Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υφ'όρον απόλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υφ'όρον απόλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Όταν το "κενό" νόμου συμπληρώνεται από τον Άρειο Πάγο, για την υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου

 


Απόφαση 749 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 749/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυριδούλα Λιάτη και Φωτεινή Αθανασίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 05-06-2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 66/21.05.2026 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με κατηγορούμενο τον Α. Γ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ...2026, κρινόμενη έκθεση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Δέσποινας Χρονοπούλου, έλαβε αριθμό 23/2026 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../26.
Έπειτα, η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελένη Κοντακτσή εισήγαγε, μετά την έκδοση της με αριθμό 15/2026 Πράξης του Πρόεδρου του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας του Αρείου Πάγου (Π.Δ. 34/2025), όπως ισχύει σήμερα και το άρθρο 1 του Προεδρικού Διατάγματος 120/2014 (ΦΕΚ Α' 192/12- 09-2014), όπως ισχύει σήμερα, για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της ίδιας, με αριθμό πρωτ…./...2026, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την υπ'αρ. 23/2026 αναίρεση κατά του υπ'αρ. 66/2026 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι. Επομένως, η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Ελένη Κοντακτσή.".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (περ. β`) και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (περ. δ`) ( ΑΠ 817/2025, ΑΠ 843/2023, ΑΠ 177/2022, ΑΠ 570/2021). 2. Η κρινόμενη από ...2026 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: 23/2026) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά του υπ` αριθμ. 66/21-05-2026 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με το οποίο, αφού έγινε τυπικά και κατ` ουσίαν δεκτή η υπ` αριθμ. ...2025 ασκηθείσα έφεση εκ μέρους του εκτίοντος ποινή δεκαεπτά (17) φορών ισόβιας κάθειρξης και εκτιτέα πρόσκαιρη κάθειρξη είκοσι πέντε (25) ετών, Α. Γ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ..., εξαφανίσθηκε το υπ` αριθμ. 673/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά και διατάχθηκε η υπό τον όρο της ανάκλησης απόλυση του προαναφερθέντος Α. Γ. από το Σωφρονιστικό Κατάστημα ..., υπό τους αναφερόμενους σ` αυτό (βούλευμα) όρους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα, εντός ενός μηνός από την έκδοση του βουλεύματος (άρθρα 168 παρ. 1, 483 παρ. 3 και 480 ΚΠΔ) και επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, περ. β` και δ` ΚΠΔ), λαμβανομένου υπ όψη ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 485 παρ.2 ΚΠΔ, ο ως άνω καταδικασθείς Α. Γ. εμπροθέσμως, στις ...2026, έλαβε γνώση, διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Αγγελικής Δημητρακοπούλου, της ασκηθείσας αναίρεσης και της σχετικής εισαγγελικής πρότασης και στις ...2026, κατέθεσε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου το από...2026 έγγραφο υπόμνημά του, με τα συνημμένα σ` αυτό έγγραφα.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 105 του προισχύσαντος ΠΚ, ο οποίος καταργήθηκε με τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ, με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α 95/11.06.2019) "1. Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις και εφόσον έχουν εκτίσει ..... γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δεκαεννέα (19) έτη". Περαιτέρω, στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 παρ.5 περ. γ του ν. 2207/1994, ορίζεται ότι : "4. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί υπό όρο, αν έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών, που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Σε κάθε περίπτωση ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι πέντε έτη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό". Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου : "6. Για τη χορήγηση της υφ' όρον απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί πάντως στον κατάδικο η υφ' όρον απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής, που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε (15) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαπέντε (15) ετών, προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη....". 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 105Β του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, με την οποία ρυθμίζεται το ίδιο ζήτημα, στην αρχική της μορφή (Ν. 4619/2019) και πριν την διαδοχική τροποποίησή της με τα άρθρα 19 Ν. 4855/2021 και 13 Ν. 5023/2023 : "1. Όσοι καταδικάστηκαν σε στερητική της ελευθερίας ποινή μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης, σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις, εφόσον έχουν εκτίσει: α) σε περίπτωση φυλάκισης, τα δύο πέμπτα αυτής, β) σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, τα τρία πέμπτα αυτής και γ) σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης τουλάχιστον είκοσι έτη. .. 3. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών, που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Σε κάθε περίπτωση ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι πέντε έτη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό. 4. Αν ο καταδικασθείς εργάζεται, κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας. 5. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά είτε κατά την προηγούμενη παράγραφο είτε κατά τις ειδικές διατάξεις που προβλέπουν αντίστοιχο υπολογισμό. 6. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα απόλυση υπό όρο, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με τα δύο πέμπτα της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαέξι έτη. Το χρονικό διάστημα των δύο πέμπτων ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαέξι ετών, προσαυξάνεται κατά το ένα τρίτο των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα είκοσι έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει είκοσι πέντε έτη". 5. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ειδικά για τις περιπτώσεις εκτίσεως ποινών πρόσκαιρης ή ισόβιας κάθειρξης και κατ' εξαίρεση του κανόνα που διέπει την υπό όρο απόλυση, ότι δηλαδή ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 105επ. ΠΚ, είτε κατά τις ειδικές διατάξεις που προβλέπουν αντίστοιχο υπολογισμό, υπό όρο απόλυση δεν μπορεί να χορηγηθεί στον κατάδικο αν αυτός δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με τα δύο πέμπτα της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης που του επιβλήθηκε και σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαέξι έτη και είκοσι πέντε έτη, αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης. Με τα άρθρα 19 Ν. 4855/2021 και 13 Ν. 5023/2023 προστέθηκε στην παράγραφο 6 νέο εδάφιο β' και αυξάνονται για ειδικές κατηγορίες εγκλημάτων τα όρια ελάχιστης παραμονής σε σωφρονιστικό κατάστημα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο (σε 3/5 και 18 έτη αντίστοιχα), χωρίς όμως να μεταβάλλονται τα ανώτατα όρια πραγματικής έκτισης που προβλέπονταν στο εδάφιο γ' και ήδη εδάφιο δ' της παραγράφου 6.
6. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με το νέο Ποινικό Κώδικα ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, η περίπτωση της υφ' όρον απόλυσης καταδικασθέντος, που εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ στον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα ρυθμιζόταν μόνο το ζήτημα της απόλυσης καταδικασθέντος που εξέτιε μία ποινή ισόβιας κάθειρξης και λοιπές συντρέχουσες σωρευτικά ποινές. Το νομοθετικό αυτό κενό, πριν την ισχύ του νέου ΠΚ, καλύφθηκε με την επικράτηση στη νομολογία της άποψης, σύμφωνα με την οποία για πλείονες ποινές ισόβιας κάθειρξης απαιτείτο η πραγματική έκτιση δεκαεννέα (19) ετών, εξισώνοντας ουσιαστικά την περίπτωση της μίας ποινής ισόβιας κάθειρξης με την προσαύξηση των συντρεχουσών ποινών πρόσκαιρης κάθειρξης, με τις περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης. 7. Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και τη ρητή νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 105Β παρ. 6 εδ. δ' ΠΚ), ο εκ του νόμου απαιτούμενος χρόνος πραγματικής έκτισης περισσότερων ποινών ισόβιας κάθειρξης, ακόμη και για πράξεις που τελέστηκαν υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, είναι τα είκοσι πέντε (25) έτη. 8. Η εφαρμογή της νέας διάταξης, η οποία αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, δεν προσκρούει στο άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, διότι, αν και κατ' αποτέλεσμα είναι δυσμενέστερη για τους καταδικασθέντες πριν την ισχύ του νέου ΠΚ (1-7-2019), σε περισσότερες από μία φορά ποινές ισόβιας κάθειρξης, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία, που διαμορφώθηκε υπό την αντίστοιχη διάταξη (άρθρο 105) του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, ενόψει της απουσίας σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Τούτο συμβαίνει, διότι η εφαρμογή του άρθρου 2 του νέου ΠΚ προϋποθέτει την σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων, ώστε να επιλεγεί εκείνη (η διάταξη), που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του καταδικασθέντος.
Εν προκειμένω, βάσει της θεμελιώδους αρχής του ποινικού δικαίου "nullum crimen nulla poena sine lege", δεν είναι δυνατή η επιβολή, έκτιση και κατά λογική συνέπεια υφ' όρο απόλυση του καταδικασθέντος, χωρίς να υπάρχει έρεισμα σε ρητή ποινική διάταξη, που εξ ορισμού έχει γενικό κανονιστικό χαρακτήρα. Αντίθετα, η νομολογία δεν έχει τέτοια ιδιότητα, δεδομένου ότι, αν και ερείδεται επί ποινικών διατάξεων, έχει απολύτως εξατομικευμένο χαρακτήρα, προσδιοριζόμενη κάθε φορά από τα εκάστοτε αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για κάθε πράξη και για κάθε κατηγορούμενο χωριστά και την αναγωγή τους στον εφαρμοζόμενο νομικό κανόνα για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 105Β του νέου ΠΚ, για την ανωτέρω προσδιοριζόμενη ομάδα καταδικασθέντων, δεν νοείται επίκληση διαχρονικού δικαίου και αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ και η νομολογία, που διαμορφώθηκε με βάση το νομοθετικό κενό του άρθρου 105 του προισχύσαντος ΠΚ, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 465 ΠΚ, που προϋποθέτει την ύπαρξη σχετικής διατάξεως στο προϊσχύσαν δίκαιο.
9. Συνεπώς, οι διατάξεις του νέου ΠΚ εφαρμόζονται πλέον και σε πλείονες ποινές ισόβιας κάθειρξης, που επιβλήθηκαν για πράξεις με χρόνο τέλεσης πριν την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ (1.7.2019) και συνακόλουθα το απαιτούμενο ελάχιστο όριο παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα για τους εκτίοντες περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης είναι είκοσι πέντε (25) έτη, σύμφωνα με το άρθρο 105Β παρ. 6 εδ. δ' του ισχύοντος ΠΚ. 10. Το άρθρο 106 στο νέο ΠΚ , όπως και στον προισχύσαντα, καθορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται για να χορηγηθεί στον αιτούντα καταδικασθέντα η υφ' όρον απόλυση, καθιστώντας την, κατ' αρχήν, υποχρεωτική, εκτός εάν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει με ειδική προς τούτο αιτιολογία, ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος κατά τη διάρκεια της εκτίσεως της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής κρατήσεώς του, δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε κατ` επίφαση μόνο καλή και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος ότι ο απολυόμενος υφ` όρον θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και γι` αυτό καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κρατήσεως του. Ο νομοθέτης, ανεξάρτητα από τις νομοτεχνικές παραλλαγές, που από το 1991 και εντεύθεν θεσμοθέτησε, επικεντρώνει σταθερά το ενδιαφέρον της έννομης τάξης στην διαγωγή του καταδικασθέντος, την οποία προσδιόρισε εν στενή εννοία, ως τη συμπεριφορά του εντός της φυλακής και υπό ευρεία εννοία, ως τη διάγνωση της πιθανότητας επανάληψης του εγκλήματος κατά το χρόνο της δοκιμασίας και την εν γένει αποτροπή του από την τέλεση νέων αδικημάτων. Για την αξιολόγηση της διαγωγής του καταδικασθέντος, πρέπει κατά λογική ακολουθία, να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, ενώ για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού προς τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η προσωπικότητά του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η εν γένει συμπεριφορά του απέναντι στην έννομη τάξη. Αντίθετα, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη του και συγκεκριμένα, στην πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, στην προηγούμενη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν κατ` άρθρο 79 ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε σ` αυτόν. Η ερμηνεία αυτή συνάδει αφ` ενός μεν, προς το νομικό χαρακτήρα και το σκοπό του θεσμού της υφ` όρον απολύσεως, ως σωφρονιστικού μέτρου, που αποσκοπεί στην αποφυγή της υποτροπής δια της ηθικής βελτιώσεως του καταδικασθέντος και στην κοινωνική αποκατάσταση αυτού, αφ` ετέρου δε, προς την υπεροχή της ειδικής προλήψεως, ως σκοπού της ποινής, στο στάδιο αυτό (ΟλΑΠ 4/1998, ΟλΑΠ 4/1997, ΑΠ 116/2025, ΑΠ 843/2023, ΑΠ 423/2021). 11. Ειδικότερα, η καλή διαγωγή δεν εξαντλείται στην εξωτερικά καλή συμπεριφορά, που συνίσταται μεταξύ άλλων στην έλλειψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης ή στην τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσας τακτικής άδειας ή στην πραγματοποίηση ημερομισθίων εντός του καταστήματος κράτησης, αλλά νοείται και η αληθής και πραγματική θετική συμπεριφορά, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς, η οποία συνιστά το θεμέλιο της διαπιστωμένης καλής διαγωγής, ενώ αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του κρατούμενου. Και αυτό, διότι η πειθήνια προσαρμογή του κρατούμενου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του, καθώς αυτή μπορεί να είναι προσποιητή, χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα, εφόσον κύριος σκοπός είναι η απόλαυση των παρεχομένων προνομίων (όπως και η υφ` όρον απόλυσή του), ως αντάλλαγμα της φερόμενης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη, διαμορφώνεται υπό την απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της εκούσιας αποδοχής των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς. Επίσης, πρέπει να ερευνάται κατά πόσο ο καταδικασθείς παρέχει προσδοκία εντίμου βίου στο μέλλον και μάλιστα ότι μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, ενώ πρέπει να σημειωθεί, ότι η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της τελευταίας, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής, βελτιώνοντας τον καταδικασθέντα και διευκολύνοντας την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 4/1998, ΟλΑΠ 4/1997, ΟλΑΠ 106/1991, ΑΠ 843/2023, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 423/2021).
