Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Διεθνής απαγωγή παιδιών

 

1030/2017 ΑΠ

Αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών. Εξαίρεση στην επιστροφή του παιδιού ή άρνηση της δικαστικής αρχής στην επιστροφή του. Πότε προβλέπονται οι δυνατότητες αυτές. Μετακίνηση τέκνου, το οποίο είχε συνήθη διαμονή στην Ελβετία, στην Ελλάδα, αρχικά με την συναίνεση του αιτούντος πατέρα περί προσωρινής μόνον μετακίνησης αυτού με την μητέρα του εκεί, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, προκειμένου να βελτιωθεί η υγεία της. Ελλιπής η κρίση του Εφετείου ότι η κατακράτηση του τέκνου των διαδίκων από την μητέρα του στην Ελλάδα, εκτός του τόπου συνήθους διαμονής του, για πάντα, χωρίς την σύμφωνη γνώμη του αιτούντος πατέρα, ο οποίος ασκούσε από κοινού με την καθ’ης η αίτηση τη γονική μέριμνα είναι παράνομη, κι επομένως, αφού από την παράνομη κατακράτηση μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, το Δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει την άμεση επιστροφή του τέκνου στην χώρα της συνήθους διαμονής του, εφόσον δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του μπορεί να το εκθέσει σε κίνδυνο. Τούτο διότι το Εφετείο δεν εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την ένσταση που προέβαλε η καθ'ης η αίτηση, αναφορικά με το ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του ανήλικου τέκνου να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία. (Αναιρεί την υπ'υπαρθ. 146/2016 ΜονΕφΘράκης).

