Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ: Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου

Λαθρεμπορία. Πότε στοιχειοθετείται. Απαιτείται δόλος του υπαιτίου για την επιβολή της κύρωσης του πολλαπλού τέλους. Το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, υποχρεούται όμως να τη συνεκτιμήσει. Το βούλευμα περί παύσης, λόγω παραγραφής, της ποινικής δίωξης, δεν δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο ούτε συνεκτιμάται. Αιτιολογημένα διαπιστώθηκε ότι έλαβαν χώρα εικονικές εξαγωγές καυσίμων, τα οποία διοχετεύτηκαν κατά λαθραίο τρόπο στην εσωτερική αγορά, χωρίς την καταβολή του αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης. Περιστατικά. Αποδείχθηκε ο δόλος του εκκαλούντος, εκπροσώπου της εξαγωγικής εταιρείας, για την τέλεση των επίδικων λαθρεμπορικών παραβάσεων, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της ανυπαρξίας της αλλοδαπής εταιρίας που φερόταν ως παραλήπτρια των καυσίμων. Το γεγονός ότι σε βάρος του εκκαλούντος δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη δεν κλονίζει την ανωτέρω κρίση. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 88/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης).
 
Αριθμός 3264/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, 
Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α.-
Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. 
Ζυγουρίτσα. 

Για να δικάσει την από 26 Μαΐου 2010 αίτηση: 

των: 1) .........................., οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει 
την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη. 

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 88/2010 απόφαση του 
Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. 
Δημητρακόπουλου. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 
2656562-63/2010, 2656603-04/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄). 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 88/2010 απόφασης του 
Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων 
κατά της 3280/2000 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την εν λόγω 
πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της 272/96/1997 πράξης 
του Διευθυντή της Ε.Υ.Τ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία (α) αποδόθηκε στον 
πρώτον των αναιρεσειόντων, .............................., συμμετοχή σε 288 παραβάσεις λαθρεμπορίας 
υγρών καυσίμων, με το τέχνασμα των εικονικών εξαγωγών, του καταλογίστηκαν διαφυγόντες 
φόροι συνολικού ύψους 993.264.981 δραχμών, καθώς και πολλαπλά τέλη, κατ’ επιμερισμό, ποσού 
4.442.885.531 δρχ. και κηρύχθηκε αλληλέγγυα και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή 
του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών (ανερχόμενων στο οκταπλάσιο των 
αναλογούντων φόρων) και (β) κηρύχθηκε η δεύτερη των αναιρεσειόντων, εταιρεία ...........Α.Ε.Β.Ε., 
αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή του συνόλου των καταλογισθέντων για τις ίδιες 
παραβάσεις πολλαπλών τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 8.939.434,739 
δρχ. 

3. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 89 παρ. 2 και 100 παρ. 1 του Τελωνειακού 
Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), για την επιβολή πολλαπλού τέλους απαιτείται, αφενός, η 
διαπίστωση της τέλεσης των πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τελωνειακές 
παραβάσεις και σκοπούν στη διαφυγή των αναλογούντων δασμών και φόρων, το δε η 
διαπίστωση ότι οι εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις οφείλονται σε δόλο εκείνου, στον οποίο 
αποδίδεται η τέλεση λαθρεμπορίας, δηλαδή απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή 
παράβαση ή συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει 
συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους (βλ. 
ΣτΕ 1713-1714/2014, 3921/2012 κ.ά.). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 
89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 8 του Τελωνειακού Κώδικα και 5 παρ. 2 του (κυρωθέντος με το άρθρο 
πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η διαδικασία 
διοικητικής βεβαίωσης της παράβασης που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους είναι 
αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία, η αυτοτέλεια δε αυτή 
έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση, δεν 
δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, υποχρεούται 
όμως να εκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 
2067/2011 επταμ., 990/2004 Ολομ. κ.ά.). 

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον 
επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του […]». Το 
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή, 
έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής (δηλαδή, αμετάκλητης: βλ. 
ΣτΕ 1311/2013, 2951/2013, 2957/2013 κ.ά.) αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το 
ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν 
αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών και, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει 
από τη διατύπωση κρίσης ή αιτιολογίας που να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της 
αμετακλήτως περαιωθείσας οικείας ποινικής διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014). Ενόψει της 
ανωτέρω νομολογίας και των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, το εκ των υστέρων 
επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας 
δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά 
υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει, στο πλαίσιο δε αυτό, δεν αποκλείεται να στηρίξει την κρίση του 
περί διάπραξης της αποδοθείσας παράβασης (και) σε στοιχεία, που δεν είχε λάβει υπόψη του το 
ποινικό δικαστήριο (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2067/2011 επταμ.). Ειδικότερα, το διοικητικό 
δικαστήριο, κρίνοντας υπόθεση διοικητικής παράβασης λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από τυχόν 
αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που παύει τη σχετική ποινική δίωξη εναντίον του 
προσφεύγοντος, λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος της λαθρεμπορίας (πρβλ. ΕΔΔΑ 
decision 13.9.2007, 27521/04, Moullet κατά Γαλλίας), ούτε, άλλωστε, ενόψει της αιτιολογικής 
βάσης τέτοιας απόφασης (ή βουλεύματος), ανακύπτει ζήτημα συνεκτίμησής της από το διοικητικό 
δικαστήριο, στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη της επίμαχης διοικητικής παράβασης. 

