Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Απόλυτη ακυρότητα λόγω παράλειψης μετάφρασης ουσιωδών εγγράφων στην ποινική διαδικασία (Siemens case)

 

 

Σχετικά με την υπόθεση Siemens 

3242/2016 ΕΦ ΑΘ

Ποινική Δικονομία. Κατηγορούμενος που αγνοεί την ελληνική γλώσσα. Μη μεταφρασμένο κλητήριο θέσπισμα. Ακυρότητα επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη μεταφράσεώς του, καίτοι ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ελληνική γλώσσα. Προβολή της ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος το αργότερο μέχρι την έναρξη της εκδίκασης στο πρωτοβάθμιο, δηλαδή πριν από την απαγγελία της κατηγορίας από τον Εισαγγελέα. Κάλυψη ακυρότητας σε αντίθετη περίπτωση. Υπερασπίσεως δικαιώματα. ΕΣΔΑ. Επίδοση όλων των ουσιωδών εγγράφων, επί ποινή απολύτου ακυρότητας, σε γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος. Μεταξύ των ουσιωδών εγγράφων συμπεριλαμβάνεται και το κλητήριο θέσπισμα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στην κύρια ανάκριση με διερμηνέα δεν αναιρεί την υποχρέωση των δικαστικών αρχών να του επιδώσουν μεταφρασμένο το κλητήριο θέσπισμα. Επίδοση κλητηρίου σε αντίκλητο, προς τον οποίο έχει παύσει η σχέση εντολής. Ακυρότητα τέτοιας επιδόσεως. Αναβάλλει τη δίκη, ώστε να επαναληφθούν οι προπαρασκευαστικές διαδικαστικές πράξεις με συνεπίδοση επίσημης μετάφρασης των ουσιωδών εγγράφων, δεδομένου ότι η επίδοση ολόκληρου του βουλεύματος σε επίσημη μετάφραση και της σχετικής κλήσης με τον κατάλογο των μαρτύρων έπρεπε να γίνει εντός της νόμιμης προθεσμίας πριν από τη δικάσιμο.

ΕΦΑΘ (ΠΟΙΝ) 3242/2016 Δικαστές Σ. Τσιμπέρης, Προεδρεύων, Παγώνα Παναγιώτου, Ευτέρπη Καραχάλιου, Εισαγγελεύς Χ. Τζώνης, Αντεισαγγελεύς, Δικηγόροι Ι. Ηρειώτης, Ν. Βιτώρος, Ι. Μαντζουράνης, Μαρία Αθανασοπούλου, Β. Δημακόπουλος, Τ.- Ι. Μπαλιτσάρης, Ι. Κώτσος, Α. Μαυραγάνης, Εράσμια Νάκα, Αλίκη Καλατζή, Ι. Παπαδογιαννάκης, Κ. Κακόβουλης, Β. Αλεξανδρής, Δ. Βούλγαρης, Όλγα Τσόλκα, Π. Νιάδης, Μαρία - Πηνελόπη Λιακόγκονα, Μ. Ζαφειρόπουλος, Χ. Κομπιλίρης, Δ. Γκούσκος, Π. Γκούσκος, Ι. Πορτικάλης, Χ. Κολοβός, Ι. Μαρακάκης, Ν. Κουμουλέτζος, Θ. Μαντάς, Σωτηρία Ζωγράφου, Ι. Σχινάς, Α. Καϋμενάκης, Αικατερίνη Χριστογιάννη, Π.- Κ. Βασιλακόπουλος, Μ. Βασιλα­ κόπουλος, Γ. Δημήτραινας, Μαριάννα Λεωνιδάκη, Σ. Καλαμίτσης, Αθηνά Κατράκη, Ν. Δαμασκόπουλος, Α. Μαραγκός, Α. Βαρλάμης, Η. Μπίσιας, Χ. Καπαρουνάκης, Χ. Γάτος, Σ. Χρη- στακάκης, Ο. Φίλος, Α. Τριαντάφυλλου, Α. Χαραλαμπάκης, Μαρία Σαξώνη, Α. Πάρσαλης, Καλλιρόη Δημοπούλου, Β. Καρκαζής, Π. Κατσαρός, Ι. Γιαννίδης, Ν. Scharf, Αναστασία Καίσαρη, Ι. Μανουσάκης, Β. Αρβανίτης, U. Freiherr von Saalfeld, Η. Αναγνωστόπουλος, Ι. Τολάκης, Α. Παπαστεριόπουλος, Ι. Παπαδάτος, Ιωάννα Αναστασοπούλου, Ειρήνη Τσαγκαράκη, Άννα Παπαδοπούλου, Δ. Τσοβόλας, Λυδία Τσοβόλα, Ι. Ζαβαλιάννης, Σ. Κατσέλης, Σ. Μουζακίτης, Α. Τζαννετής, Φωτεινή Σμυρνιωτάκη, Χ. Φιλιππούσης, Ειρήνη Βένιου, Χ. Αργυρόπου­λος, Γ. Δαρμάρος, Δ. Γαβουνέλης, Π. Αθανασόπουλος, Νίκη Αθανασοπούλου, Μαρία Ιωαννίδου, Σ. Πολύχρονης, Λ. Μίχος, Χ. Μηλιάς, Στυλιανή Ανδρικοπούλου, Ι. Ζαΐμης [...] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 ΚΠΔ συνάγεται ότι η κυρία διαδικα­σία αρχίζει, είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδι­κασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος, ή στις περιπτώσεις των άρ. 314, 315 παρ. 3-4 (και αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) με την επίδοση κλήσης, είτε με την εμφάνιση του κατηγορού­μενου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 1827/2003, ΑΠ 1668/2002). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρ. 