 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασιλική Αναγνωστοπούλου και Κωνσταντίνο Χρυσόγονο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ.Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2016 αίτησή της και τους από 3-1-2017 πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η από 9-11-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 146/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και οι με το από 3-1-2017 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, παραδεκτά, πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το νόμο 2102/1992, και στοχεύει στην εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού στην προηγούμενη κατάσταση και εξαιρέσεις σ’αυτή, όπου το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού, νεότερου, κατά το άρθρο 4 της Σύμβασης, των δέκα έξι ετών, θεωρούνται παράνομες: α) εφόσον έγιναν κατά παράβαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ’αυτόν τον τρόπο, εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά, μπορεί δε να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 της ίδιας Διεθνούς Σύμβασης, εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα, κατά τα προαναφερθέντα και από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης (κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης) της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, ακόμη και αν η δικαστική ή διοικητική αρχή επιλήφθηκε μετά την πάροδο του άνω χρονικού διαστήματος του ενός έτους, οφείλει ομοίως να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 της ίδιας Διεθνούς Σύμβασης, η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί, σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή και αν δεν είχε παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση μέχρι την υποβολή της αίτησης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εφόσον αποδεικνύεται πλην άλλων: α) ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει στην μετακίνηση ή κατακράτηση αυτή ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει με οποιονδήποτε τρόπο σε μία αφόρητη κατάσταση. Εκτός δηλαδή, από την προβλεπόμενη με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 δυνατότητα εξαίρεσης στην επιστροφή του παιδιού, αν αποδειχθεί, ότι αυτό έχει προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, η οποία, όμως, ισχύει μόνο για την περίπτωση που δεν είχε παρέλθει έτος, κατά τα προαναφερθέντα, με τη διάταξη του άρθρου 13 της Διεθνούς αυτής Σύμβασης, προβλέπεται δυνατότητα η δικαστική αρχή να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού σε κάθε περίπτωση, εάν (μεταξύ άλλων) αποδειχθεί, στο πλαίσιο ένστασης καταλυτικής της αξίωσης του αιτούντος την επιστροφή του παιδιού, είτε α) ότι ο τελευταίος δεν ασκούσε ουσιαστικά την επιμέλειά του κατά την μετακίνηση ή κατακράτηση, με την έννοια ότι (εφόσον κατά το άρθρο 5 της ίδιας Σύμβασης, το δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του), δεν ενδιαφερόταν για την φροντίδα του παιδιού για κάποιους ιδιαίτερους λόγους ή β) ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό καθεαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, έχει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την τάση μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει δηλαδή τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 916/2010, 63/2001). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Ο αιτών-εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος), Γ. Κ. του Α., που γεννήθηκε στη Στουτγάρδη, στις 4-10-1975, κάτοικος ..., ιατρός με ειδίκευση στους τομείς της ψυχοσωματικής ιατρικής, της ψυχιατρικής και της ψυχοθεραπείας, επικεφαλής ιατρός στην κλινική πόνου του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βέρνης για εξωτερικούς ασθενείς και εντεταλμένος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βέρνης, επικεφαλής εκπαιδευτής των βοηθών ιατρών του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Βέρνης στους τομείς του πόνου και της ψυχοσωματικής ιατρικής και η καθ’ης η αίτηση-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) Κ. Λ. του Α., που γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη, στις 5-4-1986, κάτοικος ..., επί πτυχίω φοιτήτρια του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, εργαζόμενη στη φαρμακοβιομηχανία "...", στις … του νομού Ροδόπης, ως βοηθός χημικού, γνωρίστηκαν στη Σαμοθράκη, τον Αύγουστο του έτους 2012. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε συναισθηματικός και ερωτικός δεσμός και στις αρχές Νοεμβρίου του ιδίου έτους (2012) έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Μετά ταύτα, η καθ’ης η αίτηση παραιτήθηκε από την εργασία της και μετέβη στη Βέρνη της Ελβετίας, όπου εγκαταστάθηκε, στην οικία του αιτούντος. Εκεί δεν εργαζόταν, παρακολουθούσε δε μαθήματα για την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας ... Στις 17-1-2013 οι διάδικοι μίσθωσαν από κοινού διαμέρισμα, στη Βέρνη ..., στο οποίο εγκαταστάθηκαν στις αρχές του ιδίου έτους ... Στις 24-2-2014 τέλεσαν μεταξύ τους πολιτικό γάμο στη Βέρνη, ο οποίος στη συνέχεια ιερολογήθηκε, στις 26-4-2014, κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στον Ιερό Ναό ..., της Βέρνης... Οι διάδικοι από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Α., που γεννήθηκε στις 29-8-2014, στη Βέρνη. Η γέννηση του τέκνου αυτού καταχωρήθηκε στο ληξιαρχείο της Βέρνης και συντάχθηκε σχετική ληξιαρχική πράξη... Όμως, στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων είχαν αρχίσει να εμφανίζονται προβλήματα πριν από τη γέννηση του τέκνου τους οφειλόμενα κυρίως στο έντονο άγχος της καθ’ης η αίτηση, για την υγεία του κυοφορούμενου, λόγω διακοπής, κατά τη διάρκεια της κυήσεως, της φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε, για την αντιμετώπιση της αγχώδους διαταραχής, από την οποία έπασχε, με αποτέλεσμα τη μεταβολή της διάθεσης και της συμπεριφοράς της και, εξ αυτού του λόγου, τη δημιουργία εντάσεων και προστριβών μεταξύ τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, όσον αφορά την, κατά την άνω χρονική περίοδο, συναισθηματική κατάσταση της καθ’ης η αίτηση και την μεταβολή της διάθεσής της, λόγω διακοπής της θεραπευτικής αγωγής, στηρίζεται, κυρίως, στην από 28-8-2014 έκθεση εισόδου, που συνέταξε η γυναικολόγος δρ. M. L. του Νοσοκομείου …της Βέρνης, στο οποίο έλαβε χώρα η γέννηση του τέκνου, με τίτλο "κατάσταση εισαγωγής", όπου στο ιστορικό της εγκύου (καθ’ης η αίτηση) αναφέρεται "Διαταραχή φόβου-Κρίσεις πανικού εδώ και αρκετά έτη (υπό αγωγή)" και στο κάτω τμήμα αυτού (εγγράφου) "άγχος, φόβος για το μωρό, φαρμακευτική αγωγή, βιταμίνες προ της εγκυμοσύνης, ψυχοφάρμακα Fluoxetine", την από 31-8-2014 έκθεση εξόδου του ιδίου Νοσοκομείου (πτέρυγα λοχείας), που συνέταξε ο παιδίατρος δρ. D. D.- B., στο οποίο κάτω από την ενότητα "Διατροφή" αναφέρεται "Μετά από μια ημέρα διακοπή θηλασμού, λόγω φαρμακευτικής αγωγής της μητέρας", καθώς και στο ιδιόχειρο σημείωμα, που συνέταξε η καθ’ης η αίτηση, με τίτλο "...", στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται από την ίδια, υπό την ένδειξη ιστορικό "άγχος+κρίσεις πανικού, χορήγηση Ladose". Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η καθ'ής η αίτηση, με προτροπή του αιτούντος, κατά τη διάρκεια της κύησης επισκέφθηκε τον ελληνόφωνο ψυχίατρο-ψυχοθεραπευτή δρ. Κ. τέσσερις φορές περίπου, πλην όμως, διέκοψε τη θεραπεία, όπως η ίδια συνομολογεί. Λόγω της συνεχιζόμενης συναισθηματικής έντασης της καθ'ής η αίτηση και μετά την επάνοδό της στη συζυγική οικία στις 31-8-2013 και ενόψει της επικείμενης επιστροφής του αιτούντος στην εργασία του, στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Βέρνης, οι διάδικοι συμφώνησαν να μεταβεί η καθ'ής η αίτηση, μαζί με το νεογέννητο τέκνο, στην κατοικία των γονέων της, στην Αλεξανδρούπολη, προκειμένου να τη συνδράμουν στη φροντίδα του, κατά τη διάρκεια της λοχείας. Έτσι, στις 13-9-2014 και περί ώρα 03:00’ η τελευταία μαζί με το τέκνο αναχώρησε αεροπορικώς από το αεροδρόμιο της …, στο οποίο τη μετέφερε ο αιτών με το αυτοκίνητό του. Ο αιτών πατέρας για την μετακίνηση του ανηλίκου στην Ελλάδα χορήγησε στην σύζυγό του έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον ίδιο, με το εξής περιεχόμενο "Βέρνη 12-9-2014, με το παρόν δηλώνω ότι, εγώ ο Γ. Κ., γεννημένος στις 4-10-75, είμαι απολύτως σύμφωνος να ταξιδέψει ο γιός μου Α.Κ., γεννημένος στις 29-8-14 μαζί με την μητέρα του/σύζυγό μου Κ.Κ., γεννημένη στις 5-8-86, για μερικές εβδομάδες στον παππού και στην γιαγιά του στην Ελλάδα". Η καθ’ης η αίτηση μετά την άφιξή της στην Ελλάδα μετέβη με το ανήλικο, στην οικία των γονέων της, στην Αλεξανδρούπολη... Στις 16-9-2014, ήτοι την τρίτη ημέρα από την αναχώρησή της από την Ελβετία, ενημέρωσε τον αιτούντα, σε τηλεφωνική επικοινωνία τους, ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει στην Ελβετία και ότι θα εγκατασταθεί μονίμως στην Αλεξανδρούπολη με το τέκνο. Έκτοτε, παρά τη ρητώς εκφρασθείσα διαφωνία του αιτούντος πατέρα, το ανήλικο διαμένει με την μητέρα του καθ’ης η αίτηση στην οικία των γονέων της, όπου αυτή εγκαταστάθηκε. Οι τελευταίοι συνδράμουν αυτήν στην ανατροφή του ανηλίκου, δοθέντος ότι η καθ’ης η αίτηση από τις 6-4-2015 εργάζεται πάλι στην φαρμακοβιομηχανία "...", στις ....... του νομού Ροδόπης, ως πτυχιούχος χημικός. Στις 15-10-2014 η καθ’ης η αίτηση κατέθεσε κατά του αιτούντος, την από 13-10-2014 αγωγή... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, να επιτραπεί η μετοίκηση της ιδίας και του ανηλίκου στην Αλεξανδρούπολη, από την ευρισκόμενη στη Βέρνη της Ελβετίας.... κοινή συζυγική στέγη, να υποχρεωθεί ο αιτών να καταβάλει για διατροφή του τέκνου το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, για μια τριετία από την επίδοση της αγωγής και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της παραδώσει τα ευρισκόμενα στην κοινή κατοικία τους, στη Βέρνη, προσωπικά είδη της ιδίας και του ανηλίκου. Η ως άνω αγωγή ορίστηκε να συζητηθεί στις 18-3-2015. Στις 21-10-2014 η δικηγόρος της καθ’ης η αίτηση ενημέρωσε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τον αιτούντα για την κατάθεση της άνω αγωγής και για τη δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στις 7-11-2014 η καθ’ης η αίτηση απέστειλε στον αιτούντα μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο, με το οποίο ζήτησε τον καθορισμό ημερομηνίας προκειμένου να μεταβεί στην Ελβετία για την παραλαβή των προσωπικών της αντικειμένων και του ανηλίκου (ενδύματα, παιχνίδια, έγγραφα). Μετά ταύτα, στις 18-11-2014 ο αιτών εξουσιοδότησε τον δικηγόρο Ελβετίας V.A. "για την υπόθεση επιστροφής παιδιού/γάμου" και στις 20-11-2014 απευθύνθηκε στο δικηγόρο Αλεξανδρούπολης Ν. Ζ., προκειμένου να έχει συνομιλίες και επαφές με τον ως άνω εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο Ελβετίας. Αντίγραφο της παραπάνω αγωγής επιδόθηκε στον αιτούντα στις 9-12-2014. Την ίδια ημέρα (9-12-2014) ο τελευταίος κατέφυγε στην Κεντρική Αρχή της Ελβετίας, προκειμένου να κινηθεί η προβλεπόμενη από τη σύμβαση της Χάγης διαδικασία για την επιστροφή του τέκνου του στον τόπο της συνήθους διαμονής του, στη Βέρνη Ελβετίας. Η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν του υπ’αριθμ. ..../13-1-2015 κατεπείγοντος εγγράφου του Τμήματος Διεθνούς Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ελλάδας προς τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατ’εφαρμογή του άρθρου 16 της Σύμβασης της Χάγης, μέχρι την έκδοση απόφασης για παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση. Στις 16-6-2015 η καθ’ης η αίτηση κατέθεσε κατά του αιτούντος, την από 16-6-2015 ... αγωγή διαζυγίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την λύση του γάμου της με αυτόν, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης από λόγους που αφορούν το πρόσωπό του και, επικουρικά, λόγω διετούς διάστασης σε περίπτωση συζήτησης αυτής μετά την 13-9-2016. Η ως άνω αγωγή ορίστηκε να συζητηθεί στις 16-1-2017. Σύμφωνα με το ελβετικό δίκαιο (του τόπου γέννησης του τέκνου των διαδίκων) και συγκεκριμένα το άρθρο 296 ελβ. ΑΚ, καθώς και κατά το άρθρο 1510 ΑΚ (δίκαιο κοινής ιθαγένειας γονέων και τέκνου), η γονική μέριμνα ασκείται από κοινού και από τους δυο γονείς, στο δικαίωμα δε αυτό περιλαμβάνεται η επιμέλεια του τέκνου, καθώς και το δικαίωμα των γονέων να αποφασίζουν για τον τόπο διαμονής αυτού (τέκνου). Το δικαίωμα αυτό ασκούσε ο αιτών πατέρας πραγματικά από της γεννήσεως του ανηλίκου μέχρι την κατακράτησή του στην Ελλάδα, μάλιστα δε έλαβε άδεια πατρότητας, από 23-8-2014 έως και 14-9-2014, για να συνδράμει στην ανατροφή του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Νοσοκομείο και μετά την έξοδό του από αυτό και φρόντιζε από κοινού με την καθ’ης η αίτηση για τις ανάγκες του ... Το εν λόγω τέκνο αμέσως πριν την παράνομη κατακράτησή του στην Ελλάδα (16-9-2014) είχε συνήθη τόπο διαμονής στη Βέρνη της Ελβετίας, όπου αμφότεροι οι διάδικοι γονείς είχαν τον τόπο κατοικίας τους και το επίκεντρο της οικογενειακής και κοινωνικής τους ζωής. Η μετακίνηση του τέκνου στην Ελλάδα έγινε με τη συναίνεση του αιτούντος πατέρα προσωρινά (για μερικές εβδομάδες), όπως ρητώς στην ως άνω έγγραφη δήλωσή του αναφέρεται, ωστόσο παρέμεινε στην Ελλάδα χωρίς τη συγκατάθεσή του, καθόσον επιθυμία αυτού ήταν να επιστρέψει (το τέκνο) στη Βέρνη Ελβετίας, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσής του με την καθ’ης η αίτηση. Επομένως, η κατακράτηση του τέκνου των διαδίκων από τη μητέρα του στην Αλεξανδρούπολη, εκτός του τόπου συνήθους διαμονής του, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του αιτούντος πατέρα, ο οποίος ασκούσε από κοινού με την καθ’ης η αίτηση τη γονική μέριμνα (και επιμέλεια) του τέκνου και χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου απαγορεύεται ρητώς η μονομερής αλλαγή του τόπου κατοικίας αυτού (τέκνου), εφόσον ο νέος τόπος διαμονής βρίσκεται στο εξωτερικό, σύμφωνα με το άρθρο 301α παρ. 2 περ. α του ελβ. ΑΚ, είναι παράνομη, κατά την έννοια των άνω διατάξεων της Σύμβασης της Χάγης. Από τότε που έλαβε χώρα η παράνομη κατακράτηση (16-9-2014) μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης (11-9-2015) μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους και, συνεπώς, το Δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει την άμεση επιστροφή του τέκνου στη χώρα της συνήθους διαμονής του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 της Σύμβασης της Χάγης. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι η επιστροφή του εν λόγω τέκνου μπορεί να το εκθέσει σε κίνδυνο φυσικό ή ψυχικό ή να το π εριαγάγει σε αφόρητη κατάσταση. Η κοινή συζυγική οικία, όπου κατοικεί ο αιτών πατέρας του ανηλίκου, βρίσκεται σε περιοχή με χώρους αναψυχής παιδιών (παιδική χαρά, γήπεδο κ.λπ.), σ’αυτήν δε υπάρχει το ειδικά διαμορφωμένο παιδικό δωμάτιο του τέκνου, με τα αναγκαία έπιπλα, εξοπλισμό και παιχνίδια. Η κρίση του Δικαστηρίου, όσον αφορά την καταλληλότητα της κατοικίας του αιτούντος πατέρα για την ασφαλή διαμονή του τέκνου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο τελευταίος επικοινωνεί σ’αυτήν (κατοικία) κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο με τον υιό του Γ., που απέκτησε, στις 31-5- 2009, από προηγούμενη σχέση του με την J. M. R., που αναγνώρισε εκουσίως στις 4-8-2009..., σημειουμένου ότι, η καταλληλότητα αυτής (κατοικίας) για την επικοινωνία του αιτούντος με τον προαναφερόμενο υιό του και τη διαμονή του τελευταίου σ’αυτή, ελέγχθηκε και εγκρίθηκε, κατόπιν επιτόπιας μετάβασης, τον Ιανουάριο του 2014, από κοινωνική λειτουργό. Ο αιτών πατέρας του ανηλίκου προτίθεται για τις ώρες που θα απουσιάζει στην εργασία του να αναθέσει τη φροντίδα του στον ημερήσιο παιδικό σταθμό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Βέρνης, που διαθέτει σύγχρονες εγκαταστάσεις και εξειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό ..., στο οποίο παραμένουν προς φύλαξη τα ανήλικα τέκνα του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού του Νοσοκομείου, ενώ κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, έχει τη δυνατότητα να μεριμνήσει ο ίδιος για τις ανάγκες του. Σε κάθε δε περίπτωση, το γεγονός της ανάθεσης της φροντίδας του ανηλίκου σε παιδικό σταθμό κατά τη διάρκεια της απουσίας του αιτούντος στην εργασία του δεν εμπίπτει στην έννοια του σοβαρού κινδύνου, που απαιτεί η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 περ. β’ της Σύμβασης της Χάγης. Συνεπώς, η εκ του άρθρου 13 περ. β’ της άνω Σύμβασης ένσταση, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει η καθ’ης η αίτηση, είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, ο πρωτοδίκως προβληθείς και επαναφερόμενος ισχυρισμός της καθ’ης η αίτηση ότι το τέκνο έχει απολύτως προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, η δε απομάκρυνσή του από αυτό θα έχει αρνητικές επιπτώσεις, καθόσον θα του προκαλέσει συναισθηματικό κλονισμό και ανασφάλεια, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά μόνον το ζήτημα της επιστροφής του τέκνου στον τόπο της συνήθους διαμονής του. Επομένως, δεν συντρέχει καμιά από τις περιπτώσεις που παρέχουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του τέκνου των διαδίκων στον τόπο της συνήθους διαμονής του....".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αίτησή του, με την αιτιολογία ότι η Βέρνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο τόπος συνήθους διαμονής του τέκνου και ότι ο τελευταίος δεν άσκησε ουσιαστικά δικαίωμα επιμέλειας επί του ανηλίκου τέκνου του πριν την μετακίνησή του, δέχθηκε την αίτηση. Κρίνοντας το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της προβληθείσας απ’αυτήν ένστασης από την παρ. 2 του άρθρου 12 της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης, περί προσαρμογής του ανήλικου τέκνου της στο νέο του περιβάλλον ήταν αβάσιμος, ορθά, κατ’αποτέλεσμα, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προβλεπόμενη από την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη δυνατότητα εξαίρεσης της επιστροφής του ανήλικου, εφόσον κατά τη μη ελεγχόμενη με λόγο αναίρεσης παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ της παράνομης κατακράτησης του τέκνου και την υποβολή της επίδικης αίτησης του αναιρεσίβλητου μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος: α) ασκούσε από κοινού με την αναιρεσείουσα το δικαίωμα επιμέλειας του ανήλικου τέκνου του πραγματικά από τη γέννησή του (στις 29-8-2014) μέχρι την παράνομη κατακράτησή του στην Ελλάδα (16-9-2014), έχοντας λάβει και άδεια πατρότητας για να συνδράμει στην ανατροφή και την φροντίδα του κατά τη διάρκεια παραμονής του στο νοσοκομείο και β) είχε ρητώς εκφράσει από τις 16-9-2014 την διαφωνία του στην περαιτέρω παραμονή του τέκνου του στην Ελλάδα, όπου παρέμενε έκτοτε χωρίς τη συγκατάθεσή του αφού η επιθυμία του ήταν να επιστρέψει το τέκνο στην Βέρνη, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης του με την αναιρεσείουσα, με πλήρη και επαρκή αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 περ. α της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, απέρριψε την στηριχθείσα σε αυτή ένσταση της αναιρεσείουσας, περί μη πραγματικής άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου και περί μεταγενέστερης έγκρισης της κατακράτησής του. Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο (επικουρικό) κύριους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Η με τους ίδιους λόγους επικαλούμενη ανεπάρκεια του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, λόγω μη ύπαρξης παραδοχής περί των ειδικότερων ενεργειών του αναιρεσίβλητου οι οποίες προσήκουν στο καθήκον της επιμέλειας, όπως και αυτών από τις οποίες προκύπτει η έκφραση διαφωνίας του για την περαιτέρω παραμονή του στην Ελλάδα, ακόμη δε και η έλλειψη αναφοράς στις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα συνομιλίες τους σε σχέση με τον κλονισμό της έγγαμης συμβίωσής τους και την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους (από τις οποίες κατ’αυτήν προέκυπτε η έγκριση παραμονής του τελευταίου στην Ελλάδα), αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του ανωτέρω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατ’επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8β ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της από τη διάταξη του άρθρου 13α της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εγκρίνει εκ των υστέρων την παραμονή του ανήλικου τέκνου τους στην Ελλάδα. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, δεχόμενο αντιθέτως ότι ο αναιρεσίβλητος εξέφρασε ρητώς τη διαφωνία του στο να παραμείνει το ανήλικο τέκνο τους στην Ελλάδα. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την από το άρθρο 13β της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης καταλυτική της ασκηθείσας αίτησης, ένσταση της αναιρεσείουσας, ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι η επιστροφή του ανήλικου τέκνου μπορεί να το εκθέσει σε κίνδυνο φυσικό ή ψυχικό ή να το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση, επειδή τόσο η οικία όπου διαμένει ο αναιρεσίβλητος, στη Βέρνη, όσο και το ειδικά διαμορφωμένο παιδικό δωμάτιο είναι κατάλληλα και ασφαλή για τη διαμονή του, ενώ το γεγονός της ανάθεσης της φροντίδας του σε παιδικό σταθμό κατά τη διάρκεια της απουσίας του αναιρεσίβλητου "δεν εμπίπτει στην έννοια του σοβαρού κινδύνου", στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13β της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης. Ειδικότερα το Εφετείο δεν περιέλαβε ουσιαστική παραδοχή, με την έννοια ότι δεν αποφάνθηκε αν αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμα κατ’ουσίαν τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα, με τις ενώπιόν του από 23-9-2016 προτάσεις της, θεμελιούντα την ένσταση αυτή, πραγματικά περιστατικά, ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του ανήλικου τέκνου τους να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ηλικία των δεκατεσσάρων ημερών βρίσκεται συνεχώς στην Ελλάδα, ότι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει τώρα που έχει αρχίσει και να μιλάει είναι αυτό της αναιρεσείουσας μητέρας του, ενώ ο αναιρεσίβλητος πατέρας του, λόγω της παντελούς απουσίας του, του είναι "άγνωστος", όπως και η κατοικία και το περιβάλλον της Βέρνης. Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετούν στη συγκεκριμένη περίπτωση το πραγματικό της εν λόγω ένστασης, όσον αφορά την φυσική και ψυχική δοκιμασία, εφόσον αυτά, ως αποτέλεσμα της επιστροφής, αληθή υποτιθέμενα, έχουν την γενική τάση, μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου να επιφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αποδοκιμαζόμενα από την Σύμβαση αποτελέσματα. Την ξαφνική δηλαδή αλλαγή της οικογενειακής σταθερότητας και την τραυματική απώλεια επαφής από τον γονέα που μέχρι τώρα φρόντιζε το ανήλικο, σε συνδυασμό με την ανάγκη προσαρμογής του σε μια νέα χώρα και ένα νέο περιβάλλον που για το ανήλικο τέκνο θα είναι πλέον η χώρα επιστροφής του. Επομένως, ο δεύτερος κύριος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19, όπως διευκρινίζεται και συμπληρώνεται από τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής, κατ’εκτίμηση από την ίδια διάταξη (και όχι από αυτή του αριθμού 1 του άρθρου 559) ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Επισημαίνεται, ότι η εν λόγω ένσταση ακόμη και αν δεν είχε υποβληθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω μη καταχώρισής της στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα της εφεσίβλητης, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 527 αρ.1 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο τελευταίος με τις κατατεθείσες στις 15-2-2017, ήτοι μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης προτάσεις του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο. Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, όμως, ιδρύονται υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά μέσα ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 987/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, υπό στοιχείο 3Α της κρινόμενης αίτησής της, κατ’επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 12 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος που δεν έπρεπε να λάβει υπόψη, διότι αφενός μεν δεν ήσαν δημόσια, αφετέρου δεν έφεραν ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, προκειμένου να δεχθεί, ότι "ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της αγχώδους διαταραχής από την οποία έπασχε". Ο ανωτέρω λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι, πλην της αοριστίας του, εφόσον δεν γίνεται επίκληση των συγκεκριμένων εγγράφων που δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη (καίτοι λαμβάνονται υπόψη και τα ανυπόγραφα και τα μη δημόσια έγγραφα-ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 934/2014), τα εν λόγω έγγραφα δεν είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης, εφόσον η σχετική πλεοναστική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την λήψη φαρμακευτικής αγωγής της αναιρεσείουσας, δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, αλλά συνδέεται με τους λόγους κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης δίκης. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην από τη διάταξη του άρθρου 13β της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης ένσταση, ενώ παρέλκει η έρευνα του υπό στοιχείο 3Β τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στο εν λόγω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 146/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Α.Σ.