5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι “[…] από το συνδυασμό των 
προπαρατιθέμενων διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του 
Τελωνειακού Κώδικα προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρου 97 του εν λόγω Κώδικα […] καθώς και 
προς τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας […] προκύπτει ότι η 
διαδικασία διοικητικής βεβαίωσης της τελωνειακής παραβάσεως που κατατείνει στην επιβολή του 
πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική 
διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν 
κρίνει για τη διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση 
του ποινικού δικαστηρίου και κατά μείζονα λόγο από τη μη άσκηση ποινικής δίωξης, υποχρεούται 
όμως να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει την απόφαση αυτή προς μόρφωση της κρίσης του […]”. 
Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν τα εξής: “Το χρονικό διάστημα από το 
μήνα Νοέμβριο του έτους 1993 έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1994 κατατέθηκαν στο Στ΄ 
Τελωνείο Θεσσαλονίκης 106 συνολικά διασαφήσεις εξαγωγής υγρών καυσίμων, στις οποίες 
εμφανίζονταν ως εξαγωγείς η δεύτερη από τους εκκαλούντες εταιρία με την επωνυμία «.............», 
καθώς και οι εταιρίες με επωνυμία «..........................», «...........................» και «................. » και 
ως παραλήπτρια των εν λόγω καυσίμων είτε η εταιρία «....................» με έδρα το Σαντάνσκι της 
Βουλγαρίας, είτε η εταιρία «..............................................» με έδρα τη Σόφια της Βουλγαρίας. 
Ειδικότερα, από την δεύτερη από τους εκκαλούντες εταιρία με την επωνυμία «..........................» 
ως εξαγωγέα κατατέθηκαν 65 διασαφήσεις εξαγωγής υγρών καυσίμων (καύσιμα, τα οποία έφεραν 
ως τόπο καταγωγής την Ελλάδα και κατέχονταν σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς 
αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης) […], στις οποίες αντιστοιχούν συνολικά 180 
τμηματικές εξαγωγές υγρών καυσίμων, ενώ από την εταιρία «..................», ως εξαγωγέα, 
κατατέθηκαν 37 διασαφήσεις εξαγωγής υγρών καυσίμων (καύσιμα, τα οποία είχαν εισαχθεί από 
τρίτες χώρες και η εν λόγω εταιρία, ως εγκεκριμένος αποθηκευτής, κατείχε σε φορολογική 
αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης) […] στις οποίες αντιστοιχούν 
συνολικά 108 τμηματικές εξαγωγές υγρών καυσίμων. Τα προς εξαγωγή καύσιμα φορτώθηκαν από 
τις εγκαταστάσεις της εταιρίας «...............................» στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης σε βυτιοφόρα 
αυτοκίνητα της βουλγαρικής εταιρίας «.................." […], της οποίας κύριος μέτοχος, διαχειριστής 
και εκπρόσωπος ήταν ο .......................... […]. Μέχρι δε την έξοδό τους από τη χώρα και λόγω του 
προορισμού τους, τελούσαν υπό καθεστώς αναστολής επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης 
και των λοιπών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Εξάλλου, ενόψει του ότι οι σχετικές μεταφορές 
καλύπτονταν από δελτία TIR, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Τελωνειακή Σύμβαση «περί Διεθνούς 
Μεταφοράς Εμπορευμάτων δια δελτίων ΤΙR (Σύμβασις TIR)», η οποία κυρώθηκε με το ν. 1020 της 
4/9 Φεβρουαρίου 1980 (Φ.Ε.Κ. 32), τα βυτιοφόρα αυτοκίνητα, πριν την αναχώρησή τους, 
μολυβδοσφραγίστηκαν από το προαναφερόμενο τελωνείο προελεύσεως και στη συνέχεια 
παραδόθηκαν στους εντεταλμένους οδηγούς τους, προκειμένου να οδηγηθούν αρχικά στο 
τελωνείο εξόδου και στη συνέχεια στον τελικό προορισμό τους. Ωστόσο, έρευνα που διενεργήθηκε 
από υπαλλήλους της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) Κεντρικής και Δυτικής 
Μακεδονίας, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, κατέδειξε [σύμφωνα με την τελωνειακή αρχή] 
ότι τόσο οι προαναφερόμενες εξαγωγές της εταιρίας «......................» και της εταιρίας «..........», 
όσο και οι λοιπές εξαγωγές των εταιριών «...........» και «..................» προς τις εταιρίες «.........» και 
«........................», ήταν εικονικές και ότι τα καύσιμα που αυτές αφορούσαν ουδέποτε εξήχθησαν 
από την Ελλάδα, αλλά, αντίθετα, διοχετεύτηκαν κατά λαθραίο τρόπο στην εσωτερική αγορά, 
σχετικά δε συντάχθηκε το 272/1996 πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης. Συγκεκριμένα, από την 
έρευνα που διενεργήθηκε, σύμφωνα με την άποψη της τελωνειακής Αρχής, διαπιστώθηκε ότι οι 
φερόμενες ως παραλήπτριες των καυσίμων εταιρίες, με έδρα τη Σόφια και το Σαντάνσκι 
Βουλγαρίας, ήταν ανύπαρκτες, καθόσον δεν βρέθηκαν καταχωρημένες στα ΕΒΕ της Σόφιας και του 
Σαντάνσκι […]. Ακόμη, διαπιστώθηκε ότι, ενώ τα προς εξαγωγή καύσιμα τελούσαν υπό καθεστώς 
διαμετακόμισης και αναστολής της επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης και των λοιπών 
επιβαρύνσεων, οι οδηγοί των βυτιοφόρων αυτοκινήτων με τα οποία αυτά μεταφέρονταν, κατόπιν 
συνεννόησης με τον ......................, ο οποίος φέρεται και ως το πρόσωπο που μεσολάβησε στην 
αγορά των καυσίμων από τις ως ανωτέρω εταιρίες (ενεργήσας για λογαριασμό των εταιριών 
αυτών), παρέκκλιναν της πορείας τους και οδηγούσαν τα οχήματά τους είτε στο χώρο του 
πρατηρίου υγρών καυσίμων με σήμα «......................» που διατηρούσε ο τελευταίος (...............) 
στο ..........χιλιόμετρο της εθνικής οδού .........................., όπου, στη συνέχεια, μετάγγιζαν τα 
καύσιμα σε ιδιόκτητα βυτιοφόρα οχήματα της δεύτερης από τους εκκαλούντες εταιρίας 
«..............» που οδηγούσαν έμπιστοι οδηγοί της ή στις υπόγειες και υπέργειες παράνομες δεξαμενές 
του πρατηρίου, προκειμένου να τα παραλάβουν αργότερα οχήματα της ίδιας εταιρίας, είτε σε χώρο 
έξω από τα διϋλιστήρια, από όπου, νυχτερινές ώρες, βούλγαροι μετάγγιζαν τα καύσιμα σε 
ιδιόκτητα αυτοκίνητα της ίδιας και πάλι εταιρίας. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι παρά την μη 
πραγματοποίηση των εξαγωγών, οι τελευταίες, πλην της 2ης τμηματικής εξαγωγής της διασάφησης 
17377/1994 και της 1ης τμηματικής εξαγωγής της διασάφησης 18056/1994 της εταιρίας 
«........................», φέρονταν ως πιστοποιηθείσες από το αρμόδιο Τελωνείο Προμαχώνα (τελωνείο 
εξόδου). Αυτό δε επιτεύχθηκε μέσω της πλαστογράφησης τόσο της έντυπης σφραγίδας εξόδου επί 
των οικείων συνοδευτικών των καυσίμων τελωνειακών παραστατικών (άδεια φόρτωσης 
..................... και, σε κάποιες περιπτώσεις, ΣΔΕ) όσο και των υπογραφών και των ατομικών 
σφραγίδων των υπαλλήλων του Τελωνείου Προμαχώνα. Ειδικότερα, στην τελευταία αυτή 
διαπίστωση, η οποία μαζί με τις λοιπές δύο στηρίζει την εικονικότητα των εν λόγω εξαγωγών, οι 
ανωτέρω υπάλληλοι κατέληξαν, αφού πραγματοποίησαν κατ’ αρχήν έλεγχο των αντιτύπων των 
συνοδευτικών των προς εξαγωγή εμπορευμάτων τελωνειακών παραστατικών. […] Περαιτέρω, τα 
προαναφερόμενα συνδέθηκαν με έρευνα στο βουλγαρικό συνοριακό τελωνείο των Κουλάτων, από 
την οποία προέκυψε ότι σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, πλην τριών περιπτώσεων τμηματικών 
εξαγωγών, δεν αποδείχτηκε είσοδος των βυτιοφόρων αυτοκινήτων στο βουλγαρικό έδαφος και 
τελωνισμός των καυσίμων, καθώς και με συμπληρωματική έρευνα στα τρία συνοριακά τελωνεία 
Προμαχώνα, Ευζώνων, Δοϊράνης, από την οποία δεν αποδείχτηκε η μέσα σε εύλογο χρονικό 
διάστημα επανείσοδος των αυτοκινήτων αυτών. […] Ακόμη, η εικονικότητα θεωρήθηκε 
αποδεδειγμένη, μετά τη διαπίστωση, σε πολλές από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, της μη 
καταχώρησης στο βιβλίο εξόδου αυτοκινήτων του Τελωνείου Προμαχώνα ημερομηνίας εξόδου των 
βυτιοφόρων οχημάτων που μετέφεραν τα προς εξαγωγή καύσιμα. […] Κατόπιν αυτών, μεταξύ 
άλλων προσώπων, ο πρώτος από τους εκκαλούντες [.............................], πρόεδρος και διευθύνων 
σύμβουλος της δεύτερης από τους εκκαλούντες εταιρίας, ο οποίος, σύμφωνα με το από 296/30-6-
1992 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας (Φ.Ε.Κ. 3535/13-6-1992, τεύχος ανώνυμων εταιριών και 
εταιριών περιορισμένης ευθύνης), ασκούσε κατά τον επίδικο χρόνο τη διαχειριστική και 
εκπροσωπευτική εξουσία της εταιρίας, θεωρήθηκε υπαίτιος για 288 παραβάσεις λαθρεμπορίας 
(κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 67 του ν. 2127/1993 και 
89 παρ. 2 και 100 παρ. 1 εδ. β΄ και παρ. 2 εδ. θ΄ του ν. 1165/1918) καυσίμων και ειδικότερα για 
180 παραβάσεις λαθρεμπορίας καυσίμων που φέρονταν ότι εξήχθησαν από την δεύτερη από τους 
εκκαλούντες εταιρία και για 108 παραβάσεις λαθρεμπορίας καυσίμων που φέρονταν ότι εξήχθησαν 
από την εταιρία «.......................». 
Συγκεκριμένα, κρίθηκε από την τελωνειακή Αρχή ότι με την αποφασιστική σύμπραξη του πρώτου 
από τους εκκαλούντες διαπράχθηκε, με τη χρήση του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής και της 
με πρόθεση πρόκλησης σε τελωνειακούς υπαλλήλους της απόφασης τέλεσης του αδικήματος της 
πλαστογραφίας, η λαθραία διάθεση των καυσίμων σε καθεμία από τις ως ανωτέρω περιπτώσεις 
τμηματικών εξαγωγών της δεύτερης από τους εκκαλούντες εταιρίας και της εταιρίας «..............». 
