Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος: Εισαγγελική Διάταξη-πιλότος κατά της Διαφθοράς

 
Διατάξεις: άρθρα 45Β ΚΠΔ, 3 Ν. 4022/2011, Ν. 2957/2001, Ν. 3560/2007, Ν. 3666/2008
Έννοια μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (whistleblower), Διεθνής - ευρωπαϊκή - εθνική κατοχύρωση θεσμού, Ελλιπής συμμόρφωση της Ελλάδας στη νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού, Έννοια και συνέπειες διαφθοράς
Στην έννοια των συναφών εγκλημάτων του άρθρου 45Β ΚΠΔ υπάγονται, κατά παρέκταση, και κατά ορθή ευρωπαϊκή ερμηνεία, όλα τα εγκλήματα διαφθοράς. Διαδικασία λήψης της ιδιότητας του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος - δυνατότητα λήψης αυτής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και μετά το πέρας αυτής. Νομικά αποτελέσματα, δυνατότητα εισαγγελικής διωκτικής αποχής από τη σε βάρος του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος αμυντικής ποινικής καταγγελίας - δυνατότητα ανάκλησης αποχής - απαιτουμένη συμφωνία και του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Χαρακτηρισμός μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος, προσώπου, που αμέτοχα, χωρίς δικό του όφελος, καλόπιστα και άδολα, με αποκλειστικό σκοπό και κίνητρο την προστασία των συμφερόντων του δημόσιου οργανισμού και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, κατήγγειλε, πιθανολογούμενες, ως υπάρχουσες, ποινικές πράξεις, κακουργηματικής απιστίας και παράβασης καθήκοντος, στη ΔΕΗ Α.Ε., προκειμένου να τύχει υπηρεσιακής αποκατάστασης, από την ως άνω υπηρεσία του, η οποία, αποκλειστικά, λόγω των ως άνω, εν μέρει, τελικά, αντικειμενικά αληθών, δικών του, καταγγελιών, του είχε αποστερήσει τον μισθό του. Εργοδοτικά αντίποινα (πειθαρχική δίωξη, υπηρεσιακός παραγκωνισμός και υποβάθμιση, στέρηση αποδοχών - απόλυση, άσκηση ψυχολογικής βίας-bullying, εργασιακή απομόνωση-mobbing, υποβιβασμό-demotion κ.ά.).
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45Β ΚΠΔ, όπως αυτό προστέθηκε με την υποπαρ. ΙΕ.15 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 «1. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ'οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξη του εισαγγελέα μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοσή της. [...]
Αφού λάβαμε υπόψη μας την υπ' αριθμ. πρωτ. 12268/ 20.2.2015 αίτηση του Ε.Α., διπλωματούχου-μηχανολόγου μηχανικού, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, επί της οδού …, με την οποία και ζητεί να χαρακτηριστεί σύμφωνα με το ως άνω άρθρο και τις σχετικές διεθνείς συνθήκες, ως μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος, «προκειμένου να τύχει ουσιαστικής προστασίας έναντι κάθε μορφής αντιποίνων, οικονομικής —ηθικής— επαγγελματικής και κοινωνικής υποβάθμισης και απαξίωσης», επαγόμεθα τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω θεσπισθέντος νομοθετήματος (βλ. ΚΝοΒ τόμος 62, τεύχος 3, Απρίλιος 2014) «Με την υποπαρ. ΙΕ. 15 προστίθεται νέο άρθρο 45Β στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με την προσθήκη αυτή η χώρα μας ανταποκρίνεται στις διεθνείς της υποχρεώσεις και ιδίως στο άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ κατά της Διαφθοράς (2003), που κυρώθηκε με το Ν. 3666/2008 (Α΄ 105) και στο άρθρο 22 της Σύμβασης του Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης (1999), που κυρώθηκε με το Ν. 3560/2007 (Α΄ 103), καθώς και σε σχετικές συστάσεις που έχουν απευθύνει στη χώρα οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί και ιδίως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στο πλαίσιο της Τρίτης Αξιολόγησης για την εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές.