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ`, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρ. 6 παρ. 3 εδ. α` της ΕΙΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρό­τητα της κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο, είναι σχετική και καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα το αργότερο μέχρι την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλα­δή πριν από την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα και πριν από την εξέταση οποιουδή­ποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα (βλ. ΑΠ 137/2015, ΑΠ 820/2014, ΑΠ 440/2013, ΑΠ 537/2012, Μ. Μαργαρίτη, ΚΠΔ, έκδ. 2008, σελ. 647 αριθμ. 21). Σε περίπτωση δε που οι αντιρρήσεις προταθούν έγκαιρα και γίνουν δεκτές, το δικαστήριο κηρύσσει άκυρη την κλήση ή το κλητήριο θέσπισμα και απαράδεκτη τη συζήτηση. Ειδικότερα, κατά τις διατά­ξεις των άρ. 320-321 ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο δικαστήριο για να δικαστεί, πρέπει απαραίτητα να περιέχει πέραν των άλλων στοιχείων και ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά δε το άρ. 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου της 4.11.1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει, κατά το άρ. 28 του Συντ., υπερνομοθετική ι­σχύ, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στην πιο σύντομη προθεσμία λεπτομερώς στη γλώσσα που κατανοεί την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να τύχει δωρεάν παράστασης διερμηνέα, αν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο. Συνα­φής είναι και η διάταξη του άρ. 14 παρ. 3 εδ. α` του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), κατά την οποία «κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες εγγυήσεις, να πληροφορηθεί το συντομότερο δυνατόν σε γλώσσα που κατανοεί και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της κατηγο­ρίας εναντίον του». Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη χώρα και α­γνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη χώρα αυτή, προκύπτει ότι και κατά το νομικό καθεστώς, που ίσχυε πριν την προσθήκη με το Ν. 4236/2014 του άρ. 236Α ΚΠΔ, για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω, επί κλητηρίου θεσπίσματος και παραπεμπτικού βουλεύματος απαιτείται, με ποινή ακυρότητας (άρ. 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ), μαζί με αυτά να επιδίδεται και επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που εννοεί ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν την κατηγορία (ΑΠ 2014/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 645/2004, ΑΠ 185/2004 ΠοινΔικ 2004, 541, ΑΠ 572/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ, 41, ΑΠ 691/1983 ΠοινΧρ ΛΓ`, 928, ΑΠ 152/1981 ΠοινΧρ ΛΑ`, 545), όχι όμως και επί άλλων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας, για τα οποία δεν απαιτείται η επίδο­ση αυτών να συνοδεύεται από επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος και συνεπώς σε τέ­τοια περίπτωση δεν καθίσταται άκυρη η επίδοση του εγγρά­φου, όταν δεν επιδίδεται ταυτόχρονα επίσημη μετάφρασή του (ΑΠ 2014/2009, ΑΠ 645/2004, ΑΠ 185/2004 ό.π.).Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος που αγνοεί την ελληνική γλώσσα έχει ήδη απολογηθεί στον ανακριτή με συνήγορο και διερμηνέα στη γλώσσα που κατανοεί δε δύναται να καλύψει την ως άνω ακυρότητα σε περίπτωση επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσμα­τος ή του βουλεύματος (στις αντίστοιχες περιπτώσεις) χωρίς επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος, αφού μόνο το κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτι­κό βούλευμα περιέχουν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμε­νο