μονάδων"και να "Συγκαλεί το Δ.Σ. του Πε.Σ.Υ. και διευθύνει τις συνεδριάσεις του". Και 2) από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 περ.α' και β', 4, 5 παρ.παρ.1, 2 περ.β' και 7 Ν.2472/1997 (Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων) συνάγεται, ότι α) η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεσή του, κατ' εξαίρεση δε και χωρίς την συγκατάθεσή του, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από τον νόμο, β) ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δεδομένα τα οποία αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες, απαγορεύεται κατά κανόνα και κατ'εξαίρεση επιτρέπεται στις αναφερόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, εφόσον προηγηθεί πάντοτε άδεια της Αρχής. Από την διάταξη δε του άρθρου 23 παρ.1 Ν.2472/1997 η οποία ορίζει: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 Α.Κ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1977 ή (και) των κατ'εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ'ελάγχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 23 Ν.2472/1997 (Α.Π. 1923/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: " Ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα 5/1/2004 μέχρι 14/5/2005 εκτελούσε τα καθήκοντα του Προέδρου-Γενικού Διευθυντή του Περιφερειακού Συστήματος Υγείας (Πε.Σ.Υ.) της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, που αποτελεί ΝΠΔΔ, στο οποίο υπάγονται όλες οι Νοσοκομειακές Μονάδες, τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά Ιατρεία της άνω Περιφέρειας ....Ο ενάγων, ο οποίος είναι ιατροδικαστής (από το έτος 1994) και διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών (από το έτος 1997), ασκεί τα καθήκοντα του ιατροδικαστή, ως ελεύθερος επαγγελματίας, έχοντας την επαγγελματική του έδρα στην Αττική. Με την ειδικότητα του αυτή παρείχε τις υπηρεσίες, διενεργώντας νεκροψίες και νεκροτομές, κατόπιν, πολλές φορές, παραγγελιών της Αστυνομίας, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων, πριν το έτος 2004, και στη Στερεά Ελλάδα (στη Λαμία, στη Λιβαδειά κλπ.). Ειδικότερα, με σχετικές παραγγελίες, τα έτη 2000-2005 διενεργούσε ιατροδικαστικές πράξεις (νεκροψίας και νεκροτομής) μέσα στα νοσοκομεία της άνω Περιφέρειας.... Κατά την εκτέλεση ιατροδικαστικών πράξεων στο νοσοκομείο Λιβαδειάς, από το έτος 2001 δεν υπήρχε καλή συνεργασία μεταξύ αυτού και του τότε διοικητή του νοσοκομείου Ν.Ρ.....Στις αρχές του έτους 2004, ο ως άνω Ν.Ρ., έχοντας γνώση της όλης συμπεριφοράς του ενάγοντος σε άλλα νοσοκομεία, των εις βάρος του ποινικών διώξεων για πράξεις που είχαν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του και δημοσιευμάτων σε εφημερίδες που αφορούσαν τον ενάγοντα, επειδή θεωρούσε ότι, στα πλαίσια της εύρυθμης λειτουργίας του νοσοκομείου Λιβαδειάς, έπρεπε, εξαιτίας των ως άνω, ο ενάγων να μη παρέχει ιατροδικαστικές υπηρεσίες στο νοσοκομείο, προσέφυγε στην αρμόδια διοίκηση του Πε.Σ.Υ. Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Συγκεντρώνοντας πολλές δικαστικές αποφάσεις (ποινικών Δικαστηρίων) ή και αναφορές υπηρεσιών και δημοσιεύματα εφημερίδων που αφορούσαν τον ενάγοντα (και είχαν σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων κατά την περίοδο 1995-2001 σε πολλές περιοχές της Ελλάδας) τα απέστειλε στον εναγόμενο, ως πρόεδρο του Δ.Σ. του άνω Πε.Σ.Υ.....Ο εναγόμενος, ενεργώντας με την άνω ιδιότητα και ως είχε υποχρέωση να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία όλων των νοσοκομειακών (και όχι μόνο) μονάδων, ενημέρωσε το ΔΣ του Πε.Σ.Υ. για τα ως άνω στοιχεία και ζήτησε την εξουσιοδότηση του (του ΔΣ του Πε.Σ.Υ.) να καταθέσει σχετική αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος, αφού λάβει γνώση και αυτός των στοιχείων που έλαβε από τον άνω Ν.Ρ. (πρώην, τότε, προέδρου του άνω νοσοκομείου Λιβαδειάς), να εξετάσει τη δυνατότητα διαγραφής του ενάγοντος από τον κατάλογο των ιατροδικαστών και πραγματογνωμόνων των Δικαστηρίων Λαμίας και αποκλεισμού του από κάθε μελλοντικό κατάλογο. Το ΔΣ παρείχε την άνω εξουσιοδότηση .... και στη συνέχεια ο εναγόμενος, ενεργώντας ως πρόεδρος του ΔΣ., σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως του Συμβουλίου του Πε.Σ.Υ., συνέταξε και απέστειλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Λαμίας την από 9-3-2004 αίτηση-αναφορά, η οποία, κατά περιεχόμενο, έχει επακριβώς ως εξής: "ΠΡΟΣ Την κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΛΑΜΙΑΣ Αίτηση-Αναφορά Β. Τ., Προέδρου του Δ.Σ.-Γεν: Διευθυντή του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Πε.Σ.Υ.Π. Στερεάς Ελλάδας ....Κυρία Εισαγγελεύ, Σας Γνωρίζω ότι σε βάρος του Ο. Π., ιατροδικαστή της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, εκδόθηκαν Καταδικαστικές Αποφάσεις, Βουλεύματα Δικαστικών Συμβουλίων, Αποφάσεις- Πράξεις των Δ.Σ. ΝΠΔΔ/Συλλόγων, καθώς επίσης και Δημοσιεύματα σε Πανελλαδικής και Τοπικής κυκλοφορίας Ημερήσιο Τύπο, τα οποία με υποχρεώνουν ως εκ της ιδιότητας μου να ζητήσω την διαγραφή του από τον κατάλογο ιατροδικαστών και πραγματογνωμόνων που τηρείται στην Εισαγγελία Λαμίας, καθόσον, όπως και η ίδια θα διαπιστώσετε από τον φάκελο που σας προσκομίζω, η συμπεριφορά του δεν είναι η προσήκουσα και δημιουργεί προβλήματα στα Νοσοκομεία της Περιφέρειάς μας, οι Διοικητές δε των Νοσοκομείων δεν έχουν την δυνατότητα να απαγορεύσουν την είσοδό του σε αυτά, αφού λαμβάνει σχετική παραγγελία από το Αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, προκειμένου να προβεί σε νεκροτομή μέσα στα Νοσοκομεία της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Συγκεκριμένα: Α. Καταδικαστικές αποφάσεις: 1)Υπ' αρ. 872/15-06-2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η ασκηθείσα έφεση του κατά των 4036, 4037, 4038, 4039, 4040/23-11-1997 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. 2) Υπ' αρ. 4036, 4037, 4038, 4039, 4040/23-11-1997 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Ο. Π. του Κ. για τις αξιόποινες πράξεις : α) της εκβίασης κατ' εξακολούθηση (Π.Κ. 385 παρ. 1 περ. β' γ') και β) της απειλής κατ' εξακολούθηση (Π.Κ. 386) 3) Υπ' αρ. 198/27-01-1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην ο κατηγορούμενος Ο. Π. του Κ. για τις αξιόποινες πράξεις: α) της παράβασης καθήκοντος (Π.Κ. 259) και β) της απείθειας πραγματογνώμονα (Π.Κ. 169), που έλαβαν χώρα στην Τρίπολη στις 23-09-1996 και 21-09-1996 αντίστοιχα. Β. Βουλεύματα των αρμοδίων Δικαστικών Συμβουλίων με αριθμό: 1) 103/1997 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος Ο. Π. του Κ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος και β) της εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, αμφοτέρων κατ' εξακολούθηση. 2) 104/1997 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο απορρίφθηκε η από 08-04-1997 αίτηση του κατηγορουμένου Ο. Π. του Κ. για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. 3) 2969/1997 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 26 και 27/1997 εφέσεις του κατηγορουμένου Ο. Π. του Κ. κατά των ανωτέρω βουλευμάτων (103 και 104/1997) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. 4) 45/2001 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λιβαδειάς, με το οποίο απορρίπτεται αίτηση περί διορισμού του ιατροδικαστή Ο. Π. του Κ. ως πραγματογνώμονα για το έτος 2002. Γ. Αποφάσεις-Πράξεις των Δ.Σ. ΝΠΔΔ/Συλλόγων με αριθμό: 1) 15/29-10-1996 απόφαση του Δ.Σ. του Νομαρχιακού Παναρκαδικού Γενικού Νοσοκομείου Τριπόλεως "Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ" που κοινοποιήθηκε προς τον Εισαγγελέα Τριπόλεως με την υπ' αριθμ. πρωτ. 17/12-11-1996 πράξη και αφορά την αποστολή επικυρωμένων φωτοαντιγράφων: της αρ.8202/8-10-1996 αναφοράς του κυρίου Χ. Π. Μ., κατοίκου ..., της αρ. 7742/24-09-1996 διαμαρτυρίας των γραφείων τελετών του Ι. και Μ. Μ. και του Α. Τ. που βρίσκονται στην Τρίπολη και κοινοποιήθηκε στο ανωτέρω Νοσοκομείο με το υπ' αριθμ. 230/25-09-1996 έγγραφο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γραφείων Τελετών (Π.Ο.ΓΡΑ.ΤΕ), της αρ.7743/24-09-1996 διαμαρτυρίας- καταγγελίας του κυρίου Ι. Δ. του Δ.., κατοίκου ... 2) 16/25-11-1996 συνεδρίαση του ΔΣ του Νομαρχιακού Παναρκαδικού Νοσοκομείου Τριπόλεως "Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ", κατά την οποία αποφασίστηκε η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ του ανωτέρω Νοσοκομείου και του Ιατροδικαστή Ο. Π. του Κ., απόφαση που κοινοποιήθηκε προς την Ελληνική Αστυνομία (Α.Τ. Τριπόλεως) με την υπ' αριθ. πρωτ. 98481/29-11-1996 πράξη και προς τον ίδιο τον κ.Ο. Π. του Κ. με την υπ' αριθμ. πρωτ. 9796/28-11-1996. 3) 76/26-01-1996 απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Μεσσηνίας (Ν.Π.Δ.Δ.), η οποία ελήφθη κατόπιν συνεδριάσεως του Δ.Σ. του ανωτέρω οργάνου την 23-01-2002, βάσει της οποίας ανακαλείται ομόφωνα η με αριθμ. πρωτ. 534/13-06-2000 απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Μεσσηνίας περί αδείας εκτελέσεως καθηκόντων Ιατροδικαστή στον κ. Ο. Π. του Κ.. 4) 229/25-09-1996 έγγραφο-καταγγελία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γραφείων Τελετών (Π.Ο.ΓΡΑ.ΤΕ). Δ) Δημοσιεύματα σε βάρος του Ιατροδικαστή Ο. Π. του Κ. σε Πανελ/αδικής και Τοπικής κυκλοφορίας Ημερήσιο Τύπο: "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", που κυκλοφόρησε την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2001, "ΕΥΒΟΪΚΗ ΓΝΩΜΗ", που κυκλοφόρησε στην Χαλκίδα την Παρασκευή 30 Ιουνίου 1995 (αρ. φύλ/ου: 962), "ΕΥΒΟΪΚΗ ΓΝΩΜΗ", που κυκλοφόρησε στην Χαλκίδα την Παρασκευή 7 Ιουλίου 1995 (αρ. φυλ/ου: 963), "ΕΥΒΟΪΚΗ ΓΝΩΜΗ", που κυκλοφόρησε στην Χαλκίδα την Παρασκευή 16 Μαΐου 1997, "ΕΥΒΟΪΚΗ ΓΝΩΜΗ", που κυκλοφόρησε στην Χαλκίδα την Παρασκευή 29 Ιουνίου 2001 (αρ. φυλ/ου: 1254), "Η ΕΥΒΟΪΚΗ", που κυκλοφόρησε στην Εύβοια την Παρασκευή 14 Ιουλίου 1995 (αρ. φύλ/ου: 3), "ΤΟΛΜΗ", που κυκλοφόρησε στην Εύβοια την Πέμπτη 20 Ιουλίου 1995 (αρ. φύλ/ου: 49). Κατόπιν τούτων, παρακαλώ να εξετασθεί η δυνατότητα διαγραφής από τον κατάλογο ιατροδικαστών και πραγματογνωμόνων που τηρείται στην Εισαγγελία Λαμίας ο ιατροδικαστής Ο. Π. και να μην περιλαμβάνεται το όνομα του στην κατάρτιση κάθε μελλοντικού πίνακα κατά το άρθρο 185 Κ.Π.Δ. Με εκτίμηση (υπογραφή) Β. Τ.. ΠΡΟΕΔΡΟΣ-ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ Πε.Σ.Υ.Π. ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ". Ο εναγόμενος, μαζί με την άνω αίτηση-αναφορά, υπέβαλε και φάκελο που περιείχε όλα τα ως άνω στοιχεία (αποφάσεις, βουλεύματα, αποφάσεις-πράξεις ΔΣ ΝΠΔΔ ή ιδιωτών και δημοσιεύματα). Με βάση την άνω αναφορά διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας προκαταρκτική εξέταση κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων, με την από 12-8-2004 κλήση, που θυροκολλήθηκε στην οικία του, κλήθηκε για εξηγήσεις, τις οποίες και υπέβαλε στον πταισματοδίκη Αθηνών με το από 21-9-2004 έγγραφο υπόμνημα του. Με την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης ο άνω Εισαγγελέας, με την από 28-2-2005 (ΑΜΜ 2004 ΕΓΧ/1703) διάταξη του (η οποία επικυρώθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας), έθεσε την αναφορά στο αρχείο, κατ' αρθρ. 43 του ΚΠΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των ιατροδικαστών πραγματογνωμόνων (αρθρ. 185 του ΚΠΔ), σύμφωνα με τα υπ'αριθμ. 200/2003 και 86/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κων Λαμίας και σε κάθε περίπτωση γιατί δεν προέκυψε σε βάρος του ενάγοντος αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ώστε να συντρέχει λόγος απαλλαγής του από τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα (αρθρ. 188 περ. γ', σε συνδ. με 186 παρ. 1 και 190 του ΚΠΔ). Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος στην άνω αναφορά του, για να δικαιολογήσει το αίτημα του για την εκ μέρους του, αρμοδίου Εισαγγελέα διερεύνηση της δυνατότητας διαγραφής του ενάγοντος από τον κατάλογο των ιατροδικαστών και πραγματογνωμόνων ή και της μη εγγραφής του στο μέλλον: α) εκθέτει: 1) συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις (καταδικαστικές) ή βουλεύματα (παραπεμπτικά), με αναφορά μόνο των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ή παραπέμφθηκε, αντίστοιχα, 2)αποφάσεις-πράξεις του ΔΣ του Νομαρχιακού Νοσοκομείου Τριπόλεως, του ιατρικού συλλόγου Μεσσηνίας, του ΔΣ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας γραφείων τελετών και καταγγελίες τρίτων (ιδιωτών και επαγγελματιών) που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντος (σε σχέση με την άσκηση της άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας) και 3) δημοσιεύματα σε βάρος του ενάγοντος εφημερίδων τοπικής και πανελλαδικής κυκλοφορίας (στις "ΕΥΒΟΪΚΗ ΓΝΩΜΗ" και "ΤΟΛΜΗ" της Χαλκίδας και στην "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ"), χωρίς αναφορά του περιεχομένου της. Όλα τα παραπάνω στοιχεία (αποφάσεις, πράξεις και δημοσιεύματα) τα υπέβαλε σε φάκελο μαζί με την αίτηση-αναφορά (όπως χαρακτηριστικά εκτίθεται σ' αυτή). Στη δε αίτηση δεν γίνεται καμία αξιολογική κρίση εκ μέρους του εναγομένου παρά μόνο παρατίθενται οι αριθμοί των αποφάσεων ή βουλευμάτων, με τις αποδιδόμενες πράξεις του ενάγοντος, οι καταγγελίες και αναφορές των άνω φυσικών ή νομικών προσώπων και τα στοιχεία των εφημερίδων (όνομα, αριθμός φύλλου και ημερομηνία κυκλοφορίας), χωρίς, όπως αναφέρθηκε το περιεχόμενο τους. Και β) (αναφέρει στην αίτηση) ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν είναι η προσήκουσα και δημιουργεί προβλήματα στα νοσοκομεία της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, οι διοικητές δε των νοσοκομείων δεν έχουν τη δυνατότητα να απαγορεύσουν την είσοδο του, σ' αυτά, αφού λαμβάνει σχετική παραγγελία από τον αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα. Αποδείχθηκε δε, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος, καταρχήν, στην άνω αίτηση-αναφορά προς τον Εισαγγελέα, διατυπώνει γεγονότα, περιστατικά και καταστάσεις που, ως εκ της ιδιότητας του, ως προέδρου-γενικού διευθυντή του Πε.Σ.Υ. Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, περιήλθαν σε γνώση του και αφορούσαν τη λειτουργία νοσοκομειακών μονάδων της Περιφέρειας του. Ειδικότερα εκθέτει συγκεκριμένες καταδικαστικές αποφάσεις ή παραπεμπτικά βουλεύματα, με αναφορά μόνο των αποδιδόμενων αξιόποινων πράξεων. Όλες δε οι αποφάσεις και όλα τα βουλεύματα αφορούν πράγματι τον ενάγοντα και για πράξεις αυτού κατά τη εκτέλεση των καθηκόντων του ως ιατροδικαστή σε περιοχές της Ελλάδας. Και είναι αλήθεια ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν ήταν αμετάκλητες ή και κάποιες απ' αυτές, κατά την υποβολή της αιτήσεως, δεν ήταν εκκρεμείς, καθόσον ήδη είχαν εξαφανιστεί με νεότερες αποφάσεις Δικαστηρίων .... Ωστόσο, ο εναγόμενος στην αίτηση του προς τον Εισαγγελέα εξέθετε μόνο τις αποφάσεις, χωρίς να ισχυρίζεται ότι αυτές είναι αμετάκλητες. Δεν γνώριζε την εξέλιξη όλων των δικαστικών εκκρεμοτήτων του ενάγοντος, ούτε μπορούσε να γνωρίζει αυτές, καθόσον ο ίδιος δεν συνέλεξε τις άνω αποφάσεις ή βουλεύματα ούτε επιδίωξε να συλλέξει, αλλά αρκέστηκε, λαμβάνοντας γνώση αυτών από τον άνω διοικητή (πρώην) του νοσοκομείου Λιβαδειάς Ν. Ρ., να ενημερώσει σχετικά (με την αναφορά του) τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Λαμίας. Ακόμη, ο εναγόμενος στην αναφορά του εκθέτει δημοσιεύματα εφημερίδων, αλλά και αποφάσεις των άνω νομικών προσώπων (νοσοκομείου ή ιατρικού συλλόγου κλπ.) ή και αναφορές και καταγγελίες ιδιωτών, χωρίς να παραθέτει και το περιεχόμενο τους ή και κυρίως να διατυπώνει αξιολογικές κρίσεις Και είναι, επίσης, αλήθεια ότι ο ενάγων με πολλούς από τους άνω καταγγέλοντες ήταν τότε (και στη συνέχεια) σε δικαστική διένεξη με αφορμή όσα εις βάρος του κατήγγειλαν ή αποφάσισαν (ως μέλη ΔΣ των άνω νομικών προσώπων) και ότι στην εξέλιξη αυτής της διένεξης υπήρξε και δικαστική δικαίωση του ενάγοντος (με έκδοση αποφάσεων ποινικών ή και πολιτικών Δικαστηρίων), πλην όμως ο εναγόμενος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, την μετέπειτα εξέλιξη των άνω αναφορών ή αποφάσεων, καθόσον, όπως και για τις καταδικαστικές αποφάσεις, δεν συνέλεξε ο ίδιος τις άνω αναφορές ή δημοσιεύματα, αλλά αρκέστηκε, μόλις έλαβε γνώση και αυτών από τον ως άνω Ν.Ρ., να ενημερώσει σχετικά (με την αναφορά του) τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Λαμίας. Ο εναγόμενος με την αναφορά του, διατυπώνει αξιολογική κρίση μόνο για τη συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ως ιατροδικαστή) στα νοσοκομεία της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την ειδικότερη αναφορά ότι "....η συμπεριφορά του δεν είναι προσήκουσα και δημιουργεί προβλήματα στα Νοσοκομεία της Περιφέρειας μας...". Αλλά και την κρίση του αυτή ο εναγόμενος στήριξε σε ενημέρωση του από τον άνω διοικητή του νοσοκομείου Λιβαδειάς...την ειλικρίνεια του οποίου, τότε, παρά τη δικαστική διένεξη αυτού (του διοικητή) με τον ενάγοντα, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει εκείνη την περίοδο (κατά την υποβολή της αναφοράς). Αλλά και αν ή άνω αξιολογική κρίση (περί της συμπεριφοράς του ενάγοντος), η οποία συνδεόμενη και σχετιζόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτού, αποτελεί γεγονός, κατά την έννοια του αρθρ. 362 του Π.Κ.... είναι ψευδής, ο εναγόμενος δεν γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα ως αληθή ή και σε κάθε περίπτωση χωρίς τη γνώση ότι αυτά είναι ψευδή δεν στοιχειοθετείται η άδικη πράξη (και αξιόποινη) της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Σε κάθε δε περίπτωση ο εναγόμενος δεν ενήργησε από πρόθεση ή υπαίτια (και από αμέλεια) άγνοια, προκειμένου καταστήσει τον ενάγοντα ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και να δυσφημήσει και μάλιστα συκοφαντικά, τον ενάγοντα, ή και ακόμη με σκοπό εξύβρισης αυτού, καθόσον ο εναγόμενος, λαμβάνοντας γνώση από τον άνω πρώην διοικητή του νοσοκομείου Λιβαδειάς όλων των περιλαμβανόμενων στην αναφορά του στοιχείων, πίστευε καλόπιστα, ενόψει ότι σε βάρος του ενάγοντος υπήρχαν πολλές έγγραφες καταγγελίες, πολλά δημοσιεύματα και πολλές καταδικαστικές (έστω και μη αμετάκλητες) δικαστικές αποφάσεις, ότι όσα δήλωνε σ' αυτόν ο άνω διοικητής ήταν αληθή, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δημιουργούσε προβλήματα στο νοσοκομείο Λιβαδειάς (τουλάχιστον) και ότι τα δημοσιεύματα, οι αναφορές και οι δικαστικές αποφάσεις ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ο εναγόμενος ήταν, τότε, όπως αναφέρθηκε, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Πε.Σ.Υ.Π. Στερεάς Ελλάδας, έχοντας, κατ' αρθρ. 2 παρ. 5 εδ. γ' του ισχύοντος τότε ν. 2889/2001, την εποπτεία και την ευθύνη της ορθής λειτουργίας τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Πε.Σ.Υ. όσο και των αποκεντρωμένων νοσοκομειακών μονάδων. Αυτός, λαμβάνοντας, κατά τα παραπάνω, γνώση των άνω στοιχείων, τα οποία και σαφώς είχαν σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων, του ως ιατροδικαστή, ενήργησε με την άνω ιδιότητα του. Δεν δημοσιοποίησε ο ίδιος τα άνω στοιχεία, παρά μόνο θεώρησε σκόπιμο, μέσα στα πλαίσια του φανερού δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του προς αποτελεσματική διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των νοσοκομειακών μονάδων της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, να ενημερώσει αρχικά το Δ.Σ. του άνω Πε.Σ.Υ.Π. (ώστε να λάβει τη σχετική εξουσιοδότηση υποβολής αναφοράς) και στη συνέχεια να προσφύγει στην αρμόδια δικαστική αρχή, υποβάλλοντας την άνω αναφορά. Ο ενάγων, δεν ήταν μεν στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων (ως ιατροδικαστής) των ετών 2003 και 2004 της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λαμίας ....όμως αυτός (ενάγων) ενεργούσε (και στη Λαμία) ιατροδικαστικές πράξεις (νεκροψίας-νεκροτομής), μετά από παραγγελίες των αρμόδιων αστυνομικών τμημάτων ..... Είχε, συνεπώς, εύλογο και δικαιολογημένο ενδιαφέρον να διερευνηθεί από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας η δυνατότητα διαγραφής του ενάγοντος από τον κατάλογο ιατροδικαστών και πραγματογνωμόνων και του αποκλεισμού του από κάθε μελλοντικό πίνακα. Ακόμη, μπορεί αφενός οι καταδικαστικές αποφάσεις να αποτελούν προσωπικά δεδομένα και μάλιστα ευαίσθητο κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. β' του ν. 2472/1997 .... και αφετέρου τα αρχεία των εφημερίδων (με τα δημοσιεύματα τους) να συνιστούν αρχεία προσωπικών δεδομένων ....πλην όμως ο εναγόμενος υπήρξε απλός αποδέκτης όλων των άνω στοιχείων (αποφάσεων, δημοσιευμάτων κλπ.), δεν τα συνέλεξε ο ίδιος και ιδίως δεν τα επεξεργάστηκε αυτός, αλλά, έχοντας, κατά τα άνω, το καθήκον της εποπτείας και ορθής λειτουργίας του άνω Πε.Σ.Υ.Π. τα υπέβαλε (με την αναφορά) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, ο οποίος ως αρμόδια δικαστική αρχή, είχε δικαίωμα να λάβει γνώση και να διερευνήσει τη συνδρομή των λόγων εγγραφής ή μη του ενάγοντος στον πίνακα πραγματογνωμόνων, αλλά και εν γένει του αποκλεισμού αυτού από τη διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων. Η υποβολή, συνεπώς, της άνω αναφοράς από τον εναγόμενο, με την άνω ιδιότητα του, σε βάρος του ενάγοντος, για ενέργειες και παραλείψεις αυτού (όπως εκτίθενται στις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, καταγγελίες και δημοσιεύματα) που άπτονται της αρμοδιότητας του (ως ιατροδικαστή) και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην εκπλήρωση των καθηκόντων του και στην ορθή λειτουργία των νοσοκομειακών μονάδων του άνω Πε.Σ.Υ.Π, ήταν επιτρεπτή και κατά το ν. 2472/1997.... και επιβεβλημένη από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 2889/2001 (για την ίδρυση και λειτουργία των Πε.Σ.Υ.Π.). Με την αναφορά, ο εναγόμενος, δεν υπερέβη το υποβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του άνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και την προάσπιση των συμφερόντων του Πε.Σ.Υ.Π., που εκπροσωπούσε, δεν ενήργησε υπαίτια και παράνομα και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άνω ν. 2472/1997. Επομένως, κατ'αποδοχή και της προτεινόμενης παραδεκτά (επικουρικά) πρωτόδικα ενστάσεως του άνω άρθρου 367 Π.Κ. την οποία ο εναγόμενος (εφεσίβλητος) επαναφέρει προς απόκρουση της εφέσεως (αρθρ. 527 ΚΠολΔ), δεν στοιχειοθετείται, με τα ως άνω, αδικοπραξία του εναγομένου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 920 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361-363 του Π.Κ. και συνεπώς ο ενάγων δεν δικαιούται την αιτούμενη, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η αγωγή του πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν η αγωγή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων αι) 2 παρ.5 Ν.2889/001, βι) 4,5 παρ.1, 7 Ν.2472/1997, γι) 914 Α.Κ. και δι) 361-363, 367 Π.Κ., αφού το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, δεν ετέλεσε αδικοπραξία σε βάρος του ιδίου και ειδικότερα τις πράξεις της δυσφημήσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή της εξυβρίσεως, αλλά ούτε και παράβαση του Ν.2472/1997, επειδή δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου τα στοιχεία της υπαιτιότητος (δόλος ή αμέλεια) και ενήργησε με καλή πίστη στα πλαίσια των καθηκόντων του ως προέδρου και γενικού διευθυντού του Περιφερειακού Συστήματος Υγείας της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 85/2012 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου το Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Στον κλοιό μιας παραθαλάσσιας βόλτας