Δεν πρόκειται άλλωστε για τη μόνη δέσμευση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία μετέχει ενεργώς στην κοινή προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η σχετική υποχρέωση συμπληρώνεται από πλήθος μη νομικώς δεσμευτικών διατάξεων, τις οποίες πάντως η Ελλάς έχει δεσμευθεί να τηρεί: μεταξύ αυτών το κεφάλαιο 9 των Κατευθυντηρίων Αρχών της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη συμμόρφωση σε θέματα ακεραιότητας (2010), το κεφάλαιο 6 των Κατευθυντηρίων Αρχών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις (2008), τον Οδηγό Καλής Πρακτικής του ΟΟΣΑ για τους Εσωτερικούς Ελέγχους, τη Συμμόρφωση και την Ηθική (2010) και την απόφαση 1729 (2010) της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δεν αγνοούνται επίσης πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι Κανόνες Συμπεριφοράς του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) για την καταπολέμηση της εκβίασης και της δωροδοκίας (2005), οι Αρχές του Παγκόσμιου Οικονομικού Forum για την αντιμετώπιση της διαφοράς (2005) και οι Επιχειρηματικές Αρχές για την αντιμετώπιση της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας (2003). Πρόκειται για παροχή προστασίας από αδικαιολόγητη μεταχείριση σε πρόσωπα, τα οποία, χωρίς να εμπλέκονται τα ίδια στην τέλεση εγκλημάτων διαφθοράς, συμβάλλουν ουσιωδώς στην αποκάλυψη των εν λόγω εγκλημάτων με πληροφορίες που παρέχουν στις αρμόδιες διωκτικές Αρχές («μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος» «whistleblowers»). Βεβαίως, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει ήδη διατάξεις για την προστασία τέτοιων προσώπων, ωστόσο αυτές βρίσκονται εγκατεσπαρμένες σε πολλαπλά νομοθετήματα και συνήθως αγνοούνται, τόσο από τους εφαρμοστές του δικαίου, όσο και από τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 45Β ΚΠΔ παρέχονται σημαντικά κίνητρα στα πρόσωπα που γνωρίζουν ή συμπεραίνουν επί τη βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ότι τελούνται εγκλήματα διαφθοράς, να συμβάλουν στην αποκάλυψή τους και στη δίωξη των υπαιτίων. Τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς να λαμβάνουν την ιδιότητα του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» και να απολαύουν ειδικής προστασίας για όσο χρόνο φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Επίσης, θεσπίζεται υπέρ των εν θέματι προσώπων η δυνατότητα οριστικής αποχής από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους, σε περίπτωση που έχει κατατεθεί εναντίον τους (αμυντική) καταγγελία περί τελέσεως εκ μέρους τους ψευδορκίας, ψευδούς καταμήνυσης ή και συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ωστόσο, για να μην περιορίζεται υπέρμετρα η δικαστική προστασία, την οποία ενδέχεται να επιζητήσει ο υπάλληλος που θεωρεί ότι οι πληροφορίες του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του: α) θεσμοθετείται δυνατότητα αποχής από την ποινική δίωξη (και δυνατότητα ανάκλησης της εισαγγελικής πράξης με την οποία προσδόθηκε η ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος), β) ορίζεται ως προϋπόθεση περί οριστικής αποχής από την ποινική δίωξη, ότι η τελευταία δεν πρέπει να κρίνεται απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και γ) απαιτείται προς τούτο ομοφωνία μεταξύ του αρμοδίου για τη δίωξη των οικείων εγκλημάτων εισαγγελέως πλημμελειοδικών και του Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς. Σε περίπτωση μη επιτεύξεως της εν λόγω συμφωνίας ασκείται ποινική δίωξη και εφαρμόζονται κατά περίπτωση τα άρθρα 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 366 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα».
Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 3666/2008, σε εφαρμογή του οποίου τέθηκε η ως άνω διάταξη «1. Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό νομικό του σύστημα και με βάση τις δυνατότητές του, για την παροχή αποτελεσματικής προστασίας έναντι πιθανών αντιποίνων ή εκφοβισμού σε μάρτυρες και πραγματογνώμονες που καταθέτουν σε σχέση με αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και, όπου αρμόζει, στους συγγενείς τους και σε άλλα πρόσωπα, που συνδέονται στενά με αυτούς. 2. Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη και τα ακόλουθα: (α) Τη θέσπιση διαδικασιών για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των προσώπων αυτών, όπως, στο βαθμό που είναι απαραίτητο και εφικτό, με την εγκατάστασή τους σε άλλο μέρος και την έγκριση, όπου αρμόζει, της μη αποκάλυψης ή με την επιβολή περιορισμών στην αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν την ταυτότητα και το μέρος που βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά, (β) Την πρόβλεψη αποδεικτικών κανόνων, ώστε να μπορούν οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες να καταθέτουν με τρόπο που να μην θίγεται η ασφάλεια των προσώπων αυτών, όπως η έγκριση να δοθεί η κατάθεση με τη χρήση της τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως βίντεο ή άλλο επαρκές μέσο. 3. Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών ή ρυθμίσεων με άλλα Κράτη για την εγκατάσταση σε άλλο μέρος των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα ισχύουν και για τα θύματα, εφόσον αυτά είναι μάρτυρες. 5. Κάθε Κράτος Μέρος, υπό τον όρο της εσωτερικής νομοθεσίας του, θα παρέχει τη δυνατότητα παρουσίασης και εξέτασης των απόψεων και των ανησυχιών των θυμάτων σε κατάλληλα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά δραστών, με τρόπο που δεν θα θίγει τα δικαιώματα της υπεράσπισης.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ως άνω νόμου "Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει τη δυνατότητα ενσωμάτωσης στο εσωτερικό νομικό του σύστημα κατάλληλων μέτρων για την παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητης μεταχείρισης σε οποιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει καλόπιστα και με βάσιμους λόγους στις αρμόδιες αρχές, γεγονότα που αφορούν αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του Ν. 3560/2007 κυρώθηκε και έχει την ισχύ της παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντ. η Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 15 Μαΐου 2003, σύμφωνα το προοίμιο της οποίας τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα: Θεωρώντας ότι σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του. Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση πεπεισμένα για την ανάγκη της επιδίωξης, ως ζήτημα προτεραιότητας, μιας κοινής πολιτικής κατά του εγκλήματος που αποσκοπεί στην προστασία της κοινωνίας κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης κατάλληλης νομοθεσίας και προληπτικών μέτρων τονίζοντας ότι η διαφθορά συνιστά απειλή για το κράτος του δικαίου, της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπονομεύει τη χρηστή διοίκηση, τη δίκαιη μεταχείριση και την κοινωνική δικαιοσύνη, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, παρεμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη και θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών και των ηθικών θεμελίων της κοινωνίας πιστεύοντας ότι μια αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς απαιτεί αυξημένη, ταχεία και αποτελεσματική διεθνή συνεργασία σε ποινικά θέματα καλωσορίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις που προωθούν τη διεθνή κατανόηση και συνεργασία για την καταπολέμηση της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών των Ηνωμένων Εθνών, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνοντας υπόψη το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης το Νοέμβριο 