[…] το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στο οποίο προσέφυγαν οι εκκαλούντες, αφού 
συνεκτίμησε όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου, καθώς και όσα από τα στοιχεία 
που προσκόμισαν οι εκκαλούντες θεώρησε ως νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε με την 
εκκαλούμενη απόφαση ότι στοιχειοθετείται στις επίμαχες 288 περιπτώσεις η αντικειμενική 
υπόσταση της λαθρεμπορίας και ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του πρώτου εκκαλούντος, που 
συνίσταται στην υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρίας «..................» εν 
γνώσει συμμετοχή του στη χρησιμοποίηση του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής και στην 
παράνομη διάθεση των επίδικων καυσίμων στο εσωτερικό της Χώρας και διαφυγή, προς ίδιο 
όφελος, του αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο 
Δικαστήριο επικύρωσε την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη κατά το μέρος που αφορά τους 
εκκαλούντες […]. [Ο]ι εκκαλούντες, οι οποίοι με την κρινόμενη έφεση και το παραδεκτώς 
κατατεθέν υπόμνημά τους αμφισβητούν την ορθότητα της κρίσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου 
Θεσσαλονίκης σχετικά με τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του 
πρώτου απ’ αυτούς, προβάλλουν ότι τούτο: α) δεν εκτίμησε ως όφειλε – υποχρεωτικά – τις 
αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών Δικαστηρίων, τις οποίες είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί 
ενώπιόν του κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, […] και δ) παρέλειψε να διατάξει τη 
συμπλήρωση των αποδείξεων με την προσκόμιση στο φάκελο της δικογραφίας όλων των σχετικών 
εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, από τα οποία προκύπτει ότι για τις επίδικες περιπτώσεις 
λαθρεμπορίας που αφορούν 288 τμηματικές εξαγωγές, η ΕΥΤΕ υπέβαλε την υπ’ αριθ. 
11423/Δ4/14.10.1996 μηνυτήρια αναφορά, η οποία διαβιβάσθηκε αρχικά προς τον κ. Εισαγγελέα 
πλημ/κών Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια προς τον κ. Εισαγγελέα πλημ/κών Σερρών, ο οποίος 
άσκησε ποινική δίωξη και παραγγέλθηκε στον κ. Ανακριτή Σερρών Α τμήματος η διενέργεια κύριας 
ανακρίσεως. Κατά την διενέργεια της κύριας ανακρίσεως δεν απαγγέλθηκε σε βάρος του πρώτου 
από τους εκκαλούντες κατηγορία ούτε για λαθρεμπορία ούτε για πλαστογραφία. Προκειμένου δε, 
οι εκκαλούντες να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς, επικαλούνται ήδη και προσκομίζουν 
παραδεκτώς σχετικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας τα οποία ανέκυψαν μετά τη συζήτηση της 
προσφυγής τους (7-6-1999). Ειδικότερα, επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) την 3145/14.11.2000 
απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατ’ επικύρωση της 5825/30-3-2000 
απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο πρώτος εκκαλών αθώος 
της εναντίον του ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία και πλαστογραφία με χρήση σε τέσσερες (4) 
άλλες περιπτώσεις εμφανιζόμενων τμηματικών εξαγωγών(με βάση την 18987/24-8-1994 
διασάφηση εξαγωγής) στη Βουλγαρία, στις οποίες αφορά το 6141/Δ4/19.4.1995 μηνυτήριο 
έγγραφο της Ε.Υ.Τ.Ε., ενώ ένοχος για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα κηρύχθηκε ο ................... 
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής του Εφετείου, που κατέστη αμετάκλητη λόγω μη 
άσκησης ένδικου μέσου κατ’ αυτής, ο πρώτος εκκαλών «Δεν αποδείχθηκε ότι είχε οποιαδήποτε 
μορφή συμμετοχής στη λαθραία διακίνηση μέσα στην Ελλάδα των καυσίμων. Βέβαια είναι φανερό 
ότι η εταιρία που διευθύνει και η οποία ανέλαβε την εξαγωγή των καυσίμων πρέπει να μεριμνά 
ώστε η ποσότητα των καυσίμων που παραλαμβάνει να εξέρχεται από τη Χώρα με δική της 
επίβλεψη και όχι με την ανάθεση του έργου αυτού στην αγοράστρια ή σε ανεξάρτητο μεταφορέα, 
όπως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση (σχετ. οι διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του ν.2127/1993). 
Η αμελής όμως αυτή συμπεριφορά δε σημαίνει και συμμετοχή, με οποιαδήποτε μορφή, στο 
έγκλημα της λαθρεμπορίας. Ο ίδιος κατηγορούμενος (........................) δεν αποδείχθηκε ότι είχε και 
οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατάρτιση και χρήση των πλαστών εγγράφων, αφού γι’ αυτό, 
άλλωστε, δεν είχε κανένα συμφέρον». 2) την 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς 
Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατόπιν της από 12.12.1997 έγκλησης των 
εκκαλούντων, καταδικάσθηκε ερήμην ο ............................... σε φυλάκιση 15 μηνών, διότι κρίθηκε 
ένοχος της τέλεσης σε βάρος τους, μεταξύ άλλων, του αδικήματος της ψευδούς ανωμοτί 
κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση, αδικήματα που αφορούν το περιεχόμενο των ως άνω από 30-4-
1996 και από 27-5-1996 ανωμοτί κατάθεσεών του, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από το Διοικητικό 
Πρωτοδικείο. […]. Επίσης, οι εκκαλούντες επικαλούνται την 3972/1998 απόφαση του Τριμελούς 
Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχαν προσκομίσει και πρωτοδίκως, η οποία αφορά το 
ζήτημα της λαθρεμπορίας των καυσίμων της 22679/1994 διασάφησης εξαγωγής της δεύτερης 
εκκαλούσας. Με την απόφαση αυτή καταδικάστηκε ο .................ερήμην, κατόπιν της από 17-6-
1996 έγκλησης των εκκαλούντων, σε φυλάκιση 12 μηνών για το αδίκημα της σε βάρος αυτών 
απάτης, διότι ψευδώς παρέστησε ότι αγόρασε τα καύσιμα της ως άνω διασάφησης προς εξαγωγή. 
[…] [Τ]ο Δικαστήριο, παρά το ότι δεν δεσμεύεται από την 13255/2002 απόφαση του Τριμελούς 
Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης περί καταδίκης του .......................... για ψευδείς ανωμοτί 
καταθέσεις (στις 30-4-1996 και 27-5-1996), ούτε από την 3972/1998 απόφαση του ίδιου ποινικού 
Δικαστηρίου περί καταδίκης αυτού για απάτη, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι αποφάσεις αυτές 
κατέστησαν αμετάκλητες, κρίνει ότι οι καταθέσεις αυτού είναι επικουρικώς και μόνο ληπτέες 
υπόψη, ιδίως κατά το μέρος που δεν αμφισβητούνται από τους εκκαλούντες και δεν περιέχουν 
ουσιώδεις αντιφάσεις. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά την 
3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα στοιχεία στα οποία αυτή στηρίχθηκε, 
καθώς και τα λοιπά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι εκκαλούντες πρωτοδίκως και 
κατ’ έφεση […] και τα εν γένει στοιχεία του φακέλου, […] που προσκομίστηκε ενώπιόν του από την 
εφεσίβλητη Τελωνειακή Αρχή, και δή το 242/21-2-2001 βούλευμα, σε απόσπασμα, του Συμβουλίου 
Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο αφορά στις επίδικες 180 περιπτώσεις εμφανιζόμενων τμηματικών 
εξαγωγών, για τις οποίες η Ε.Υ.Τ.Ε. υπέβαλε την προαναφερθείσα στο δικόγραφο της έφεσης 
11423/Δ4/14.10.1996 μηνυτήρια αναφορά. Στο απόσπασμα του βουλεύματος αυτού, με το οποίο, 
κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, παύθηκε η σε βάρος του πρώτου απ’ αυτούς ποινική 
δίωξη για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, στις εν λόγω περιπτώσεις, λόγω παραγραφής, ενώ δεν 
απαγγέλθηκε σε βάρος αυτού κατηγορία για πλαστογραφία ή χρήση πλαστών εγγράφων, 
περιέχονται οι νεότερες από 9-11-1998 και 8-10-1998 ένορκες καταθέσεις του ................και του 
........................., αντιστοίχως, ενώπιον του Ανακριτή Σερρών, τις οποίες επίσης επικαλούνται οι 
εκκαλούντες. Σύμφωνα με την από 9-11-1998 κατάθεση του ................, όπως η περιγραφή της 
γίνεται στο βούλευμα, αυτός επανέλαβε τις προαναφερόμενες καταθέσεις του σε σχέση με την 
πρωτοβουλία του εκκαλούντος .................................για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης των 
βυτιοφόρων της «...............» στην εταιρία «.............................» και την πραγματοποίηση της 
συμφωνίας αυτής με το φερόμενο ως εκπρόσωπο της τελευταίας εταιρίας ............................... 
Κατέθεσε, όμως, περαιτέρω, ότι συνεργάτης του .............................. και κύριος εμπνευστής του 
τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών, της υλοποίησης αυτών και της δωροδοκίας των 
τελωνειακών υπαλλήλων του Τελωνείου Προμαχώνα για την ψευδή βεβαίωση της εξόδου των 
βυτιοφόρων ήταν ο ................., γιατρός στη Θεσσαλονίκη, από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες ο ίδιος 
(........................) και οι Βούλγαροι οδηγοί που προέβαιναν στη μετάγγιση των καυσίμων, τα οποία 
ακολούθως διοχετεύονταν σε διάφορα πρατήρια (δύο της «.....» στην Πυλαία και το Πανόραμα 
Θεσσαλονίκης, ενώ μεγάλες ποσότητες διοχετεύονταν στις εγκαταστάσεις του «Αγάντα» στην Ανω 
Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης). Επίσης, κατέθεσε ότι οι Ελληνες οδηγοί, τους οποίους χρησιμοποίησε ο 
ίδιος (..............................) για τη διεκπεραίωση της φόρτωσης στο ΣΤ Τελωνείο, όποτε χρειαζόταν, 
δηλαδή στις περιπτώσεις που οι Βούλγαροι οδηγοί της «......................» δεν γνώριζαν την ελληνική 
γλώσσα και δεν μπορούσαν μόνοι τους να διεκπεραιώσουν τη φόρτωση, «πληρώνονταν από 