12. Εξάλλου, με δεδομένο ότι η υφ` όρον απόλυση, ως θεσμός, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της ειδικής πρόληψης, ενώ συνιστά σοβαρό βελτιωτικό μέσο του καταδικασθέντος και συμβάλλει ουσιωδώς στην άσκηση αντεγκληματικής πολιτικής και ενόψει του ότι στο νόμο δεν προσδιορίζεται η έννοια της καλής διαγωγής, το αρμόδιο Συμβούλιο επιβάλλεται να ελέγχει, το ίδιο πρωτογενώς, οποιαδήποτε μορφή διαγωγής, η οποία προκύπτει από τη συνολική προσωπικότητα και να μην αρκείται για τον σχηματισμό της κρίσης του στην απλή έκφραση της τυπικής φράσεως περί "καλής διαγωγής", όπως διαπιστώνεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης και τον κοινωνικό λειτουργό, η οποία δεν είναι αποκλειστική και δεσμευτική, γιατί διαφορετικά η δικαστική κρίση του Συμβουλίου θα ήταν ελλιπής και θα στερείτο της κατά νόμο αιτιολογίας. Επί πλέον, σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστικό Συμβούλιο θα αποτελούσε ένα απλό ενδιάμεσο εκτελεστικό όργανο για τη διεκπεραίωση υποθέσεων της διοίκησης των φυλακών, χωρίς εξουσία, γεγονός ανεπίτρεπτο, αφού ο νόμος αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα της χορήγησης ή μη του ευεργετήματος της υφ` όρον απόλυσης στο Συμβούλιο χωρίς δέσμευση από κάποιο διοικητικό όργανο (Ολ ΑΠ 4/1998, Ολ ΑΠ 4/1997, ΑΠ 843/2023).
13. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Συμβούλιο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία της διάταξης που εφάρμοσε, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και να στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως (ΑΠ 116/2025, ΑΠ 227/2022, ΑΠ 983/2019). 14. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, που δέχεται την αίτηση του κρατούμενου για υφ`όρον απόλυση, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την κατά τη διάρκεια της κράτησής του καλή διαγωγή με την έννοια όχι της έλλειψης σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων ή της τήρησης των όρων τυχόν χορηγηθείσας τακτικής αδείας ή της πραγματοποίησης ημερομισθίων εντός του καταστήματος κράτησης, διαγωγή, που μπορεί να είναι προσποιητή και σκοπούμενη, ώστε να απολαύσει τα προνόμια της υφ` όρον απόλυσης, αλλά της αληθούς και πραγματικής θετικής συμπεριφοράς, η οποία πηγάζει από ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς και προκύπτει από τη συνολική προσωπικότητά του και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του κρατούμενου και παρέχει τα εχέγγυα ότι θα επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, χωρίς ενδοιασμούς, ότι ο κρατούμενος επέδειξε καλή διαγωγή με την προαναφερόμενη έννοια και ότι παρέχει προσδοκία εντίμου βίου στο μέλλον και μάλιστα, ότι μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, ώστε να του επιτραπεί να εκτελέσει την ποινή του με απόλυσή του από το σωφρονιστικό κατάστημα, όπου κρατείται, υπό τον όρο της ανάκλησης. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης. Εξάλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε "αντιφατική" ούτε "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σε αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά κατ` είδος των αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν (ΑΠ 151/2026, ΑΠ 116/2025, ΑΠ 570/2021, ΑΠ 88/2020). 15. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με αριθμό 66/2026 , αποφάνθηκε, ότι πρέπει να γίνει τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η με αριθμό ...2025 έφεση του Α. Γ. του Δ. κρατουμένου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ..., ακολούθως δε ότι πρέπει να εξαφανιστεί το εκκαλούμενο υπ'αριθμ. 673/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την με αριθμό πρωτ. ...2025 αίτηση του ανωτέρω καταδίκου για την υφ' όρο απόλυσή του και διέταξε την υπό όρους ανάκλησης απόλυση αυτού με περιοριστικούς όρους. 16. Το προαναφερθέν Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (έγγραφα της δικογραφίας) προέκυψαν τα εξής: "Ο εκκαλών κρατείται στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ..., δυνάμει της υπ' αρ. 2543/2005 και 1149, 1265, 1299, 1301/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή 17 φορές ισόβια και εκτιτέα πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών, με έναρξη της ποινής την 18.7.2002. Οι πράξεις για τις οποίες κρατείται τελέστηκαν πριν την θέση σε ισχύ του Νέου ΠΚ και, επομένως, για την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ (αρ. 465 παρ. 1 Νέου ΠΚ, αρ. 1 10, 105, 106 του προϊσχ. ΠΚ). Είχε συμπληρώσει, την 18.7.2025 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα υπολογισμού χρόνου έκτισης), χρονικό διάστημα πραγματικής παραμονής του στο κατάστημα κράτησης πλέον των 19 ετών (23 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες), ενώ με ευεργετικό υπολογισμό, λόγω εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και ηλικίας (άνω των 65 ετών) έχει εκτίσει ποινή 42 ετών, 2 μηνών και 4 ημερών. Επομένως, πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις (ΠΚ 105 παρ. 4 εδαφ. β και 6 εδαφ. δ) για την υπό όρο απόλυσή του. Περαιτέρω, ο εκκαλών, γεννηθείς το έτος … στο …, πριν την κράτησή του συζούσε με την M.-T. P., η οποία εξακολουθεί να είναι σύντροφός του, στην οικία της (οδός ...) στον … Αττικής, με την οποία και θα συνεχίζει να διαμένει, αν αποφυλακιστεί. Οι γονείς του έχουν αποβιώσει και έχει μία αδελφή, με την οποία διατηρεί καλές σχέσεις. Πριν τον εγκλεισμό του είχε σπουδάσει οικονομικά στο οικονομικό πανεπιστήμιο του Παρισιού. Κατά το διάστημα δε της κράτησής του τιμωρήθηκε με περιορισμό πέντε ημερών στο κελί του, με την υπ' αρ. ...2002 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δ.