 
 
 

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Απεριτίφ και απέριττα



Καθίστε, πάρτε ένα απεριτίφ
διακτινιστείτε στον μεθυσμένο κόσμο
της αιωνιότητας
αλκοολική σύμπραξη
ζωντανών κοκκαλωμένων ψυχών
στο ενδιάμεσο ενός ονείρου
που εκδικείτο τη φύση του τετριμμένου
διεκδικούσε το στέμα της επανάκτησης
μιας ζωής που τρεφόταν από πόνο
αλλά μεθούσε όταν η αγάπη επισκεπτόταν
την φυλακή όπου εγκαταβίωνε
έτσι χωρίς τις αισθήσεις της
έδωσε τη συναίνεση για μια ανθρωποκτονία
με όλα τα φόντα για ταινία
με βουβά πρόσωπα
και ακατάπαυστα ομιλητικά συναισθήματα
με τη γλώσσα να ρέει πάνω στον έρωτα
του θανάτου της αποβίβασης
έτσι φτάσαμε σε σένα
επωφελημένοι του μυστήριου της ύπαρξης
θαμπωμένοι από το άγνωστο
και το γνωστό πεπρωμένο
αυτή τη φορά με αισθήσεις
και με αναίσθητη την προσμονή της ανυπαρξίας
τουλάχιστον για τον κόσμο που αδίκησε τα όνειρά μας
κι εμείς, που δεν μεθάμε ούτε από ελπίδα, ούτε από υποσχέσεις
που δίνονται ακάλυπτες, ξετσίπωτες και επιτηδευμένες
εμείς που δεν πιστέψαμε ούτε αυτό το μοιραίο
εμείς οι αμέθυστοι, ξενέρωτοι φύσει και θέση
ποια ουσία, ποιο απεριτίφ, ποιο άλλοθι να δώσουμε
στην καρδούλα μας που δεν έπαψε να χτυπάει από μέθη;
Νύχτες σαν και αυτές που τα όνειρα φυλακίζουν το σώμα μας
αφού το πρωί καταδικασμένοι τα αναπολούμε


 

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Πίστη



Παραίτηση, απώλεια, ή λήθη
από ποιά όψη καίγεται προσφορότερα
η ελπίδα
αυτά τα χρόνια της εγκατάλειψης
σαν βγαλμένα από αβίωτη θλίψη
αραχνιασμένα από ανείπωτη σήψη
που παρέμειναν δευτερόλεπτα
στο σύνολο μιας ατέρμονης τύχης
ανεμοδαρμένα στο μετέωρο μήπως
ίσως, αν επιβιώσουν οι στιγμές
να θυμήσουν αφού θυμηθούν
ένα καλύτερο αύριο
πόσο αχάριστο το παρελθόν
που επιβιώνει χάριν της ιστορίας
των λέξεων που δεν απαρνήθηκαν
τις ζωές τους
μια απ'αυτές, το ζω στην απόχρωση του έζησα
έδωσε το πεντάλ της πίστης στο θα ζήσω
ένα προτέρημα σύμφυτο της φύσης τους
να πλάθουν εικόνες που εξαπατούν το χρόνο
και σβήνονται όταν καίγεται το σύμπαν σου

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Ίσως, πιθανόν, ενδεχομένως



Πολλά φώτα διαχύθηκαν
στο σκοτάδι σου
στη ζωή να σε παγιδεύσουν
έκλεινες τα μάτια
γιατί δεν άντεχες τον πληθωρισμό
της υποκρισίας
παραιτήθηκες από ζωντανός
μετέωρος στο σκοτωμένος
ανεξίτηλος στο εάν πέθανες
στιγμιαίο αντίο στον πόνο
μεταξύ του μεταίχμιου
εάν αγαπάς ή αγάπησες
και τι, περισσότερο από το όλον
σε στάση αναμονής
ίσως σταματήσει ένα νέο βαγόνι
αλεξικέραυνο εάν γίνεται
-σε σένα απευθύνομαι καιρέ
καιροσκόπε-
από έλξεις του παρελθόντος
καιρός σαν είναι να ανατείλει άνοιξη
και να ανθίσουν τα όνειρα
από χρόνια χειμέρια νάρκη

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Το εγώ σε διπλή παγίδευση



Σεβαστό μου εγώ
προσελήφθης από τη μνήμη
ανταρσία να κάνεις στην αμνησία μου
ήθελα να ξεχάσω, πριν σε χάσω
εκείνα τα αντίπαλα δευτερόλεπτα
πόσες τύψεις γυρεύαν αντίδωρο
πόσα γιατί σιωπήσαν από δωροδοκία
γιατί εμένα επέλεξες
να σκοτωθώ ή να σκοτώσω με βία
Δεν σου ανήκα, δεν σε ικέτευσα
δεν επωφελήθηκα της πρώτης σειράς σου
εξαφανίστηκα στη δύναμη της πυράς σου
Εσύ σκότωσες, εγώ -και γω θύμα δικό σου-
κάθε ανάμνηση της αθώας μου ύπαρξης
σε έδαφος ανύπαρκτης ελπίδας
και τώρα καραδοκείς, αιτία θανάτου να δώσεις
σε ένα τέλος που εγώ δεν επέλεξα
και πριν απ'αυτό αν διανοείσαι,
δώσε υπόσταση για μια φορά στη φύση σου
και ίσως υπάρξω για μένα 

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ποτέ και σαν τότε



Ποτέ τέτοια ώρα
μην ανάβεις το κερί
στο τσιγάρο δώσε το προβάδισμα
αργά, όπως καιγόσουν
από χρόνιο παρανάλωμα
μην επιτρέπεις στον καθρέπτη
να φωτίζει τη σκιά του έρωτα
αφού φίλη έγινες με το βλέμμα του νέρωνα
και πυρπολείς τις τελευταίες σταγόνες
από την στάχτη αναβιώθηκες
ρουφώντας τον ετοιμοθάνατο αέρα
μιας πικρής απόλαυσης
μην μεταστρέφεις την κόλαση
ενός στιγμιαίου λάθους
που χάραξε μια πορεία στο έρεβος
της λήθης σου
βαποράκι κατέληξες μιας αγάπης
που εκστασιάζεται στη μνήμη
μην προκαλείς τη μίνη των τύψεων
η αιτία θανάτου ήταν ψευδεπίγραφη
νεκροφάνεια ανεδύθη
δεν ήταν γραπτό να πεθάνω από έρωτα  

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Η τυφλή εκδίκηση



Σα να γλίστρησε η ανάμνηση
ανάπηρη πήρε φόρα απ'την πτώση
καταπονήθηκε από την αναμονή
μιας αναποφάσιστης ώρας
ήταν η ώρα της να θυμηθεί τον προορισμό της
φασισμός της ανυποχώρητης έλξης
από την ώρα που μαγνητίστηκε στη σκέψη σου
μπουσούλισε, χειραφετημένη σαν ήταν
στον μονόδρομο της στιγμιαίας υποκρισίας
που συθέμελα συγκλόνισε την αναπάντεχη
απολυτότητα
από λεπτότητα συγχώρησε την αιώνια λιτότητα
που τόσο γενναιόδωρα σερνόταν επί χρόνια
σε μια ψυχρή φωτογραφία
που τώρα κατανόησα ότι τα βελάκια
δεν έβγαζαν τα μάτια σου
πάνω στη ματαιότητα ενός τότε
που τώρα τυφλώθηκε

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Άρειος Πάγος: Έναρξη της ανθρώπινης ζωής κατά το ποινικό δίκαιο - Ανθρωποκτονία σε βάρος κυοφορούμενου




Καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας νεογνού. Έναρξη της ανθρώπινης ζωής κατά το ποινικό δίκαιο. Δεν συμπίπτει με την έναρξη του προσώπου κατά το αστικό δίκαιο. Έναρξη της ανθρώπινης ιδιότητας κατά το ποινικό δίκαιο από την έναρξη του τοκετού και της θέσεως σε κίνηση της φυσικής αλληλουχίας των φάσεων του τοκετού. Αθώωση για πρόκληση σωματικής βλάβης από αμέλεια στην επίτοκο. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική ευθύνη για το ως άνω έγκλημα ιατρού με την ιδιότητα του μαιευτήρα - γυναικολόγου. Θάνατος νεογνού από περιγεννητική ασφυξία. Μη συνεχής και επισταμένη παρακολούθηση της εγκύου και μη άμεση υποβολή της σε καισαρική τομή όταν η καρδιοτοκογραφική καταγραφή παρουσίασε όψιμες επιβραδύνσεις. Η ύπαρξη της ανθρώπινης ζωής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το νεογνό τελικά δεν επέζησε. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Υπερασπίσεως δικαιώματα. Δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις του κατηγορουμένου σχετικά με την κατάθεση εκάστου μάρτυρος. Δεν υπεβλήθη αίτημα καταχώρισης στα πρακτικά του περιεχομένου των σχολιασμών του κατηγορουμένου. Επιπλέον δεν υπεβλήθη αίτημα παροχής άδειας για να προβεί σε τέτοιες εξηγήσεις. Έλλειψη ακροάσεως Εισαγγελέως επί υποβληθέντος αιτήματος για κλήτευση μάρτυρος. Δόθηκε ο λόγος τόσο στον Εισαγγελέα της έδρας όσο και στους συνηγόρους υπεράσπισης σχετικά με εξηγήσεις πάνω στο θέμα αυτό της κλήτευσης. Υπέρβαση εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως. Αθώωση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τη σωματική βλάβη εξ αμελείας. Επιδίκαση ίδιας χρηματικής ικανοποίησης στους πολιτικώς ενάγοντες. Δεν επιδικάστηκε η ίδια χρηματική ικανοποίηση, αφού επιδικάστηκε το ίδιο ποσό για την ψυχική οδύνη για την ανθρωποκτονία, αλλά δεν επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου επιδικάστηκε ποσό συνολικά κατώτερο του επιδικασθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Μέσα αποδείξεως. Πραγματογνωμοσύνη - πραγματογνώμονες. Αιτίαση περί μη λήψεως υπ΄ όψιν εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αναγνώσθηκαν. Ανεξαρτήτως του χαρακτήρα τους ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων, η πρώτη πραγματογνωμοσύνη λήφθηκε υπ΄ όψιν, αφού το Δικαστήριο υιοθέτησε το συμπέρασμά της, και η δεύτερη ουδέν πόρισμα διαλαμβάνει στο περιεχόμενό της, αφού η διορισθείσα ως πραγματογνώμονας παρέπεμψε σε ειδικό μαιευτήρα γυναικολόγο. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
  
