Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Αποζημίωση 6.000 ευρώ σε βάρος τραπεζών και εισπρακτικών εταιρειών

Απόφαση-Σταθμό εξέδωσε το Εφετείο Αθηνών, υπό την Εφέτη, κ. Αικατερίνη Μουμουζιά, σε βάρος της πρακτικής των τραπεζών και των εισπρακτικών εταιρειών, να παρενοχλούν τους καταναλωτές για ληξιπρόθεσμες οφειλές δανείων, παραβιάζοντας τα δεδομένα προσωπικού τους χαρακτήρα.

 

1437/2014 ΕΦ ΑΘ (ΜΟΝ)

Προσωπικά δεδομένα. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλει να ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων για τη διαβίβαση και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων τους. Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες. Ο τρίτος - αποδέκτης, που ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων. Προσβολή προσωπικότητας. Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Υπόχρεοι. Προϋποθέσεις. Η εναγομένη τραπεζική εταιρεία ανέθεσε την είσπραξη του καθυστερούμενου δανείου του ενάγοντα σε εισπρακτική εταιρεία διαβιβάζοντάς της τα προσωπικά δεδομένα του χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως για την διαβίβαση αυτή. Υπάλληλοι της εισπρακτικής εταιρείας τηλεφωνώντας στο κινητό αλλά και στο κατάστημα της συζύγου του αιφνιδίασαν το υιό του και τον ίδιο αφού ζήτησαν επιβεβαίωση της ρύθμισης της οφειλής του προκαλώντας τους ψυχική αναστάτωση. Απορρίπτεται ισχυρισμός της τράπεζας ότι με όρο της σύμβασης είχε ενημερώσει για την διαβίβαση τον αντισυμβαλλόμενό της. Ορθά και νόμιμα επιδίκασε η εκκαλουμένη σε βάρος της τράπεζας 6 χιλ. ευρώ ως ηθική βλάβη. Απορρίπτει έφεση κατά της με αριθ. 1895/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αριθμός Απόφασης 1437/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα 5ο Αποτελούμενο από την Δικαστή Αικατερίνη Μουμουζιά, Εφέτη

 ...

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 25 Ιανουαρίου 2009 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ` αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ` αριθμ. 1895/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχεται εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα, με την από 2 Ιανουαρίου 2013, έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ... Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. 

 ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Η υπό κρίση έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης κατά της υπ` αριθμ. 1895/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 - 676 ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ.3 ν.2472/1997), ασκήθηκε εμπρόθεσμα με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία. Ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) με την αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) τραπεζική εταιρία προέβη σε παράνομη επεξεργασία των συλλεγέντων από αυτήν -κατά την κατάρτιση δανειακής συμβάσεως - προσωπικών δεδομένων του, με τη διαβίβαση προς εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων στοιχείων τηλεφωνικών του συνδέσεων, καθώς και της πληροφορίας περί του χρέους του, παραλείποντας να τον ενημερώσει, όπως όφειλε, αφ` ενός κατ` άρθρο 11 παρ. 1 Ν.2472/1997 με τρόπο σαφή για τους σκοπούς της επεξεργασίας κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως δανείου, αφετέρου δε κατ` άρθρο 11 παρ. 3 του ιδίου νόμου, κατά το χρόνο πριν από τη διαβίβασή τους στην επικαλούμενη από τον ίδιο εισπρακτική εταιρία (αποδέκτρια) για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων προς αυτήν. Ότι η εισπρακτική εταιρία παρανόμως επεξεργάσθηκε ως αποδέκτρια τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, τα οποία μη νομίμως συνέλεξε από την εναγομένη και καταχώρησε αυτά στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή), ακολούθως δε τα χρησιμοποίησε δια της αναφερομένης στην αγωγή προστηθείσας υπαλλήλου της, η οποία τον κάλεσε τηλεφωνικώς στις 26-11-2008 στο κινητό του τηλέφωνο και στο τηλέφωνο της οικίας του και, αιφνιδιάζοντάς τον, του ζητούσε την επιβεβαίωση των γνωστών σε εκείνη προσωπικών του δεδομένων (στοιχεία ταυτότητας κ.λπ.), καθώς και του χρεωστικού υπολοίπου της δανειακής του σύμβασης, χωρίς να τον ενημερώνει για την επωνυμία της εταιρίας εκ μέρους της οποίας τον καλούσε. Ότι με τις παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις η εναγομένη τραπεζική εταιρία του προκάλεσε μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή. Ζήτησε, δε, μετά νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της προκληθείσης σ` αυτόν εκ της άνω αιτίας ηθικής βλάβης. Η υπόθεση εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη με την έφεσή της και παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με το Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» - ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 24-10-1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» - ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής», στο άρθρο 2, ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...β)...γ) «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί... δ) « επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία») κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση..., ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός...η) «Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας. 1) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του...... Στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεματό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β)..., γ) Στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.... Με το άρθρο 11 παρ.1 ορίζεται ότι «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) .... β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων» και με την παρ.2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως, για τα στοιχεία της παρ.1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου....», ενώ με την παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Με το άρθρο 23 παρ.1 ορίζεται ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεως όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρύθμιση του Ν.2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 9 παρ.1 εδ.2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του ΑΚ κλπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται - κατ` αρχήν - απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48, σελ. 1-19). Ετσι, ο Ν.2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισηγ. έκθεση ν.2472/1997 στο ΝοΒ 1997. 505). Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει - μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους σε τρίτους - να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες - τρόπους. Εξάλλου, ο τρίτος - αποδέκτης, ο οποίος κατά το ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής). Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ` ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (Εφ.Αθ. 3833/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ευθύνη εξάλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης, και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1923/2006, ΕφΑθ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, και από την νομοτύπως και μετ` εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, ενώπιον της συμβ/φου Νέας Ερυθραίας .................... ληφθείσης ενόρκου βεβαιώσεως του ..............., περί της οποίας η υπ` αριθμ. 22331/2010 πράξη της άνω συμβ/φου, απεδείχθησαν τ` ακόλουθα: Ο ενάγων είχε καταρτίσει με την εναγομένη στις 21-12- 2004 την υπ` αριθμ. ........... σύμβαση προσωπικού δανείου ποσού 25.000 ευρώ εξοφλητέου σε 48 μηνιαίες δόσεις. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου (σταθερού και κινητού), επάγγελμα (βλ. την από 16-2-2004 αίτηση για χορήγηση δανείου). Η αποπληρωμή του δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά, διότι ο ενάγων καθυστέρησε την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων συνολικού ύψους 1.865,83 ευρώ. Έχοντας αξίωση η εναγομένη τράπεζα από τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου, ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής αυτής στην εταιρία με την επωνυμία «.....................», διαβιβάζοντας σ` αυτήν τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων το τηλέφωνο κατοικίας του ........, το κινητό ........................ και το σταθερό ....... που είχε ο ίδιος δηλώσει ως τηλέφωνο επικοινωνίας στην από 30-5-2007 αίτησή του στην εναγομένη για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, καθώς επίσης και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή. Η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση με την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. ............... σύμβαση, με τον όρο 13 της οποίας ο ενάγων παρείχε στην Τράπεζα «την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση του και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση του δανείου, τα οποία μπορούν να γνωστοποιούνται προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως και δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης». Το κείμενο όμως αυτό της προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ` άρθρο 11 παρ. 1 β, γ. Η εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εισπρακτική εταιρία. Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ` αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στο κινητό του στις 26-11-2008 και περί ώρα 12.30`, αλλά και στο σταθερό ............... (που είχε δηλωθεί από τον ίδιο και ανήκε στην επιχείρηση της συζύγου του) στις 26-11-2008 και περί ώρα 13.00`, δια προστηθείσης υπαλλήλου της, η οποία αιφνιδιάζοντας τον υιό του ενάγοντος του ζητούσε - χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για λογαριασμό ποιας εταιρίας τον καλούσε - να της επιβεβαιώσει τα σχετικά με τη ρύθμιση της επίδικης οφειλής του, προκαλώντας τόσο στον ίδιο όσο και στον ενάγοντα μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον ως άνω νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμμιά δική του ενημέρωση σε τρίτους. Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ` αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγομένης, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως της εναγομένης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγομένη, επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ` αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ` ουσίαν. Καταδικάζει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2014 στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι. 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ν.Σ.

Δημοσίευση σχολίου