Στη βυθισμένη απόπειρα
να το συγκρατήσω
σαν συναίσθημα άπιαστο
περιπατητικό
σαν ηδονή
που κατά κίνηση πονάει
ένα μικρό καβουράκι
έκανε παράπονα
γιατί αυτή η μεροληψία
και σαν πρίγκηπας της θάλασσας
γεννημένος για μεγάλες συγκινήσεις
από τα κύματα ερωτοχτυπημένος
σκίρτησε από μέσα του αυτό που κοχλάζει
πριν μαγειρέψουν την ευαισθησία του
και κει και πέρα δώθε
προ του δείπνου του παραθαλάσσιου
κοιτώντας με στα μάτια
ψυθίρισε : μη δαγκώνεις την ευτυχία μου
και σαν πνοή δάγκωσε την ανυπομονησία μου

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Πιστοποιητικό θανάτου για ερωτευμένους


Ξεφύλλιζα τ'άπαντα σ'ένα ξεχασμένο βιβλίο
από σκόνη επίσκεψης
έτσι για προστασία μνήμης
παρελθοντολάγνα αποτίμηση
μιας προδωμένης ύπαρξης
στοιχειωμένης από κτερίσματα
ένος άταφου λάθους
επισκέπτομαι το λάθος, βάζω τα λουλουδάκια μου
ανάβω το καντήλι, σβήνω τα σημειώματα
από άλλους επισκέπτες
αφού το αγάπησα τόσο όσο κανείς άλλος
και εκεί στην επιγραφή αντί για όνομα
αφού σε έχω ξεχάσει
στο διπλανό τάφο μου
που μπαίνω μεταμεσονυχτίως
χαράσσω την αιτία θανάτου
κοινή στην επιγραφή τουλάχιστον
"έρωτας από ανεκπλήρωτη αγάπη"

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Εμβρυακή παλινδρόμηση


Ανοιγόκλεινα τα μάτια
σαν έμβρυο να κατασπαράξω τον κόσμο
λίγο βιονικό για ν'ανοίγω τα μάτια μου
Σαν συνήθεια περιπατητική
σε μονοπάτια που στριφογυρίζουν
στον ομφάλιο λώρο
πριν πνιγώ από την τόση άνοιξη
πετσοκομμένη από ώρες χειμώνα
πως να πιστέψω στην απολυτότητα του καιρού
σαν εποχιακός επισκέπτης ενός στάγματος αγάπης
από εκείνα που δεν ωρίμασαν στην ώρα τους
και τέτοια ώρα, με τέτοια λόγια
σαν έμβρυο να κλαψουρίζω λίγη φροντίδα
σαν εκείνους τους καρπούς που ωρέγομαι
προσανατολισμένος στην πυξίδα
ψάχνω το λίγο πριν από μένα
πριν αγαπήσω το κόσμιο
πριν από σένα
και στην ανάγκη για μετενσάρκωση
πριν η ύπαρξή μου γίνει παντοτινή
προσεύχομαι σε εμβρυακή στάση
λίγο να κλέψω από την μητέρα αθωότητα
νερό να πνίξω τα κλάματά μου
και στην ιεροτελεστία της γέννησης
που ξέρεις, ίσως γεννηθώ χωρίς αναμνήσεις
έτσι για να μην έχει ο θάνατος ανταγωνιστές τις μιμήσεις
αν σε ξένο σώμα κλέβω λίγο από τη δική σου ταυτότητα
άψυχη σαν ήταν με καμμένη τη φωτογραφία σου

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Αποζημίωση 6.000 ευρώ σε βάρος τραπεζών και εισπρακτικών εταιρειών

Απόφαση-Σταθμό εξέδωσε το Εφετείο Αθηνών, υπό την Εφέτη, κ. Αικατερίνη Μουμουζιά, σε βάρος της πρακτικής των τραπεζών και των εισπρακτικών εταιρειών, να παρενοχλούν τους καταναλωτές για ληξιπρόθεσμες οφειλές δανείων, παραβιάζοντας τα δεδομένα προσωπικού τους χαρακτήρα.

 

1437/2014 ΕΦ ΑΘ (ΜΟΝ)

Προσωπικά δεδομένα. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλει να ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων για τη διαβίβαση και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων τους. Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες. Ο τρίτος - αποδέκτης, που ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων. Προσβολή προσωπικότητας. Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Υπόχρεοι. Προϋποθέσεις. Η εναγομένη τραπεζική εταιρεία ανέθεσε την είσπραξη του καθυστερούμενου δανείου του ενάγοντα σε εισπρακτική εταιρεία διαβιβάζοντάς της τα προσωπικά δεδομένα του χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως για την διαβίβαση αυτή. Υπάλληλοι της εισπρακτικής εταιρείας τηλεφωνώντας στο κινητό αλλά και στο κατάστημα της συζύγου του αιφνιδίασαν το υιό του και τον ίδιο αφού ζήτησαν επιβεβαίωση της ρύθμισης της οφειλής του προκαλώντας τους ψυχική αναστάτωση. Απορρίπτεται ισχυρισμός της τράπεζας ότι με όρο της σύμβασης είχε ενημερώσει για την διαβίβαση τον αντισυμβαλλόμενό της. Ορθά και νόμιμα επιδίκασε η εκκαλουμένη σε βάρος της τράπεζας 6 χιλ. ευρώ ως ηθική βλάβη. Απορρίπτει έφεση κατά της με αριθ. 1895/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αριθμός Απόφασης 1437/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα 5ο Αποτελούμενο από την Δικαστή Αικατερίνη Μουμουζιά, Εφέτη

 ...

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 25 Ιανουαρίου 2009 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ` αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ` αριθμ. 1895/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχεται εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα, με την από 2 Ιανουαρίου 2013, έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ... Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. 

 ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Η υπό κρίση έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης κατά της υπ` αριθμ. 1895/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 - 676 ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ.3 ν.2472/1997), ασκήθηκε εμπρόθεσμα με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία. Ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) με την αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) τραπεζική εταιρία προέβη σε παράνομη επεξεργασία των συλλεγέντων από αυτήν -κατά την κατάρτιση δανειακής συμβάσεως - προσωπικών δεδομένων του, με τη διαβίβαση προς εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων στοιχείων τηλεφωνικών του συνδέσεων, καθώς και της πληροφορίας περί του χρέους του, παραλείποντας να τον ενημερώσει, όπως όφειλε, αφ` ενός κατ` άρθρο 11 παρ. 1 Ν.2472/1997 με τρόπο σαφή για τους σκοπούς της επεξεργασίας κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως δανείου, αφετέρου δε κατ` άρθρο 11 παρ. 3 του ιδίου νόμου, κατά το χρόνο πριν από τη διαβίβασή τους στην επικαλούμενη από τον ίδιο εισπρακτική εταιρία (αποδέκτρια) για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων προς αυτήν. Ότι η εισπρακτική εταιρία παρανόμως επεξεργάσθηκε ως αποδέκτρια τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, τα οποία μη νομίμως συνέλεξε από την εναγομένη και καταχώρησε αυτά στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή), ακολούθως δε τα χρησιμοποίησε δια της αναφερομένης στην αγωγή προστηθείσας υπαλλήλου της, η οποία τον κάλεσε τηλεφωνικώς στις 26-11-2008 στο κινητό του τηλέφωνο και στο τηλέφωνο της οικίας του και, αιφνιδιάζοντάς τον, του ζητούσε την επιβεβαίωση των γνωστών σε εκείνη προσωπικών του δεδομένων (στοιχεία ταυτότητας κ.λπ.), καθώς και του χρεωστικού υπολοίπου της δανειακής του σύμβασης, χωρίς να τον ενημερώνει για την επωνυμία της εταιρίας εκ μέρους της οποίας τον καλούσε. Ότι με τις παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις η εναγομένη τραπεζική εταιρία του προκάλεσε μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή. Ζήτησε, δε, μετά νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της προκληθείσης σ` αυτόν εκ της άνω αιτίας ηθικής βλάβης. Η υπόθεση εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη με την έφεσή της και παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με το Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» - ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 24-10-1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» - ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής», στο άρθρο 2, ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...β)...γ) «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί... δ) « επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία») κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση..., ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός...η) «Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας. 1) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του...... Στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεματό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β)..., γ) Στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.... Με το άρθρο 11 παρ.1 ορίζεται ότι «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) .... β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων» και με την παρ.2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως, για τα στοιχεία της παρ.1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου....», ενώ με την παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Με το άρθρο 23 παρ.1 ορίζεται ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεως όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρύθμιση του Ν.2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 9 παρ.1 εδ.2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του ΑΚ κλπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται - κατ` αρχήν - απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48, σελ. 1-19). Ετσι, ο Ν.2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισηγ. έκθεση ν.2472/1997 στο ΝοΒ 1997. 505). Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει - μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους σε τρίτους - να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες - τρόπους. Εξάλλου, ο τρίτος - αποδέκτης, ο οποίος κατά το ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής). Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ` ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (Εφ.Αθ. 3833/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ευθύνη εξάλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης, και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1923/2006, ΕφΑθ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, και από την νομοτύπως και μετ` εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, ενώπιον της συμβ/φου Νέας Ερυθραίας .................... ληφθείσης ενόρκου βεβαιώσεως του ..............., περί της οποίας η υπ` αριθμ. 22331/2010 πράξη της άνω συμβ/φου, απεδείχθησαν τ` ακόλουθα: Ο ενάγων είχε καταρτίσει με την εναγομένη στις 21-12- 2004 την υπ` αριθμ. ........... σύμβαση προσωπικού δανείου ποσού 25.000 ευρώ εξοφλητέου σε 48 μηνιαίες δόσεις. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου (σταθερού και κινητού), επάγγελμα (βλ. την από 16-2-2004 αίτηση για χορήγηση δανείου). Η αποπληρωμή του δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά, διότι ο ενάγων καθυστέρησε την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων συνολικού ύψους 1.865,83 ευρώ. Έχοντας αξίωση η εναγομένη τράπεζα από τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου, ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής αυτής στην εταιρία με την επωνυμία «.....................», διαβιβάζοντας σ` αυτήν τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων το τηλέφωνο κατοικίας του ........, το κινητό ........................ και το σταθερό ....... που είχε ο ίδιος δηλώσει ως τηλέφωνο επικοινωνίας στην από 30-5-2007 αίτησή του στην εναγομένη για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, καθώς επίσης και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή. Η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση με την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. ............... σύμβαση, με τον όρο 13 της οποίας ο ενάγων παρείχε στην Τράπεζα «την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση του και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση του δανείου, τα οποία μπορούν να γνωστοποιούνται προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως και δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης». Το κείμενο όμως αυτό της προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ` άρθρο 11 παρ. 1 β, γ. Η εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εισπρακτική εταιρία. Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ` αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στο κινητό του στις 26-11-2008 και περί ώρα 12.30`, αλλά και στο σταθερό ............... (που είχε δηλωθεί από τον ίδιο και ανήκε στην επιχείρηση της συζύγου του) στις 26-11-2008 και περί ώρα 13.00`, δια προστηθείσης υπαλλήλου της, η οποία αιφνιδιάζοντας τον υιό του ενάγοντος του ζητούσε - χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για λογαριασμό ποιας εταιρίας τον καλούσε - να της επιβεβαιώσει τα σχετικά με τη ρύθμιση της επίδικης οφειλής του, προκαλώντας τόσο στον ίδιο όσο και στον ενάγοντα μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον ως άνω νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμμιά δική του ενημέρωση σε τρίτους. Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ` αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγομένης, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως της εναγομένης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγομένη, επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ` αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ` ουσίαν. Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2014 στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι. 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ν.Σ.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ασφαλιστικά Μέτρα κατά της Google από τον Β. Βαρδινογιάννη


Μία εξαιρετικά σπάνια και ενδιαφέρουσα απόφαση εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων) στην αντιδικία μεταξύ του Βαρδή Ι. Βαρδινογιάννη και της Google Inc.
Συγκεκριμένα, έγινε δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του παραπάνω αιτούντος, με απόφαση της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Μαρίας Παπαδημητρίου, δυνάμει της οποίας η google υποχρεώθηκε να άρει την προσβολή του, διαγράφοντας από συγκεκριμένο blog το περιεχόμενο του άρθρου με τίτλο "Κυβερνώντας από τα Παρασκήνια. Η δολοφονία ενός ενοχλητικού κοινοτάρχη", αλλά και καταργώντας αντίγραφα των αρχείων-σελίδων που περιλαμβάνουν το ανωτέρω κείμενο, με την απειλή χρηματικής ποινής 20.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με το διατακτικό της αποφάσεως.
Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, ιδιαιτέρως για τα κρατούντα στην Ελλάδα, διότι δίδει το δικαίωμα στον εκάστοτε θιγόμενο να ζητήσει από την google την αποκατάστασή του, σε περίπτωση φυσικά που κριθεί ότι παραβιάζονται συγκεκριμένες ελευθερίες του, με δεδομένο, μάλιστα, ότι στην Ελλάδα, και όχι μόνον, απαγορεύεται η άρση απορρήτου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, πράγμα που καθιστά μη αποτελεσματική την προστασία του απέναντι στον άγνωστο κάτοχο-διαχειριστή του εκάστοτε blog (του οποίου εξίσου, κατά περίπτωση πάντοτε, πρέπει να προστατεύεται το απορρήτο της επικοινωνίας).

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Εξοστρακισμένος


Και η ετυμηγορία
ήταν πολύ βαρεία
χωρίς αγάπη ισόβια
ν'αγαπήσω την ισόβια καταδίκη σου
πέταξες ένα νόμισμα
δεν πρόλαβα να δω την πλευρά του
κάποιες φορές η αθωότητα
εξοστρακίζεται άθελά του
να σου πω ότι σ'αγάπησα
θα'ναι σαν να ζητάω
επιείκεια στο πόσο θα μ'αγαπήσεις
και η ποινή μου δεν αντέχει άλλες συγκινήσεις
ίσως καταδικασμένος από αγάπη
να μπορέσω να εκτιμήσω την ελευθερία μου

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Νέος Διευθύνων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ο Ισίδωρος Ντογιάκος



O εισαγγελέας εφετών, Ισίδωρος Ντογιάκος, είναι ο νέος διευθύνων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, καθώς πήρε...
το προβάδισμα στις επαναληπτικές εκλογές, για την ανάδειξη προϊσταμένου, που έγιναν το Σάββατο το μεσημέρι  στο Εφετείο Αθηνών.
Οι επαναληπτικές εκλογές διεξήχθησαν μετά από την παραίτηση του προσφάτως εκλεγέντα στο ίδιο αξίωμα εισαγγελικού λειτουργού, Παναγιώτη Καραγιάννη, ο οποίος προήχθη σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Ο κ. Ντογιάκος, γνωστός από τον χειρισμό μεγάλων και σημαντικών υποθέσεων, με πιο πρόσφατη την ανάκριση για την υπόθεση της «Χρυσής Αυγής», συγκέντρωσε 45 ψήφους, έναντι 37, που πήρε η αντίπαλός του, εισαγγελέας εφετών, Γεωργία Τσατάνη, η οποία κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις εκλογές και παραμένει αναπληρώτρια διευθύνουσα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών.
Η κ. Τσατάνη ήταν υποψήφια και στις προηγούμενες εκλογές για την ανάδειξη προϊσταμένου, όπου είχε χάσει με συντριπτική διαφορά (είχε λάβει 15 ψήφους) από τον κ. Καραγιάννη, ο οποίος είχε συγκεντρώσει 70 ψήφους.
Τρίτος σε σταυρούς σήμερα ήρθε ο εισαγγελέας εφετών, Γιώργος Χαλιάσος, ο οποίος κατάφερε επίσης να αυξήσει το ποσοστό του, καθώς από μια (1) ψήφο, που είχε πάρει στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σήμερα πήρε 12.
Βάσει της επετηρίδας υποψήφιοι ήταν οι δέκα αρχαιότεροι εισαγγελείς εφετών, όμως ενδιαφέρον εκλογιμότητας είχαν εκδηλώσει μόνον οι τρεις (3) παραπάνω.
Παρά το γεγονός, όμως, ότι δεν ήταν ουσιαστικά υποψήφιοι οι υπόλοιποι επτά, ορισμένοι από αυτούς ψηφίστηκαν από συναδέλφους τους, οι οποίοι ενδεχομένως δεν ήθελαν να στηρίξουν κανέναν από τους τρεις υποψήφιους.
Έτσι ο εισαγγελέας εφετών, Ιωάννης Αγγελής, ο οποίος προΐσταται στο τμήμα Δικαστικής Συνδρομής της Εισαγγελίας Εφετών, πήρε 8 σταυρούς, ενώ από έναν πήραν και οι συνάδελφοι του, Ιωάννης Προβατάρης και Σωτήρης Μπάγιας, γνωστός από την συνδικαλιστική πορεία του ως προέδρου της Ενωσης Εισαγγελέων.
Στην κάλπη βρέθηκαν επίσης ένα άκυρο και ένα λευκό.
Ψήσισαν 85 εισαγγελείς, οι οποίοι είχαν δικαίωμα να βάλουν μέχρι δύο σταυρούς.
Της σημερινής εκλογικής διαδικασίας στην Εισαγγελία Εφετών είχε προηγηθεί έντονο παρασκήνιο και "ψίθυροι", με αφορμή την παραίτηση του κ. Καραγιάννη, ο οποίος δεν είχε κλείσει ούτε μήνα στη θέση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών.