Αριθμός 1033/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.../2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στέφανο Παύλου και Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3406/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Δ. του Χ. και 2) Σ. Χ. του Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πακιρτζίδου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ. .../11-1-2016 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 24 Μαρτίου 2016 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 146/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατά το κεφάλαιο της που επιδικάζονται στους πολιτικώς ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 44 ευρώ εις έκαστο και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I] Η κρινόμενη από 8-1-2016 (αριθμ. πρωτ. ../11-1-2016) αίτηση του Δ. Μ. του Α. για αναίρεση της καταχωρηθείσας στις 21-12-2015 στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ 3406/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωσή του η οποία επιδόθηκε στις 11-1-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως είναι παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 παρ. 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν πρέπει να συνεξετασθούν ως συναφείς και οι από 24-3-2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με το κατατεθέν στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ’ άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ ιδιαίτερο δικόγραφο.
II] Κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ μπορούν να προβαίνουν και σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Εξάλλου κατά το άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠοινΔ τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, ... τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων ......, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων, που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Εξάλλου κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στον νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτήν. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ’ , 333 παρ. 2 και 357 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση στο δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακρόασης του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠοινΔ, επέρχεται στις περιπτώσεις που παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του η ευχέρεια να ζητήσει, αν το θελήσει, την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σε αυτούς, όπως είναι και το δικαίωμα των διαδίκων για σχολιαστικές ή άλλες δηλώσεις σχετικές με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, αποσκοπούν στον έλεγχο της αξιοπιστίας τους και την αποκάλυψη της αλήθειας. Για να προκληθεί όμως η εν λόγω ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνουν παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους ή με εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν, πρέπει να έχει υποβληθεί και απορριφθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση και να ασκήθηκε αμέσως κατ’ αυτής προσφυγή στο δικαστήριο, το οποίο να μην απάντησε ή να απέρριψε την προσφυγή παρά το νόμο, και όχι για λόγους ουσίας, αφού η εκτίμηση πραγμάτων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Το ίδιο ισχύει και για την καταχώρηση στα πρακτικά του περιεχομένου των ερωτήσεων που απευθύνονται προς τους μάρτυρες ή των αιτήσεων, ενστάσεων και δηλώσεων του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με αντικείμενο το σχολιασμό μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης ή άλλων εγγράφων που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν κατά τη σχετική διαδικασία, για την οποία (καταχώρηση) δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό ζητηθεί ρητά από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ λόγω μη άσκησης του παρεχόμενου από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος στον αναιρεσείοντα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση καθενός από τους μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Όμως, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι είχε υποβληθεί από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου αίτημα για καταχώρηση στα πρακτικά του περιεχομένου των σχολιασμών του για την αποδεικτική αξία και βαρύτητα των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή για παροχή άδειας για να προβούν αυτοί σε δηλώσεις, εξηγήσεις ή παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων ούτε πολύ περισσότερο ότι αυτοί προσέφυγαν προς τούτο στο δικαστήριο. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2 και 3 του ΚΠοινΔ "Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει... καθώς και οι παρόντες διάδικοι ..." και "Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης". Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ λόγω μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ ΚΠοινΔ, καθόσον μετά την υποβολή από τον κατηγορούμενο αιτήματος για την κλήτευση ως μάρτυρα της ιατρού Α. Π. το δικαστήριο παρέλειψε την προηγούμενη ακρόαση του Εισαγγελέα και του κατηγορουμένου. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στο επίμαχο σημείο (σελ. 21-22) μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος "Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, επιφυλάχθηκε να προτείνει περί της αποδοχής ή μη του ως άνω αιτήματος και πρότεινε το Δικαστήριο να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πολιτικώς εναγόντων, στους οποίους δόθηκε ο λόγος, ζήτησαν την απόρριψη του ως άνω αιτήματος. Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, στους οποίους δόθηκε ο λόγος στη συνέχεια, δήλωσαν ότι εμμένουν στο ανωτέρω αίτημα και ζήτησαν την αποδοχή του από το δικαστήριο. Κατόπιν ο Πρόεδρος δήλωσε, ότι το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί του αιτήματος του κατηγορουμένου και διέταξε την πρόοδο της δίκης". Περαιτέρω από την επισκόπηση των ίδιων ως άνω πρακτικών στη σελίδα 53 προκύπτει ότι: "Μετά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, η Εισαγγελέας, αφού πήρε το λόγο, πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί κλητεύσεως της υπογράφουσας την παθολογοανατομική έκθεση, Α. Π., Παθολογοανατόμου του ................. ........ . Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πολιτικώς εναγόντων, στους οποίους δόθηκε ο λόγος, ζήτησαν την απόρριψη του ως άνω αιτήματος. Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, στους οποίους δόθηκε ο λόγος στη συνέχεια, δήλωσαν ότι εμμένουν στο ανωτέρω αίτημα και ζήτησαν την αποδοχή του από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε εκ νέου να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος.". Τέλος, από την επισκόπηση των ίδιων πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στις σελίδες 60-61 προκύπτει ότι, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης και των μαρτύρων υπεράσπισης, το δικαστήριο διασκέφθηκε μυστικώς επί της έδρας του σχετικά με το αίτημα της κλήτευσης της υπογράφουσας την παθολογοανατομική έκθεση Α.Π. και με το εκεί σκεπτικό απέρριψε τούτο. Από τα παραπάνω είναι πρόδηλο ότι επί του αιτήματος δόθηκε ο λόγος τόσο στην εισαγγελέα της έδρας για την πρότασή της όσο και στους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορουμένου για τις σχετικές με το υποβληθέν από αυτούς αίτημα δηλώσεις και εξηγήσεις, παρείλκε δε οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη και επάνοδος επί του εν λόγω αιτήματος, η οποία άλλωστε δεν ζητήθηκε από το δικαστήριο που επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του σε επόμενο χρόνο, κάτι που δεν παρέλειψε να πράξει. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
IV] Κατά το άρθρο 470 ΚΠοινΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί, ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπόμενου από τον ποινικό κώδικα". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 εδ. γ’ του ΚΠοινΔ "Το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημίωσης". Ως αποζημίωση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται όχι μόνο η υλική ζημία αλλά και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ’ άρθρο 932 του ΑΚ, της οποίας το ύψος προσδιορίζει το δικαστήριο κατ’ελεύθερη κρίση με βάση τα αναφερόμενα σαφή κριτήρια και σε σχέση με το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) του φερόμενου ως παθόντος που προσβλήθηκε από την αξιόποινη πράξη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από το εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και αν επιβλήθηκε μικρότερη ποινή ή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για μερικές πράξεις του κατ’ εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος λόγω παραγραφής τους, δεν συνιστούν χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, πολύ περισσότερο όταν ο πολιτικώς ενάγων είχε ζητήσει την επιδίκαση ενός συμβολικού ποσού, επιφυλασσόμενος να ζητήσει το υπόλοιπο από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σ’αυτήν την περίπτωση, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και, έτσι, δεν δημιουργείται υπέρ του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠοινΔ. Συνιστά όμως χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από το Εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε για μερικές από τις πράξεις για τις οποίες είχε πρωτόδικα καταδικαστεί και αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης. Με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα διότι κατέστησε χειρότερη τη θέση του και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ), εφόσον πρωτοδίκως καταδικάσθηκε για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και επιδικάσθηκε εις βάρος του το ποσό των 44 ευρώ για καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη και την ηθική βλάβη που οι τελευταίοι υπέστησαν και στη συνέχεια το ίδιο ποσό επιδικάσθηκε εις βάρος του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καίτοι αυτός είχε αθωωθεί για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που φερόταν ότι είχε τελεσθεί σε βάρος του νεογνού τέκνου των Σ. Χ. και Γ. Δ. και β) της σωματικής βλάβης από αμέλεια που φερόταν ότι είχε τελεσθεί σε βάρος της επιτόκου Σ. Χ.. Από την επισκόπηση των πρακτικών του πιο πάνω (πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου προκύπτει ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής δηλώθηκε κατά λέξη ως εξής: "Στη συνέχεια παρουσιάσθηκαν Α) 1. η Σ. Χ. του Β. και 2. ο Γ. Δ. του Χ. και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του γιου τους, ο οποίος υπήρξε απότοκος της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πρώτης αξιοποίνου πράξεως και Β) η Σ. Χ. του Β. για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο δεύτερη αξιόποινη πράξη και ότι ζητούν, για τη χρηματική τους ικανοποίηση, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει αυτός το συμβολικό ποσόν των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, σε έκαστο, με τη ρητή επιφύλαξή τους να επιδιώξουν υπέρτερη, εκ της αιτίας ταύτης, αποζημίωση στα πολιτικά Δικαστήρια...". Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος και των δύο αποδιδομένων σ’ αυτόν αξιόποινων πράξεων, υποχρεώθηκε δε "να καταβάλει σε έκαστο πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ", όπως κατά λέξη αναγράφεται στο διατακτικό της. Εξάλλου από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών του εφετείου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος οι πολιτικώς ενάγοντες δήλωσαν την ίδια παράσταση, όπως και πρωτοδίκως. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο μεν της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αθώο δε της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Στη συνέχεια, αφού στο σκεπτικό της απόφασής του δέχθηκε ότι "οι πολιτικώς ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία καταδικάσθηκε αυτός", υποχρέωσε αυτόν "να καταβάλει σε έκαστο των πολιτικώς εναγόντων το ποσό των σαράντα τεσσάρων [44,00] ευρώ". Από τα πιο πάνω σαφώς προκύπτει ότι: α) πρωτοδίκως και κατ’έφεση είχαν παραστεί ως πολιτικώς ενάγοντες (ζητώντας χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ ο καθένας) η Σ.Χ. για ψυχική οδύνη, ο Γ. Δ. για ψυχική οδύνη και η Σ. Χ. για ηθική βλάβη και β) με τη μεν πρωτόδικη απόφαση επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ σε καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες για τους λόγους για τους οποίους παρέστησαν, δηλαδή στη Σ. Χ. για ψυχική οδύνη, στο Γ. Δ. για ψυχική οδύνη και στη Σ. Χ. για ηθική βλάβη (44 ευρώ Χ 3), ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ σε καθένα από τους Σ. Χ. και Γ. Δ. για ψυχική οδύνη (44 ευρώ Χ 2). Το τελευταίο προκύπτει ιδίως από το συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της προσβαλλομένης, όπου, όπως ήδη έχει εκτεθεί, αναφέρεται ότι "οι πολιτικώς ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία καταδικάσθηκε αυτός", δηλαδή δεν επιδικάζεται με αυτήν το επί πλέον αιτηθέν από τη Σ. Χ. ποσό των 44 ευρώ για την ηθική της βλάβη. Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση αναιρεσείοντος αφού, μετά την αθώωσή του για τη μία από τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν αξιόποινες πράξεις, επιδίκασε σε βάρος του, ως χρηματική ικανοποίηση των παθόντων, ποσό συνολικά κατώτερο του επιδικασθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την ίδια αιτία. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ "Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ. "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή την παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος) μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εν όψει αυτών υπάρχει ειδική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού έναντι της ασφάλειας της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης είτε αυτή αφορά ιατρική εξέταση είτε χειρουργική επέμβαση. Εξάλλου η έναρξη της ανθρώπινης ζωής κατά το ποινικό δίκαιο δεν συμπίπτει προς την έναρξη του "προσώπου" κατά το αστικό, το οποίο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατο του (ΑΚ 35), δηλαδή αφού ολοκληρωθεί ο τοκετός με τον αποχωρισμό του νεογνού από το μητρικό σώμα. Το τελευταίο συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 303 ΠΚ περί παιδοκτονίας, η οποία μπορεί να διαπραχθεί και κατά τον τοκετό.