1996 μετά τις συστάσεις της 19ης Διάσκεψης Ευρωπαίων Υπουργών Δικαιοσύνης (Βαλέτα, 1994) υπενθυμίζοντας στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία της συμμετοχής των Κρατών μη μελών στις δραστηριότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς και καλωσορίζοντας την πολύτιμη συνεισφορά τους στην υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης κατά της Διαφθοράς υπενθυμίζοντας επίσης ότι η Απόφαση No 1 που υιοθετήθηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Δικαιοσύνης στην 21η Διάσκεψή τους (Πράγα, 1997) εισηγήθηκε την ταχεία υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης κατά της Διαφθοράς και ζήτησε, συγκεκριμένα, τη σύντομη υιοθέτηση Σύμβασης ποινικού δικαίου που να προβλέπει τη συντονισμένη ποινικοποίηση πράξεων διαφθοράς, την αυξημένη συνεργασία για τη δίωξη αυτών των αδικημάτων, καθώς και αποτελεσματικό μηχανισμό Παρακολούθησης, προσιτό εξίσου τόσο σε Κράτη μέλη όσο και σε Κράτη μη μέλη λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης αποφάσισαν, επ' ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής τους που έλαβε χώρα στο Στρασβούργο στις 10 και 11 Οκτωβρίου 1997, να αναζητήσουν κοινές απαντήσεις στις προκλήσεις που θέτει η αύξηση της διαφθοράς και υιοθέτησαν Πρόγραμμα Δράσης το οποίο, για να προωθηθεί η συνεργασία στην καταπολέμηση της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεών της με το οργανωμένο έγκλημα και το ξέπλυμα χρήματος, έδωσε οδηγίες στην Επιτροπή Υπουργών, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει την ταχεία ολοκλήρωση των διεθνών νομικών κειμένων σύμφωνα με το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς θεωρώντας επίσης ότι η Απόφαση (97) 24 σχετικά με τις 20 Κατευθυντήριες Αρχές για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς, που υιοθετήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1997 από την Επιτροπή Υπουργών στην 101η Συνεδρίασή της, τονίζει την ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης της επεξεργασίας διεθνών νομικών κειμένων σύμφωνα με το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς. Ενόψει της υιοθέτησης από την Επιτροπή Υπουργών, στην 102η Συνεδρίασή της στις 4 Μαΐου 1998, της Απόφασης (98) 7 με την οποία εγκρίνονται η επιμέρους και η διευρυμένη συμφωνία που ιδρύει την «Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς-GRECO», που αποσκοπεί στη βελτίωση της ικανότητας των μελών της να καταπολεμούν τη διαφθορά παρακολουθώντας την εκπλήρωση των δεσμεύσεών τους στον τομέα αυτό, Συμφώνησαν τα ακόλουθα: [...]
Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 22 του ως άνω νόμου που επιγράφεται «Προστασία συνεργατών δικαιοσύνης και μαρτύρων», «Κάθε Μέρος πρέπει να υιοθετήσει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να παράσχει αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία για: α) αυτούς που καταγγέλλουν τα ποινικά αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 14 ή που συνεργάζονται άλλως με τις ανακριτικές ή διωκτικές αρχές, β) μάρτυρες που καταθέτουν σχετικά με τα αδικήματα αυτά.
Ο ορισμός της διαφθοράς είναι δύσκολος και ατέρμονος και φυσικά δεν μπορεί να περιοριστεί και να νοηματοδοτηθεί μόνο μέσα στα αντικειμενικά πλαίσια ορισμένων αδικημάτων, όπως π.χ. η δωροδοκία, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και το οργανωμένο έγκλημα. «Η διαφθορά είναι μία ατέλειωτη ιστορία του προσδιορισμού της» (the never ending history of definition - βλ. Χαράλαμπου Δημόπουλου, Η διαφθορά, σελ. 185). Θα μπορούσε, όμως, να την ορίσει κανείς ως παρακμή των σταθερών ηθικών αρχών μιας κοινωνίας, ως καρκίνωμα της κοινωνίας, ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη, ως μια συμπεριφορά που παραβιάζει και υπονομεύει τους κανόνες του συστήματος της πολιτικής τάξης, ως προσβολή του δημοσίου συμφέροντος μέσω της διαφθοράς της πολιτικής εξουσίας, ως κατάχρηση της δημόσιας θέσης του διοικητικού στελέχους για ιδιωτικό κέρδος, ως και η «δωροδοκία καθώς και κάθε άλλη συμπεριφορά προσώπων, στα οποία έχει δοθεί εμπιστοσύνη προκειμένου να ασκούν αρμοδιότητες του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και τα οποία παραβιάζουν τα καθήκοντά τους εκείνα, τα οποία προκύπτουν από το status που διαθέτουν (ως δημόσιοι λειτουργοί, ιδιωτικοί υπάλληλοι, ανεξάρτητοι φορείς) και που σκοπεύουν με αυτό τον τρόπο να αποκτήσουν πλεονεκτήματα κάθε είδους για τον εαυτό τους ή για άλλους» (βλ. ό.