Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Η μη καταχρηστική προσφυγή στη Δικαιοσύνη δεν συνιστά εκβίαση



Εκβίαση- κηρύσσεται αθώος ο εκκαλών κατηγορούμενος για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατά συρροή σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, διότι νόμιμα προέβη στην κατάθεση μηνύσεων και αγωγών σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας και άλλων μελών της τελευταίας με κύρια επιδίωξη τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής του προς την εγκαλούσα και όχι τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους με τον εξαναγκασμό των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας να προβούν σε παράλειψη διεκδικήσεως των νομίμων αξιώσεων της εταιρίας έναντι του κατηγορουμένου από την προμήθεια καυσίμων και λοιπών πετρελαιοειδών προϊόντων και να ζημιωθεί έτσι η περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας. Εξάλλου, η προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράνομη άσκηση βίας ή απειλή κακού με σκοπό την πρόκληση περιουσιακής ζημίας άλλου παρά μόνο όταν δεν υπάρχει νόμιμη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση και ο προσφεύγων ασκεί το δικαίωμα του αυτό καταχρηστικά.

ΤριμΕφΑΘ 10506/2012

Πρόεδρος: Ελευθερία Συμσερίδη-Τσόπελα. 
Δικαστές: Κ. Λιάρου, Ε. Αναστασιάδου. 
Εισαγγελέας: Χρ. Παπαγεωργίου. 


Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν 
ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά 
της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και 
αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Κατά τη διάταξη 
του αρθρ. 385 παρ. 1 περ. β` του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με αρθρ. 1 παρ. 10 
του ν. 2408/1996, «όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, 
εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται 
ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών 
μηνών, αν δεν μεταχειρίσθηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του 
λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί εξαναγκαζόμενος ή άλλος προσφέρθηκε 
να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον με 
φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της 
αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε 
πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει 
την αυτοπροαίρετη απόφαση του. Ο εξαναγκασμός πρέπει να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή, 
δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της 
ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξανάγκαζα μενού και 
να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο δράστης 
γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα 
αρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ, στο πρόσωπο δικαιώματος της 
βουλήσεως του και τις ελευθερίες στις συναλλαγές. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει 
διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, αρκεί να 
είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου. Δεν αποκλείεται 
δε και μια προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει η υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι αδιάφορο αν 
αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν η απειλή ήταν 
πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή 
εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Για την υποκειμενική 
υπόσταση του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με 
την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την 
αντικειμενική υπόσταση του ενλόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής 
(βασικός δόλος) και επιπροσθέτως σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο 
περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος) ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του οφέλους. Αν η απειλή δεν 
επέφερε το σκοπούμενο αποτέλεσμα του εξαναγκασμού σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή του 
απειλούμενου ή την επέλευση της ζημίας στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της 
εκβιάσεως δεν ολοκληρώνεται, αλλά, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 42 παρ. 1 του ΠΚ, υπάρχει 
απόπειρα εκβιάσεως, δηλαδή πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της. Ειδικότερα, 
απόπειρα υπάρχει όταν η μη πλήρης πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της εκβίασης δεν 
υπέκυψε στη βία ή την απειλή και ως εκ τούτου δεν επήλθε η περιουσιακή ζημία, η οποία, όπως 
προαναφέρθηκε, τελεί σε σχέση ολικής αντιστοιχίας με το επιδιωκόμενο παράνομο περιουσιακό 
όφελος, διότι στην περίπτωση αυτή η επέλευση της περιουσιακής ζημίας δεν αποτρέπεται με τη 
βούληση εκείνου που αποπειράται να εξαναγκάσει (ΑΠ 463/2012,1450/2010 Νόμος). Ομως στην 
κοινωνική και οικονομική ζωή, όπου κυριαρχούν οι βασικές αρχές της αυτονομίας της βουλήσεως 
και της ελευθερίας στις συναλλαγές, η άσκηση πίεσης με ορισμένου είδους «απειλές», για να 
επιτευχθεί οικονομικό όφελος αυτού που «απειλεί», στο οποίο δεν έχει νόμιμη αξίωση, με βλάβη 
αυτού που «απειλείται» είναι πράξη συνήθης (π.χ, απεργία εργαζομένων, αν δεν δοθεί αύξηση 
αποδοχών ή για να περικοπούν οι αποδοχές). Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν συνήθεις τρόπους 
συμπεριφοράς. Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος, ήδη από το έτος 1985 δραστηριοποιείτο στο 
χώρο της εμπορίας υγρών καυσίμων, ανέπτυξε δε ένα δίκτυο λιανικής πωλήσεως που 
εκμεταλλευόταν είτε η εταιρία με την επωνυμία «.......», στην οποία ο ίδιος ήταν κύριος μέτοχος, 
πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είτε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία 
χρησιμοποιούσε για την άσκηση της εμπορίας ως παρένθετα. Στα πλαίσια της εμπορίας του, 
συνεργαζόταν ήδη από το έτος 1998 με την πολιτικώς ενάγουσα, η συνεργασία όμως 
διαταράχθηκε, όταν η τελευταία του ανακοίνωσε ότι η οφειλή του ίδιου και γενικά του υπό έλεγχο 
αυτού ομίλου, στις 31.8.2004 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 5.321 ευρώ. Ο κατηγορούμενος 
αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής του, ισχυριζόμενος ότι είχε δώσει επιταγές ευκολίας και ότι 
οφείλει μόνο το ποσό των 3.700 ευρώ, αρχικά δε εκδήλωσε τη θέληση του να καταβάλει το ποσό 
αυτό, το οποίο όμως δεν δέχθηκε η πολιτικώς ενάγουσα. Προ αυτής της διαφωνίας ως προς το 
ύψος της οφειλής του, σε συνάντηση που είχε με το νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας, Ν.Μ., στο 
γραφείο του τελευταίου, συνοδευόμενος από δικηγόρο, δήλωσε σ` αυτόν ότι θα προσφύγει στη 
δικαιοσύνη καταθέτοντας μηνύσεις και αγωγές προκειμένου να επιλυθεί η μεταξύ τους οικονομική 
διαφορά. Πράγματι, ο κατηγορούμενος κατέθεσε μηνύσεις και αγωγές σε βάρος του νομίμου 
εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και άλλων μελών της τελευταίας, για τις πράξεις της 
απάτης, πλαστογραφίας και της εκβίασης. Στην κατάθεση αυτών των μηνύσεων, προέβη με κύρια 
επιδίωξη των προσδιορισμό του ύψους της οφειλής του. Αυτό συμβαίνει συνήθως, αφού πολλές 
αστικές υποθέσεις ποινικοποιούνται μετά από έγκληση, προκειμένου να υπάρξει ικανοποίηση του 
μηνυτή στο αστικό μέρος της υπόθεσης. Για τις ενλόγω μηνύσεις που κατέθεσε ο κατηγορούμενος 
ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε βάρος των μηνυομένων, απαγγέλθηκαν κατηγορίες και μετά το 
πέρας της ανάκρισης οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν με βουλεύματα. Πρέπει να λεχθεί ότι 
ουδεμία προσβολή της ελευθερίας της βουλήσεως και ουδεμία κάμψη της βουλήσεως του άλλου με 
βία ή απειλή είναι επιτρεπτή εάν επιτυγχάνεται προκειμένου να αποκτηθεί περιουσιακό όφελος 
χωρίς νόμιμη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση, που υπάγεται από την έννομη τάξη στην άμεση 
εξουσία ενός προσώπου. Ο παράνομος εξαναγκασμός με βία και απειλή σε πράξη, παράλειψη ή 
ανοχή που προξενεί περιουσιακή ζημία πρέπει να έχει ως προϋπόθεση, για να χαρακτηρισθεί 
παράνομος, η άσκηση της βίας ή η απειλή του κακού προς τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να 
θεωρηθεί αξιόμεμπτη. Η προσφυγή όμως στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αξιόμεμπτη 
πράξη. Το αντίθετο θα ίσχυε μόνον όταν ο δράστης που επιδιώκει περιουσιακό όφελος, για το 
οποίο δεν έχει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση, προβαίνει σε νόμιμη επαπειλούμενη πράξη, αλλά 
δεν έχει από την έννομη τάξη την εξουσία άσκησης του δικαιώματος, επειδή γίνεται εκμετάλλευση 
του δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και εν προκειμένω, ούτε οι αγωγές ούτε οι 
μηνύσεις κρίθηκαν καταχρηστικές. Άλλωστε, όταν κάποιος απευθύνει προς άλλον προειδοποίηση 
ότι θα επιδιώξει την επίλυση της μεταξύ τους οικονομικής διαφοράς, με κάθε νόμιμο προβλεπόμενο 
μέσο, δεν υπάρχει απειλή ούτε εκβίαση, αλλά σύσταση στο πλαίσιο ενάσκησης δικαιώματος. Εν 
προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος αμφισβητούσε το ύψος της οφειλής του 
προς την πολιτικώς ενάγουσα, καθώς ισχυριζόταν ότι κάποιες επιταγές που είχε δώσει σ` αυτήν 
ήταν επιταγές ευκολίας και συνεπώς, ισχυριζόταν ότι οφείλει μικρότερο ποσό και θα ξεκινήσει 
δικαστικό αγώνα γι` αυτό. Αξίζει δε εδώ να επισημανθεί ότι στην από 3.8.2011 λογιστική 
πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε, κατόπιν της υπ` αριθμ. ... διάταξης της 24ης τακτικής 
ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: Η «Μ.» σε πλήθος 
περιπτώσεων, κατέθετε η ίδια χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς των πελατών της για την 
πληρωμή αξιόγραφων τους. Οι καταθέσεις αυτές ξεπερνούν τα 5000.000 ευρώ. Η πρακτική αυτή 
να εξοφλεί η ίδια αξιόγραφα των πελατών της και μετά να τους χρεώνει με το ποσό της κατάθεσης, 
είναι, αν μη τι άλλο ανορθόδοξη και η αιτιολογία που δόθηκε στον έλεγχο από την εγκαλούσα 
εταιρία, ότι οι επιταγές αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί ως πλαφόν στις τράπεζες και θα έπρεπε να 
καλύψουν όλες τις επιταγές του συγκεκριμένου εκδότη, δεν γίνεται αποδεκτή διότι θα επαρκούσε 
μόνον αν αυτό συνέβαινε μόνο μία φορά και όχι σε τέτοια έκταση και σε τέτοια ποσά. Εξάλλου, 
από τον έλεγχο εταιρίες είχαν κατατεθεί σε πλαφόν σε διάφορες τράπεζες και δεν είχαν 
χρησιμοποιηθεί για πληρωμές τρίτων, προμηθευτών κλπ.». Στο πόρισμα δε ελέγχου της άνω 
πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται: «Όσον αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του υπό έλεγχο ομίλου 
προς την εγκαλούσα εταιρία, ο έλεγχος αυτός δεν κατέστη δυνατόν να καταλήξει σε βέβαιο 
αποτέλεσμα λόγω των αναφερομένων προβλημάτων. Επιπροσθέτως, οι συμψηφιστικές εγγραφές 
που μονομερώς και χωρίς έγκριση ή εντολή έκανε η «Μ» μεταφέροντας υπόλοιπο της «Ε.Ο.» σε 
άλλες εταιρίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από τον έλεγχο και θεωρούνται ως μη γενόμενες». 