κατηγορίες με τις τυχόν επελθούσες διαφοροποιήσεις και τούτο καθίσταται εντονότερο σε περίπτωση που ο κατηγορού­μενος παραπέμπεται να δικαστεί μαζί με άλλους κατηγορούμε­νους, καθόσον από το πλέγμα όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι πρέπει να γνωρίζει, πέραν των κατηγοριών που αποδίδονται στον ίδιο, και τις κατηγορίες που αποδίδονται στους συγκατηγορουμένους του, ώστε να προετοιμάσει κα­τάλληλα και με επάρκεια την υπερασπιστική του γραμμή και κυρίως στην περίπτωση που οι κατηγορίες για συγκεκριμένες πράξεις μετά την απολογία στον ανακριτή έχουν διαφοροποιη­θεί για ορισμένους από αυτούς με το παραπεμπτικό βούλευμα (όπως, για παράδειγμα, όταν το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για ορισμένες πράξεις ή έπαυσε την ποινική δίωξη κ.λπ.). Ήδη με το άρ. 236Α παρ. 1 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρ. 4 του Ν. 4236/2014 (ΦΕΚ 33 Α` 11.2.2014) και ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 2010/64ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ της 20ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία, ορίζεται ότι «Στους υπόπτους ή κατηγορούμενους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας παρέχεται εντός ευλόγου διαστήματος γραπτή με­τάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας. Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι ή οι συνήγοροί τους δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα για τον χαρακτηρισμό εγγράφων ή χω­ ρίων εγγράφων ως ουσιωδών. Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι δεν έχουν δικαίωμα σε μετάφραση χωρίων ουσιωδών εγγρά­φων, τα οποία δεν συμβάλλουν στην κατανόηση εκ μέρους τους του περιεχομένου της εναντίον τους κατηγορίας». Από τα επιμέρους άρθρα, αλλά και το προοίμιο της ανωτέρω Οδηγίας, προκύπτει ότι η υποχρέωση των εκάστοτε εθνι­κών δικαστικών αρχών για μετάφραση των ουσιωδών εγγρά­φων της ποινικής διαδικασίας αποσκοπεί στη διασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής άσκησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Τούτο, ειδικότερα, προκύπτει από τη διατύπωση του άρ. 3 παρ. 1 της Οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι η μετάφραση των ου­σιωδών εγγράφων απαιτείται, «προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι είναι σε θέση να ασκήσουν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους και προκειμένου να διασφα­λιστεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης». Περαιτέρω, στο προοίμιο (σημείο 30) της Οδηγίας αυτής αναφέρεται ότι «προκειμένου να διασφαλίζεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, τα ουσιώδη έγ­γραφα ή τουλάχιστον τα σχετικά χωρία των εγγράφων αυτών απαιτείται να μεταφράζονται προς χάριν των υπόπτων ή κα­τηγορουμένων, σύμφωνα με την παρούσα Οδηγία. Ορισμένα έγγραφα θα πρέπει να θεωρούνται πάντοτε ουσιώδη προς τον σκοπό αυτόν και, συνεπώς, να μεταφράζονται, όπως οποια­δήποτε απόφαση συνεπάγεται την στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγο­ρίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αποφασίζουν, με δική τους πρωτοβουλία ή ύστερα από αίτημα των υπόπτων ή των κατηγορουμένων ή των συνηγόρων τους, ποια άλλα έγγραφα είναι ουσιώδη για τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και, συνεπώς, θα πρέπει επίσης να μεταφράζονται». Αναφέρεται, επίσης, στο σημείο 5 του προοιμίου ότι το άρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το άρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώ­νουν δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, ότι το άρ. 48 παρ. 2 του Χάρτη διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιω­μάτων της υπεράσπισης