Συνεπώς και πριν την ολοκλήρωση του τοκετού αλλά πάντως μετά την έναρξη αυτού υφίσταται "τέκνο", άνθρωπος, οπότε μπορεί να τελεσθεί ανθρωποκτονία. Από τη χρονική στιγμή που θα αρχίσει ο τοκετός και μαζί με αυτόν το τικτόμενο να προσλαμβάνει ανθρώπινη ιδιότητα, θεμελιώνεται ακόμη και από αμέλεια ποινική ευθύνη του δράστη που το προσβάλλει. Με την έναρξη της ανθρώπινης ζωής προστατεύεται και η σωματική ακεραιότητα του νεογνού. Ενόψει των σοβαρών κινδύνων τους οποίους συνεπάγεται δια το τικτόμενο το γεγονός του τοκετού, το ποινικό δίκαιο προστατεύει τούτο ως άνθρωπο πριν ακόμη του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του "προσώπου" κατά το αστικό δίκαιο. Ο τοκετός και μαζί με αυτόν η ανθρώπινη ιδιότητα άρχονται από τη στιγμή κατά την οποία, αδιακρίτως συμπτωμάτων, τεθεί σε κίνηση η φυσική εκείνη αλληλουχία φάσεων, η οποία κατά τα διδάγματα της μαιευτικής επιστήμης οδηγεί αδιαλείπτως στην ολοκλήρωση της γέννησης. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου κώδικα υπό προϋποθέσεις από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτές. Επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3406/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, μαιευτήρας γυναικολόγος ιατρός, ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια νεογνού και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ενώ κρίθηκε αθώος για την πράξη της πρόκλησης σωματικής βλάβης από αμέλεια στην επίτοκο. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη υπόθεση από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την από 6-5- 2010 πραγματογνωμοσύνη, που διενήργησε ο πραγματογνώμονας, Γ. Μ., μαιευτήρας - γυναικολόγος, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και των εγγράφων που νομίμως προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα Γιαννιτσά, στις 15-7-2008, με την ιδιότητα του μαιευτήρα - γυναικολόγου, από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης που κάθε μέτρια συνετός, επιμελής και ευσυνείδητος ιατρός της αυτής ειδικότητας όφειλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά και που μπορούσε λόγω των προσωπικών του δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις του, παραβαίνοντας τους κοινώς αποδεκτούς και αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης στον κλάδο της μαιευτικής - γυναικολογίας και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και ειδικότερα, με την παραπάνω ιδιότητά του, κατ’ εντολήν του, η επίτοκος Σ. Χ. του Β., που την παρακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια της κύησης διανύοντας τη 40η εβδομάδα κύησης, εισήχθη την 15-7-2008 και ώρα 09:00, δύο ημέρες νωρίτερα από την πιθανή ημερομηνία τοκετού (17-7-2008), στην ιδιωτική μαιευτική - χειρουργική - γυναικολογική κλινική με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στα Γιαννιτσά επί της οδού ... για τεχνητή πρόκληση φυσιολογικού τοκετού. Στη συνέχεια περί ώρα 10.00 τοποθετήθηκε σ’ αυτήν, πάντα κατόπιν εντολής του κατηγορούμενου, προσταγλαδίνη ενδοκολπικά και ετέθη υπό καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση (καρδιοτοκογραφήματα διενεργήθηκαν στις 09.25 με διάρκεια έως 09.45, στις 10.25 με διάρκεια έως τις 10.45, στις 12.29 με διάρκεια έως τις 12.49, στις 13.54 με διάρκεια έως τις 14.02, στις 15.13 με διάρκεια έως τις 15.23, στις 16.14 με διάρκεια έως τις 16.45, στις 18.01 με διάρκεια έως τις 18.11, και τέλος στις 18.17 με διάρκεια έως 19.44). Στις 17.30 η ανωτέρω επίτοκος υπέφερε από έντονες ωδίνες. Κατόπιν παρακλήσεώς της και με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου ετέθη περί ώρα 18:00’ από τον αναισθησιολόγο Γ. Σ., σε επισκληρίδιο αναλγησία και της παρασχέθηκε οξυτοκίνη κατόπιν εντολής του κατηγορούμενου, ο οποίος, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σε ενέργεια κατατείνουσα στην αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, πηγάζουσα από το νόμο και δη από τον κώδικα της ιατρικής δεοντολογίας αλλά και από την εγγυητική θέση του ιατρού απέναντι στην ασφάλεια ζωής και της υγείας της επιτόκου και του κυοφορούμενου, που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη παρακολούθησή της, καθ1 όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν παρακολουθούσε διαρκώς ως όφειλε την εξέλιξη του τοκετού, από την έναρξη του οποίου είχαν ήδη περάσει 8 ώρες, δεν είχε διαρκή οπτική επαφή με τις ενδείξεις του καρδιοτοκογράφου, επιπρόσθετα δε, όταν στις 18.48 η καρδιοτοκογραφική καταγραφή παρουσίασε όψιμες επιβραδύνσεις που αποτελούν δυσμενές προγνωστικό στοιχείο που καταδεικνύει πλημμελή αιμάτωση και οξυγόνωση του εμβρύου, παρέλειψε, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, να υποβάλει άμεσα την επίτοκο σε καισαρική τομή, ή έστω να παρακολουθεί συνεχώς και επισταμένως την εξέλιξη της συχνότητας των καρδιακών παλμών του εμβρύου, να ελέγχει συχνά την οξεοβασική ισορροπία του εμβρύου και να προετοιμάζει τη με χειρουργικό τρόπο περάτωση του τοκετού (καισαρική τομή), όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, αλλά αντίθετα εξήλθε από την αίθουσα των τοκετών, χωρίς να προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια, ακολούθως γύρω στις 19.30 και ενώ η επίτοκος βρισκόταν στην αίθουσα των τοκετών με παρόντα μόνο το σύζυγο της, να αισθανθεί ζάλη και τάση για εμετό, οπότε ο σύζυγος της ειδοποίησε την υπεύθυνη μαία, Π. Σ., η οποία με τη σειρά της, αφού διαπίστωσε βραδυκαρδία του εμβρύου, ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος τηλεφωνικά της έδωσε οδηγίες (η ανωτέρω μαία γύρισε την επίτοκο στο πλάι, έκλεισε την ωδινοποίηση, σταματώντας τη χορήγηση οξυτοκίνης, άνοιξε τη ροή του Ringer και της εφάρμοσε μάσκα οξυγόνου), όταν δε ο κατηγορούμενος έφθασε στην αίθουσα των τοκετών, λόγω της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του, αντιμετώπισε το φαινόμενο της έντονης βραδυκαρδίας του νεογνού, όταν αυτό πλέον είχε ενταθεί, σε σημείο επικίνδυνο για τη ζωή του, αφού η επίτοκος είχε ήδη αρχίσει να αιμορραγεί, το δε έμβρυο μετά από μία προσπάθεια απεμπέδωσης της προβάλλουσας μοίρας από τον κατηγορούμενο, παρουσίασε παρατεινόμενη βραδυκαρδία, ο δε τελευταίος αποφάσισε τη διενέργεια καισαρικής τομής μόλις στις 19.50. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορούμενου (μη συνειδητής αμέλειας) ήταν η ενδεδειγμένη ιατρικώς ενέργεια της καισαρικής τομής να διενεργηθεί με μεγάλη καθυστέρηση (ήτοι 1 ώρα και 17 λεπτά μετά την εμφάνιση των όψιμων επιβραδύνσεων), καθ’ όσον η καισαρική τομή ξεκίνησε στις 20.05, με συνέπεια το νεογνό να βγει από το σώμα της επιτόκου στις 20.10, ασφυκτικό, άσφυγμο, απνοϊκό, ωχροκύανο, να διασωληνωθεί, να διενεργηθεί επ` αυτού καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, να τοποθετηθεί ομφαλικός καθετήρας και να μεταφερθεί σε κωματώδη κατάσταση στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του "....................." Νοσοκομείου ...., όπου και απεβίωσε δύο ημέρες μετά από βαριά περιγεννητική ασφυξία, ήτοι συμπεριφορά που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατο αυτού (του νεογνού). Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε την πολιτικώς ενάγουσα, Σ. Χ., που ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της, η οποία το έτος 2000 είχε γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό ένα κορίτσι, ενώ προηγουμένως (τον Μάιο του 2007) είχε διαγνώσει σ’ αυτήν έναν ενδομήτριο πολύποδα τον οποίο και αφαίρεσε. Στις 14-7-2008 αυτός εξέτασε την κ. Χ., που βρισκόταν στην 40η εβδομάδα της κύησης, η οποία μέχρι τότε είχε εξελιχθεί φυσιολογικά και χωρίς κανένα πρόβλημα και ήδη υπήρχε ένα τελειόμηνο κύημα τεσσάρων κιλών, ο πλακούντας ήταν ώριμος και υπήρχε καλό καρδιοτοκογράφημα. Η πιθανή ημερομηνία γέννησης ήταν η 17-7- 2008 αλλά ο κατηγορούμενος της είπε να πάει την επόμενη ημέρα το πρωί (15-7-2008) στην ανωτέρω κλινική, προκειμένου να εισαχθεί για τεχνητή πρόκληση φυσιολογικού τοκετού. Έτσι λοιπόν η τελευταία πράγματι πήγε στις 15-7-2008 με το σύζυγο της στην κλινική το πρωί, με σκληρό τράχηλο, με άρρηκτο θυλάκιο και ένα εκατοστό διαστολή και περί ώρα 10.00 τοποθετήθηκε σ’ αυτήν από τη μαία, Π. Σ., κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, προσταγλαδίνη ενδοκολπικά και συγκεκριμένα 1/4 από το φαρμακευτικό σκεύασμα ...και ετέθη υπό καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση. Στις 17.30 η εν λόγω επίτοκος, επειδή υπέφερε από έντονες ωδίνες, κατόπιν παρακλήσεώς της και με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου που την εξέτασε τότε και είδε ότι ο τράχηλος αυτής είχε τρία εκατοστά διαστολή, ετέθη περί ώρα 18.00 από τον αναισθησιολόγο Γ. Σ., σε επισκληρίδιο αναλγησία και της παρασχέθηκε οξυτοκίνη από τον ίδιο αναισθησιολόγο κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου. Από ώρα όμως 18.48 παρουσιάστηκε αλλοίωση των εμβρυϊκών καρδιακών παλμών και ειδικότερα η καρδιοτοκογραφική καταγραφή παρουσίασε όψιμες επιβραδύνσεις που αποτελούν δυσμενές προγνωστικό στοιχείο που καταδεικνύει πλημμελή αιμάτωση και οξυγόνωση του εμβρύου και είναι ένδειξη για καισαρική τομή. Από δε ώρα 18.48 έως 19.34 ο καρδιοτοκογράφος κατέγραψε δεκαέξι (16) συνεχόμενες όψιμες επιβραδύνσεις, χωρίς διαφοροποίηση δηλαδή επιτάχυνση ή επιβράδυνση, και είκοσι (20) συσπάσεις μήτρας, το δε καρδιοτοκογράφημα αυτό χαρακτηρίζεται ως "παθολογικό". Στις 19.00 ο κατηγορούμενος είδε την επίτοκο, όταν δηλαδή υπήρχαν όψιμες επιβραδύνσεις και μετά από δέκα περίπου λεπτά (19.10) αποχώρησε από την αίθουσα, όπου βρισκόταν η τελευταία, ενώ στις 19.15 ο αναισθησιολόγος, Σ., χορήγησε δεύτερη δόση επισκληρίδιας αναλγησίας. Στις 19.30 η επίτοκος, που βρισκόταν στην αίθουσα των τοκετών με παρόντα μόνο το σύζυγο της, αισθάνθηκε δυσφορία, ζάλη και τάση για εμετό. Ο. σύζυγος της, Γ. Δ., ειδοποίησε την υπεύθυνη μαία, Π. Σ., η οποία, ως έμπειρη, διαπίστωσε βραδυκαρδία του εμβρύου και ειδοποίησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος τηλεφωνικά της έδωσε οδηγίες, τις οποίες και αυτή εκτέλεσε, δηλαδή γύρισε την επίτοκο στο πλάι, έκλεισε την ωδινοποίηση, σταματώντας τη χορήγηση οξυτοκίνης, άνοιξε τη ροή του .... και της εφάρμοσε μάσκα οξυγόνου. Ειδικότερα, στις 19.32 οι εμβρυϊκοί παλμοί έπεσαν στους πενήντα (50), γεγονός που υποδηλώνει μια "προθανάτια κατάσταση" και ότι πρέπει ο γιατρός να ενεργήσει άμεσα καισαρική τομή. Ο κατηγορούμενος πήγε τότε στην επίτοκο, της άλλαξε θέση, την εξέτασε κολπικά, προσπάθησε να κάνει απεμπέδωση, είδε ότι δεν είχε μεγάλη διαστολή ο τράχηλος και περίμενε να γίνει ανάταξη των παλμών, όπως και ο ίδιος κατέθεσε στην απολογία του, παρόλο που το καρδιοτοκογράφημα τον ανησύχησε, αφού γνώριζε, ότι αυτό είναι δυσμενές προγνωστικό για την οξέωση του κυήματος. Ενώ δεν υπήρχε πλέον πεδίο για φυσιολογικό τοκετό, ο κατηγορούμενος άφησε να περάσει χαμένος και άλλος πολύτιμος χρόνος για τη ζωή και την υγεία του κυήματος και αποφάσισε καθυστερημένα τη διενέργεια καισαρικής τομής, η οποία ξεκίνησε στις 20.05 και στις 20.10 βγήκε από το σώμα της επιτόκου νεογνό, άρρεν, 4090 γραμμαρίων, ασφυκτικό, άσφυγμο, απνοϊκό, ωχροκύανο, το οποίο στη συνέχεια διασωληνώθηκε, διενεργήθηκε επ’ αυτού καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, τοποθετήθηκε ομφαλικός καθετήρας και μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του "...." Νοσοκομείου .... όπου και απεβίωσε δύο ημέρες μετά από "βαριά περιγεννητική ασφυξία", αποτέλεσμα που οφείλεται, όπως αναφέρεται παραπάνω, στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ’αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή.". Σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε το κατ’ έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη 3406/2015 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες το θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28, 15 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δεν στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα ακόλουθα: Οι αιτιάσεις που ενσωματώνονται στους πρώτο και τρίτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 302 ΠΚ και έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης αντίστοιχα, καθόσον το νεογνό υπέστη περιγεννητική ασφυξία εντός της κοιλίας της επιτόκου και ο εγκεφαλικός του θάνατος προκλήθηκε πριν εξέλθει της εγκύου, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται το αδίκημα, είναι αβάσιμες, διότι στηρίζονται επί ελλιπών και ατελών παραδοχών, οι οποίες παραβλέπουν την επίδραση της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος (θανάτου του νεογνού), ενώ δεν υπηρετούνται ούτε υποστηρίζονται από το πραγματικό υλικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το οποίο η επίτοκος είχε εισαχθεί στη μαιευτική - χειρουργική - γυναικολογική κλινική για τεχνητή πρόκληση φυσιολογικού τοκετού τις πρωινές ώρες της 15-7- 2008, της τοποθετήθηκε κατ’ εντολή του αναιρεσείοντος προσταγλαδίνη ενδοκολπικά και παρακολουθούνταν καρδιοτοκογραφικά, υποφέροντας δε από έντονες ωδίνες τέθηκε από τον αναιρεσείοντα στις 17.30 της ίδιας ημέρας σε επισκληρίδιο αναλγησία και της παρασχέθηκε οξυτοκίνη, πλην όμως ο τελευταίος, ενώ είχαν παρέλθει οκτώ ώρες από την έναρξη του τοκετού, δεν είχε διαρκή επαφή, ως όφειλε, με τις ενδείξεις του καρδιοτοκογράφου και επιπλέον, όταν στις 18.48 η καρδιοτοκογραφική καταγραφή παρουσίασε όψιμες επιβραδύνσεις, που αποτελούν δυσμενές προγνωστικό στοιχείο για την αιμάτωση και οξυγόνωση του εμβρύου, παρέλειψε να υποβάλει άμεσα την επίτοκο σε καισαρική τομή, καθώς και να πράξει το ελάχιστο, που ήταν η συνεχής και επισταμένη παρακολούθηση της συχνότητας των καρδιακών παλμών και ο συχνός έλεγχος της οξεοβασικής ισορροπίας του εμβρύου προετοιμάζοντας ταυτόχρονα τη χειρουργική περάτωση του τοκετού.
Ουδεμία αντίφαση προκαλείται στις παραπάνω παραδοχές από την παρουσία του αναιρεσείοντος στις 19.00 - 19.10 στο χώρο όπου βρισκόταν η επίτοκος, τη χορήγηση της δεύτερης δόσης επισκληρίδιας αναλγησίας στις 19.15 από τον αναισθησιολόγο, καθώς και την παροχή βοήθειας προς την αισθανθείσα εμετική τάση επίτοκο με εκτέλεση τηλεφωνικών οδηγιών του αναιρεσείοντος προς τη μαία που την παρακολουθούσε. Τούτο διότι ήδη από τις 18.48 εκδηλώθηκε το δυσμενές προγνωστικό στοιχείο που επέβαλε άμεση χειρουργική επέμβαση, όταν δε στις 19.50 αποφάσισε ο αναιρεσείων τη διενέργεια της καισαρικής τομής, το φαινόμενο της έντονης βραδυκαρδίας είχε ενταθεί σε σημείο επικίνδυνο για τη ζωή του νεογνού με αποτέλεσμα η εν λόγω, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, καθυστερημένη, πλέον στις 20.05, εκτελεσθείσα ενέργεια (μία ώρα και 17 λεπτά μετά την εμφάνιση των όψιμων επιβραδύνσεων) να έχει ως συνέπεια την έξοδο του νεογνού από το σώμα της επιτόκου στην άσχημη κατάσταση που περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να καταλήξει αυτό, δύο ημέρες μετά, από βαριά περιγεννητική ασφυξία στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του ... Νοσοκομείου ............... . Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης συνάγεται αναντιρρήτως και αναντιλέκτως ότι η μόνη ενεργός αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος του νεογνού υπήρξε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία εκδηλώθηκε ενώ είχε τεθεί σε κίνηση η φυσική αλληλουχία φάσεων, η οποία, κατά τα διδάγματα της μαιευτικής επιστήμης, οδηγούσε αδιαλείπτως στην ολοκλήρωση της γέννησης του εν λόγω νεογνού. Η διαδικασία του τοκετού είχε αρχίσει και η ύπαρξη ανθρώπου ήταν αντικειμενικά διαπιστώσιμη. Η ύπαρξη της ανθρώπινης ζωής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το νεογνό τελικά δεν επέζησε. Περαιτέρω ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, προβάλλοντας στο δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας για τη στήριξη της καταδικαστικής του κρίσης παρέλειψε να μνημονεύσει τόσο στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και στη συνέχεια κατά την παράθεση των σκέψεων και των πραγματικών περιστατικών ότι έλαβε υπόψη του, πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 28-7-2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Ν., καθώς και την από 20-10-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - νεογνολόγου Σ. Σ., τις οποίες ανέγνωσε στο ακροατήριο και αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, με συνέπεια από τη μη αναφορά και αξιολόγηση των πορισμάτων των εν λόγω αποδεικτικών μέσων να προκαλείται ασάφεια για το αν αυτά συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και να στερείται αυτή της αναγκαίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία έκρινε όπως προαναφέρθηκε. Από την επισκόπηση των παραπάνω, ιατροδικαστικής έκθεσης και έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποφανθεί το παρόν δικαστήριο για το παραδεκτό και τη βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι η μεν ιατροδικαστική έκθεση αποτελεί έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του νεογνού, όπου ο θάνατος του αποδίδεται σε "βαρειά περιγεννητική ασφυξία" και συνεπώς αυτή, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της ως πραγματογνωμοσύνης, κατέληξε σε συμπέρασμα, το οποίο, όπως διαπιστώνεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υιοθετήθηκε πλήρως από αυτήν και ουδεμία ασάφεια προκαλείται περί του αν συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε, η δε δεύτερη που τιτλοφορείται ως έκθεση πραγματογνωμοσύνης ουδέν πόρισμα διαλαμβάνει στο περιεχόμενο της, αφού η διορισθείσα ως πραγματογνώμονας Σ.Σ. αποφαίνεται ότι ως νεογνολόγος αδυνατεί να αξιολογήσει τη βαρύτητα και κλινική σημασία των αλλοιώσεων άλλως όψιμων επιβραδύνσεων στην περιγεννητική ασφυξία και για την απάντηση του ερωτήματος παρέπεμψε σε ειδικό μαιευτήρα γυναικολόγο.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, το πόρισμα και αυτής της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης δεν είναι αντίθετο προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σημειωτέον ότι στον ανωτέρω δεύτερο κατά σειρά λόγο του δικογράφου των προσθέτων ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τα πορίσματα των επίμαχων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης αφίστανται ή συγκρούονται προς τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 302 ΠΚ (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ), β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ) και γ) έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ) είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 8-1-2016 (αριθμ. πρωτ. .../11-1-2016) αίτηση και τους από 24-3-2016 πρόσθετους λόγους του Δ. Μ. του Α. για αναίρεση της 3406/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Σ.Χ. και Γ.Δ. από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
 