αυτόν με το ποσό των 5.000 δραχμών, κάθε φορά, γι’ αυτή τους την εργασία, χρήματα που ο ίδιος 
στη συνέχεια έπαιρνε από το λογαριασμό που η εταιρία «.............................» διατηρούσε στην 
εξαγωγική εταιρία πετρελαιοειδών «...........» (εκκαλούσα εταιρία), καθώς και ότι «απ’ ότι ξέρει, ο 
τότε υπάλληλος του Τελωνείου Προμαχώνα .................., που στο μεταξύ έχει πεθάνει, έφερνε 
σ’ επαφή τον .................με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας «.........» ..........., 
για τον οποίο πιστεύει ότι γνώριζε ότι γινόταν λαθρεμπορία καυσίμων με τη μέθοδο των εικονικών 
εξαγωγών και το κέρδος του ήταν ότι αυτός πραγματοποιούσε στον ..............μεγάλες πωλήσεις 
καυσίμων και είχε μεγάλο τζίρο». Εξάλλου, σύμφωνα με την από 8-10-1998 κατάθεση του 
..............................., απόσπασμα της οποίας περιέχεται στο βούλευμα, αυτός επανέλαβε και 
πάλι την προαναφερόμενη κατάθεσή του σχετικά με τις συνθήκες της σύναψης σύμβασης 
μίσθωσης των βυτιοφόρων της «.........................» στην «..............» με πρωτοβουλία του 
....................., με τη διαφορά ότι ως παρόντα στη συνάντηση στην Αλεξανδρούπολη με τον ........... 
ανέφερε τον ................................., ενώ επιβεβαίωσε, επικαλούμενος την προσωπική του αντίληψη, 
τη νεότερη κατάθεση του ................ σχετικά με το ότι πίσω από το όλο τέχνασμα των εικονικών 
εξαγωγών και των πλαστογραφιών βρισκόταν ο γιατρός ................ Ολα δε τα ανωτέρω στοιχεία 
κρίνονται επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο 
λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά, υιοθετώντας και τις μη αμφισβητούμενες με την έφεση αιτιολογίες 
της εκκαλούμενης απόφασης, ότι Α) Η συνομολόγηση της ρήτρας FOT και η αναγραφή της στις 
επίδικες διασαφήσεις ουδεμία έννομη συνέπεια έχει στη δημοσίου δικαίου ευθύνη της εταιρίας 
«.........................», η οποία, ως εξαγωγέας των επίδικων καυσίμων, υπείχε ευθύνη μέχρι την έξοδό 
τους από τη Χώρα (άρθρο 162 του κανονισμού 2913/1992 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 
1992 «περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα» L 302/19-10-1992 και λοιπές διατάξεις 
που μνημονεύονται στην εκκαλούμενη απόφαση), γεγονός που γνώριζε ο πρώτος εκκαλών λόγω 
της μακρόχρονης εμπειρίας του στις εξαγωγές υγρών καυσίμων (τουλάχιστον 20 ετών κατά την 
εκκαλούμενη απόφαση και από το έτος 1959, όπως υποστήριξε ο ίδιος κατά την απολογία του που 
περιέχεται στην 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης). Β). O εκκαλών όχι μόνο δεν 
απέδειξε τη φυσική έξοδο των επίδικων καυσίμων, δοθέντος ότι δεν κατείχε το μοναδικό 
αποδεικτικό, δηλαδή το αντίτυπο με αριθμό 3 των επίδικων διασαφήσεων εξαγωγής των ως άνω 
εταιριών, αλλά ούτε και ενδιαφέρθηκε να αναζητήσει αυτό μετά τη δημοσιότητα που έλαβε χώρα 
κατόπιν της αποκάλυψης του τεχνάσματος στις 29-9-1994 (κατά την επ’ αυτοφώρω κατάληψη 
οδηγών να μεταγγίζουν καύσιμα στο πρατήριο του ......................), παρά μόνο αφού κλήθηκε προς 
τούτο με το 5888/9-7-1997 έγγραφο του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν της κλήσης αυτής 
και της μη ανεύρεσης του αντιτύπου, επιδίωξε να δικαιολογήσει την αδυναμία προσκόμισής του 
επικαλούμενος παραλείψεις του Τελωνείου Προμαχώνα, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος απορρίφθηκε 
ως αβάσιμος με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού, άλλωστε, σύμφωνα με την από 8-10-1994 
κατάθεση του αρμόδιου υπαλλήλου του Τελωνείου Προμαχώνα .................. κατά τη διοικητική 
προανάκριση (βλ. και την όμοια ένορκη κατάθεση του ίδιου μάρτυρα στο 11ο φύλλο της 
3145/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης), το Τελωνείο αυτό τηρούσε την επιβαλλόμενη 
από το νόμο και την πρακτική διαδικασία παράδοσης του αντιτύπου αυτού, με σχετική πράξη 
βεβαίωσης της εξόδου, στον οδηγό του βυτιοφόρου προς επιστροφή στον εξαγωγέα, όταν 
ολοκληρωνόταν η εξαγωγή. Επιπλέον, ο εκκαλών δεν ενημέρωσε το ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης 
για τη μη επιστροφή του ως άνω αντιτύπου εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας 
(άρθρο 65 παρ. 3 του ν. 2127/1993), ούτε και μεταγενέστερα μέχρι την αποκάλυψη του 
τεχνάσματος. Το ότι γνώριζε την υποχρέωσή του αυτή συνομολογείται και με το από 1-8-1997 
απολογητικό του υπόμνημα, στο οποίο αναφέρεται ότι «Η υπαιτιότητα που βαρύνει την εταιρία 
που εκπροσωπώ είναι η μη τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης του ΣΤ΄ Τελωνείου για τη μη 
επιστροφή στην εταιρία του αντιτύπου 3 των διασαφήσεων και επομένως της μη τακτοποίησης 
του καθεστώτος αναστολής». Γ) Η εκκαλούσα εταιρία δεν διέθετε έγγραφα στοιχεία, από τα οποία 
να προκύπτει η ύπαρξη καταρχήν νόμιμων συναλλαγών με την εταιρία «.......................», για 
τις επίδικες ποσότητες καυσίμων, όπως συμφωνητικό ή δελτίο παραγγελίας, δηλωτικό εισαγωγής 
συναλλάγματος έναντι αξίας αυτών, πληρεξούσιο έγγραφο προς τον ........................ κλπ. Οι 69 
αποδείξεις, εξάλλου, που προσκομίστηκαν στην Τελωνειακή Αρχή και ενώπιον του πρωτοβάθμιου 
Δικαστηρίου, από τις οποίες προκύπτει ότι η δεύτερη εκκαλούσα εταιρία έλαβε κάποια χρηματικά 
ποσά από τις εταιρίες «..................» και « ..........................», μέσω του .........................., με την 
αόριστη αιτιολογία «έναντι λογαριασμού εξαγωγών», ενόψει του ότι δεν αναφέρεται επ’ αυτών το 
τιμολόγιο πώλησης προς πίστωση του οποίου εκδόθηκαν καθώς και οι ποσότητες καυσίμων τις 
οποίες αφορούν, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν από μόνες τους ικανά στοιχεία αποδείξεως του 
σύμφωνου με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις οικονομικού κλεισίματος κάθε επιμέρους 
συναλλαγής, ενόψει, μάλιστα, και του ισχυρισμού των ίδιων των εκκαλούντων, ότι το τίμημα της 
πώλησης ήταν προκαταβλητέο, δηλαδή προηγείτο της έκδοσης των τιμολογίων πώλησης, όπως, 
ορθά, έγινε δεκτό και με την εκκαλούμενη απόφαση. Δ) Η συνεργασία της διοίκησης της 
εκκαλούσας εταιρίας με τον ...................... υπό τις ομολογούμενες από αυτήν συνθήκες, που είναι 
ταυτόσημες σε όλες τις 288 επίδικες περιπτώσεις τμηματικών φορτώσεων καθώς και σε άλλες που 
προηγήθηκαν αυτών (παράδοση του εμπορεύματος, άνευ ετέρου, στον ανωτέρω έμπορο υγρών 
καυσίμων, που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και αναλαμβάνει ο ίδιος τη μεταφορά του 
εμπορεύματος με οχήματα και οδηγούς που ορίζει, ελέγχει και πληρώνει αυτός, χωρίς τη λήψη εκ 
μέρους της διοίκησης της εκκαλούσας εταιρίας οποιουδήποτε μέτρου που να διασφαλίζει την 
πραγματοποίηση των εξαγωγών, χωρίς συμφωνητικό με την αλλοδαπή εταιρία, χωρίς να ζητηθεί 
πληρεξούσιο έγγραφο από τον ...................... και χωρίς να επιβεβαιωθεί με οποιονδήποτε τρόπο-
τηλεφωνικώς, με telex, fax - η άφιξη και παραλαβή των εμπορευμάτων στη Βουλγαρία, δεδομένης 
και της μη επιστροφής του αντιτύπου με αρθμό 3 των οικείων διασαφήσεων, δηλαδή και των 
διασαφήσεων που προηγούνται των επίδικων, σε συνδυασμό με τη μη ενημέρωση της Τελωνειακής 
Αρχής σε όλες τις περιπτώσεις για τη μη επιστροφή του αντιτύπου με αριθμό 3 των διασαφήσεων 
και, επομένως, για τη μη τακτοποίηση του καθεστώτος αναστολής), καταδεικνύει συμπεριφορά όχι 
απλώς αμελή, αλλά εντελώς αδικαιολόγητη για μια εταιρία, όπως η εκκαλούσα, που ως 
αναγνωρισμένη από το Κράτος εξαγωγική εταιρία και εγκεκριμένη αποθηκεύτρια πετρελαιοειδών, 
με μακροχρόνια εμπειρία, γνώριζε τους κινδύνους και τις ευθύνες της για την καταβολή, σε 
περίπτωση διαφυγής, του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Πολύ περισσότερο αδικαιολόγητη 
παρίσταται η συμπεριφορά αυτή και πρέπει να θεωρηθεί ότι υπέκρυπτε άλλο σκοπό (διάθεση των 
καυσίμων στο εσωτερικό), ενόψει και του ότι, ο πρώτος εκκαλών, λόγω της μακρόχρονης 
γνωριμίας του με τον ................... (30 ετών) και της από το Μάϊο του έτους 1993 προμήθειας του 
πρατηρίου του τελευταίου με καύσιμα της εταιρίας «..........», γνώριζε κατά το χρόνο κατάθεσης 
των επίδικων διασαφήσεων την προηγούμενη λαθρεμπορική δραστηριότητα του .............. κατά 
τον Απρίλιο του έτους 1993, αφού κατά κοινή πείρα τα γεγονότα αυτά (κατηγορίες λαθρεμπορίας 
υγρών καυσίμων) διαδίδονται τάχιστα στους άμεσα ενδιαφερομένους και στους κύκλους εμπορίας 
πετρελαιοειδών. Και τούτο, γιατί είναι άτοπο να υποστηρίζεται με την από 1-8-1997 διοικητική 
απολογία του πρώτου εκκαλούντος ότι έλαβε γνώση αυθημερόν μέσω του τύπου της 
λαθρεμπορικής δράσης του ........................... στις 29-9-1994, ενώ δεν έλαβε γνώση της απόπειράς 
του για λαθρεμπορία τον Απρίλιο του έτους 1993, για την οποία του ασκήθηκε ποινική δίωξη και, 
επομένως, όπως υποστήριξε και η Τελωνειακή Αρχή, δόθηκε και σ’ αυτήν ευρεία δημοσιότητα. 
Πέραν των στοιχείων αυτών, τα οποία αρκούν και μόνα τους για να θεμελιώσουν τη δόλια 
προαίρεση του πρώτου εκκαλούντος για την τέλεση των επίδικων διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) 
παραβάσεων λαθρεμπορίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά ότι ο πρώτος εκκαλών, 