Φ. … (δηλαδή μετά παρέλευση 3 μηνών από την έναρξη της κράτησής του), η οποία όμως έχει διαγραφεί προ πολλού μετά παρέλευση δύο ετών από την επιβολή της και δεν λαμβάνεται υπόψη για την υφ' όρο απόλυση (αρ. 69 παρ. 1 περ. α', 4 περ. α' του Ν. 2776/1999, ΑΠ 983/2020, ΑΠ 983/2019). Το έτος 2002, τρεις μήνες μετά την σύλληψή του και πριν δικαστεί, παραχώρησε τηλεφωνική συνέντευξη από τη φυλακή στην εφημερίδα ..., στην οποία εξέφρασε τη θέση του σχετικά με τις θεωρητικές απόψεις της ..., όπως εκφράζονταν στις προκηρύξεις της, με τις οποίες συμφωνούσε, αλλά δεν συμφωνούσε με τις ενέργειές της και την τέλεση των πράξεων από τα μέλη της, στις οποίες δήλωνε αμέτοχος (https://...). Η εν λόγω συνέντευξη δόθηκε πριν από 24 έτη, τους αρχικούς μήνες της κράτησής του, ενόσω ο εκκαλών δεν είχε ακόμη καταδικαστεί, ήταν υπόδικος και δεν είχε αποκτήσει ακόμη την ιδιότητα του καταδίκου, είχε δε σχέση με τα εγκλήματα για τα οποία αργότερα καταδικάστηκε αμετάκλητα και οι ως άνω θέσεις του εκτιμήθηκαν από το ποινικό δικαστήριο κατά τη διάγνωση της ενοχής του και την επιμέτρηση της ποινής του και, ως σχετιζόμενες με τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση της διαγωγής του κατά την έκτιση της ποινής του. Η δε παραχώρηση τηλεφωνικής συνέντευξης αποτέλεσε πειθαρχικά αξιόποινη συμπεριφορά εντός φυλακής κατά το στάδιο της προσωρινής του κράτησης (απείθεια), για την οποία του επιβλήθηκε και η ως άνω πειθαρχική ποινή, που όμως, όπως προελέχθη, δεν δύναται λόγω διαγραφής αυτής να ληφθεί υπόψη για την αξιολόγηση της διαγωγής του κατά την έκτιση της ποινής του. Καθ' ο χρόνο ο ως άνω κατάδικος εξέτιε την ποινή του, απέστειλε τον … του 2015 επιστολή στη εφημερίδα ..., στην οποία δήλωσε μεταξύ άλλων την υποστήριξή του στο Κράτος Δικαίου και στη δίκαιη εφαρμογή των νόμων για όλους (https://www.......). Σε αντίστοιχη επιστολή του (...2017) προς την εφημερίδα ... καταφέρεται απαξιωτικά εναντίον δύο μελών της ..., του Χ. Ξ. και του Δ. Κ., με τους χαρακτηρισμούς "..." και "..." (https://www. ...). Εξάλλου, κατά το διάστημα που επακολούθησε από την τελευταία αυτή επιστολή μέχρι σήμερα, ο εκκαλών κατάδικος εκτίει την ποινή του συμμορφούμενος ειλικρινά στους κανόνες της φυλακής, χωρίς να δημιουργεί το οποιοδήποτε πρόβλημα στις σχέσεις του με τους άλλους συγκρατούμενους και τους υπαλλήλους της φυλακής, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία ...2025 και αριθμό πρωτοκόλλου ... 2025 Συνοπτικό Σημείωμα της Κοινωνικής Λειτουργού Ε. Ο.. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με το ίδιο σημείωμα, κατά το χρόνο παραμονής του στη φυλακή, με εξ αποστάσεως φοίτηση, απέκτησε πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο σπουδών (2021) στα μαθηματικά από το γαλλικό πανεπιστήμιο ..., γεγονός που αφενός αποτελεί αναμφίβολα πτυχή της διαγωγής του, κατά την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ αφετέρου καταδεικνύει την αυτοπειθαρχία του, την επιμέλειά του, την πιστή τήρηση εκ μέρους του των ακαδημαϊκών κανόνων φοίτησης και την ανιδιοτελή προσφορά του στην επιστήμη, ιδίως με την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, με την παραγωγή πρωτότυπης επιστημονικής γνώσης στην ακαδημαϊκή κοινότητα, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του επιστημονικού πεδίου που επέλεξε και μάλιστα κάτω από τις αντίξοες συνθήκες του εγκλεισμού του και χωρίς τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το … του 2022 του απονεμήθηκε έπαινος για την επιτυχή ολοκλήρωση των διδακτορικών του σπουδών στο .... Μέχρι τη σύνταξη του προαναφερομένου Συνοπτικού Σημειώματος είχαν χορηγηθεί σε αυτόν έξι (6) τακτικές άδειες έχοντας ζητήσει και την 7η (ο ίδιος στο δικόγραφο της έφεσης αναφέρει ότι έχει λάβει εννέα άδειες), στις οποίες ανταποκρίθηκε θετικά, κάνοντας καλή χρήση αυτών και τηρώντας τους επιβληθέντες σε αυτόν όρους, ενώ δέχεται τακτικές επισκέψεις στη φυλακή από τη σύντροφό του, περιστασιακά από την αδελφή του και από την ανιψιά του, όποτε αυτή έρχεται στην Ελλάδα από τη …. Σε ηλικία 80 ετών, το έτος 2024, νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο, λόγω πνευμονικής εμβολής, που υπέστη. Απ' όλα τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι ο κατάδικος εκκαλών επέδειξε, κατά το χρόνο του εγκλεισμού του, αληθινή, θετική συμπεριφορά, ηθική βελτίωση και υποδειγματική στάση ως κρατούμενος, που βασίζεται στην πραγματική αποδοχή και οικειοθελή τήρηση εκ μέρους του των κανόνων συμπεριφοράς και αυτά τα στοιχεία συνιστούν τα θεμέλια της καλής του διαγωγής, παρέχουν δε τα εχέγγυα της σύννομης συμπεριφοράς του και της μη τέλεσης εγκληματικών πράξεων μετά την αποφυλάκισή του και της ομαλής κοινωνικής επανένταξής του, γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κράτησής του, αφού δεν διαφαίνεται κίνδυνος τέλεσης από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων, ιδίως αφού ληφθούν υπόψη πέραν των όσων αναφέρθηκαν, η προχωρημένη ηλικία του (ήδη 82 ετών), τα προβλήματα υγείας του και η ύπαρξη υποστηρικτικού περιβάλλοντος που διαθέτει. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει το αντίθετο ή ότι η ως άνω καλή διαγωγή είναι προσχηματική, μάλιστα δε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα, προς θεμελίωση της απορριπτικής του κρίσης δέχθηκε α) ότι η ολοκλήρωση ανωτάτων σπουδών υπό τις δύσκολες συνθήκες του εγκλεισμού και την έλλειψη των υλικοτεχνικών δομών, αφορά αποκλειστικά την πνευματική του εξέλιξη και καταξίωση και δεν σχετίζεται με την ηθική του βελτίωση, β) ότι για να υπάρχει ηθική βελτίωση θα πρέπει ο κατάδικος να έχει μεταμεληθεί για τις εγκληματικές πράξεις που τέλεσε, αποδεχόμενος έτσι την τέλεσή τους και ότι η άρνησή του ως προς την τέλεση αυτών, για τις οποίες καταδικάστηκε αμετάκλητα, δείχνει ότι δεν έχει αντιληφθεί την απαξία των πράξεων του και, επομένως, δεν έχει βελτιωθεί ηθικά, γ) ότι η τήρηση των όρων των τακτικών αδειών δεν αποτελεί ούτε καν ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής εγκληματικής υποτροπής του και δ) ότι πριν από επτά μήνες είχε δημοσιευθεί το 18/2025 βούλευμα αυτού του Συμβουλίου, το οποίο, δεχόμενο ότι δεν μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατάδικος έχει πλέον σωφρονιστεί και ότι δεν αποτελεί πηγή κινδύνου για το κοινωνικό σύνολο, απέρριψε κατά πλειοψηφία έφεση του καταδίκου εναντίον προγενέστερου βουλεύματος (918/2023) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που