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Ένα κονιάκ



Διάσπαρτα πρέπει
χηρέψαν τα θέλω σου
κι ένα παράπονο
ανεμοδαρμένο στις τύψεις
εγκατάλειψη μη σαγηνεύεις
τις φράσεις της λήθης
σε ξέχασα, θα σε ξεχάσω
η απώλεια προσεταιρίστηκε
την ελπίδα
τόσο προφητικά τα μάτια
στο μεταίχμιο
μιας ζωής που ξημερώνει
από θανάτου έλευση
και το ρολόι δείχνει μία
τον ίδιο μήνα
κάποια χρόνια μετά
ένα παιδί έμεινε μετέωρο
ενήλικας
αθώο σαν αναγεννήθηκε
εννιά χρόνια μετά το μαρτύριο
και η μόνη συγγενής του
η κατάθλιψη
κατάδική του και αυτή μόνη
δεχόταν τα συλληπητήρια
ένα κονιάκ ήταν αρκετό
για να μεθύσει χρόνια θλίψη
στον υπερθετικό, όλα φαντάζουν επίγεια 

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Ιδιωτικός βίος και δημόσια πρόσωπα






Αποφασιστικό κριτήριο στη στάθμιση του δικαιώματος στον ιδιωτικό βίο με την ελευθερία του Τύπου είναι η συμβολή των δημοσιευόμενων άρθρων και φωτογραφιών σε μία συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος. Η δημοσίευση φωτογραφιών και άρθρων, των οποίων ο μόνος σκοπός είναι να ικανοποιήσουν την περιέργεια ενός συγκεκριμένου αναγνωστικού κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του εικονιζόμενου, ο οποίος δεν ασκεί δημόσια καθήκοντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεισφέρει σε οποιοδήποτε διάλογο γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το πρόσωπο είναι δημόσια γνωστό και ανεξάρτητα από το αν οι χώροι που λαμβάνονται οι φωτογραφίες είναι απόμεροι ή όχι, καθώς και σε δημόσιους χώρους υπάρχει δικαιολογημένη προσδοκία προστασίας του ιδιωτικού βίου. Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμώνται οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνονται οι φωτογραφίες (μυστικότητα, γνώση ή συναίνεση του εικονιζόμενου, παρενόχληση αυτού). Πρέπει, δε, να υπάρχει στενή ερμηνεία του όρου «πρόσωπο της απόλυτης επικαιρότητας», ώστε ο χαρακτηρισμός αυτός να αποδίδεται σε πολιτικούς κατά την άσκηση επίσημων καθηκόντων και όχι σε έναν ιδιώτη, που δεν ασκεί δημόσια καθήκοντα. Στη δεύτερη περίπτωση, το εμπορικό συμφέρον των περιοδικών για τη δημοσίευση των φωτογραφιών υποχωρεί μπροστά στο δικαίωμα στον ιδιωτικό βίο (ΕΔΔΑ απόφ. 24.6.2004 υπόθ. von Hannover κατά Γερμανίας, ΔΙΜΜΕ, Τεύχος 3/2005).
Ειδικότερα ως προς την ιστορική απόφαση της 24-06-2004 του ΕΔΔΑ στην υπόθεση von Hannover Vs Γερμανίας:
Η απόφαση von Hannover του ΕΔΔΑ αποτελεί σημαντικό δείκτη του ευρωπαϊκού επιπέδου προστασίας του ιδιωτικού βίου. Με την ενδυνάμωση της προστασίας του ιδιωτικού βίου και την in concreto στάθμιση των συγκρουομένων δικαιωμάτων, στην οποία τοποθετείται και η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τα δημόσια πρόσωπα και τα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, επιτυγχάνεται η δίκαιη εξισορρόπηση ιδιωτικού βίου και ελευθερίας του τύπου με τρόπο που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας της επικοινωνίας.
Στο πεδίο της διαπάλης της ελευθερίας του τύπου και του δικαιώματος της προσωπικότητας προστέθηκε με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 24.06.2004 στην υπόθεση von Hannover κατά Γερμανίας ένα ιδιαίτερα σημαντικό ορόσημο. Η απόφαση αυτή επικρίθηκε από τους κοινωνούς του χώρου της επικοινωνίας με το επιχείρημα ότι περιστέλλει επικίνδυνα την ελευθερία του τύπου. Η προσέγγιση, όμως, της απόφασης υπ’αυτό το πρίσμα είναι μονομερής και θα έπρεπε να θεωρηθεί εσφαλμένη μια αντιμετώπισή της ως παρέκκλισης από μια νομολογία του Δικαστηρίου στο πεδίο του άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, η οποία προασπίζει αποτελεσματικά την ελευθερία του τύπου και της έκφρασης γενικότερα. Η σημασία της απόφασης έγκειται στην ενδυνάμωση της προστασίας της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου και στην οριοθέτηση της προστασίας αυτής έναντι επεμβάσεων εκ μέρους των μέσων ενημέρωσης.
Η δίκαιη εξισορρόπηση του δικαιώματος του ιδιωτικού βίου και ελευθερίας του τύπου κατά την ΕΣΔΑ
Το ΕΔΔΑ στην απόφασή του εντάσσει τις επίμαχες συμπεριφορές στο προστατευτικό πεδίο των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και μετά την ανάλυση της σύγκρουσης των δικαιωμάτων αυτών απορρίπτει τη στάθμιση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Όσον αφορά στο προστατευτικό πεδίο των συγκρουομένων δικαιωμάτων η ανάπτυξη του Δικαστηρίου για την ελευθερία του τύπου συνεχίζει με συνέπεια την προηγούμενη νομολογία του. Από την άλλη πλευρά το Δικαστήριο επιβεβαιώνει, και στο πεδίο αυτό, την ευρύτητα της προστασίας του ιδιωτικού βίου από τη Σύμβαση. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας είχε περιορίσει την προστασία του (εκτός της οικογενειακής και οικιακής σφαίρας) ιδιωτικού βίου μόνο στον «απόμερο χώρο», στον οποίο αποσύρεται το άτομο με τον αντικειμενικά εμφανή σκοπό να είναι μόνο και στον οποίο, με την πεποίθηση ότι είναι μόνο, συμπεριφέρεται με τρόπο διαφορετικό από εκείνον, με τον οποίο θα συμπεριφερόταν δημόσια. Το ΕΔΔΑ αποκρούει αυτή την παραδοχή τονίζοντας τη θεμελιώδη σημασία του ιδιωτικού βίου για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Σύμφωνα με την απόφαση, ο ιδιωτικός βίος περιλαμβάνει όχι μόνο τη σωματική, αλλά και την ψυχική ακεραιότητα του προσώπου. «Η εγγύηση που κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει πρωταρχικό σκοπό να διασφαλίσει την ανάπτυξη, χωρίς εξωτερική επέμβαση, της προσωπικότητας κάθε ατόμου στις σχέσεις του με τα άλλα ανθρώπινα όντα … Για το λόγο αυτό υπάρχει μία ζώνη διάδρασης ενός προσώπου με άλλα, ακόμη και σε δημόσιο πεδίο, η οποία μπορεί να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του «ιδιωτικού βίου». Σύμφωνα με τα θέματα των φωτογραφιών που απασχόλησαν τη σχολιαζόμενη απόφαση, στον ιδιωτικό βίο εμπίπτουν δραστηριότητες του ατόμου, μόνου του ή με άλλους, σε δημόσιους χώρους, όπως τα ψώνια στην αγορά, ο περίπατος στο δρόμο, οι αθλητικές δραστηριότητες (τέννις, ιππασία, ποδηλασία), η επίσκεψη στην παραλία, η έξοδος στο εστιατόριο ή οι διακοπές. Η κοινωνική διάσταση του ιδιωτικού βίου, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνει τη συνολική ιδιωτική υπόσταση του ατόμου. Το πεδίο, στο οποίο εκτείνεται αυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι σύμφωνα με την απόφαση πρέπει να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη «δικαιολογημένη προσδοκία» προστασίας και σεβασμού του ιδιωτικού του βίου, που έχει ο φορέας της προσωπικότητας. Η προσδοκία προστασίας και σεβασμού του ιδιωτικού βίου θα πρέπει να θεωρείται «δικαιολογημένη» ή μη, βάσει όχι μόνον αντικειμενικών κριτηρίων, όπως οι τυπικές λειτουργίες του χώρου, στον οποίο βρίσκεται το άτομο, αλλά δυνάμει της εξουσίας αυτοδιάθεσης του ατόμου, και υποκειμενικών. Εν όψει αυτού η διεύρυνση της προστασίας του ιδιωτικού βίου εκ μέρους του ΕΔΔΑ έχει ευεργετικές συνέπειες και για τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού των δημοσίων (υπό ευρεία έννοια) προσώπων. Διότι εξαρτά την επέμβαση των μέσων ενημέρωσης στην προσωπικότητα από την προσδοκία των θιγομένων για προστασία και σεβασμό του ιδιωτικού βίου, η οποία όμως διαμορφώνεται και ανακοινώνεται στους τρίτους βάσει της δικής τους βούλησης. Συνεπώς, η συνήθης πρακτική, κατά την οποία, από τη στιγμή που κάποιος αυτοπροσδιορίζεται, έστω εν μέρει, και για κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, ως δημόσιο πρόσωπο, υπόκειται στη συνέχεια σε επεμβάσεις στο σύνολο της προσωπικότητάς του και επ’αόριστον, με την επίκληση ενός αορίστου ενδιαφέροντος του κοινού, που συντηρείται συνήθως για εμπορικούς λόγους από τα μέσα ενημέρωσης, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί. Αντιθέτως, σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα διαμόρφωσης της προσδοκίας προστασίας και σεβασμού του ιδιωτικού του βίου εκ μέρους τρίτων, και συνεπώς τη δυνατότητα να καθορίζει, αυτοπροσδιοριζόμενο, ως προς ποια έκφανση του ιδιωτικού του βίου εκθέτει εαυτό στη δημοσιότητα και για ποιο χρόνο, καθώς και τη δυνατότητα να μεταβάλλει και να ενισχύει την προσδοκία αυτή, αποσύροντας εαυτό εν όλω ή εν μέρει ή του λοιπού από τη δημοσιότητα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεσήμανε, λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ ιδιωτών, ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν περιορίζεται στο να επιβάλει στο κράτος απλώς υποχρεώσεις αρνητικού χαρακτήρα, δηλαδή την αποχή από αυθαίρετες επεμβάσεις στον ιδιωτικό βίο, αλλά θεσπίζει και θετικές υποχρεώσεις, σύμφυτες με τον αποτελεσματικό σεβασμό του ιδιωτικού ή οικογενειακού βίου, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν τη λήψη μέτρων που έχουν σχεδιαστεί για τη διασφάλιση του σεβασμού του ιδιωτικού βίου ακόμη και στις σχέσεις ιδιωτών μεταξύ τους, πράγμα που ισχύει επίσης και ως προς την προστασία της εικόνας ενός προσώπου κατά της αθέμιτης χρήσης της από τρίτους. Σύμφωνα με τα κύρια σημεία του σκεπτικού της απόφασης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της στάθμισης των συγκρουομένων δικαιωμάτων, η ιδιότητα του δημοσίου προσώπου δεν αρκεί για να θεμελιώσει το ενδιαφέρον ενημέρωσης του κοινού. Ενδιαφέρον του κοινού μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει σχετικά με γεγονότα δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι θέματα που εμπίπτουν στον ιδιωτικό βίο. Με τον τρόπο αυτό το ΕΔΔΑ επιστρέφει στη σημασία της συμβολής του δημοσιεύματος στο δημόσιο διάλογο ως κριτήριο στάθμισης, σχετικοποιώντας κατά πολύ τη σημασία του «προσώπου της απόλυτης επικαιρότητας» ως αυτοτελούς κατηγορίας των δημοσίων προσώπων.