ως μέλος της διοίκησης της εταιρίας «..............», όφειλε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της εταιρίας 
«................», ενόψει και των επαναλαμβανόμενων (από τον Απρίλιο και στη συνέχεια Νοέμβριο του 
έτους 1993 ) πωλήσεων υγρών καυσίμων μέσω της εταιρίας του προς αυτήν. Τον έλεγχο αυτό 
μπορούσε ευχερώς να πραγματοποιήσει ο εκκαλών, συμβουλευόμενος τις επίσημες υπηρεσίες του 
Σαντάσκι, δοθέντος ότι, όπως δηλώνεται με την από 8-10-1998 ένορκη κατάθεση του ................. 
ενώπιον του Ανακριτή Σερρών, η εταιρία «.....................» διατηρούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο στη 
Σόφια γραφείο με 10 άτομα προσωπικό. Την ύπαρξη, άλλωστε, του γραφείου αυτού επιβεβαιώνει 
και ο μάρτυρας των εκκαλούντων (υπάλληλος των εγκαταστάσεων της εταιρίας στο Καλοχώρι) 
...................... κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου 
Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσκομιζόμενη 13255/2002 απόφαση, ο οποίος κατέθεσε ότι «ο 
κ. .....................είχε την ...................... Bουλγαρίας». Ομως, ο εκκαλών, μέχρι την κλήση του για 
απολογία στις επίδικες περιπτώσεις, δεν είχε στα χέρια του επίσημα στοιχεία που να βεβαιώνουν την 
ύπαρξη της βουλγαρικής εταιρίας και να ανατρέπουν την αντίθετη βεβαίωση της Ελληνικής 
πρεσβείας στη Σόφια. Κατά την κλήση του δε σε απολογία (βλ. την από 1-8-1997 διοικητική του 
απολογία και τα συνημμένα σ’ αυτήν έγγραφα) και στη συνέχεια ενώπιον του πρωτοβάθμιου 
Δικαστηρίου προσκόμισε στοιχεία (το από 14-4-1997 έγγραφο του Κέντρου Πληροφοριακής 
Εξυπηρέτησης στη Σόφια «......................» στη βουλγαρική, με συνημμένη ανεπικύρωτη 
μετάφραση, δηλαδή με μετάφραση που δεν πληροί τους όρους του άρθρου 146 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ. 
και του αντίστοιχου άρθρου 172 του Κ.Δ.Δ. και για το οποίο έγγραφο δεν προκύπτει αν εκδόθηκε 
από ιδιώτη ή δημόσια αρχή, καθώς και απλή ανεπικύρωτη φωτοτυπία μετάφρασης, χωρίς το 
πρωτότυπο έγγραφο, του από 14-5-1996 πιστοποιητικού της φορολογικής υπηρεσίας του 
Σαντάσκι), τα οποία καταδεικνύουν τη γνώση του για την ανυπαρξία της εταιρίας «.......» και 
καθιστούν έτσι αναληθή τον περιεχόμενο στην από 1-8-1997 διοικητική απολογία ισχυρισμό περί 
του ότι δεν ζήτησε από τον .................... πληρεξούσιο έγγραφο, εφόσον είχε ελέγξει και 
εξακριβώσει την ύπαρξη της αλλοδαπής εταιρίας. Και τούτο διότι, από τα στοιχεία αυτά, που 
αφορούν τη μονοπρόσωπη εταιρία «..........................», προκύπτει ότι μεταξύ των ποικίλων 
δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας δεν περιλαμβάνεται η εισαγωγή και εμπορία πετρελαιοειδών. 
Τούτο, εξάλλου, έγινε δεκτό και με την 3145/2000 αθωωτική για τον εκκαλούντα απόφαση του 
Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, εκτιμώντας τα αντίστοιχα στοιχεία που είχε προσκομίσει ενώπιόν 
του ο ......................... για την απόδειξη της ύπαρξης της εταιρίας «...................», έκρινε ότι 
«Εταιρία στην πόλη Σαντάσκι της Βουλγαρίας με αντικείμενο την εμπορία καυσίμων δεν υπάρχει. 
Τα προσκομιζόμενα από τον εν λόγω κατηγορούμενο (...............) πιστοποιητικά με παρόμοια 
εταιρική επωνυμία (.....................) αφορούν εταιρία που αντικείμενο έχει την εμπορία ειδών 
διατροφής και ποτών και όχι καυσίμων». Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά ότι 
με την από 8-10-1998 ένορκη κατάθεση του ................................... δηλώνεται ότι τα έτη 1992-
1993 ήταν ασύμφορη για τις εταιρείες πετρελαιοειδών της Βουλγαρίας η εισαγωγή καυσίμων από 
την Ελλάδα λόγω της επιβολής στις εισαγωγές αυτές πολύ μεγάλων δασμών από τη Βουλγαρία. 
Ενόψει, συνεπώς, της κατάθεσης αυτής, η οποία, αν και μνημονεύει την περίοδο των ετών 1992-
1993, αναφέρεται προφανώς, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, και στην περίοδο του 
έτους 1994, δηλαδή σε όλη τη χρονική περίοδο των επαναλαμβανόμενων εικονικών εξαγωγών της 
εταιρίας «.....................» προς τη Βουλγαρία (από το Νοέμβριο του έτους 1993 έως το Σεπτέμβριο 
του έτους 1994), ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου τούτου για τη δόλια προαίρεση του 
εκκαλούντος, εφόσον δεν δικαιολογείται το πώς αυτός θεώρησε ως εύλογες τις επαναλαμβανόμενες 
πωλήσεις μεγάλων ποσοτήτων καυσίμων στη Βουλγαρία μέσα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα των 
11 μηνών, τη στιγμή που μέσω του γραφείου του στη Σόφια γνώριζε επακριβώς το καθεστώς που 
υπήρχε στις εισαγωγές πετρελαιοειδών στη Βουλγαρία. Επιπλέον, η έλλειψη οποιασδήποτε εξήγησης 
που να αντικρούει την ως άνω κατάθεση του ........................ και να καθιστά ευλογοφανείς τις 
επαναλαμβανόμενες αυτές πωλήσεις, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις, οδηγεί στην κρίση ότι 
ο εκκαλών γνώριζε την εικονικότητα των πωλήσεων αυτών και ότι η υποβολή εκ μέρους της 
εταιρίας του των 66 συνολικά σχετικών διασαφήσεων (μεταξύ των οποίων και oι επίμαχες) είχε ως 
πραγματικό σκοπό τη λαθραία διάθεση των καυσίμων στο εσωτερικό της Χώρας, ενόψει της 
εξασφαλισμένης κάλυψης που προσέφεραν οι συμμετέχοντες στο τέχνασμα τελωνειακοί υπάλληλοι 
του Τελωνείου Προμαχώνα για τη νομιμοφάνεια των εξαγωγών και την τακτοποίηση, με παράνομες 
ενέργειες, των διασαφήσεων εξαγωγής στο ΣΤ΄Τελωνείο Θεσσαλονίκης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, 
το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδεικνύεται πλήρως ο δόλος του εκκαλούντος για την τέλεση των 
επίδικων διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) λαθρεμπορικών παραβάσεων, ο οποίος συνίσταται στην 
υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου της δεύτερης εκκαλούσας γνώση της 
ανυπαρξίας της εταιρίας «..................» και πάντως της μη ύπαρξης αντισυμβαλλόμενης εταιρίας με 
κλάδο την εμπορία πετρελαιοειδών, στη γνώση της εικονικότητας των πωλήσεων προς αυτήν και 
στην εν γνώσει συμμετοχή του στη χρησιμοποίηση του τεχνάσματος των εικονικών εξαγωγών και 
στην παράνομη διάθεση των επίδικων καυσίμων στο εσωτερικό της Χώρας και διαφυγή του 
αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης, με συμμετοχή, μεταξύ άλλων, στο λαθρεμπορικό 
όφελος και με γνώση των παράνομων ενεργειών της πλαστογραφίας των συνοδευτικών των 
καυσίμων φορτωτικών εγγράφων. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όσα 
αντίθετα προβλήθηκαν ενώπιόν του και ιδίως ότι οι εκκαλούντες δεν υπείχαν ευθύνη, λόγω του ότι 
επιστράφηκαν τα πιστοποιούντα την έξοδο των καυσίμων συνοδευτικά έγγραφα, καθόσον, όπως 
ήδη αναλύθηκε, αυτά δεν είχαν συνταχθεί νομότυπα. Εξάλλου, το γεγονός ότι σε βάρος του 
πρώτου εκκαλούντος δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη, για τις επίδικες 288 περιπτώσεις λαθρεμπορίας 
δεν κλονίζει την προπαρατιθέμενη κρίση, όπως αβάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση από 
τους εκκαλούντες. Τούτο διότι, λόγω της αυτοτέλειας της διοικητικής από την ποινική διαδικασία, 
κατά τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαπίστωση της συνδρομής του 
στοιχείου του δόλου στους φερόμενους ως υπαίτιους διάπραξης τελωνειακής παραβάσεως 
λαθρεμπορίας, δεν είναι υποχρεωμένο να εκτιμήσει ειδικά το γεγονός της μη ασκήσεως ποινικής 
διώξεως σε βάρος τους […], όταν, μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή παύθηκε, κατά τ’ 
ανωτέρω, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω δε, η αντίθετη κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε σχέση 
με την 3145/2000 αθωωτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχεται την αμέλεια της 
διοίκησης της εκκαλούσας εταιρίας, ανεξαρτήτως του ότι αφορά άλλη περίπτωση λαθρεμπορίας 
υγρών καυσίμων που συντελέστηκε από τους εκκαλούντες με μία μόνον διασάφηση εξαγωγής (με 
βάση την 18987/24-8-1994 διασάφηση εξαγωγής), (που είναι, όμως, ταυτόσημη ως προς τις 
συνθήκες τέλεσης με τις επίδικες 288 τον αριθμό περιπτώσεις), και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται 
απ’ αυτήν τεκμήριο αθωότητας για την ένδικη υπόθεση υπέρ του πρώτου εκκαλούντος και δεν 
δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με την κρινόμενη έφεση και το 
παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα επ’ αυτής από τους εκκαλούντες, δικαιολογείται και από το ότι 
ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είχαν τεθεί υπόψη τα επιβαρυντικά για τον πρώτο από 
τους εκκαλούντες στοιχεία της διατήρησης γραφείου στη Σόφια, της γνώσης του ασύμφορου των 
εισαγωγών καυσίμων από την Ελλάδα στη Βουλγαρία και κυρίως της προσπάθειάς του να αποδείξει 
την ύπαρξη της εταιρίας «.........................» με στοιχεία όμοια μ’ αυτά που προσκόμισε ο 
.................. ενώπιον του ίδιου ποινικού Δικαστηρίου, από τη συνεκτίμηση των οποίων κατέληξε το 
ποινικό Δικαστήριο στην καταδίκη του .................καθώς και από την κατ’ επανάληψη στη 
συνέχεια διενέργεια των ίδιων παραβάσεων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε πολλαπλάσιες 
περιπτώσεις, αν και είχε αποκαλυφθεί το τέχνασμα συντέλεσης τούτων. 