είχε απορρίψει σχετική αίτηση για υπό όρο απόλυση. Με βάση τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αφού: α) αξιολόγησε την προσήλωση του εκκαλούντος καταδίκου σε έναν ηθικά πνευματικό σκοπό, αυτό της αφοσίωσης στην επιστήμη των μαθηματικών και της περαιτέρω ανιδιοτελούς προσφοράς του στον εν λόγω τομέα με την ολοκλήρωση της διδακτορικής του διατριβής, αποκλειστικά ως σχετιζόμενη με την πνευματική του εξέλιξη και καταξίωση και όχι ως υποδειγματική θετική στάση ζωής ενός κρατουμένου υπό τις δύσκολες συνθήκες του εγκλεισμού, χωρίς να παραθέτει γεγονότα ή επιχειρήματα από τα οποία να δικαιολογείται αυτή η κρίση, β) προκειμένου να δεχθεί ότι πράγματι υπάρχει ηθική βελτίωση του αιτούντος, απαίτησε να έχει υπάρξει ομολογία εκ μέρους του της τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, προκειμένου να μεταμεληθεί γι' αυτές, χωρίς αυτό να απαιτείται από το νόμο, αφού από καμία διάταξη εξ όσων συγκροτούν το πλέγμα των διατάξεων περί της υπό όρο απόλυσης, μηδέ των ήδη ισχυόντων εξαιρουμένων, δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση ή συσχετισμός της ομολογίας με την έννοια της "διαγωγής" του κρατουμένου, γ) δεν αξιολόγησε ούτε καν ως θετική ένδειξη την ορθή τήρηση των όρων των τακτικών αδειών που έλαβε κατά τη διάρκεια της κράτησής του, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός τους (6 κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος) δεν ήταν αμελητέος και δ) δεν αξιολόγησε τη διαγωγή του κατά το χρόνο της κράτησής του συνολικά με βάση το σύνολο των εξωτερικά διαγνώσιμων πραγματικών περιστατικών της εν γένει συμπεριφοράς του, όπως αυτά τα στοιχεία αναλύθηκαν ανωτέρω, που είναι ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση της ηθικής βελτίωσης και της μη ύπαρξης πραγματικού κινδύνου τέλεσης νέων αξιοποίνων πράξεων κατά την αποφυλάκισή του, έτσι ώστε η δικαστική κρίση να μην ολισθήσει στην αυθαιρεσία, βασιζόμενη στη βαρύτητα των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και, ουσιαστικά, στη θέση εκποδών του θεσμού της υφ' όρο απόλυσης. Επίσης, από το προγενέστερο, απορριπτικό της προηγούμενης αίτησης του εκκαλούντος για υπό όρο απόλυση, βούλευμα (918/4.12.2023 ΣυμβΠλημΠειρ) και το απορριπτικό της εναντίον του ασκηθείσας έφεσης βούλευμα (18/7.2.2025) μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει και έτερο ικανό χρονικό διάστημα, προκειμένου να είναι δυνατό να καταγνωσθεί ευχερώς η συνεχιζόμενη καλή διαγωγή και η επελθούσα ηθική βελτίωση του εκκαλούντος κρατουμένου. Με βάση τα ανωτέρω το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και δεν αξιολόγησε ορθά τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη. Κατόπιν τούτου πρέπει να εξαφανιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, να γίνει δεκτή η από ...2025 αίτηση του εκκαλούντος κρατούμενου και να διαταχθεί η υπό όρο απόλυσή του, με τους εξής περιοριστικούς όρους: α) την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, β) την υποχρέωση να διαμένει στον …, στην οδό ... και γ) να εμφανίζεται στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα μέχρι να παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του".
17. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν διέλαβε σ` αυτό την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος (άρθρ.93 παρ. 3) και του ΚΠΔ (άρθρ. 139 ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την υφ' όρον απόλυση του καταδικασθέντος Α. Γ. του Δ., με αποτέλεσμα να στερείται αυτό νόμιμης βάσης και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, εκείνα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε, χωρίς αμφιβολία, ότι ο εν λόγω καταδικασθείς κρατούμενος δημιουργεί βάσιμη προσδοκία έντιμης διαβίωσης στο μέλλον και ότι θα ενταχθεί ακινδύνως στην κοινωνία και δεν θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και δη όμοιες με αυτές για τις οποίες καταδικάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι τήρησε τους όρους των έξι (6) τακτικών αδειών που είχε λάβει, ότι κατά το χρόνο παραμονής του στη φυλακή με εξ αποστάσεως φοίτηση απέκτησε πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο σπουδών (2021) στα μαθηματικά από το γαλλικό πανεπιστήμιο ... και ότι ο κρατούμενος κατά την έκτιση της ποινής του τέλεσε μεν πειθαρχικά παραπτώματα κατά τα έτη 2002 και 2015, που όμως έχουν παραγραφεί και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Με βάση τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με το ικανό χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έναρξη έκτισης της ποινής του, χωρίς να έχει επιδείξει συμπεριφορά, που να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κακή διαγωγή, κατέληξε το Συμβούλιο Εφετών, ότι έχει επέλθει θετική μεταβολή της προσωπικότητάς του και ότι πληρούται η αναγκαία για την αποφυλάκισή του προϋπόθεση της καλής διαγωγής, που παρέχει την προσδοκία, ότι με την αποφυλάκισή του θα διάγει έναν έντιμο βίο. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής, με την έννοια της αληθούς θετικής συμπεριφοράς, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς. Η τελευταία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του χαρακτήρα του κρατούμενου, η οποία αποκλείει την υποτροπή και είναι ουσιαστική προϋπόθεση για την αποφυλάκισή του. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθεί, ότι σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι δηλαδή, κατά τη διάρκεια της κράτησής του παρακολούθησε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στα μαθηματικά, αποκτώντας βασικό πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που συνεπάγεται ο εγκλεισμός, χωρίς μάλιστα να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστημα της φοίτησής του, καταδεικνύει αναντίρρητα την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του και εν γένει στην ανάπτυξη του πνεύματός του. Τούτο, όμως, δεν είναι το μοναδικό ζητούμενο και δεν συνεπάγεται και την απαιτούμενη ηθική του βελτίωση, καθόσον κινείται στο πλαίσιο της ανάπτυξης της προσωπικότητας του αιτούντος και όχι το αν αυτή η ενέργειά του είχε επίδραση στο σωφρονισμό του. Η παραδοχή δε ότι "από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει το αντίθετο ή ότι η ως άνω καλή διαγωγή είναι προσχηματική, μάλιστα δε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα", είναι αντίθετη προς την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας και κρατούσα στη νομολογία άποψη, περί διαπίστωσης της καλής διαγωγής του κρατούμενου, ως ουσιαστικής προϋπόθεσης για την υφ' όρον απόλυσή του. 18. Περαιτέρω, δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι ειδικότερες φράσεις της επιστολής του στην εφημερίδα "...", τον … 2015, με τις οποίες φέρεται, κατά τις παραδοχές αυτού, ότι υποστήριξε το Κράτος Δικαίου και την δίκαιη εφαρμογή των νόμων για όλους και δεν αιτιολογείται πως αυτές συνδέονται με την δική του στάση απέναντι στην έννομη τάξη και στις δικαστικές αποφάσεις. Ακόμα, δεν αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, πώς η εκφορά απαξιωτικών εκφράσεων για τους πρώην συγκατηγορούμενους του, Ξ. και Κ., που συμπεριέλαβε σε επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "..." στις ...2017 συνδέεται με το σωφρονισμό του και όχι με μεταξύ τους προσωπικές διαφορές. 19. Ακόμα, δεν προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα από ποιο στοιχείο προκύπτει ότι, παρά την αμετάκλητη καταδίκη του κρατουμένου Α. Γ. του Δ., σε συνολική ποινή 17 φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 25 ετών, για τα αδικήματα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της διακεκριμένης οπλοκατοχής, της κατοχής εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών βομβών (ως αυτουργός) και για τα αδικήματα της προμήθειας εκρηκτικών υλών και βομβών, 23 εκρήξεων και 2 αποπειρών έκρηξης, 10 ληστειών, 17 ανθρωποκτονιών και 88 αποπειρών ανθρωποκτονίας (ως ηθικός αυτουργός), έχει επέλθει πράγματι μέχρι τώρα ο ποινικός σωφρονισμός του, η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν, ώστε να παρέχονται τα εχέγγυα για ομαλή κοινωνική επανένταξη σε περίπτωση αποφυλάκισής του. Αντίθετα, έγινε δεκτό στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο κατάδικος ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια για τις εν λόγω πράξεις, στοιχείο που δύναται να αξιολογηθεί ως ενδεικτικό μη ολοκληρωμένης ηθικής μεταστροφής και μεταμέλειάς του. 20. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίπτει το κριτήριο αυτό, δηλαδή την κρίση περί της ηθικής βελτίωσης του καταδίκου, χωρίς ειδική αιτιολογία, διαλαμβάνοντας ότι η μεταμέλεια δεν τίθεται ρητά ως νόμιμη προϋπόθεση για την υφ' όρον απόλυση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια, που καθιστά την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ελλιπή, με λογικά κενά, στερώντας το βούλευμα από νόμιμη βάση και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 106 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την ουσιαστική προϋπόθεση, που θέτει το άρθρο 106 του ΠΚ για την υφ' όρον απόλυση του κρατουμένου. 21. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών κρίνοντας με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες τυπικές προϋποθέσεις για την χορήγηση υφ' όρο απόλυσης στον κατάδικο Α. Γ. του Δ., με την αιτιολογία, ότι αυτός έχει εκτίσει πραγματικά ποινή 23 ετών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 105Β παρ. 6 ΠΚ, διότι δεν πληρούται η απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση για την απόλυσή του υπό όρο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα για τον καταδικασθέντα, που εκτίει ποινή 17 φορές ισόβιας κάθειρξης και εκτιτέα ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 25 ετών, είναι τα 25 έτη. 22. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β` και δ` του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αίτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την αναίρεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί το με αριθμό 66/2026 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1, 519, 522 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί
το βούλευμα με αριθμό 66/2026 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12-06-2026.

Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15-06-2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Η υφ'όρον απόλυση κρατουμένων βάσει του άρθρου 110Α Π.Κ.: Οι υπερβάσεις των Δικαστικών Συμβουλίων για την μη εφαρμογή μίας προβληματικής διάταξης, με "άλλοθι" τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα

 

Αίτηση υφ’όρον απολύσεως καταδίκου, κατά το άρθρο 110Α ΠΚ, λόγω του ότι ο κατάδικος νοσεί από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS). Στάδια της νόσου, βάσει των συμπτωμάτων και των λευκών αιμοσφαιρίων. Καταδίκη σε ποινή 4 φορές ισόβιας κάθειρξης και σε ποινή φυλάκισης 7 ετών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συρροή και επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Μέσα αποδείξεως. Πραγματογνωμοσύνη. Διακρίβωση της νόσου από ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Δεν αρκεί ο κατάδικος να είναι μόνο φορέας του ιού HIV, αλλά πρέπει και να εκδηλώνει συμπτώματα της νόσου. Δεν αρκεί ο κατάδικος να πάσχει από άλλη νόσο (π.χ. ηπατίτιδα C), αν αυτή δεν αποδεικνύεται ότι οφείλεται στο σύνδρομο, ούτε ότι αποτελεί σύμπτωμά του. Ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε Καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων, βάσει της οποίας ο αιτών έχει ιστορικό HIV λοίμωξης, ηπατίτιδας C και θεραπευθείσας πνευμονικής φυματίωσης. Εν προκειμένω, ο αιτών είναι φορέας, αλλά δεν νοσεί. Δεν χρήζει νοσηλείας, δεν εμφανίζει κανένα απολύτως παθολογικό εύρημα και η κλινική του εικόνα παρουσιάζεται βελτιωμένη. Λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή, ενώ η ακτινογραφία θώρακα δεν ανέδειξε πρόσφατη ή παλαιά βλάβη στους πνεύμονες. Τέλος, επί 3 έτη δεν έχει παρουσιάσει επανεργοποίηση της νόσου της φυματίωσης. Ορθό και αιτιολογημένο το βούλευμα. Απορρίπτει αναίρεση.