Οι σκέψεις του Δικαστηρίου αναφέρονται αρχικά στην κατηγορία των δημοσίων προσώπων. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι πρέπει να γίνει μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στην ειδησεογραφική αναφορά σε γεγονότα τα οποία είναι ικανά να συμβάλουν σε μία συζήτηση σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως σχετικά με πολιτικούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και στην αναφορά σε λεπτομέρειες του ιδιωτικού βίου ενός ατόμου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα. Ενώ στην πρώτη περίπτωση ο τύπος ασκεί τη ζωτική λειτουργία του ως «φύλακας» σε μια δημοκρατία με τη συμβολή του στη «διάδοση πληροφοριών και ιδεών σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος», δεν συμβαίνει το ίδιο στη δεύτερη. Βάσει της διάκρισης αυτής η Caroline von Hannover δεν θεωρήθηκε δημόσιο πρόσωπο, αφού κατά το Δικαστήριο δεν ασκούσε επίσημα καθήκοντα, αλλά χαρακτηρίζεται στην απόφαση ρητώς (αν και εντός εισαγωγικών) ως ιδιώτης. Το δημόσιο ενδιαφέρον, όμως, όπως και όλη η δημόσια σφαίρα, ασφαλώς δεν εξαντλείται στην άσκηση κρατικών καθηκόντων ή στην επιτέλεση πολιτικών λειτουργιών. Αντιθέτως περιλαμβάνει όλη τη δημόσια ζωή σε όλα της τα πεδία, όπως π.χ. στο πεδίο του πολιτισμού, των τεχνών, των επιστημών, του αθλητισμού, της οικονομίας, της δραστηριότητας των μη κυβερνητικών οργανώσεων και της κοινωνίας γενικότερα. Πράγματι, ακόμη και το Ψήφισμα 1165 (1998) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο συμπεριέλαβε αυτούσιο στην απόφασή του το ΕΔΔΑ, αναφέρεται (στο σημείο 7) σε μια πολύ ευρύτερη κατηγορία των δημοσίων προσώπων, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον εκείνους που κατέχουν δημόσιες θέσεις, αλλά και όσους απλώς χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους και, γενικότερα, όλους όσοι «διαδραματίζουν ένα ρόλο στη δημόσια ζωή, είτε στην πολιτική, είτε στην οικονομία, τις τέχνες, την κοινωνική σφαίρα, τον αθλητισμό είτε σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο». Αλλά ούτε και η λειτουργία του τύπου εξαντλείται στον ρόλο του δημόσιου φύλακα κρατικών θεσμών και άσκησης επίσημων καθηκόντων. Αντιθέτως, και ακριβώς σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία δεν είναι απλώς ένα σύστημα σχηματισμού πολιτικής βούλησης για τις ανάγκες του κράτους, αλλά κοινωνία θεμελιωμένη στην ελευθερία που εξασφαλίζουν τα ατομικά δικαιώματα, και όπου η δημοκρατική λειτουργία της κατοχύρωσης της ελευθερίας του τύπου ούτε αποκλείει τη λειτουργία της ως ατομικής ελευθερίας, ούτε υπερέχει αυτής, αλλά οικοδομείται επάνω σε αυτήν, η λειτουργία του τύπου συνίσταται στην ακώλυτη αλληλεπίδραση αυτού και της κοινής γνώμης σε όλη την έκταση της δημόσιας σφαίρας. Η άποψη, συνεπώς, ότι η Caroline von Hannover δεν είναι δημόσιο πρόσωπο και για το λόγο αυτό κείται εκτός της λειτουργίας του τύπου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μιας απόλυτης οριοθέτησης του προστατευτικού πεδίου της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά μάλλον ως μέρος της στάθμισης, που το Δικαστήριο αντιπαρατάσσει στη στάθμιση των γερμανικών δικαστηρίων. Σε συνδυασμό με τις σκέψεις του σχετικά με την κατηγορία των δημοσίων προσώπων το ΕΔΔΑ αποκρούει επίσης την άποψη, ότι ο ιδιωτικός βίος είναι αντικείμενο δημοσίου ενδιαφέροντος, και προβαίνει στον προσδιορισμό των αντικειμένων δημοσίου ενδιαφέροντος κατά θέματα. Πράγματι, η άποψη του Δικαστηρίου που προαναφέρθηκε σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα στην ειδησεογραφική αναφορά σε γεγονότα, τα οποία είναι ικανά να συμβάλουν σε μία συζήτηση σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως σχετικά με πολιτικούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και στην αναφορά σε λεπτομέρειες του ιδιωτικού βίου ενός ατόμου, το οποίο δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα, όπου μόνο στην πρώτη περίπτωση ο τύπος ασκεί τη ζωτική λειτουργία του ως «φύλακας» σε μια δημοκρατία και συμβάλλει στη διάδοση πληροφοριών και ιδεών σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, σημαίνει ταυτόχρονα, ότι το δημόσιο ενδιαφέρον για τη δημοσίευση πληροφοριών μπορεί να αναφέρεται μόνο σε γεγονότα σχετικά με την άσκηση δημοσίων καθηκόντων ή πολιτικών λειτουργιών. Η δημόσια σφαίρα καταλαμβάνει όχι μόνο γεγονότα σχετικά με την άσκηση δημοσίων καθηκόντων ή πολιτικών λειτουργιών, αλλά και γεγονότα στα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας, των τεχνών, της κοινωνικής σφαίρας, του αθλητισμού καθώς και οποιοδήποτε άλλο πεδίο της εκτός κρατικών θεσμών δημόσιας ζωής. Συνεπώς, όλα αυτά τα θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος μπορούν να δικαιολογήσουν την επέμβαση στην προσωπικότητα, πάντοτε κατά περίπτωση.
Ούτε, όμως, η άποψη αυτή του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως απόλυτη οριοθέτηση του προστατευτικού πεδίου της ελευθερίας της έκφρασης. Και στο σημείο αυτό η ορθότερη ερμηνεία της απόφασης θα έπρεπε να τοποθετήσει τις θέσεις αυτές στο πλαίσιο της στάθμισης, που το Δικαστήριο αντιπαρατάσσει στη στάθμιση των γερμανικών δικαστηρίων. Το σημαντικό στοιχείο στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου θα πρέπει επομένως να αναζητηθεί στη σκέψη, ότι το ενδιαφέρον ενημέρωσης του κοινού προκειμένου για δημόσια πρόσωπα θεμελιώνεται μόνον εφ’όσον υπάρχει κάποια εσωτερική συνάφεια μεταξύ του εν γένει δημόσιου ρόλου ενός προσώπου, εξ αιτίας του οποίου το πρόσωπο αυτό χαρακτηρίζεται «δημόσιο», και του γεγονότος, η δημοσιοποίηση του οποίου εμπίπτει στο ενδιαφέρον του κοινού. Εάν δεν υπάρχει η συνάφεια αυτή, όπως στην περίπτωση που έκρινε το ΕΔΔΑ, δεν υπάρχει ενδιαφέρον του κοινού ικανό να δικαιολογήσει την επέμβαση στην προσωπικότητα, έστω και εάν πρόκειται για πρόσωπο «της απόλυτης επικαιρότητας», κατά τη νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων. Πράγματι, όχι μόνο δεν αρκεί κατά το ΕΔΔΑ η ιδιότητα του προσώπου της απόλυτης επικαιρότητας για να δικαιολογήσει, κατ’αρχήν τουλάχιστον, επεμβάσεις στον ιδιωτικό βίο, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: σύμφωνα με την απόφαση, ακόμη και προκειμένου για δημόσια πρόσωπα υπό στενή έννοια, π.χ. για πολιτικούς, το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού μπορεί να εκτείνεται σε εκφάνσεις του ιδιωτικού τους βίου μόνο «σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις» και μόνο σχετικά με περιστάσεις που εμπίπτουν στη σφαίρα μιας συζήτησης «πολιτικού ή δημόσιου χαρακτήρα».
Στο πεδίο αυτό του ιδιωτικού βίου, όπως καθορίστηκε ανωτέρω, το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο δέχεται το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, «να κρίνει κατά πόσον η προσωπική συμπεριφορά των εν λόγω ατόμων, τα οποία συχνά θεωρούνται είδωλα ή πρότυπα συμπεριφοράς, συνάδει κατά τρόπο πειστικό με τη συμπεριφορά τους κατά την άσκηση των δημοσίων λειτουργιών τους», να διαμορφώσει τις ιδέες του «σχετικά με ηθικές αξίες και στάσεις ζωής» που εκπροσωπούνται από τα πρόσωπα αυτά, να χρησιμοποιήσει τα πρόσωπα αυτά ως σημείο «προσανατολισμού στο σχεδιασμό της ζωής του», να αποκρυσταλλώσει με τη βοήθεια – και εις βάρος των δικαιωμάτων και ελευθεριών – των προσώπων αυτών «απόψεις αποδοχής ή απόρριψης» και να προσανατολίσει τη συμπεριφορά του χρησιμοποιώντας τα πρόσωπα αυτά ως «πρότυπα μίμησης ή αντίθεσης» δεν δικαιολογεί κατά το ΕΔΔΑ, άνευ άλλου τινός, την επέμβαση στον ιδιωτικό βίο του θιγομένου.
Όπως τονίζει το Δικαστήριο, «ο αποφασιστικός παράγοντας στη στάθμιση της προστασίας του ιδιωτικού βίου με την ελευθερία της έκφρασης θα έπρεπε να είναι η συμβολή των δημοσιευμένων φωτογραφιών και άρθρων σε μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος». Τέτοια συμβολή δεν υπάρχει προκειμένου περί φωτογραφιών που σχετίζονται αποκλειστικά με λεπτομέρειες του ιδιωτικού βίου ή των οποίων μόνος σκοπός είναι να ικανοποιήσουν την περιέργεια ενός ειδικού αναγνωστικού κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής, ανεξάρτητα από το εάν ο απεικονιζόμενος είναι δημόσια γνωστός.
Με αυτές τις παραδοχές η κατηγορία του προσώπου της απόλυτης επικαιρότητας χάνει εν πολλοίς τη λειτουργία της, αφού πλέον η επέμβαση στην προσωπικότητα ενός προσώπου της κατηγορίας αυτής δικαιολογείται μόνον λόγω της συμβολής του δημοσιεύματος στη δημόσια συζήτηση για θέματα γενικού ενδιαφέροντος, τέτοια, δε, δεν είναι κατ’ αρχήν τα σχετιζόμενα με την προσωπική συμπεριφορά του προσώπου της απόλυτης επικαιρότητας.
Η στάθμιση, όμως, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, συνεκτιμά και τα λοιπά δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης:
Σύμφωνα με την απόφαση, κατά τη στάθμιση, που αφορά στη δημοσίευση, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η προσβολή που επέρχεται με την απόκτηση της πληροφορίας ή φωτογραφίας. Το Δικαστήριο, μάλιστα, εισάγει στη στάθμιση, όχι μόνο την προσβολή του ιδιωτικού βίου της συγκεκριμένης προσφεύγουσας, αλλά και το ζήτημα διαφύλαξης της ακεραιότητας της ιδιωτικής σφαίρας έναντι της έλλειψης αποτελεσματικής αποθάρρυνσης της συστηματικής παρακολούθησης, διαρκούς παρενόχλησης και αθέμιτης διείσδυσης στην ιδιωτική ζωή των δημοσίων προσώπων. Στο μέτρο που σε ένα κράτος δικαίου η διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων δεν είναι μόνον ιδιωτικό συμφέρον του φορέα του κάθε φορά προσβαλλομένου δικαιώματος, αλλά και δημόσιο συμφέρον, η απόφαση του ΕΔΔΑ στέλνει και κατά τούτο ένα εύγλωττο μήνυμα στις εθνικές έννομες τάξεις.
Το Δικαστήριο αποδίδει, επίσης, στη στάθμισή του ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός, ότι η προσβολή του ιδιωτικού βίου δεν επήλθε με τη δημοσίευση κειμένων, αλλά φωτογραφιών. Πράγματι, η λήψη και η δημοσίευση της φωτογραφίας αποτελούν επέμβαση στην προσωπικότητα διαφορετική, και πολύ εντονότερη, τόσο από την έκθεση της προσωπικότητας στη φυσική δημοσιότητα σε κάθε μη αυστηρά ιδιωτική εκδήλωση του ατόμου, όσο και από την απλή διήγηση σε κείμενο των όσων αποτυπώνονται στις φωτογραφίες. Ο λόγος είναι, ότι η λήψη και η δημοσίευση της φωτογραφίας επεμβαίνουν σε περισσότερα στοιχεία της προσωπικότητας, αποτυπώνουν μόνιμα την εικόνα του προσώπου, την αποσπούν από τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και το συγκεκριμένο γεωγραφικό και κοινωνικό περίγυρο και την καθιστούν γνωστή σε ασύγκριτα μεγαλύτερο αριθμό προσώπων από εκείνα, στα οποία εκτέθηκε ο φορέας της προσωπικότητας με τη θέλησή του. Αυτά επιτείνονται, όπως παρατηρεί και το Δικαστήριο, με τη χρήση των νέων τεχνολογιών της επικοινωνίας, οι οποίες καθιστούν δυνατή την αποθήκευση και αναπαραγωγή προσωπικών δεδομένων. Για τους λόγους αυτούς, ορθώς επισημαίνεται στην απόφαση, ότι «Μολονότι η ελευθερία του τύπου καλύπτει και τη δημοσίευση φωτογραφιών, αυτό είναι ένα πεδίο στο οποίο η προστασία των δικαιωμάτων και της φήμης τρίτων αποκτά εξαιρετική σημασία». Και στο σημείο αυτό η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία θεωρεί απαραίτητη την αυξημένη εγρήγορση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, έχει εξαιρετική σημασία σε μια κοινωνία, όπως η ευρωπαϊκή, η οποία με την ραγδαία ανάπτυξη και διάδοση των τεχνικών μέσων λήψης προσωπικών δεδομένων κάθε είδους, την επιδείνωση των κινδύνων και τη θεσμική ενίσχυση της ασφάλειας υποβάλλει σε ολοένα μεγαλύτερη συμπίεση το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ατόμου σε όλες του τις εκφάνσεις.
Η στάθμιση του δικαιώματος του ιδιωτικού βίου και της ελευθερίας του τύπου στο επίπεδο της ΕΣΔΑ οδηγεί σε προστασία του ιδιωτικού βίου ευρύτερη από αυτήν που παρέσχε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας και αντίστοιχα αυστηρότερη οριοθέτηση της ευχέρειας του τύπου να ασχολείται με την ιδιωτική ζωή. Αυτό, βεβαίως, δεν έχει σημασία μόνον για τη γερμανική έννομη τάξη, όπου σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο η νομολογία του ΕΔΔΑ χρησιμεύει, και πέρα από τις εκάστοτε συγκεκριμένες κριθείσες περιπτώσεις, ως υποχρεωτικά ληπτέο υπ’ όψιν νομολογιακό προηγούμενο και ως ερμηνευτικό βοήθημα για τον προσδιορισμό του περιεχομένου και του προστατευτικού πεδίου των ατομικών δικαιωμάτων. Έχει σημασία, επίσης, ως υποχρεωτικά ληπτέο υπ’ όψιν νομολογιακό προηγούμενο, και για την ελληνική έννομη τάξη, όχι μόνο στο μέτρο που αυτή έχει υιοθετήσει τις κατηγορίες των προσώπων της «απόλυτης» και «σχετικής» επικαιρότητας, αλλά και ως προς τη σχετική βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται, στο πλαίσιο της στάθμισης, στον ιδιωτικό βίο έναντι επεμβάσεων των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τα κριτήρια της στάθμισης. Δεδομένου, μάλιστα, ότι το περιθώριο εκτίμησης που αναγνώρισε στη Γερμανία το ΕΔΔΑ με την απόφασή του ήταν – παρά την in abstracto επιβεβαίωσή του και παρά τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των επί μέρους εθνικών εννόμων τάξεων– ελάχιστο, είναι αναμενόμενο ότι οι δυνατότητες απόκλισης από τη γραμμή του Δικαστηρίου είναι εξαιρετικά μικρές.