6. Επειδή, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η ως άνω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου 
περί αυτοτέλειας της διοικητικής από την ποινική διαδικασία και περί καταλογισμού στον πρώτο 
από αυτούς (.................) των επίδικων διοικητικών παραβάσεων παραβιάζει το κατά το άρθρο 
6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητάς του, που απορρέει (α) από την παύση, λόγω παραγραφής, 
της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης για τις ένδικες περιπτώσεις λαθρεμπορίας και (β) από 
την 3145/2000 αθωωτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με όσα έγιναν 
ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός, διότι το 
βούλευμα περί παύσης, λόγω παραγραφής, της ασκηθείσας σε βάρος του ....................ποινικής 
δίωξης, για τις επίμαχες περιπτώσεις λαθρεμπορίας, ουδόλως δέσμευε (ούτε, εξάλλου, χρειαζόταν 
να συνεκτιμηθεί από) το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, στο πλαίσιο της κρίσης του περί διάπραξης ή 
μη από αυτόν των ένδικων διοικητικών παραβάσεων και, αφετέρου, διότι η προαναφερόμενη 
αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πέραν του ότι δεν αφορά σε κάποια 
από τις ένδικες περιπτώσεις λαθρεμπορίας (αλλά σε άλλες περιπτώσεις, έστω παρόμοιες), δεν ήταν 
επίσης δεσμευτική για το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο, άλλωστε, τη συνεκτίμησε, καταλήγοντας σε 
διαφορετική κρίση, με βάση και στοιχεία που, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, δεν είχαν 
τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου. 

7. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ήδη 
αναιρεσείουσα εταιρία “[…] δεν διέθετε έγγραφα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη 
καταρχήν νόμιμων συναλλαγών με την εταιρία «...............................», για τις επίδικες ποσότητες 
καυσίμων, όπως συμφωνητικό ή δελτίο παραγγελίας, δηλωτικό εισαγωγής συναλλάγματος έναντι 
αξίας αυτών, πληρεξούσιο έγγραφο προς τον ......................κλπ. Οι 69 αποδείξεις, εξάλλου, που 
προσκομίστηκαν στην Τελωνειακή Αρχή και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τις 
οποίες προκύπτει ότι η δεύτερη εκκαλούσα εταιρία έλαβε κάποια χρηματικά ποσά από τις εταιρίες 
«..................» και «.................», μέσω του ...................................., με την αόριστη αιτιολογία 
«έναντι λογαριασμού εξαγωγών», ενόψει του ότι δεν αναφέρεται επ’ αυτών το τιμολόγιο πώλησης 
προς πίστωση του οποίου εκδόθηκαν καθώς και οι ποσότητες καυσίμων τις οποίες αφορούν, δεν 
είναι δυνατόν να αποτελέσουν από μόνες τους ικανά στοιχεία αποδείξεως του σύμφωνου με τις 
οικείες νομοθετικές διατάξεις οικονομικού κλεισίματος κάθε επιμέρους συναλλαγής, ενόψει, 
μάλιστα, και του ισχυρισμού των ίδιων των εκκαλούντων, ότι το τίμημα της πώλησης ήταν 
προκαταβλητέο, δηλαδή προηγείτο της έκδοσης των τιμολογίων πώλησης, όπως, ορθά, έγινε 
δεκτό και με την εκκαλούμενη απόφαση.” Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η 
αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, όσον αφορά την ανωτέρω εκτίμηση 
των προσκομισθεισών 69 αποδείξεων είσπραξης χρηματικών χρηματικών ποσών από τη δεύτερη 
αναιρεσείουσα, “[…] διότι, ενώ δέχεται ότι το τίμημα ήταν προκαταβλητέο και προηγείτο της 
έκδοσης του τιμολογίου πώλησης, εν τούτοις, αντιφατικά, δέχεται ότι οι 69 αποδείξεις δεν 
αποτελούν ικανά στοιχεία απόδειξης, διότι σε αυτές δεν αναφέρεται το τιμολόγιο πώλησης, το 
οποίο, όμως, εκδιδόταν μεταγενέστερα της είσπραξης του τιμήματος και επομένως δεν ήταν 
δυνατό να αναγράφεται στις αποδείξεις είσπραξης.” Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί, αφενός, ως 
αβάσιμος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου περί της αποδεικτικής αξίας 
των επίμαχων εγγράφων (αποδείξεων είσπραξης χρηματικών ποσών) έγινε κατ’ εκτίμηση (της 
αοριστίας) του περιεχομένου τους, μεταξύ άλλων από την άποψη της αντιστοίχησής τους με 
τιμολόγια πώλησης, η δε λήψη υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, του ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειόντων 
ότι το τίμημα της πώλησης ήταν προκαταβλητέο, δηλαδή καταβαλλόταν πριν από την έκδοση των 
τιμολογίων, δεν ενέχει αντίφαση, ως έχουσα την έννοια ότι επρόκειτο (και για το λόγο αυτό) περί 
στοιχείων απρόσφορων να αποδείξουν την πραγματοποίηση των επίδικων συναλλαγών και, 
αφετέρου, ως απαράδεκτος, στο μέτρο που πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση 
των αποδείξεων και τις περί τα πράγματα κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας. 

8. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, 
διότι, ενώ κρίνει “[…] ότι οι από 30/4/96 και 23/5/96 ανωμοτί καταθέσεις του ........................... 
είναι επικουρικώς και μόνο ληπτέες υπόψη, ιδίως κατά το μέρος που δεν αμφισβητούνται από τους 
εκκαλούντες και δεν περιέχουν ουσιώδεις αντιφάσεις, […] εν τούτοις, αντιφατικά δέχεται το 
περιεχόμενο της από 9.11.1998 ένορκης κατάθεσης του ................., ενώπιον του Ανακριτή 
Σερρών, προκειμένου να θεμελιώσει κατά κύριο λόγο την από δόλο τέλεση από τον 1ο από εμάς 
της επίδικης λαθρεμπορίας. Τούτο πράττει, καίτοι μεταξύ των καταθέσεων της 30/4/96 και 
23/5/96, από την μία, και της κατάθεσης της 9/11/98, από την άλλη, του αυτού προσώπου 
υπάρχει σωρεία ουσιωδών αντιφάσεων, εξαιτίας των οποίων, κατά κύριο λόγο, αναιρείται το 
περιεχόμενο των καταθέσεων της 30/4/96 και 23/5/96. […] Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης 
απόφασης είναι πλημμελής, διότι […] καταλήγει στην άποψη δια το αληθές περιεχόμενο των 
καταθέσεων […] χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προέκυψε αυτό το αληθές 
περιεχόμενο.”. O λόγος πρέπει να απορριφθεί, το μεν, ως αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει αντίφαση 
μεταξύ, αφενός, της ανωτέρω κρίσης του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου περί της αποδεικτικής 
βαρύτητας καταθέσεων του ................ και, ιδίως, των τμημάτων αυτών που δεν αμφισβητούνταν 
από τους ήδη αναιρεσείοντες και δεν περιείχαν ουσιώδεις αντιφάσεις και, αφετέρου, της λήψης 
υπόψη του περιεχομένου της από 9.11.1998 ένορκης κατάθεσης του ίδιου προσώπου ενώπιον του 
Ανακριτή Σερρών, το δε, ως απαράδεκτος, στο μέτρο που πλήττει ευθέως την αναιρετικά 
ανέλεγκτη εκτίμηση των επίμαχων αποδείξεων και τις σχετικές ουσιαστικές κρίσεις του Διοικητικού 
Εφετείου, οι οποίες δεν έχρηζαν ειδικότερης αιτιολογίας, δεδομένου, άλλωστε, ότι οι αναιρεσείοντες 
δεν υποστηρίζουν ότι είχαν προβάλει ενώπιόν του συναφείς ειδικούς ισχυρισμούς που έμειναν 
αναπάντητοι ή δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 

9. Επειδή, τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Δ ι ά   τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση. 

Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια 
συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου του ίδιου έτους. 

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος                                                                  Η Γραμματέας 
  
  Ε. Γαλανού                                                                                                Α. Ζυγουρίτσα 


Ν.Σ.

Δημοσίευση σχολίου