Αριθμός 148/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2017, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... του .., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού Κρήτης, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, περί αναιρέσεως του υπ’αριθμ.79/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ανατολικής Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...16. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, με αριθμό ...-8-2017, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε Συμβούλιο), μετά την έκδοση του με αριθμό 408/2017 βουλεύματος του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου Σας, την με αριθμό ...2016 αίτηση αναίρεσης του ... του ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού Κρήτης, κατά του με αριθμό 79/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ανατολικής Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. πρωτ...-3-2016 αίτηση αυτού, για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο, κατ’άρθρο 110Α Π.Κ. και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 110Α Π.Κ., όπως τούτο τροποποιήθηκε με τα άρθρα 20 του Γ’ Κεφαλαίου του Ν.3727/2008 και 4 παρ. 1-2 του Ν.4274/014, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 4322/2015 και όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 23 του Ν. 4356/2015: " 1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή...2. Η απόλυση χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή: α)...β)... 3. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έτη στην περίπτωση που το έγκλημά του δεν ενέχει ανθρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56 παρ. 3. Στην περίπτωση αυτή δύναται να επιβληθεί ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 283Α του ΚΠΔ. Επίσης, είναι δυνατή η επιβολή όρων κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 2 και 3 του Π.Κ. 4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το Συμβούλιο Εφετών. Ο Εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα στο αρμόδιο Συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας. Η ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του ΚΕ.Π.Α. υποχρεωτικά προσδιορίζουν εάν η αναπηρία είναι μόνιμη ή πρόσκαιρη και αναφέρουν στην περίπτωση της πρόσκαιρης αναπηρίας τον χρόνο διάρκειάς της και το ποσοστό της. Εάν πρόκειται για πρόσκαιρη αναπηρία ο αρμόδιος Εισαγγελέας υποβάλλει ένα (1) μήνα πριν τη λήξη του προσδιοριζόμενου χρόνου αναπηρίας στο αρμόδιο Συμβούλιο την πρότασή του για την επανεξέταση της χορηγηθείσας απόλυσης υπό όρο. Για το λόγο αυτό δύο (2) μήνες πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της προσδιορισθείσας αναπηρίας διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη είτε παραπομπή στο αρμόδιο ΚΕ.Π.Α. για την εκ νέου διακρίβωση των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων διατάσσεται η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την απόλυση υπό όρο λογίζεται ως πραγματικός χρόνος έκτισης της ποινής. Η επανεξέταση της αναπηρίας και η διακρίβωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού περατώνεται στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απόλυση υπό όρο χορηγείται από το Συμβούλιο Εφετών ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 Π.Κ., μεταξύ άλλων και εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, αφού ακολουθηθεί η διαλαμβανόμενη στην παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου διαδικασία. Περαιτέρω με την με αριθμό 39067/4.6.2015 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίστηκε η διαδικασία της διενέργειας ειδικής πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του ως άνω άρθρου 110Α του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 4322/2015, ως εξής: "1. Ο ειδικός πραγματογνώμονας, ο οποίος ορίζεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα, προκειμένου να διακριβώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 110Α του Π.Κ., υποβάλλει στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης αίτημα για την άμεση μεταγωγή του κρατούμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του Σωφρονιστικού Κώδικα σε δημόσιο νοσοκομείο, το οποίο έχει κλινική κατάλληλη για τη διάγνωση της συγκεκριμένης ασθένειας, εφόσον η διάγνωση της ασθένειας δεν είναι δυνατή από το Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού. Ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο δημόσιο νοσοκομείο, υποβάλλεται σε κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο που ορίζεται από τον Διευθυντή της οικείας κλινικής. Η φύλαξη του κρατούμενου γίνεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται αιτιολογημένη γνωμάτευση και εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό από τον Διευθυντή της οικείας κλινικής, το οποίο τίθεται στον ιατρικό φάκελο του κρατούμενου. Ο Διευθυντής του Καταστήματος Κράτησης ή ο Διευθυντής του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, διαβιβάζει αμέσως στον ειδικό πραγματογνώμονα τον ιατρικό φάκελο του κρατούμενου, ο οποίος, αφού τον συνεκτιμήσει, συντάσσει την σχετική πραγματογνωμοσύνη, με την οποία διακριβώνεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 110Α του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν.4322/2015". Η έναρξη της σχετικής διαδικασίας, εξαρτάται από την υποβολή αίτησης από τον ίδιο τον κατάδικο, καθώς η απόλυση με τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού αποτελεί δικαίωμα του κατάδικου και δεν συνιστά σωφρονιστικό θεσμό, αφού, ως διάταξη, έχει απεκδυθεί των ειδικοπροληπτικών κριτηρίων στην εφαρμογή της και διαμορφώνεται νομοθετικά, πρωτίστως, από το ενδιαφέρον για την υγεία του κατάδικου. Η, προδήλως, ανθρωπιστικού χαρακτήρα, διάταξη αυτή, είναι προσανατολισμένη στην προστασία της αξιοπρέπειας των κατάδικων που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες και αναπηρίες και έχουν ανάγκη υποβολής σε συνεχείς και εξειδικευμένες θεραπείες, που δεν είναι δυνατόν να παρέχονται αποτελεσματικά από τα καταστήματα κράτησης, ακόμη και στα θεραπευτικά, ή είναι υπερήλικες και η ασθένειά τους δεν τους επιτρέπει να κατανοούν τι συμβαίνει γύρω τους. Επιπλέον, η κατ’εξαίρεση επιεικής μεταχείριση αυτών των κατάδικων δικαιολογείται και λόγω της κατάστασής τους, που θεωρείται ότι αντικειμενικά δεν τους επιτρέπει να προσβάλλουν την έννομη τάξη {Μαργαρίτης Λ., Ποινολογία, 2005, 631, επικαλούμενος και τους Μανωλεδάκη, Παρασκευόπουλο}. Η εφαρμογή της ρύθμισης προϋποθέτει ότι ο κατάδικος, που δικαιούται να απολυθεί, νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση, από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός, καθώς και από κύρωση του ύπατος με αναπηρία άνω του 67% ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας ή από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου. Εάν συντρέξουν και οι δύο προϋποθέσεις (:απαίτηση του κατάδικου και διαπίστωση από το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο ότι υπάρχει κάποια από τις συγκεκριμένες νόσους ή αναπηρίες) η απόλυση είναι υποχρεωτική {Αρ. Χαραλαμπάκης, Ποινικός Κώδικας, υπό άρθρο 110A, αριθ. 1-2}. Περαιτέρω, με τις εν λόγω διατάξεις αναγνωρίζεται ειδικότερα η σοβαρότητα, τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαίτερες ανάγκες της κατάστασης του πάσχοντος από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (ΣΕΑΑ/AIDS), καθώς και η ανάγκη της διαφορετικής ποινικής μεταχείρισης του πάσχοντος από αυτήν κατάδικου. Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση αυτή, ο κατάδικος, για να δικαιούται να απολυθεί υπό όρο, πρέπει να νοσεί από αυτό, δεν αρκεί δηλαδή να είναι μόνο φορέας του ιού ΗIV, αλλά πρέπει να εκδηλώνει συμπτώματα της νόσου {Μ. Μαργαρίτης, Ποιν. Κώδικας, έκδ.2003, άρθ. 110Α , σελ.278, Καϊάφα - Γκμπάντι, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 2008, 490, Γ. Δημήτραινας, Η ποινική μεταχείριση κατάδικου που πάσχει από Αids),Υπερ. 1995, σελ. 1231}. Δεν αρκεί επίσης ο κατάδικος να πάσχει από άλλη νόσο (π.