Το καζάνι της εξουσίας


Ήσουν περικυκλωμένος από μυστήρια
να μην μπορείς να επιλέξεις ποιο να λύσεις
πόσο πονάνε αυτές οι διηγήσεις
Ένας μικρός σαΐνης, από άλλο παραμύθι
ένας ντετέκτιβ του ακτιβισμού
ασύδωτη ονοματοδοσία
σε βαπτίσεις με αίμα
και σαν πήρες λίγη δύναμη
από τον χθεσινό θάνατο
των άλλων ή της αθωότητάς σου
γεννήθηκες στρατιώτης
μιας σύντομης οργάνωσης
με αρχηγό την ανάγκη για εξουσία
να πάρεις πάνω σου τη δύναμη
και την ευθύνη
να σκοτώσεις με όλο σου το είναι
το δυνάστη
σε καιρού δυναστεία
χωρίς ήρωες, χωρίς φως
στο σκότος πια
υποχείριο και συ του σεναρίου
στη φθορά πρόσθεσες το διά
προσπαθώντας να μην λιώσεις
όταν το αίμα που βαπτίστηκες
ήταν ακόμα ζεστό

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ο τέταρτος μάγος με τα δώρα


Λυσιτελώς αναφέρομαι στον Ύψιστο
και σου λέω, αυτή τη φορά εισακούστηκα
πολύ γενναιόδωρος να με ακούει
και να ανταποκρίνεται
Και τι διέταξε, ψιθύρισε συνωμοτικά ο δικέρατος
επάρατος νόσος η μητέρα καχυποψία
Μα να μην πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός κατ'ανάγκη;
δεν είχα ποτέ μου τέτοια αφοσίωση στα θαύματα
εγκαταλελειμμένη σαν ήταν η ειδωλολάτρισσα φύση μου
από στέρηση σε είδωλα και ιδεώδη
είπα να προσποριστώ λίγη ματαιότητα
από τη ματαιόδοξη φύση του έκπτωτου
έτσι για λίγο αλατοπίπερο στις πλήγες μου
που θυσίασα, μήπως έρθει η σειρά μου
όταν έπρεπε να τις προσφέρω, καθημερινά
στα αζήτητα, όνειρα ή πτώματα
μα δεν ζήτησα τίποτε
παρά μόνο να γίνω και γω λίγο μάγος

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ: Επιτρέπεται η καταγραφή με τεχνικά μέσα δημόσιων λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους



277/2014 ΑΠ (ΠΟΙΝ)
Παθητική δωροδοκία. Αμεση συνέργεια σ΄ αυτή. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Δωροδοκία υπαλλήλου Πολεοδομίας, αρμόδιου για ζητήματα μεταφοράς συντελεστή δομήσεως και έκδοσης οικοδομικής αδείας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Διόρθωση ή συμπλήρωση πρακτικών. Αίτηση αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφασίσει επί αιτήσεως διορθώσεως - συμπληρώσεως των πρακτικών. Απόρριψη αιτήματος. Αιτίαση περί αναιτιολόγητης απόρριψης αιτήματος. Αόριστος ο λόγος, αφού δεν αναφέρει επί ποίων ζητημάτων αφορούσε η αίτηση διορθώσεως των πρακτικών για να κριθεί αν ήταν απαραίτητη η διόρθωση και αν ήταν αναγκαία η αναπομπή. Δικονομική ακυρότητα. Απαραίτητα στοιχεία κλητηρίου θεσπίσματος. Ακριβής καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα. Αιτίαση περί προσδιορισμού της υπηρεσιακής ιδιότητας και των υπηρεσιακών καθηκόντων του κατηγορουμένου στην Πολεοδομία. Προσδιοριζόταν και η ιδιότητά του και τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Παράσταση πολιτικής αγωγής. Παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος - του δίδοντος το δώρο μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Καίτοι προσβάλλεται το έννομο αγαθό της καθαρότητος και του ακεραίου της διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας και δεν προστατεύεται ο τρίτος από τον οποίο ζητούνται τα δώρα, ωστόσο δεν αποκλείεται η επαγωγή συγκεκριμένης ζημίας και σε βάρος του, όταν πλήττεται ταυτόχρονα με το δημόσιο και το ιδιωτικό έννομο συμφέρον αυτού. Δυνατή στην περίπτωση αυτή η παράσταση του τρίτου ως πολιτικώς ενάγοντος προς υποστήριξη της κατηγορίας. Μέσα αποδείξεως. Παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα. Παράνομη παρακολούθηση σε ανοιχτή ακρόαση χωρίς προηγούμενη άρση του απορρήτου με βούλευμα του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου. Η αθέμιτη καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο παραδεκτά λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο, εφ΄ όσον όμως πρόκειται για πράξεις του κατηγορουμένου που εκδηλώθηκαν κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Καταθέσεις μαρτύρων σχετικές με τη μαγνητοφώνηση συνομιλίας μηνυτή και κατηγορουμένου. Μέσω των μαρτυρικών καταθέσεων το Δικαστήριο δεν χρησιμοποιεί τις εν λόγω συνομιλίες και απομαγνητοφωνήσεις ή το περιεχόμενο αυτών, απλώς τις αναφέρει ιστορικά. Ουδεμία ακυρότητα επήλθε απ΄ αυτό. Ελλειψη αιτιολογίας. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αναιτιολόγητη απόρριψή τους. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 6210/2013 απόφαση του Τριμ. Εφ. (Πλημμ.) Αθηνών μόνο ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών διάταξη. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναίρεση.
Αριθμός 277/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 2. Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6210/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αρώνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Οκτωβρίου 2013 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1308/2013. Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: 1) να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα Β. Μ. του Σ. και συγκεκριμένα μόνο για το κεφάλαιο της απόρριψης των ελαφρυντικών και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και 2) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντα Γ. Μ. του Ν., ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Στο άρθρο 235 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 και πριν από την εκ νέου αντικατάσταση με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, οριζόταν ότι "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο ίσχυσε και το οποίο καταλαμβάνει τις πράξεις που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα Β. Μ. και φέρονται τελεσθείσες την 3-4-2006, 19-7-2006 και 26-7-2006, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) ήταν απαραίτητο, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α` και 263 α του ΠΚ,: α) τα δώρα ή τα ανταλλάγματα τα οποία ζητούσε ή λάμβανε ο δράστης ή των οποίων εξασφάλιζε την υπόσχεση καταβολής, που δεν αρμόζουν σ` αυτόν, να δίδοντο ή να υπήρχε υπόσχεση τούτων για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή τις οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας (Ολ ΑΠ 6/1998, Ολ ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 125/2013). Εάν επρόκειτο για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη ήταν ανέγκλητη μη αξιόποινη (ΑΠ 1448/2011, 675/2007, 2282/2003, ενώ ήδη, μετά τη νέα αντικατάσταση του άρ. 235 ΠΚ δια του ν. 3666/2008, τα δώρα μπορεί να αποβλέπουν τόσο σε μελλοντική όσο και σε τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη). Περαιτέρω, κατά το άρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου, παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρ. 48 του ΠΚ, απαιτείται, α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλαδή πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος. Απαιτείται η συμμετοχική αυτή δράση να μην ξεπερνά το χρονικό σημείο τελέσεως της κυρίας πράξεως και ειδική αιτιολόγηση του τρόπου και των μέσων δράσης του άμεσου συνεργού. Στην περίπτωση κατά την οποία, για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο άμεσος συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο (ΑΠ 1048/2011). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 6210/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ` έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που τη στήριξε στα αναφερόμενα κατ` είδος αποδεικτικά μέσα, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 2006 ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος στην Πολεοδομία ................. , ο δεύτερος ήταν πολιτικός μηχανικός και ο τρίτος κατηγορούμενος είχε στην κυριότητά του ονομαστικούς τίτλους δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δομήσεως. Ο μηνυτής ήταν κύριος ενός υπογείου ακινήτου που βρίσκεται στη … επί της οδού ... αριθμ. , στο οποίο είχε κάνει αυθαίρετα αλλαγή χρήσεως από αποθήκη σε εμπορικό κατάστημα και ενδιαφερόταν να το νομιμοποιήσει αγοράζοντας συντελεστή δομήσεως και μεταφέροντας αυτόν στο ακίνητό του. Επειδή το τελευταίο είχε πολεοδομικές αυθαιρεσίες, μετά την μεταφορά του συντελεστή δομήσεως, έπρεπε να εκδοθεί και οικοδομική άδεια. Ο τρίτος κατηγορούμενος, ενδιαφερόμενος να πωλήσει τους ονομαστικούς τίτλους δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δομήσεως στον μηνυτή, έφερε αυτόν σε επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο, υπάλληλο στην Πολεοδομία ............ που ήταν αρμόδιος για ζητήματα μεταφοράς συντελεστή δομήσεως, προκειμένου να διευθετηθεί - εκτός Πολεοδομίας - η υπόθεση του μηνυτή. Η συνάντηση του μηνυτή και των τριών κατηγορουμένων έγινε στις 3-4-2006 στο γραφείο του δευτέρου κατηγορουμένου, πολιτικού μηχανικού, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος δήλωσε στον μηνυτή ότι δεν είναι νόμιμος λόγω των πολεοδομικών αυθαιρεσιών στο ακίνητό του και ότι ο ίδιος μπορεί να ταυτοποιήσει τα προβλήματα, αρκεί να του δώσει το ποσό των 75.000 ευρώ. Στη διαμαρτυρία του μηνυτή για το ύψος του αιτούμενου ποσού, ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε "θα τα μοιραστούμε πέντε, εγώ πλούσιο με την υπογραφή μου δεν θα σε κάνω, εγώ κρατώ τη σφραγίδα και σου εξήγησα ότι είμαστε πέντε". Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος υπερθεμάτιζε σχετικά με τις απαιτήσεις του πρώτου, είπε στον μηνυτή "κ. ... είναι πέντε, δεν θα σας περάσουν τον φάκελο". Ο μηνυτής, αντιλαμβανόμενος ότι δεν επαρκούν τα χρήματά του για την αγορά του συντελεστή δομήσεως, την πληρωμή στην Πολεοδομία για την εξαγορά των απαιτούμενων θέσεων γκαράζ και τα ΕΤΕΡΠΣ και επιπλέον για την πληρωμή του ως άνω ποσού που ζητούσε ο πρώτος κατηγορούμενος ως μίζα για να παραβλέψει τις αυθαιρεσίες του ακινήτου του και να προβεί στις διαδικασίες μεταφοράς συντελεστή δομήσεως και εκδόσεως οικοδομικής αδείας, ρώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο πόσα θα πληρώσει συνολικά και εκείνος σε ένα χαρτί, το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, έγραψε τα εξής: "60.500 για γκαράζ, 7.500 για πρόστιμα και 48.000 για ΕΤΕΡΠΣ" και το έδωσε στον μηνυτή. Ο τελευταίος, αφού άθροισε τους ανωτέρω αριθμούς και πρόσθεσε με δικά του γράμματα το ποσό των 75.000 ευρώ που του ζητούσε ο πρώτος κατηγορούμενος και το ποσό των 265.000 ευρώ με το οποίο θα αγόραζε τον συντελεστή δομήσεως, έγραψε το άθροισμα, ανερχόμενο σε 456.000 ευρώ. Κατά την ως άνω συνάντηση, ο τρίτος κατηγορούμενος έλεγε στον μηνυτή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πληρώνει τους υπαλλήλους του και θα κάνουν ό,τι αυτός τους λέει, ότι ο Μ. έχει δύναμη και θα τον βοηθήσει και ότι ο φάκελός του δεν θα περάσει αν δεν δώσει τα χρήματα. Την επομένη ημέρα ο μηνυτής, προκειμένου να καταγράψει τις συνομιλίες του με τους κατηγορουμένους, τηλεφώνησε στον δημοσιογράφο Μ. Τ., ο οποίος του έστειλε τον δημοσιογράφο Μ. και με ειδικά μηχανήματα κατέγραψε όλες τις συνομιλίες. Ο μηνυτής τελικά συμφώνησε με τους δεύτερο κα τρίτο των κατηγορουμένων να δώσει στον πρώτο το ποσό των 50.000 ευρώ, όμως αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) αρνείτο και ζητούσε μέσω του τρίτου το ποσό των 75.000 ευρώ, τελικά όμως συμφώνησε στις 50.000 ευρώ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε στον μηνυτή τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του, συνδικαιούχος του οποίου ήταν η σύζυγός του και του είπε να καταθέσει σ` αυτόν το ως άνω ποσό των 50.000 ευρώ. Στις 19-7-2006 ο μηνυτής κατέθεσε τις 50.000 ευρώ στον ως άνω λογαριασμό και την ίδια ημέρα ο πρώτος κατηγορούμενος υπέγραψε την σχετική απόφαση εγκρίσεως πραγματοποιήσεως μεταφοράς συντελεστή δομήσεως. Όμως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι διαμαρτυρήθηκαν και ζήτησαν από τον μηνυτή 5.000 ευρώ επιπλέον. Έτσι στις 26-7-2006 ο μηνυτής κατέθεσε στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό το επιπλέον ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο γνωστοποίησε στον πρώτο κατηγορούμενο και αυτός τον διαβεβαίωσε ότι την επόμενη ημέρα θα έχει την άδεια. Ενώ η προαναφερόμενη απόφαση εγκρίσεως μεταφοράς συντελεστή δομήσεως υπεγράφη από τον πρώτο κατηγορούμενο στις 19-7-2006, τελικά εκδόθηκε στις 26-7-2006, όταν ο μηνυτής κατέθεσε και το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος ανακοίνωσε στον μηνυτή ότι για να εκδοθεί η σχετική οικοδομική άδεια έπρεπε να πληρώσει για ΕΤΕΡΠΣ 42.426 ευρώ και 8.200 ευρώ για την εξαγορά 10 θέσεων γκαράζ, ενώ το νόμιμο ήταν η εξαγορά 6 θέσεων γκαράζ. Ο μηνυτής ζήτησε εγγράφως από την Πολεοδομία να του γνωρίσουν τα νόμιμα ποσά που όφειλε να καταβάλει, όμως ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον μηνυτή ότι θα φύγει με άδεια και θα το τακτοποιήσει όταν επιστρέψει. Στις 30-8-2006 ο μηνυτής με τον δημοσιογράφο Γ. Σ. μετέβησαν στην Πολεοδομία, όπου ο μηνυτής παρουσίασε ως δήθεν γιο του, για να διαμαρτυρηθούν για την καθυστέρηση εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής αδείας. Οταν ο δημοσιογράφος απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο και του είπε "αφού έχει πάρει την μίζα ...", ο τελευταίος δεν διαμαρτυρήθηκε στο άκουσμα της λέξεως μίζα, αλλά απάντησε ότι απουσίαζε με άδεια και θα το τακτοποιήσει. Όταν ο δημοσιογράφος επανέλαβε πιο δυνατά τι θα γίνει τώρα, έχεις πάρει τη μίζα και μας αγνοείς, ο πρώτος κατηγορούμενος έντρομος για να μη γίνει αντιληπτό το θέμα από τους συναδέλφους του και από τους παρευρισκόμενους ιδιώτες, οδήγησε τον μηνυτή και τον δήθεν γιο του έξω από το κτίριο της Πολεοδομίας για να τους καθησυχάσει και συγκεκριμένα τους επιβίβασε στο τζιπ του, στο οποίο αυτός κάθισε στη θέση του οδηγού, ο δημοσιογράφος στη θέση του συνοδηγού και ο μηνυτής στο πίσω κάθισμα. Εκεί ο δημοσιογράφος του αποκάλυψε την ιδιότητά του και ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε να ιδρώνει, είπε στον μηνυτή να τα ξεχάσουν όλα, να του βγάλει νέα ποσά, τα νόμιμα, και να του χορηγήσει την οικοδομική άδεια και διευκρίνισε ότι η σύζυγός του είναι συνεργάτης του αδελφού του δευτέρου κατηγορουμένου. Αφού ο μηνυτής και ο δημοσιογράφος έφυγαν, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ήδη ενημερωθεί από τον πρώτο, τηλεφώνησε στον μηνυτή και του ζήτησε να συναντηθούν στο κατάστημα του τελευταίου. Πράγματι ο μηνυτής και ο δημοσιογράφος μετέβησαν στο κατάστημα, όπου ο δημοσιογράφος στάθηκε σε κάποιο σημείο για να μην γίνει αντιληπτός και αφού έφθασε ο δεύτερος κατηγορούμενος τον άκουσε να λέει στον μηνυτή "μου υπόσχεσαι πως αν σου δώσουμε την άδεια και τα λεφτά πίσω θα σταματήσεις τον Τ.". Την επόμενη ημέρα (31-8-2006) ο δεύτερος κατηγορούμενος για να αποποιηθεί τις ευθύνες του κατέθεσε στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας το ποσό των 42.426 ευρώ δια χειρός του, για την έκδοση οικοδομικής αδείας 2006 του μηνυτή και στις 21-9-2006 παραιτήθηκε από μηχανικός του τελευταίου. Ο μηνυτής μετέβη στην Υπηρεσία Ειδικών Υποθέσεων, όπου κατέθεσε τα ανωτέρω γεγονότα και παρέδωσε το C.D. που είχε καταγράψει τις ως άνω συνομιλίες. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο πρώτος κατηγορούμενος όντας δημόσιος υπάλληλος ζήτησε από τον μηνυτή αρχικά το ποσό των 75.000 ευρώ και έλαβε απ` αυτόν 55.000 ευρώ, κατά παράβαση των καθηκόντων του, προκειμένου να προβεί σε ενέργειες που ανάγονται στα καθήκοντά του, δηλαδή να εγκρίνει τη μεταφορά του συντελεστή δομήσεως και να εκδώσει οικοδομική άδεια για το ακίνητο του μηνυτή, οι δε δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, παρείχαν άμεση συνδρομή στον πρώτο που διέπραξε την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατά την διάρκεια και την εκτέλεση αυτής, ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος παρευρισκόταν στη συνάντηση του μηνυτή με τους λοιπούς κατηγορουμένους στις 3-4-2006 και συμμετείχε ενεργά σ` αυτήν και υπερθεμάτιζε σχετικά με την απαίτηση του πρώτου κατηγορουμένου, λέγοντας στον μηνυτή ότι πρέπει να γίνει ό,τι είπε ο πρώτος κατηγορούμενος, διότι υπογράφουν πέντε υπάλληλοι και θέλουν 75.000 ευρώ και στη συνέχεια μετά από διαπραγματεύσεις που μεσολάβησαν για μείωση του ποσού της μίζας, συμμετείχε και αυτός, μεταφέροντας τις παράνομες απαιτήσεις του πρώτου κατηγορουμένου στον μηνυτή και στις 19 και 26-7-2006 έλαβε από τον μηνυτή στον τραπεζικό λογαριασμό του το ως άνω ποσό των 55.000 ευρώ, ο δε τρίτος κατηγορούμενος παρευρισκόταν και αυτός στην εν λόγω συνάντηση, στην οποία συμμετείχε ενεργά και υπερθεμάτιζε σχετικά με την απαίτηση του πρώτου κατηγορουμένου, λέγοντας στον μηνυτή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει δύναμη και ο φάκελος του ακινήτου του δεν θα περάσει αν δεν δώσει τα χρήματα και συμμετείχε στις σχετικές διαπραγματεύσεις μεταφέροντας στον μηνυτή τις παράνομες απαιτήσεις του πρώτου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο μεν πρώτος της παθητικής δωροδοκίας, οι δε δεύτερος και τρίτος της άμεσης συνέργειας σ` αυτήν. Οι ισχυρισμοί του τρίτου κατηγορουμένου ότι υπαναχώρησε από την τέλεση της άμεσης συνέργειας στην παθητική δωροδοκία και ότι πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία σε απλή συνέργεια στην ως άνω πράξη είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι κατά τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος με τις προαναφερόμενες ενέργειές του τέλεσε το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην παθητική δωροδοκία". Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο πρώτο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Β. Μ., για παθητική δωροδοκία και το δεύτερο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη του πρώτου υπαλλήλου, χωρίς τα ελαφρυντικά του άρ. 84 παρ. 2 α και ε` του ΠΚ, που ζήτησαν, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών τον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος παθητικής δωροδοκίας για τον πρώτο κατηγορούμενο δημόσιο υπάλληλο υπηρεσίας Πολεοδομίας και άμεσης συνέργειας στη δωροδοκία αυτή του δευτέρου κατηγορουμένου μηχανικού, για το οποίο και καταδικάσθηκαν αντίστοιχα. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης. Οσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων, αναφέρεται η αρμοδιότητα του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, υπηρετούντος στην Πολεοδομία Αργυρούπολης, στην έκδοση της απόφασης μεταφοράς συντελεστή δόμησης και έκδοσης οικοδομικής άδειας υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος, αδιαφόρου όντος αν για την πράξη αυτή απαιτούντο και υπογραφές άλλων συναρμοδίων υπαλλήλων, αναφέρεται το χρηματικό δώρο που απαίτησε και έλαβε από τον πολιτικώς ενάγοντα, δια του μεσολαβήσαντος δευτέρου άμεσου συνεργού πολιτικού μηχανικού του πολιτικώς ενάγοντος για έκδοση της απόφασης, που ήταν προβληματική κατά τη δήλωση του άνω υπαλλήλου και που υπέγραψε τελικά μετά την λήψη του δώρου, αναφέρεται επίσης στο αιτιολογικό ότι ο άμεσος συνεργός γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο και τη δωροδοκία του αυτουργού υπαλλήλου και ότι σκόπευε να βοηθήσει για την ολοκλήρωση του σχεδίου αυτού, υπερθεματίζοντας σχετικά με την αθέμιτη απαίτηση του πρώτου κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, μεταφέροντας τις παράνομες απαιτήσεις του υπαλλήλου για μίζα στο μηνυτή και δεχθείς να λάβει ο ίδιος από το μηνυτή το χρηματικό δώρο των 55.000 ευρώ με κατάθεση στον τραπεζικό ατομικό του λογαριασμό, για να τα προωθήσει στον ανωτέρω υπάλληλο, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Στο έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, το αδίκημα της δωροδοκίας (άρθρο 235 ΠΚ), ναι μεν κατατάσσεται στα εγκλήματα τα σχετικά με την υπηρεσία (άρθρα 235-261 ΠΚ), η τέλεση των οποίων προσβάλλει το γενικοτέρου ενδιαφέροντος έννομο αγαθό της καθαρότητος, του εννόμου και του ακεραίου της διεξαγωγής της δημοσίας υπηρεσίας και δεν προστατεύεται ο τρίτος από τον οποίο ζητούνται τα δώρα, εκ τούτου όμως δεν αποκλείεται η εξ αυτού επαγωγή συγκεκριμένης ζημίας και σε βάρος τρίτου, όταν πλήττεται ταυτοχρόνως με το δημόσιο και το ιδιωτικό έννομο συμφέρον αυτού, οπότε η παράσταση του τρίτου ως πολιτικώς ενάγοντος είναι δυνατή, ασκουμένη όμως από τις οριζόμενες υπό του νόμου διατυπώσεις, όταν κατηγορούμενος στην ποινική διαδικασία είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσιακής του δραστηριότητος, οπότε αστικώς υπεύθυνο είναι το Δημόσιο, και ο τρίτος ο δίδων το δώρο ή το αντάλλαγμα έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής μόνον όμως προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 1286/2003). Επίσης, επί παθητικής δωροδοκίας, νοµιµοποιείται σε άσκηση πολιτικής αγωγής εκείνος, από τον οποίο ο υπάλληλος αξίωσε το δώρο, ακόµα και αν τελικά δεν έδωσε το δώρο, μόνον όμως προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 1445/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (αρ. 16446/2011 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και της προσβαλλόμενης με αρ. 6210/2013 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν αντίστοιχα τα παρακάτω: α) στον πρώτο βαθμό δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ο Π. Κ. και ζήτησε την επιδίκαση σε βάρος των κατηγορουμένων ποσού 30 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, β) ο ίδιος, στον οποίο και δεν επιδικάστηκε πρωτοδίκως χρηματική ικανοποίηση, αλλά έγινε δεκτή από το δικαστήριο η παράσταση μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, όπως αντέλεξαν και οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, δήλωσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι παρίσταται κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων ως πολιτικώς ενάγων, μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα σε αυτό σχετική αντίρρηση και αυτοτελή ισχυρισμό του συνηγόρου του κατηγορουμένου Β. Μ. για τη μη ενεργητική νομιμοποίηση και τη μη δυνατότητα παραστάσεως του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος που φέρεται ότι δωροδόκησε και που είναι αυτουργός του αδικήματος της δωροδοκίας, ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση ο Π. Κ. παραδεκτά παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων μόνον για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά του πρώτου κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, καθόσον είναι ο αμέσως καθ`ών από την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (ΑΠ 21/2001). Εξάλλου κατά το άρθρο 145 αριθμ. 3 του ΚΠΔ τη διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως και των πρακτικών τη διατάσσει όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση και σε περίπτωση αρνήσεώς του το δικαστήριο που δίκασε αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατόν δικαστές. Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση του δευτέρου κατηγορουμένου περί συμπληρώσεως των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως απορρίφθηκε με την 621/2012 Διάταξη της Διευθύνουσας τη συνεδρίαση του Ε` Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών, η οποία και ήταν αρμόδια να διατάξει ή μη τη συμπλήρωση και όχι το δικάσαν Δικαστήριο το οποίο θα ήταν αρμόδιο σε περίπτωση αρνήσεως της Διευθυνούσης τη συνεδρίαση. Κατά συνέπειαν, πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω ενστάσεις των πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων". Σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν και σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, με επαρκή και ορθή αιτιολογία, δέχθηκε ότι νομιμοποιείται ενεργητικά επί παθητικής δωροδοκίας δημοσίου υπαλλήλου και άμεσου συνεργού αυτού, σε παράσταση προς υποστήριξη και μόνον της κατηγορίας και εκείνος που προσφέρει ή δίδει το δώρο στον υπάλληλο, όπως ο συγκεκριμένος Π. Κ., ότι παραδεκτά στράφηκε και κατά των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που δηλώθηκε και η παράσταση, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για την παραπάνω παράσταση να έχει προηγηθεί άσκηση πολιτικής αγωγής κατά του αστικώς υπευθύνου Δημοσίου, για να δηλωθεί δηλαδή η προκείμενη παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων Γ. Μ. Το γεγονός δε ότι ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος για άμεση συνέργεια Γ. Μ. δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, δεν καθιστά την και κατ` αυτού δηλωθείσα παράσταση προς υποστήριξη και μόνον της κατηγορίας απαράδεκτη. Επίσης από το ότι στην εν λόγω αιτιολογία το Εφετείο ορίζει ότι "παραδεκτά παρίσταται ο Π. Κ. ως πολιτικώς ενάγων μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά του πρώτου κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου..", δε σημαίνει ότι επέτρεψε την παράσταση μόνον κατά του πρώτου κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου και ότι είναι παράνομη η παράσταση κατά του Γ. Μ., αφού το δικαστήριο, απαντά απλώς στην προβληθείσα μόνον υπό του κατηγορουμένου αυτού Β. Μ. αντίρρηση παράστασης και όχι και του αναιρεσείοντος Γ. Μ., η δε δήλωση παράστασης σαφώς, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και του πρώτου και του δεύτερου βαθμού είχε γίνει εναντίον όλων των κατηγορουμένων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` και Δ` του ΚΠΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των δύο κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται ότι το δικαστήριο, με το να μην αποβάλει την πολιτική αγωγή, όπως προτάθηκε, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά παράβαση του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ και ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε η προβληθείσα σχετική αντίρρηση αυτών για την παράσταση του μη αμέσως από το αδίκημα παθόντος πολιτικώς ενάγοντος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3. Από τις διατάξεις των άρθρων 138 επ., 371 και 145 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, περιέχει τη σύνθεσή του, συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, δηλαδή το διαδικαστικό ιστορικό, τις αιτιολογίες και το διατακτικό της, διακρίνεται δε, ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη, από τα πρακτικά της δίκης, έτσι ώστε η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση των λαθών ή συμπλήρωση των ελλείψεων που υπάρχουν στα πρακτικά δεν αφορά ούτε θίγει την οικεία απόφαση, η οποία και μετά την ως άνω διόρθωση ή συμπλήρωση παραμένει η ίδια, ενώ εξάλλου η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση, γιατί δεν υπάγεται σε καμιά από τις κατηγορίες των αποφάσεων κατά των οποίων επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 486 επ. ΚΠΔ, ούτε υφίσταται ειδική για την περίπτωση αυτή ρύθμιση ώστε να παρέχεται το προς τούτο δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, ούτε υπόκειται και σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη η οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε, δεδομένου ότι η συμπληρωματική απόφαση ενσωματώνεται σε εκείνη που συμπληρώνει και αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με αυτή, μαζί με την οποία, μόνο αν αυτή υπόκειται σε έφεση, μπορεί να συμπροσβληθεί (ΑΠ 541/2012). Κατά το άρθρο 145 παρ. 3 μέσα σε είκοσι ημέρες από την καταχώρηση των πρακτικών καθαρογραμμένων στο ειδικό βιβλίο, είναι δυνατόν να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον Εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή, η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση αρνήσεως του, το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο από τους ίδιους, αν είναι δυνατό δικαστές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει το μεν ότι η περί διορθώσεως ή συμπληρώσεως των πρακτικών αίτηση υποβάλλεται πάντοτε, με ποινή απαραδέκτου, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την καταχώρηση των καθαρογραμμένων στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου πρακτικών, το δε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών αυτών, είναι πάντοτε, δηλαδή και στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση (ΑΠ 265/2011, 1932/2005). Επίσης, κατ` άρθρο 145 παρ. 2 εδάφ. δ` και παρ. 3 εδάφ. β` του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "Αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο µέσο, τη διόρθωση ή τη συµπλήρωσή της τη διατάσσει το δικαστήριο που την εξέδωσε, αν το ένδικο µέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο σε αντίθετη περίπτωση, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο µέσο (παρ.2 δ). Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε αποτελούµενο από τους ίδιους αν είναι δυνατό δικαστές (παρ.3 β)". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Μ., με το δεύτερο λόγο αναιρέσεώς του, πλήττεται η προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση για σχετική από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ ακυρότητα, για παράλειψη απαντήσεως του Εφετείου σε υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό και ειδικότερα γιατί δεν διέταξε την αιτηθείσα αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο ήταν και το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει επί της από 23-3-2012 αιτήσεώς του για τη διόρθωση - συμπλήρωση ή μη των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δοθέντος ότι η πρόεδρος αυτού ηρνήθη τη συμπλήρωσή τους, απέρριψε την σχετική αίτηση που υπέβαλεν ο συνήγορός του και μάλιστα με αιτιολογία αντιφατική και ελλιπή. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για υπέρβαση εξουσίας και αναιτιολόγητη απόρριψη του σχετικού αιτήματός του αναπομπής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Β` και Δ` ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γιατί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εκθέτει στο δικόγραφό του επί ποίων ζητημάτων αφορούσε η από 23-3-2012 αίτησή του διορθώσεως των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για να κριθεί αν το υπό συμπλήρωση τιθέμενο ζήτημα ήταν απαραίτητο κατά νόμο να διορθωθεί και προκύπτουν έννομες συνέπειες από την παράλειψη των πρακτικών και είναι αναγκαίο να αναπεμφθεί η υπόθεση από το εφετείο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για συμπλήρωση, αφού μάλιστα περαιτέρω, με την τυπική παραδοχή της εφέσεως του άνω κατηγορουμένου, εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση και το Εφετείο δικάζει από την αρχή την υπόθεση, επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, κάθε ακυρότητα ή ελάττωμα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί στον Αρειο Πάγο και οι διάδικοι μπορούν να επανυποβάλουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους στο Εφετείο, τους δε απορριφθέντες ισχυρισμούς, αν είναι νόμιμοι, μπορούν να τους επαναφέρουν με ειδικό λόγο εφέσεως και να αντιμετωπισθούν πλέον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 516/2011). Αλλωστε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και μετά την τυχόν γενόμενη διόρθωση, παραμένει η ίδια και δε θίγεται από την τυχόν διόρθωση. 4. Κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου κ.λπ., καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, γιατί άλλως, στην περίπτωση αυτή, καλύπτεται η ακυρότητα, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως ή η ακυρότητα της επίδοσης, που κατ` ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Η απορρίπτουσα την σχετική ένσταση του κατηγορουμένου απόφαση, δηλαδή, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ούσα προπαρασκευαστική, πρέπει, κατ` άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, με την 16446, 19527Α, 24911Α, 27795Α,34300/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό με παρόντα τον ήδη αναιρεσείοντα και καταδικασθέντα για παθητική δωροδοκία κατηγορούμενο Β. Μ., απορρίφθηκε ως αβάσιμη η προβληθείσα υπ` αυτού ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη ακριβούς καθορισμού της πράξεως και δη διότι δεν αναφερόταν σε αυτό εάν οι ενέργειες στις οποίες αυτός κατηγορείτο ως υπάλληλος Πολεοδομίας προέβη, είναι υπηρεσιακές ενέργειες, οι οποίες εμπίπτουν στο χώρο των υπηρεσιακών καθηκόντων του. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων Β. Μ. άσκησε έφεση, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα, στο δικόγραφο της οποίας, όπως από αυτή προκύπτει, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι ασκεί έφεση κατά της εν λόγω πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί εσφαλμένα απορρίφθηκε η ως παραπάνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που του επιδόθηκε, για τον ίδιο λόγο αοριστίας που πρόβαλε και πρωτοδίκως, αναπτύσσοντας τον ίδιο αυτό λόγο ακυρότητας και δη ότι το κλητήριο θέσπισμα με αρ. Γ/2007/264, που του επιδόθηκε είναι άκυρο, διότι δεν προσδιοριζόταν η ακριβής υπηρεσιακή ιδιότητα και τα υπηρεσιακά καθήκοντα αυτού στην Πολεοδομία Αργυρούπολης, δεν αναφερόταν ότι η ενέργεια έγκρισης υπ` αυτού της μεταφοράς συντελεστή δόμησης ανάγεται ή αντίκειται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, δεν εκτίθενται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και καθενός των συγκατηγορουμένων σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη, δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις εκείνες που καθιερώνουν συγκεκριμένη υπηρεσιακή υποχρέωση για το πρόσωπό του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Β. Μ., δια του συνηγόρου του, πρόβαλε παραδεκτά και επανέφερε και πάλιν ως παραπάνω τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, τον οποίο ανάπτυξε και προφορικά, το περιεχόμενο του οποίου έχει συνοπτικά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως ακριβώς και παραπάνω αναφέρθηκαν οι λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο κατ` ουσίαν με το αιτιολογικό (βλ. σελ. 19), ότι "το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, δηλαδή την ιδιότητα του πρώτου κατηγορουμένου ως υπαλλήλου της Πολεοδομίας .. , στον οποίον είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, τις ενέργειες στις οποίες προέβη και ότι αυτές ανάγονταν στα υπηρεσιακά του καθήκοντα". Από την επισκόπηση του εγγράφου της δικογραφίας, του για ακυρότητα προσβαλλόμενου με αρ. Γ/2007/264 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Β. Μ., προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του καλούνται να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: "Κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι: Στη … στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της Ε. ποινές: Α) Οι πρώτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτη και έβδομος των κατηγορουμένων Β. Μ. Γ. Τ., Ν. Κ., Θ. Ν. και Κ. Μ. αντιστοίχως, στις 03/04/2006, 19/07/2006 και 26/07/2006, από κοινού ενεργώντας και σε κοινό δόλο τελώντας, όντας υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α, στους οποίους νόμιμα έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, ο μεν πρώτος εξ αυτών ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του οι δε λοιποί ζήτησαν με την μεσολάβηση του πρώτου ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης, προκειμένου να προβούν σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντα τους ή αντίκειται σε αυτά. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο, ενεργώντας κατόπιν συνεκτελέσεως και συναποφάσεως, υπό την ιδιότητα αυτών ως υπαλλήλων της Πολεοδομίας ....... , ο μεν πρώτος για τον εαυτό του, οι δε λοιποί με την μεσολάβηση του πρώτου, ζήτησαν αρχικώς 75.000 ευρώ στις 03/04/2006 και έλαβαν τελικώς από τον Π. Κ., το ποσόν των 55.000 ευρώ (που κατατέθηκαν σε δύο δόσεις έκ 50.000 και 5.000 ευρώ στο λογαριασμό του β` κατηγορουμένου στις 19 και 26/07/2006 αντιστοίχως) προκειμένου να εγκρίνουν κατ` αρχήν την Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης (εκδοθείσης τελικώς τη υπ` αριθμόν 2832/7/ΓΛ19/31/26.7.2006 αποφάσεως την οποίαν συνυπέγραψαν) και κατόπιν να εκδώσουν οικοδομική άδεια σχετικά με ακίνητο του ανωτέρω εγκαλούντος κατά παράβαση των καθηκόντων τους, αφού δεν είχε αυτός δικαίωμα". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το παραπάνω με αρ. Γ/2007/264 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ήταν έγκυρο, περιείχε όλα τα κατά το άρ. 321 παρ.1 του ΚΠΔ αναγκαία στοιχεία και δη ακριβή καθορισμό και περιγραφή της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας του εν λόγω αναιρεσείοντος υπαλλήλου Πολεοδομίας για την οποία κατηγορείτο και προσδιορίζονταν τα υπηρεσιακά καθήκοντα αυτού στα οποία αναγόταν και η μεταφορά συντελεστή δόμησης και μετέπειτα με βάση αυτή την παράνομη μεταφορά η έκδοση οικοδομικής άδειας και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός ορθά και με την αναγκαία ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμος. Ενόψει των προεκτεθέντων και των ανωτέρω παραδοχών, οι σχετικοί από το άρθρο 171 παρ.1 δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠΔ για ακυρότητα, σχετική του κλητηρίου θεσπίσματος και απόλυτη, για παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1,3 της ΕΣΔΑ, 14 παρ.3 α του ΔΣ/ΑΠΔ, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ. Από τη διάταξη δε του άρθρου 370 Α παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου". Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9 Α` και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις. Η απαγόρευση όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και τις πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων, οι οποίες ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται και οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο, ο οποίος αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έστω και αν αυτό περιέχει και στηρίχθηκε σε αθέμιτη μαγνητοσκόπηση με τεχνικά μέσα εκδηλώσεων του κατηγορουμένου, που πραγματοποιήθηκαν, όμως, στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ` αυτόν υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεσή τους, η οποία υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Συνεπώς η λήψη υπόψη από το δικαστήριο του ως άνω εγγράφου δεν δημιουργεί ακυρότητα και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1202/2011, 954/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο προπαρατεθέν αιτιολογικό του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα υπάλληλο Πολεοδομίας Β. Μ. κρίση του για τέλεση παθητικής δωροδοκίας, συνεκτίμησε τις μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται κανένας ψηφιακός δίσκος καταγραφής συνομιλιών ή κάποιο έγγραφο απομαγνητοφωνήσεως αυτού. Επίσης το δικαστήριο δεν αναφέρει πουθενά στο αιτιολογικό του κατάθεση μάρτυρος για μαγνητοφώνηση συνομιλίας μηνυτή και κατηγορουμένων σχετικά με τη δωροδοκία που αποδείχθηκε ή ότι στηρίζει την περί ενοχής κρίση του σε κάποια τέτοια κατάθεση μάρτυρος μηνυτή ή δημοσιογράφου για μαγνητοφωνήσεις, ή άκουσμα αυτών, από τις οποίες να προκύπτει και η δωροδοκία. Η απλή αναφορά δε στο άνω αιτιολογικό ότι ο μηνυτής μετέβη στην Υπηρεσία Ειδικών Υποθέσεων, όπου κατέθεσε για τα γεγονότα της δωροδοκίας και παρέδωσε το C.D., που είχε καταγράψει τις συνομιλίες του, είναι διηγηματική και από αυτή δε συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την ενοχή τον εν λόγω μη αναγνωσθέντα ψηφιακό δίσκο και τις αναφερόμενες σε αυτό μαγνητοφωνημένες συνομιλίες απομαγνητοφωνημένες, ήτοι ότι συνεκτιμήθηκε παράνομο αποδεικτικό μέσο, αλλά το δικαστήριο συναξιολόγησε πλείστα όσα άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ειδικώς στο αιτιολογικό του αυτό. Επομένως εφόσον το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο των συνομιλιών το οποίο προέκυψε από παράνομη παρακολούθηση σε ανοιχτή ακρόαση χωρίς προηγούμενη άρση του απορρήτου με βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, δεν έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο. Επίσης οι απλές αναφορές, στην κατάθεση μάρτυρα του μηνυτή Π. Κ. (και όχι στο αιτιολογικό), ότι "προέβη με δημοσιογράφο σε καταγραφή των συνομιλιών τους, ήταν τρεις μαγνητοφωνήσεις από εμένα, την απομαγνητοφώνηση δεν την έκανα εγώ" και του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Σ., "εγώ άκουσα μεταγενέστερα τις συνομιλίες που έχουν καταγραφεί κ.λ.π.", που υπάρχουν στα πρακτικά, εφόσον το δικαστήριο δεν αναφέρεται στις καταθέσεις αυτές και δε χρησιμοποιεί τις εν λόγω συνομιλίες και απομαγνητοφωνήσεις ή το περιεχόμενο των συνομιλιών αυτών, μέσω των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων, αλλά απλώς τις αναφέρει ιστορικά σαν γεγονότα καταγραφής συνομιλιών και όχι το περιεχόμενο αυτών, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και γι` αυτό, ο σχετικός τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 171 παρ.β 1δ, 177 παρ. 2 και 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6. Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του (ΑΠ 125, 602/2013, 1621/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που κατ` άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ` αυτά, οι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων, όταν τους δόθηκε ο λόγος επί της ενοχής, προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ και συγκεκριμένα α) ο μεν συνήγορος του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Μ. αορίστως, χωρίς παράθεση κανενός πραγματικού περιστατικού και β) οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. πρόβαλαν και ισχυρίσθηκαν τα παρακάτω: "Στο πρόσωπό μου πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α` και ε` του Π.Κ. Ειδικότερα: 1. Όπως αποδεικνύεται και από το υπάρχον στη δικογραφία δελτίο ποινικού μου μητρώου, από τα έγγραφα, που προσκόμισα στο Δικαστήριο Σας και αναγνώστηκαν, αλλά και από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιόν Σας, μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσα ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί το ήθος και η ακεραιότητά μου. Εχω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχω απασχολήσει την ποινική ή πειθαρχική δικαιοσύνη για κάποια υπόθεση πέρα από την κρινόμενη ενώπιόν Σας. Η υπηρεσιακή μου συμπεριφορά μέχρι τα επίδικα περιστατικά ήταν άμεμπτη. Είμαι οικογενειάρχης και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, του Σ. (13 ετών) και της Ε. (11 ετών) όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, που αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που ανωτέρω εκθέτω και επικαλούμαι, πληρούνται στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. 2. Περαιτέρω, μετά τα επίδικα περιστατικά και μέχρι σήμερα, όπως επίσης αποδείχθηκε από τα ανωτέρω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, έχω επιδείξει άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Αντιθέτως, στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά (7) ετών, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού μου περίγυρου, είμαι ενεργός υπάλληλος με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή. Η καλή συμπεριφορά μου μετά την πράξη προκύπτει τόσο από την σφαιρική παρουσία θετικών στοιχείων (εργασία, δημιουργίας οικογένειας, ανατροφή των τέκνων μου) όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιοσδήποτε εμπλοκής μου με την ποινική δικαιοσύνη). Περαιτέρω, η θετική συμμετοχή μου στην κοινωνική ζωή ενισχύεται από τη δραστηριότητα που αναπτύσσω ως Αντιπρόεδρος στο Φιλοπρόοδο Πολιτιστικό Σύλλογο με την επωνυμία "......" από το έτος 1993 μέχρι και σήμερα, καθώς και ως αντιπρόσωπος στη Γενική Συνέλευση της Ομοσπονδίας ... (βλ. ενδ. την κατάσταση μελών Δ.Σ., το με αριθμό πρωτοκόλλου 6/06.05.2009 έγγραφο του πολιτιστικού συλλόγου και τα με αριθμό 35/2005 και 56/201 1 φύλλα της εφημερίδας "............................."). Ενόψει όλων αυτών αποδεικνύεται ότι διάγω βίο έντιμο για μεγάλο (επταετές) χρονικό διάστημα από τα επίδικα περιστατικά και πληρούνται στο πρόσωπο μου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε` του Π.Κ.". Ο αυτοτελής ισχυρισμός συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, προβλήθηκε αόριστα με επίκληση μόνον της σχετικής διάταξης του ΠΚ, χωρίς να παραθέσει πραγματικά περιστατικά και το δικαστήριο της ουσίας, κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Όμως, τον ίδιο αυτοτελή, πλήρως ορισμένο και παραδεκτώς προβληθέντα εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. για αναγνώριση των ανωτέρω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο, με την παρακάτω αιτιολογία: "Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως σ` αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α` και ε` ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι διήγαγαν πρότερο έντιμο βίο και ότι μετά την τέλεση των πράξεών τους επέδειξαν καλή διαγωγή, καθόσον το λευκό ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αντιπρόεδρος σε πολιτιστικό σύλλογο και αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία συλλόγων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός έζησε έντιμο πρότερο βίο και ότι μετά την τέλεση της πράξεως επέδειξε καλή διαγωγή και ποια. Επίσης μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του δευτέρου κατηγορουμένου δεν υποδεικνύει ότι αυτός έζησε πρότερον έντιμο βίο, η δε συμβολή του στην ανέγερση ναού και η οικονομική ενίσχυση θρησκευτικού συλλόγου δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Η παραπάνω αιτιολογία απόρριψης είναι ελλιπής καθόσον, ενώ ο αναιρεσείων πρώτος κατηγορούμενος Β. Μ. παραδεκτώς είχε προβάλει αρκετά ως παραπάνω θετικά της προσωπικότητάς του στοιχεία, όπως, ότι διατηρεί οικογένεια µε σύζυγο και δύο ανήλικα τέκνα, ότι εργάζεται ως υπάλληλος Πολεοδομίας και ότι έζησε απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσε ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί, ότι από το έτος 1993 αναπτύσσει δραστηριότητα ως Αντιπρόεδρος στο Φιλοπρόοδο Πολιτιστικό Σύλλογο "....................." και ως αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων .. , ως και ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους και ότι επί επταετία επέδειξε καλή συμπεριφορά και κοινωνική ως άνω θετική δραστηριότητα, για μεγάλο διάστημα επταετίας μετά την πράξη του, περιστατικά όμως για τα οποία η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία, ενώ η παρατεθείσα αιτιολογία ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος διήγαγε πρότερο έντιμο βίο και ότι μετά την πράξη του επέδειξε καλή διαγωγή, καθόσον το λευκό ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι είναι αντιπρόεδρος σε πολιτιστικό σύλλογο και αντιπρόσωπος στην Ομοσπονδία Συλλόγων, δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτός έζησε έντιμο πρότερο βίο και ότι μετά την τέλεση της πράξεως επέδειξε καλή διαγωγή", κρίνεται μη ειδική και ως ελλιπής αιτιολογία. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως, του μεν δευτέρου αναιρεσείοντος Γ. Μ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ του πρώτου αναιρεσείοντος Β. Μ. είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την απορριπτική των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξή της που αφορά τον Β. Μ., αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή ποινής σε αυτόν. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει: α) η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Γ. Μ. να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος(άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ) και β) , η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Β. Μ. , να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αμετάκλητη πλέον την απόφαση περί ενοχής, να επανακρίνει ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο του ανωτέρω μόνον αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α` και ε` του ΠΚ, και σε τυχόν καταφατική περίπτωση, να τις συνεκτιμήσει κατά την νέα επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί. Ητοι πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος αυτού, ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 6210/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μόνον ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Β. Μ. του Σ., α) ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου και του ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και β) ως προς τη διάταξή της περί της ποινής που επιβλήθηκε στον Β. Μ. για την εν λόγω πράξη. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω μόνον αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο για τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25-10-2013 αίτηση- δήλωση του Β. Μ. του Σ., για αναίρεση της ίδιας (με αρ. 6210/2013) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Απορρίπτει την από 25-10-2013 αίτηση- δήλωση του Γ. Μ. του Ν., για αναίρεση της ίδιας με αρ. 6210/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Γ. Μ. στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2014. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ρ.Κ.