π., Δημόπουλου, σελ. 197-198, όπου και αναφέρει την άποψη του Ιταλού Υπουργού Δικαιοσύνης για την έννοια της διαφθοράς, στην 19η συνάντηση των Υπουργών Δικαιοσύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης που πραγματοποιήθηκε στη Βαλέτα της Μάλτας την 14-15 Ιουνίου του έτους 1994, επίσης «Large-Scale Corruption: Definition, Causes, and Cures, Raul, Carvajal-Systemic Practice and Action Recearch», Volume 12 (4)-Aug. 1, 1999).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση χειρισθήκαμε ποινική υπόθεση του άρθρου 3 του Ν 4022/2011, «περί εκδίκασης πράξεων διαφθοράς Πολιτικών και Κρατικών Αξιωματούχων, υποθέσεων μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και μείζονος Δημοσίου Συμφέροντος και άλλες διατάξεις», που αφορούσε τις νομικά χαρακτηρισθείσες πράξεις: 1) της απιστίας, σχετική με την υπηρεσία, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ, η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με επιτευχθέν όφελος και προκληθείσα ζημία που υπερβαίνουν τα 150.000 ευρώ και το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 2) της ηθικής αυτουργίας, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη στην υπ' αριθμ. 1 πράξη, 3) της παράβασης καθήκοντος, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη, 4) της ηθικής αυτουργίας, από κοινού ή μη κατ' εξακολούθηση ή μη στην υπ' αριθμ. 3 πράξη (άρθρα 13α΄, 263Α περ. δ΄, 26 παρ. 1α΄, 27, 45, 46 παρ. 1α΄, 94 παρ. 1, 98, 256 περ. γββ΄, 259 ΠΚ και 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950 όπως τροπ. με την παρ. 5 άρθρου 4 του Ν 1738/1987 και με το άρθρο 2 του Ν 1877/1990 και αντικ. με την παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν 2172/1993).
Ειδικότερα, η ως άνω υπόθεση αφορούσε πράξεις κακοδιαχείρισης και κατάχρησης εξουσίας στη ΔΕΗ ΑΕ και δη: α) ότι η ΔΕΗ ΑΕ, ως διαχειριστής ελληνικού δικτύου, διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δεν είχε συμμορφωθεί ως όφειλε με το περιεχόμενο της Οδηγίας ΕΕ 2003/54 και του Ν. 3426/2005, με αποτέλεσμα να νοθεύεται ο ανταγωνισμός, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και σε όφελος των μελών της διοίκησής της, καθότι η ως άνω εταιρία εμφάνιζε μεγαλύτερα κέρδη, και τα bonus των τελευταίων ήταν δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. β) Η υπουργική απόφαση του ΥΠΕΚΑ με στοιχεία Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/631/15788 της 2.8.2011, με την οποία εγκρίθηκε η προσθήκη πρόσθετης ικανότητας παραγωγής ενέργειας, στην Κρήτη και στη Ρόδο, καθώς και σε οκτώ μη διασυνδεδεμένα νησιά, ύψους έξι περίπου εκατομμυρίων ευρώ, για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών, του θέρους του έτους 2011, με την εγκατάσταση ενοικιαζόμενων ηλεκτρογεννητριών, από 1ης Ιουλίου του έτους 2011, από τη ΔΕΗ ΑΕ, η οποία βασίστηκε στην από 30.6.2011 γνωμοδότηση ΡΑΕ 25/2011, είναι παράνομη, καθότι το μεν δεν υφίσταται, μέχρι σήμερα, με ευθύνη της ΔΕΗ ΑΕ και της ΡΑΕ, Κώδικας Διαχείρισης Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, το δε η Κομισιόν δεν έχει εκδώσει καμία παρέκκλιση για τα απομονωμένα μικροδίκτυα της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ, με αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού και την αύξηση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά. γ) Η διακήρυξη ΔΔ-193, του δημόσιου διαγωνισμού, για την «εγκατάσταση συστήματος τηλεμέτρησης μεγάλων πελατών χαμηλής τάσης» προϋπολογισμού