και ότι η παρούσα Οδηγία σέβεται τα ανωτέρω δικαιώματα και θα πρέπει να εφαρμόζεται αναλόγως. Και στο σημείο 14 ότι «Το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφρα­ση για τα πρόσωπα που δεν ομιλούν ή δεν κατανοούν τη γλώσσα της διαδικασίας θεσπίζεται στο άρ. 6 της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Αν­θρωπίνων Δικαιωμάτων. Η παρούσα Οδηγία διευκολύνει την ε­φαρμογή του δικαιώματος αυτού στην πράξη. Προς τον σκοπό αυτόν ο στόχος της παρούσας Οδηγίας είναι να διασφαλίσει το δικαίωμα των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία, ώστε να διαφυλάσσε­ται το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη». Από τις παραπάνω διατάξεις και την ενσωμάτωση στο ε­θνικό μας δίκαιο της ως άνω Οδηγίας με την προσθήκη του άρ. 236Α παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων και πρωτίστως των εγγράφων που περιέχουν την απαγγελλόμενη κατηγορία για τα πρόσωπα που δεν ομιλούν ή δεν κατανοούν την γλώσσα της διαδικασίας συνιστά υποχρέωση των αρμόδιων δικαστικών αρχών προς διαφύλαξη των θεμε­λιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως αυτά προβλέπονται στα άρ. 6 της ΕΣΔΑ και 47-48 παρ. 2 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαι­ωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η εκδοχή ότι δεν είναι απαραίτητη και δεν δημιουργεί ακυρότητα η μη συνεπίδοση μετάφρασης των ουσιωδών εγγράφων της ποινικής διαδικασί­ας που περιλαμβάνουν την απαγγελία της κατηγορίας, οποια­δήποτε απόφαση συνεπάγεται στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου και οποιαδήποτε απόφαση σχετική με την κατηγο­ρία, όταν ο κατηγορούμενος που αγνοεί την ελληνική γλώσσα απολογήθηκε στην κυρία ανάκριση με διερμηνέα και έλαβε γνώση της κατηγορίας, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, δεν στηρίζεται στο νόμο και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το νέο καθεστώς του άρ. 236Α ΚΠΔ. Άλλωστε, η αναλόγου περιε­χομένου παρ. 2 του άρ. 233 ΚΠΔ, που είχε προστεθεί με το άρ. 9 παρ. 2 του Ν. 1941/1991, καταργήθηκε με το άρ. 34 παρ. 18 γ` του Ν. 2172/1993 ως αντίθετη προς το άρ. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (βλ. την Εισηγητική έκθεση του Ν. 2172/1993 στο άρ. 35 παρ. 17 γ`, Η. Αναγνωστόπουλου, «Στην Βαβέλ της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ΠοινΧρ =ΣΤ`, 241 επ., Αθ. Ζαχαριάδη, παρατηρήσεις στην ΤρΕφΘεσ 814/2000 Αρμ. 2001,115 επ.). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι συνήγορσι υπεράσπι­σης των κατηγορουμένων J.V. (7ος), K.F.E.P.V.E. (8ος), R.K. (10ος), T.G. (11ος), H.W.B. (12ος), J.M. (13ος), R.H.S. (15ος), W.P.W.R. (16ος), F.J.R. (17ος), L.A.H.J. (18ος), Β.Μ. (33ος), G.G. (34ος) και J.C.O. (62ος), με τους αντίστοιχους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προβάλλουν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για το λόγο ότι οι συγκεκριμένοι κα­τηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, αγνοούν την ελληνική γλώσσα και το παραπεμπτικό βούλευμα επιδόθηκε για τον καθένα α­πό αυτούς μόνο στην ελληνική γλώσσα και όχι μεταφρασμένο στη γλώσσα που κατανοούν, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο των σε βάρος τους κατηγοριών και να παρεμποδίζονται να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους. Στους 7°, 8°, 10°, 11°, 12°, 13°, 15°, 16°, 17°, 18° από τους παραπάνω κατηγορουμένους αποδίδεται η τέλεση των αξιό­ποινων πράξεων: α) της ενεργητικής δωροδοκίας και β) της νο­μιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, στους 33° και 34° αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε παθητική δωροδοκία κατ'εξακολούθηση και στον 62° αποδίδεται η τέλεση