Πάντως, η απόφαση δεν επιφέρει τον υπέρμετρο περιορισμό των ελευθεριών των μέσων ενημέρωσης, που απηχούν οι απόψεις των επικριτών της, εφ’ όσον, όπως αναπτύχθηκε, δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι διατυπώνει απόλυτα όρια όσον αφορά στα δημόσια πρόσωπα και στα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, αλλά τα τοποθετεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης στάθμισης. Το γεγονός, ότι το επιτρεπτό ή μη της επέμβασης των μέσων ενημέρωσης στον ιδιωτικό βίο, ακόμη και των δημοσίων προσώπων και των προσώπων της απόλυτης επικαιρότητας, εξαρτάται αποφασιστικά από την συμβολή στο δημόσιο διάλογο για ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος, δεν μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι αποτελεί υπέρμετρο περιορισμό των ελευθεριών της επικοινωνίας. Από την άλλη πλευρά η αναβάθμιση της σημασίας και η ενίσχυση της προστασίας του ιδιωτικού βίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσφέρει στην ελληνική έννομη τάξη ένα επιπλέον έναυσμα για την ανάσχεση των σύγχρονων τάσεων υποχώρησης της προστασίας του έναντι των μέσων ενημέρωσης (Η προστασία του ιδιωτικού βίου των δημοσίων προσώπων έναντι των μέσων ενημέρωσης κατά την ΕΣΔΑ, Σχόλιο στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 24.6.2004 (von Hannover κατά Γερμανίας, Αθ. Τσεβάς, ΔΙΜΜΕ, Τεύχος 3/2005).
Δύο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις φαίνεται να διέπουν τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου για τα δημόσια πρόσωπα και τις αποκαλύψεις που αφορούν στην ιδιωτική ζωή τους: από τη μια, ο κύκλος των δημόσιων προσώπων μοιάζει να διευρύνεται, ενώ, από την άλλη, αναγνωρίζεται και στα πρόσωπα αυτά ένας πυρήνας ιδιωτικότητας, που κανένα «δικαιολογημένο ενδιαφέρον» δεν δικαιολογεί την προσβολή του.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για το κρίσιμο θέμα, είναι και οι αποφάσεις που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ) στις υποθέσεις Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου (28.04.2003) (ΔiΜΕΕ, τ. 3/2004, σελ. 434), και Plon κατά Γαλλίας (18.08.2004) (ΔiΜΕΕ, τ. 3/2004, σελ. 438), καθώς και η απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων –δηλαδή του ανώτατου δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας– στην υπόθεση Campbell κατά MGN (06.05.2004), η οποία παρουσιάζει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπόθεση Α. Mosley του ΕΔΔΑ της 10-05-2011: Οικειότητα της ιδιωτικής ζωής, ψυχαγωγική δημοσιογραφία και η έννοια της γενικότερης ‘αποτρεπτικής επίδρασης’ (chilling effect):
Στην υπόθεση Mosley, ο συλλογισμός του ΕΔΔΑ επικεντρώθηκε εξαρχής στην κανονιστική οριοθέτηση των δυο ‘φαινομενικά’ συγκρουόμενων δικαιωμάτων: του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και της ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 8 και 10 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε την προσβολή της ιδιωτικότητας του Mosley, όπως αυτή αναγνωρίστηκε από τη βρετανική δικαιοσύνη ως αδικαιολόγητη, στηρίζοντας την άποψη αυτή σε μια διττή τεκμηρίωση. Πρώτον, ενέταξε εννοιολογικά την σεξουαλική δραστηριότητα του Mosley στο προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Κατά την άποψη που το ΕΔΔΑ εξέφρασε, η σεξουαλική δραστηριότητα του Mosley εντάσσεται στον πυρήνα της ιδιωτικότητάς του, στην οικειότητά του. Έτσι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης, η προστασία της ελεύθερης έκφρασης περιορίζεται από τα δικαιώματα των άλλων, «…ιδίως όταν οι εικόνες εμπεριέχουν ιδιαίτερα προσωπικές και οικείες ‘πληροφορίες’ για ένα πρόσωπο ή όταν έχουν ληφθεί σε ιδιωτικούς χώρους και λάθρα μέσω της χρήσης μυστικών μηχανισμών καταγραφής…». Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η κύρια συνέπεια της ένταξης της σεξουαλικής ζωής στον πυρήνα του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή έγκειται στο ότι καθιστά αναγκαία την αναζήτηση ενός ειδικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, ικανού να δικαιολογήσει παρεμβάσεις προερχόμενες από την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης και ελευθεροτυπίας. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ συμπέρανε ότι ένας τέτοιος λόγος δημοσίου συμφέροντος δεν υφίστατο στην υπόθεση Mosley. Πρώτον, διότι η σεξουαλική δραστηριότητα του αιτούντα δε διέθετε φιλοναζιστικό χαρακτήρα και δεύτερον διότι στο βαθμό που αφορούσε στον πυρήνα της οικειότητας της ιδιωτικής ζωής του, εξ ορισμού στερείτο δημοσίου ενδιαφέροντος για το κοινό. Το ΕΔΔΑ, όμως, δεν αρκέστηκε αποκλειστικά στην εννοιολόγηση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, κατά το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Αντίστοιχα, προχώρησε στην αυτοτελή ανάλυση και αξιολόγηση του άρθρου 10 και των δικαιωμάτων της ελεύθερης έκφρασης και ελευθεροτυπίας, επικεντρώνοντας σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Το ΕΔΔΑ τόνισε, στο πλαίσιο αυτό, τον προεξάρχοντα ρόλο του τύπου σε μια δημοκρατική, πλουραλιστική κοινωνία και τη σημασία της ελεύθερης λειτουργίας του για την πληροφόρηση και τον έλεγχο της κοινής γνώμης. Πρόκειται για στοιχεία που καθιστούν τον τύπο ‘δημόσιο φύλακα’ (public watchdog). Τούτο, όμως, δεν σημαίνει, κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, ότι ο τύπος λειτουργεί δίχως όρια. Έτσι, το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ ψυχαγωγικής ερευνητικής δημοσιογραφίας (η περίπτωση του Mosley) και πολιτικής, σοβαρής δημοσιογραφίας, καθιστώντας προφανές ότι η δυναμική προστασία του τύπου, κατά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, που η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει διαμορφώσει, επιφυλάσσεται υπέρ της πολιτικής και όχι της ψυχαγωγικής ερευνητικής δημοσιογραφίας. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε από το Δικαστήριο ότι η προστασία του άρθρου 10 ΕΣΔΑ επιφυλάσσει μεν ένα ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας για την απόλαυση του δικαιώματος στην ελεύθερη δημοσιογραφία, όμως, επίσης, οριοθετείται από τον σεβασμό στα δικαιώματα των άλλων και από το καθήκον της καλόπιστης, βέβαιης και ακριβούς πληροφόρησης του κοινού και τήρησης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι η ισχυρή επίδραση της χρήσης οπτικοακουστικών μέσων επί της κοινής γνώμης επιβάλλει ως ‘βάρος’ έναντι του τύπου, την απόδειξη της πρόσθετης συνεισφοράς του υλικού αυτού σε μια συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος, σε κάθε ειδική και συγκεκριμένη περίπτωση. Έχοντας σκιαγραφήσει τα κανονιστικά όρια των δύο δικαιωμάτων, το ΕΔΔΑ αναζήτησε τη ‘δίκαιη ισορροπία’ τους, μια ερμηνευτική, σταθμιστική διαδικασία στην οποία το Δικαστήριο προβαίνει όταν υφίσταται έλλειψη κοινών standards, κοινού ερμηνευτικού consensus μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, η αντίφαση που γεννήθηκε εδώ είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η διακρίβωση της ‘δίκαιης ισορροπίας’ συνεπάγεται μια εξειδικευμένη σταθμιστική διαδικασία, προσαρμοσμένη στα ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά μιας υπόθεσης, στο πλαίσιο της υπόθεσης Mosley έλαβε γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα. Έτσι, η υπόθεση Mosley συνιστά ουσιαστικά μια υπόθεση ‘οδηγό’ όσον αφορά στον προσδιορισμό της έννοιας της γενικής ‘αποτρεπτικής επίδρασης’ (chilling effect), που είναι δυνατόν να επιφέρει η κατοχύρωση μιας υποχρέωσης προ-γνωστοποίησης των ενδιαφερομένων για δημοσιεύματα σχετικά με την ιδιωτική τους ζωή, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ εξέτασε κατά πόσον στην έννοια των θετικών υποχρεώσεων ενός κράτους για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, εντάσσεται η νομοθετική κατοχύρωση μιας υποχρέωσης προγνωστοποίησης υπέρ των ιδιωτών και κατά του τύπου, στις περιπτώσεις δημοσιευμάτων που αφορούν σε ζητήματα προσωπικής και ιδιωτικής ζωής. Ουσιαστικά, με αυτό το αίτημά του ο Mosley διεκδικούσε την κατοχύρωση ενός σταθμιστικού ‘βάρους’ κατά του τύπου σε περιπτώσεις δημοσιευμάτων, προσβλητικών για την ιδιωτικότητα δημοσίων προσώπων. Κατά την άποψη του αιτούντα, η καθιέρωση μιας τέτοιας υποχρέωσης θα επανέφερε την ισορροπία στην ‘άνιση’ σχέση μεταξύ δημοσίων προσώπων και σκανδαλοθηρικού τύπου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά το ΕΔΔΑ, η αποδοχή ότι η επιβολή μιας υποχρέωσης προγνωστοποίησης είναι δυνατόν να έχει γενικότερες επιπτώσεις, τόσο στον ψυχαγωγικό, όσο και στον πολιτικό, σοβαρό τύπο, δικαιολογεί την ανάγκη αφηρημένης στάθμισης μεταξύ ιδιωτικότητας και ελευθερίας του τύπου, αλλά και διεξαγωγής ενός εξονυχιστικού ελέγχου αναλογικότητας από την πλευρά του Δικαστηρίου. Σε αυτή τη βάση, το ΕΔΔΑ εξέτασε αυτοτελώς τα όρια της ελευθερίας του τύπου, έναντι μιας ενδεχόμενης παρέμβασης, όπως η νομοθετική κατοχύρωση προγνωστοποίησης, διατυπώνοντας τα ακόλουθα πραγματολογικά και κανονιστικά επιχειρήματα. Καταρχήν, το ΕΔΔΑ υποστήριξε ότι καταρχάς η επιβολή προληπτικών μέτρων κατά του τύπου είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η δημοσίευση των ειδήσεων οφείλει να είναι άμεση, προκειμένου να προστατευθεί η βαρύτητα και η σημασία τους. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι θετικές υποχρεώσεις ενός κράτους δεν εξαντλούνται στη λήψη προληπτικών μέτρων, αλλά ότι συχνά και τα κατασταλτικά μέτρα επαρκούν για την αποτελεσματική προστασία της ιδιωτικότητας. Τέτοια μέτρα είναι η πρόβλεψη χορήγησης ex post facto δικαστικής αποζημίωσης, ή η κατοχύρωση ενός συστήματος αυτορρύθμισης του τύπου. Πρόκειται για υποχρεώσεις που το Ηνωμένο Βασίλειο τηρούσε, στο βαθμό που διέθετε και κώδικα δεοντολογίας του τύπου (Editors’ Code of Practice), αλλά και ανεξάρτητη αρχή που επόπτευε την πιστή τήρηση και εφαρμογή του (Press Complaints Commission). Το Δικαστήριο, τέλος, αφού επισήμανε την παντελή έλλειψη ενός αντίστοιχου θεσμού στις δικαιοδοσίες των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, και άρα την έλλειψη ενός σχετικού consensus, επισήμανε τα προβλήματα αποτελεσματικής εφαρμογής της υποχρέωσης προγνωστοποίησης. Έτσι, η αδιάκριτη επιβολή μιας τέτοιας υποχρέωσης σε υποθέσεις ιδιωτικότητας, είναι δυνατόν να επιφέρει έναν υπέρμετρο κατά του τύπου περιορισμό, στο βαθμό που δεν διαχωρίζει μεταξύ περισσότερο και λιγότερο επαχθών προσβολών του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (π.χ. μεταξύ πυρήνα της οικειότητας της ιδιωτικής ζωής και άλλων εξωτερικότερων εκφάνσεών της). Το κυριότερο, η εξαιρετικά πιθανή σύνδεση της υποχρέωσης αυτής με την επιβολή προστίμων ή κυρώσεων, θα μπορούσε να επιφέρει μια γενικότερη ‘αποτρεπτική επίδραση’ (chilling effect) στη λειτουργία του τύπου με τη μορφή λογοκρισίας, παραβιάζοντας τον ίδιο τον πυρήνα του άρθρου 10 ΕΣΔΑ. Τέλος, αντικειμενικά προβλήματα εφαρμογής μιας τέτοιας υποχρέωσης θα μπορούσε να γεννήσει τόσο μια ευρεία ρήτρα διαφυγής ‘δημοσίου συμφέροντος’ υπέρ του τύπου, καθώς και η αναζήτηση του υποκειμένου της προγνωστοποίησης σε περιπτώσεις φωτογράφησης ανώνυμου πλήθους.