πρώτης φάσης 33,5 εκατομμυρίων ευρώ και σε πλήρη ανάπτυξη περίπου 1,5 δις ευρώ, είχε συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, αντίθετες με τις συνήθεις-κοινές ευρωπαϊκές προδιαγραφές, οι οποίες και απέκλειαν, εξ ορισμού, τις ενδιαφερόμενες γερμανικές εταιρίες ... και ..., τα προϊόντα των οποίων είχαν αυτά τα τελευταία συνήθη χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού και τη συνακόλουθη περιουσιακή ζημία του ελληνικού δημοσίου με την αγορά των ως άνω μετρητών σε μεγαλύτερη τιμή. δ) Ότι η διοίκηση της ΔΕΗ ΑΕ όχι μόνο δεν θεσμοθέτησε υπηρεσία διαχείρισης κινδύνων (Risk Management Function), ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα δωροδοκίας και διαφθοράς, σε βάρος της, όπως προβλέπεται από τον διεθνή κανονισμό ISO 31000, αλλά αντίθετα με την υπ' αριθμ. 119/2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της παρείχε ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης, στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στα μέλη Συμβουλίων Διεύθυνσης, στους Γενικούς Διευθυντές και στους Διευθυντές ΒΟΚ, της εταιρίας για λόγους αδικοπραξίας, σφαλμάτων, παραλείψεων ή έλλειψης επιμέλειας, που μπορεί να επέλθουν από πταίσμα, παράβαση των υποχρεώσεών τους έναντι διατάξεων που επιβάλλονται από τη νομοθεσία, το καταστατικό της εταιρίας ή από κανονιστικές διατάξεις, πράξεων ή παραλείψεων αντίθετων με την αρχή της χρηστής διαχείρισης και της χρηστής συμπεριφοράς, όπως παράβαση καθήκοντος, παραβίαση νόμων/κανονισμών/καταστατικού της εταιρίας, αμέλεια, σφάλμα, παράλειψη, αδιακρισία, απροσεξία, λάθη, παραπλάνηση, κακή διαχείριση. Ειδικότερα καλύπτετο πλήρης νομική κάλυψη και τα έξοδα νομικής υποστήριξης των ασφαλιζόμενων στελεχών της ΔΕΗ, οικονομικές απαιτήσεις σε βάρος των ασφαλιζομένων, με ανώτατο όριο ευθύνης 50.000.000 ευρώ.
Η άνω υπόθεση διαφθοράς αναδείχτηκε αποκλειστικά, από την υπ' αριθμ. πρωτ. 252/12.1.2012 αναφορά-καταγγελία, του ως άνω αιτούντος Ε.Α., διπλωματούχου μηχανολόγου μηχανικού, που αυτός κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Για την υπόθεση εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2301/2014 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με σύμφωνη πρότασή μας, πλην όμως αυτό δεν αίρει το καλόπιστο και το βάσιμο των καταγγελιών, στο σύνολό τους, δεδομένου ότι για πολλές περιπτώσεις προτάθηκε η απαλλαγή για νομικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους (βλ. πρότασή μας επί του ως άνω βουλεύματος). Ήδη δε για το θέμα των αδειοδοτήσεων, που οδηγούν σε ενοικίαση Η/Ζ για την κάλυψη των έκτακτων αναγκών στα νησιά, έχει σταλεί στη Βουλή των Ελλήνων η ως άνω δικογραφία, για το σκέλος που αφορά πιθανές ευθύνες του πρώην Υπουργού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής Γ.Π. (βλ. 10ο φύλλο του ως άνω βουλεύματος).
Όπως προκύπτει από την ως άνω αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά που προσκομίζει o Ε.Α., λόγω της ως άνω αναφοράς του, αλλά και για άλλες σχετικές, έχει υποστεί υπηρεσιακές διώξεις, οι οποίες είχαν σαν συνέπεια τον κλονισμό της ψυχικής του υγείας και την οικονομική και κοινωνική του υποβάθμιση με την αποστέρηση μισθών.
Επειδή η ως άνω αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης ή του σχετικού βουλεύματος, καθώς και μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας (εισήγηση Τριανταφύλλου σε επιμορφωτικό σεμινάριο στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, Θεσσαλονίκη 26 και 27 Φεβρουαρίου του έτους 2015 με θέμα «Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος» υπό την προεδρία του Εθνικού Συντονιστή για την καταπολέμηση της διαφθοράς, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε).
Επειδή η ως άνω καταγγελία κρίνεται άδολη και καλόπιστη και με βάσιμους, κατ' αρχήν, λόγους και όχι, στο σύνολό της, αντικειμενικά αναληθής (και εισήγηση Τριανταφύλλου, ό.π., όπου και αρκείται στο καλόπιστο και στο άδολο της καταγγελίας).