 Επομένως, ο κατηγορούμενος βάσιμα αμφισβητούσε το ύψος της οφειλής του και νόμιμα προέβη 
στις παραπάνω ενέργειες, χωρίς με αυτές να επιδιώκει να εκβιάσει τον εγκαλούντα, με σκοπό να 
αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος από την εγκαλούσα εταιρία με απειλή βλάβης αυτής 
αλλά και της προσωπικής φήμης και υπόληψης των νομίμων εκπροσώπων της. Τέλος πρέπει να 
σημειωθεί ότι, όσον αφορά το αστικό μέρος της μεταξύ των διαδίκων οικονομικής διαφοράς, δεν 
έχει κριθεί οριστικά και αμετάκλητα το υπόλοιπο του οφειλόμενου στην πολιτικώς ενάγουσα 
ποσού εκ μέρους του κατηγορούμενου, καθόσον επί ασκηθείσας ανακοπής κατά της σε βάρος του 
εκδοθείσας διαταγής πληρωμής έγινε δεκτή η από 20.10.2009 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η 
υπ` αριθμ. 713/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ` αριθμ. 5438/2008 
απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με το σκεπτικό ότι «...καθίσταται αβέβαιο αν όντως το ποσό της 
διαταγής πληρωμής αποτελεί μέρος του ποσού που εγγράφως αναγνωρίσθηκε οφειλόμενο ή 
φέρεται ως τελικό υπόλοιπο (και) των συναλλαγών που ακολούθησαν την αναγνώριση». Κατόπιν 
αυτών, δεν στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του 
εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, και ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος.
Δημοσίευση σχολίου