των εγκλημάτων της άμεσης συνέργειας σε ενεργητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'επάγγελμα. Οι 7ος, 8ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 15ος 16ος, 17ος, 18ος και 33ος από τους κατηγορου­μένους αυτούς είναι Γερμανοί υπήκοοι και κατά την απολογία τους στον ανακριτή δήλωσαν ότι αγνοούν την ελληνική γλώσ­σα και απολογήθηκαν με διερμηνέα στη γερμανική γλώσσα. Ο 34ος (G.G.) είναι, επίσης, Γερμανός υπήκοος με ελληνική κατα­γωγή, ωστόσο δεν κατανοεί καλά την ελληνική γλώσσα και κα­τά την απολογία του στον ανακριτή στις 12.7.2013 απολογήθη­κε με διερμηνέα στη γερμανική γλώσσα. Σε όλους τους ως άνω κατηγορουμένους τόσο το 399/2015 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που περιλαμβάνει τις απο­διδόμενες στον καθένα κατηγορίες, όσο και η κλήση για την εμφάνισή τους στο δικαστήριο με κατάλογο των μαρτύρων, επιδόθηκαν για τον καθένα στην ελληνική γλώσσα (βλ. για την επίδοση του βουλεύματος τα αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών της εισαγγελίας Εφετών Αθηνών [...]). Αφού, όμως, οι ως άνω κατηγορούμενοι δήλωσαν νομότυπα κατά την απολογία τους στην κυρία ανάκριση ότι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και απολογήθηκαν στη γερμανική γλώσσα, την οποία και κατανοούν, για την ολοκλήρωση της σύννομης επίδοσης και κλήτευσής τους στη δίκη, η αρμόδια εισαγγελική αρχή είχε υ­ποχρέωση από τις διατάξεις των άρ. 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, 236Α, 320-321 ΚΠΔ να επιδώσει τα ως άνω ουσιώδη έγγραφα (βού­λευμα και κλήση), που περιέχουν την κατηγορία, σε επίσημη με­τάφραση στη γερμανική γλώσσα στον καθένα από τους κατη­γορουμένους αυτούς, με αποτέλεσμα από την παράλειψη αυτή να προκαλείται ακυρότητα κατά το άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠΔ, καθόσον οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι στερήθηκαν τη δυ­νατότητα άσκησης των νομίμων θεμελιωδών υπερασπιστικών δικαιωμάτων τους, όπως αυτά απορρέουν από τις προαναφε­ρόμενες διατάξεις για ακριβή γνώση του περιεχομένου των σε βάρος τους κατηγοριών και τη διασφάλιση πλήρους και αποτε­λεσματικής άσκησης των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων. Η ακυρότητα αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν δύναται να καλυφθεί από το γεγονός ότι οι παραπάνω κατηγο­ρούμενοι απολογήθηκαν στην κυρία ανάκριση με διερμηνέα στη γερμανική γλώσσα, δεδομένου ότι εκτός από το δικαίωμά τους να λάβουν πλήρη γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δικαιούνται για την αποτελεσματική προετοιμασία της υπερά­σπισής τους να λάβουν γνώση και των κατηγοριών που απο­δίδονται στους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους και περιέ­χονται στο παραπεμπτικό βούλευμα, που είναι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι επήλθαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τις αρχικές κατηγορίες και, ειδικότερα, απαγγέλθηκαν συμπληρωματικές κατηγορί­ες στους συγκατηγορουμένους Μ.Χ., V.J., Π.Μ. και Χ.Κ. και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 399/2015 βούλευμά του έχει αποφανθεί για ορισμένες πράξεις να μη γίνει κατηγορία κατά συγκεκριμένων κατηγορουμένων και για συγκεκριμένα χρο­νικά διαστήματα, ενώ για άλλες πράξεις έπαυσε την ποινική δίωξη (βλ. στις σελίδες 1706 και 2287 επ. του βουλεύματος). Η ίδια ακυρότητα δημιουργείται και για τον 62° κατηγορούμε­νο, J.G.W., τραπεζικό στέλεχος της [...], ο οποίος είναι Γάλλος υπήκοος, κατοικεί στην Ελβετία, αγνοεί την ελληνική γλώσσα και ομιλεί τη γαλλική. Ο κατηγορούμενος αυτός δεν εμφανί­στηκε κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης να απολογηθεί και ως προς αυτόν