Επειδή αυτή αφορά σοβαρά εγκλήματα διαφθοράς υπαγόμενα σε κάθε περίπτωση στα συναφή εγκλήματα του ως άνω άρθρου 45Β ΚΠΔ.
Επειδή, ο ανωτέρω δεν εμπλέκεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στις εν λόγω καταγγελθείσες πράξεις, δεν απέβλεπε σε ίδιον όφελος και συνέβαλε ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρείχε στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξη εγκλημάτων διαφθοράς.
Για τους λόγους αυτούς
Χαρακτηρίζουμε ως μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος τον ως άνω αιτούντα Ε.Α., διπλωματούχο-μηχανολόγο μηχανικό, κάτοικο Παλαιού Φαλήρου Αττικής, επί της οδού …, προκειμένου να τύχει ουσιαστικής προστασίας έναντι κάθε μορφής αντιποίνων, οικονομικής —ηθικής— επαγγελματικής και κοινωνικής υποβάθμισης και απαξίωσης.
Ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών
Ανδρέας Ι. Καραφλός
 
Αντί σχολιασμού:
 
Δυστυχώς, ο Ν. 4254/2014 (γνωστός ως νόμος Αθανασίου, με κακότεχνη νομοτεχνική, άλλως με εξόχως ύποπτες διατάξεις) περιορίζεται να παράσχει την ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος σε όποιον συμβάλλει στην αποκάλυψη και δίωξη ΜΟΝΟ "Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις", δηλαδή δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων, δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, δωροληψία και δωροδοκία δικαστικών λειτουργών, εμπορίας επιρροής και μεσάζοντες, και στις ΣΥΝΑΦΕΙΣ με αυτές πράξεις, και όχι εν γένει σε διάφορα εγκλήματα, ειδικά προσδιοριζόμενα, ή έστω κατόπιν πράξεως του αρμόδιου Εισαγγελέα, δηλαδή ενδεικτικά στα εγκλήματα της απιστίας στην υπηρεσία, ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαίρεσης, απάτης, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κ.λπ., και δη εν γένει στα εγκλήματα με την επιβαρυντική περίσταση των καταχραστών του ελληνικού δημοσίου.
Σημειώνεται, δε, ότι την ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα (σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του νόμου) αποκτά προφανώς μόνο όποιος συμβάλλει στην αποκάλυψη και δίωξη των παραπάνω αδικημάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 45Β του Ποινικού Κώδικα, και των συναφών με αυτά άλλων αδικημάτων, που μπορεί να είναι μεγαλύτερης ακόμη ποινικής απαξίας, μόνον εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και για τα τελευταία, και όχι αυτοτελώς, τουλάχιστον όπως μέχρι σήμερα έχει ερμηνευθεί από τους αρμόδιους Εισαγγελείς Διαφθοράς, κατά παράβαση όμως των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της Χώρας μας.
Ερμηνευτικά, όμως, και εναρμονισμένα πάντοτε με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Χώρας μας, σύμφωνα και με την παρατιθέμενη πράξη του κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος πρέπει να την αποκτά κάθε μάρτυρας που με τις δικές του άδολες ενέργειες έχει συμβάλει στην αποκάλυψη και δίωξη εν γένει εγκλημάτων διαφθοράς, όπως π.χ. ψευδής βεβαίωση και απιστία, με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου περί καταχραστών του ελληνικού δημοσίου, που επισείουν ποινή ΙΣΟΒΙΟΥ ΚΑΘΕΙΡΞΕΩΣ, και συνεπώς όλες οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές (εισαγγελέας, ανακριτής) οφείλουν να ενημερώνουν σχετικά τον Εισαγγελέα Διαφθοράς, ώστε ο τελευταίος, ως οφείλει, να παράσχει την απαιτούμενη προστασία και με τον τρόπο αυτό να εμπεδώσει την πραγματική βούληση πάταξης της Διαφθοράς, επί της ουσίας, και ουχί τυπολατρικά, μεμονωμένα, ή επιλεκτικά.

Δημοσίευση σχολίου