η ανάκριση περατώθηκε με την έκδοση του [...] εντάλματος σύλληψης από τον ειδικό εφέτη ανακριτή. Σε εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, συνελήφθη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Κατά την προσα­γωγή του στις ελληνικές αρχές για την εκτέλεση του εντάλμα­τος σύλληψης και προσωρινής κράτησης επιδόθηκε σ'αυτόν το παραπεμπτικό βούλευμα στις 6.4.2015, εντός του καταστή­ματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών (βλ. το από 6.4.2015 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών [...]), χωρίς τη συνεπίδοση μετάφρασης τούτου στη γαλλική γλώσσα, στις δε 24.6.2015 επιδόθηκε σ'αυτόν εντός του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού και η κλήση για εμ­φάνισή του στο δικαστήριο, επίσης στην ελληνική γλώσσα (βλ. το αποδεικτικό επίδοσης με ημερομηνία 24.6.2015 του γραμματέα του παραπάνω καταστήματος κράτησης [...]), με αποτέλεσμα να στερηθεί τη δυνατότητα άσκησης των θεμελιωδών ως άνω δικαιωμάτων του να λάβει πλήρη γνώση του περιεχομένου των εναντίον του κατηγοριών και να προετοιμάσει κατάλληλα και αποτελεσματικά την υπερασπιστική του γραμμή. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμες οι έγκαιρα προβαλλόμενες από τους συνηγόρους των παραπάνω κατηγορουμένων αντιρ­ρήσεις στην πρόοδο της δίκης λόγω της ως άνω επελθούσας ακυρότητας και κατ'αποδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού τους, πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η επίδοση της κλήσης και του 399/2015 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλί­ου Εφετών Αθηνών και απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους κατηγορουμένους αυτούς. Το σημαντικό αυτό αίτιο από την κήρυξη της ως άνω ακυρότητας δεν είναι δυνατόν να αντιμε­τωπιστεί με διακοπή της συνεδρίασης σε άλλη ημέρα, ώστε να επισπευστεί και ολοκληρωθεί η διενεργούμενη μετάφραση του βουλεύματος, που γίνεται με επιμέλεια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, παρά μόνο με αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο, ώστε να επαναληφθούν οι σχετικές προπαρασκευαστικές δια­δικαστικές πράξεις με συνεπίδοση επίσημης μετάφρασης των ως άνω ουσιωδών εγγράφων της κατηγορίας στους συγκεκρι­μένους κατηγορουμένους, δεδομένου ότι η επίδοση του βου­λεύματος σε επίσημη μετάφραση, και μάλιστα ολόκληρου και όχι αποσπάσματος τούτου, καθώς και της σχετικής κλήσης με τον κατάλογο των μαρτύρων και των εγγράφων επιβαλλόταν να γίνει εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας (άρ. 166 ΚΠΔ) πριν τη δικάσιμο. Με τις διατάξεις των εδαφίων ε`- στ` του άρ. 273 παρ. 1 ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: ε) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρ­χικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή, οι επιδόσεις που αναφέρονται στο εδ. γ` της παραγράφου αυτής γίνονται μόνο στο συνήγορο που διορίστηκε κατά το άρ. 96 παρ. 2 και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι σε έναν από αυτούς, στ) Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει διορίσει συνήγορο, οφείλει στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφί­ου να διορίσει αντίκλητο έναν από τους δικηγόρους της έδρας του οικείου πλημμελειοδικείου, στον οποίο και μόνο γίνονται όλες οι παραπάνω επιδόσεις. Αν ο κατηγορούμενος παραλεί­ψει το διορισμό αντικλήτου ή η επίδοση στον αντίκλητο είναι αδύνατη ή έπαυσε η ιδιότητά του ως αντικλήτου, οι επιδόσεις αυτές γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελει­οδικείου στην περιφέρεια του οποίου ενεργείται ή έχει ενερ­γηθεί η ανάκριση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του. Ο αντίκλητος δικηγόρος διατηρεί την ιδιότητα αυτή, εκτός αν δηλώσει στον αρμόδιο γραμματέα ότι έληξε η σχέση εντολής με τον κατηγορούμενο. Η διάταξη του εδαφίου δ` της παρα­γράφου αυτής εφαρμόζεται αναλόγως και στο ακροατήριο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο 61ος κατηγορούμενος, Φ.Α., που είναι Έλληνας υπήκοος, και κατοικεί στην αλλοδα­πή (Γενεύη Ελβετίας), κατά την απολογία του στις 18.2.2013 στον ειδικό εφέτη ανακριτή, διόρισε ως συνηγόρους του και αντικλήτους του τους δικηγόρους Αθηνών, Ι.Μ. και I.Μ. Με την από 28.5.2014 έγγραφη δήλωσή του (επιστολή) προς τον δικηγόρο, Ι.Μ., ανακάλεσε τη δοθείσα σε αυτόν εντολή. Την έγγραφη αυ­τή δήλωση προσκόμισε ο Ι.Μ. στον ειδικό εφέτη ανακριτή στις 30.5.2014 και δήλωσε και ο ίδιος εγγράφως την ίδια ημέρα ότι έχει παύσει να τον εκπροσωπεί και να είναι αντίκλητός του από τις 20.12.2013. Στις 3 Απριλίου 2015 έλαβε χώρα επίδοση του 399/2015 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφε­τών Αθηνών στο δικηγόρο, Ι.Μ., ως αντίκλητο του παραπάνω κατηγορουμένου (βλ. το από 3.4.2015 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών [...]). Η πα­ραπάνω επίδοση ήταν σύννομη κατά το άρ. 273 παρ. 1 εδ. ε` ΚΠΔ, αφού νόμιμα είχε οριστεί αντίκλητος του κατηγορουμένου και δεν προκύπτει μέχρι τότε ότι ο τελευταίος είχε ανακαλέσει την προς αυτόν εντολή ούτε ο ως άνω δικηγόρος είχε προβεί σε δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών περί λήξης της εντολής του με τον παραπάνω κατηγο­ρούμενο. Επειδή, όμως, ο παραπάνω δικηγόρος θεωρούσε ότι είχε ανακληθεί και η προς αυτόν εντολή από τον παραπάνω κατηγορούμενο, ενόψει του ότι επικουρικά ανέλαβε την υπερά­σπιση τούτου ως συνεργαζόμενος στην ίδια δικηγορική εται­ρεία με τον Ι.Μ., με αφορμή την παραπάνω επίδοση, και επειδή πράγματι είχε την προφορική διαβεβαίωση από τον ως άνω κα­τηγορούμενο πως θεωρούσε ότι είχε ανακαλέσει και την προς αυτόν εντολή και δεν επιθυμούσε πλέον να τον εκπροσωπεί, τόσο ο ίδιος όσο και ο Ι.Μ., με τις προσκομιζόμενες ταυτόση­μες έγγραφες δηλώσεις τους από 10.6.2015 που κατέθεσαν την ίδια ημέρα στον αρμόδιο γραμματέα της εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, δήλωσαν ότι έχουν παύσει αμφότεροι να είναι συνή­γοροι υπεράσπισης και αντίκλητοι του παραπάνω κατηγορου­μένου σε οποιαδήποτε ποινική του υπόθεση. Η δήλωση αυτή υποβλήθηκε νόμιμα στον αρμόδιο γραμματέα κατά το άρ. 273 παρ. 1 εδ. στ` ΚΠΔ και από τότε (10.6.2015) έπαυσε η ιδιότητα του αντικλήτου και για τον δικηγόρο Ι.Μ. Ωστόσο στις 17.7.2015 (βλ. το από 17.7.2015 αποδεικτικό ε­πίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών [...]) επιδόθηκε στο δικηγόρο Ι.Μ. με θυροκόλληση ως αντίκλητο του ως άνω κατηγορουμένου η [...] κλήση του Εισαγγελέα Εφε­τών με κατάλογο μαρτύρων για την εμφάνιση του στο δικαστή­ριο κατά την παραπάνω δικάσιμο. Η επίδοση της κλήσης αυτής δεν ήταν σύννομη, αφού, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, από τις 10.6.2015 είχε λήξει η σχέση εντολής μεταξύ του παραπάνω κατηγορουμένου και του Ι.Μ. και η ιδιότητα του τελευταίου ως αντικλήτου και αφού ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δεν εί­χε διορίσει νόμιμα άλλον αντίκλητο, η σχετική επίδοση έπρεπε να γίνει, κατά το άρ. 273 παρ. 1 εδ. στ` ΚΠΔ, στον αρμόδιο γραμ­ματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη συζήτηση της υπόθεσης και ως προς τον παραπάνω κατηγορούμενο, όπως βάσιμα ο συνήγορος υπεράσπισής του υποστήριξε, εξαιτίας μη νόμιμης κλήτευσής του. Αναφορικά με την κατάργηση του εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί σε βάρος του παραπάνω κατηγορούμενου, η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στον ανακριτή, ο οποίος, αν κρίνει ότι έχουν εκλείψει οι λόγοι έκδοσής του, το ανακαλεί με την ίδια διαδικασία μετά από γνώμη του εισαγγελέα (βλ. Μ. Μαργαρίτη, Ερμ. ΚΠΔ έκδ. 2008 άρ. 276 αριθμ. 11). Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της υ­πόθεσης σε άλλη δικάσιμο, που θα οριστεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, εξαιτίας μη νόμιμης κλήτευσης ως προς τους παραπάνω κατηγορουμένους και για το ενιαίο της κρί­σης ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους, προκειμένου να λάβει χώρα επανάληψη των ως άνω πράξεων της προπα­ρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή να επιδοθεί το 399/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών νόμιμα και εμπρό­θεσμα σε επίσημη μετάφραση στη γερμανική γλώσσα στον καθένα από τους 7°, 8°, 10°, 1 Γ, 12°, 13°, 15°, 16°, 17°, 18°, 33° και 34° κατηγορουμένους και στη γαλλική γλώσσα για τον 62° κατηγορούμενο, καθώς επίσης να επιδοθεί και νέα κλήση για τη δικάσιμο με κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας και των αναγνωστέων εγγράφων στον καθένα από τους παραπάνω κα­τηγορουμένους σε επίσημη μετάφραση στις ως άνω αντίστοι­χα γλώσσες. 

 
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος VS Προστατευόμενος Μάρτυρας

NOVARTIS-GATE...

Στην υπόθεση Novartis-Gate, σε περίπτωση που η Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς, κ. Ελένη Τουλουπάκη, χαρακτήρισε με Πράξη της ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος τους τρεις (3) μάρτυρες, τότε χρειαζόταν οπωσδήποτε έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Εποπτεύοντος του έργου των Εισαγγελέων Διαφθοράς, κ. Δημήτριου Παπαγεωργίου.
Σε περίπτωση, όμως, που για τους εν λόγω τρεις (3) ουσιώδεις μάρτυρες απλώς λήφθηκαν μέτρα για την αποτελεσματική προστασία τους από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό, ως φυσικών προσώπων που κατά το άρθρο 187Β του Ποινικού Κώδικα βοήθησαν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων (μέτρα επιείκειας), τότε εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις των παρ. 1-5 Ν. 2928/2001, και συνεπώς η λήψη των μέτρων διατάσσεται με αιτιολογημένη διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, χωρίς έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Για την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης απαιτείται η διενέργεια εισαγγελικής έρευνας για το

Επικίνδυνες αποφάσεις των Εισαγγελέων Προσδιορισμού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών

Υπ'όψιν: 1) Της κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου 2) Του κ. Προϊσταμένου Επιθεώρησης Δικαστών και Δικαστηρίων 3) Του κ. Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών
Εξ αφορμής μίας υπόθεσης παραθέτουμε τις κατωτέρω σκέψεις, που θα αποτελέσουν και περιεχόμενο αιτήσεως για γνωμοδότηση, από την κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και τον κ. Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και πειθαρχικής αναφοράς σε βάρος των Εισαγγελέων Προσδιορισμού Αθηνών, κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα, και κ. Δήμητρας Πατσουράτη. Οι παρακάτω, δε, σκέψεις διατυπώνονται χωρίς καμία εμπάθεια, και χωρίς καμία διάθεση νομικής ματαιοδοξίας, παρά μόνον για την προάσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων σε μία ποινική δίκη.
Διάδικος ποινικής δίκης, και δη κατηγορουμένη, αιτήθηκε αντίγραφα της δικογραφίας, που εκκρεμεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου, και δη ένα έγγραφο (ιατρικό πιστοποιητικό), που προσεκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, και το οποίο αναγνώστηκε στο Δικαστήριο, το οποίο και ανέβαλε τη δίκη. Η αίτηση χρε…