χ. ηπατίτιδα C), αν αυτή δεν αποδεικνύεται ότι οφείλεται στο σύνδρομο, ούτε αποτελεί σύμπτωμά του (π.χ. διότι χρονικά προηγείται της ανίχνευσης του ιού HIV). Αν η υγεία του κατάδικου επιδεινώνεται για λόγους που δεν ανάγονται στη συγκεκριμένη νόσο, το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη ρύθμιση του άρθρου 557 ΚΠΔ περί διακοπής εκτέλεσης ποινής. Eξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 ΚΠΔ. {Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 786/2015, 430/2015 Α.Π. 274/2015, Α.Π. 273/2015}. Περαιτέρω, η πραγματογνωμοσύνη διαλαμβάνεται μεταξύ των κυριότερων, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 178 περ. γ’ ΚΠΔ, αποδεικτικών μέσων και διατάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης, για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι και αυτή έχει ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου, απαίτηση που ικανοποιείται όχι μόνον όταν η πραγματογνωμοσύνη μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, έστω κι αν αυτό δεν επισημαίνεται στο προοίμιο του σκεπτικού, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο στη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης (ΑΠ 183/2013, ΑΠ 441/2014). Και τούτο, διότι το κρίσιμο ζητούμενο για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι η κατάφαση της πραγματικής εκτίμησης και αξιολόγησης του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης και όχι, απλώς, η ρητή μνεία της τελευταίας μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, κατ’εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωμάτευσης ή γνωμοδότησης) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις {Α.Π 1637/2010}. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης {Ολ. Α.Π 2/2011, ΟλΑΠ 3/2008, Α.Π 1089/2015, Α.Π 20/2015, Α.Π 1108/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης με το με αριθμό 79/2016 βούλευμά του, απέρριψε την αίτηση για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο, κατ’άρθρο 110A Π.Κ., του αναιρεσείοντα K.D., του E., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού Κρήτης με την με αριθμό 876-879/22-11- 2013 απόφαση του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή τέσσερις (4) φορές ισόβιας κάθειρξης και σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συρροή και επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αριθμό 19/12-1-2015 απόφασης του Α’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: "Από την εκτίμηση των εγγράφων που συνυποβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, την από 25-5-2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο καθηγητής παθολογίας λοιμώξεων, διευθυντής της παθολογικής κλινικής και μονάδας λοιμώξεων του ... Α.Γ. (το περιεχόμενο της οποίας τέθηκε σε γνώση του αιτούντος, αφού ρητά μνημονεύεται στο από 7-6-2016 υπόμνημά του), σε συνδυασμό με όσα εκθέτει ο αιτών στο από 7- 6-2016 υπόμνημά του αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών, υπήκοος Γεωργίας, γεννηθείς στις 7-8-1986, κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, δυνάμει της υπ’αριθ. 876-879/22-11-2013 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ομόφωνα σε ποινή τέσσερις (4) φορές ισόβιας κάθειρξης και σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συρροή και επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, που έλαβαν χώρα στη Φιλοθέη στις 9-7-2012 και στην Ηλιούπολη στις 30-5-2012, με έναρξη της ποινής του την 26-7-2012 (ημερομηνία προσωρινής κράτησης). Η ως άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ’αριθμ. 19/12-1-2015 απόφασης του Α’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση του αιτούντος - κατάδικου κατ’αυτής. Ο άνω κατάδικος το έτος 2013 παρουσίασε πνευμονική φυματίωση για την οποία έλαβε πλήρη αντιφυματική αγωγή, μετά το πέρας της οποίας τον 2/2014, οι εξετάσεις του ήταν αρνητικές για ενεργό φυματίωση (βλ. τις από 1-3-2016 και 29-3-2016 ιατρικές βεβαιώσεις του Επιμελητή Δ/ντή Παθολογικής Κλινικής). Λόγω της ασθένειάς του αυτής τυγχάνει ευεργετικού υπολογισμού των ημερών της ποινής του (ήτοι η κάθε ημέρα παραμονής του στο κατάστημα κράτησης υπολογίζεται ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής) από την 18-2-2013 έως και την 2-3-2016 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα υπολογισμού ποινής του ΚΚ Αλικαρνασσού), σύμφωνα με την υπ’αριθμ...2013 απόφαση της Εισαγγελέως Επόπτη του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών, εκτός της κρινόμενης αίτησης είχε υποβάλλει προηγουμένως άλλες δύο (2), όμοιες κατά περιεχόμενο, αιτήσεις για απόλυσή του υπό όρο κατ’άρθρο 110A Π.Κ., επικαλούμενος ότι νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, οι οποίες απερρίφθησαν με τα υπ’αριθμ. 361/2014 και 53/2015 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιά και Κέρκυρας, αντίστοιχα, τα οποία δέχθηκαν στο σκεπτικό τους ότι ο αιτών δεν νοσεί από τη νόσο του AIDS, αλλά ότι είναι απλός φορέας της νόσου ΗIV. Από το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών που συνυποβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση και ιδίως από την από 25-5-2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο καθηγητής παθολογίας λοιμώξεων, διευθυντής της παθολογικής κλινικής και μονάδας λοιμώξεων του, προκύπτει ότι ο αιτών έχει ιστορικό ΗIV λοίμωξης (HIV σημαίνει Human Immunodeficiency Virus δηλαδή Ιός της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας), ηπατίτιδας C και θεραπευθείσας πνευμονικής φυματίωσης. Σύμφωνα με τη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία, όταν κάποιος μολύνεται με τον ιό HIV, γίνεται "HIV οροθετικός" και θα είναι για πάντα HIV οροθετικός. Με την πάροδο του χρόνου, η ΗIV νόσος μολύνει και εξοντώνει τα λευκά αιμοσφαίρια που λέγονται CD4+λεμφοκύτταρα (ή "CD4+ Τα κύτταρα") και μπορεί να αφήσουν το σώμα ανίκανο να καταπολεμήσει κάποιες μολύνσεις και καρκινογενέσεις. Με την έγκαιρη και σωστή αντιρετροική θεραπεία (ART) το άτομο αυτό μπορεί να παραμείνει υγιές και να αντιμετωπίζει τις περισσότερες λοιμώξεις. Ένα υγιές άτομο έχει συνήθως από 600 έως 1200 CD4+λεμφοκύτταρα. Όταν τα CD4+λεμφοκύτταρα πέσουν κάτω από 200 ανά χιλιοστό του λίτρου στο αίμα, το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου αποδυναμώνεται σοβαρά και φτάνει στα στάδια του AIDS, ακόμα και αν δεν έχει αρρωστήσει από άλλες μολύνσεις. Ορίζεται ότι κάποιος έχει AIDS είτε όταν τα CD4 κύτταρά του είναι σε αριθμό λιγότερα από 200/μΙ. (μικρολίτρο) αίματος, είτε όταν εκδηλωθεί η παρουσία συγκεκριμένων νόσων που σχετίζονται με την προχωρημένη HIV λοίμωξη. Περίπου οι μισοί από τους ανθρώπους που έχουν μολυνθεί με HIV θα αναπτύξουν AIDS σε 10 χρόνια, αν δεν λάβουν θεραπεία. Οι πιο κοινές αρχικές καταστάσεις που σημαίνουν συναγερμό για την εμφάνιση AIDS είναι η πνευμονία από πνευμονοκύστη (PCP) σε ποσοστό 40%, το σύνδρομο απίσχνασης (αδυνατίσματος) από ΗIV και η οισοφαγική καντιντίαση (μυκητίαση από μύκητα Candida). Άλλες κοινές εκδηλώσεις AIDS περιλαμβάνουν τις υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του αναπνευστικού (όπως η πνευμονία). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρότεινε για πρώτη φορά έναν ορισμό του AIDS το 1986. Από τότε υπήρξε ένας αριθμός αναβαθμίσεων και επεκτάσεων του ορισμού, μέχρι την πιο πρόσφατη εκδοχή - ταξινόμηση του 2007. *Στάδιο I: ασυμπτωματική HIV λοίμωξη με αριθμό CD4 μεγαλύτερο από (>) 500μΙ ανά μικρόλιτρο ή κυβικό χιλιοστό αίματος. Μπορεί να περιλαμβάνει γενικευμένη διόγκωση λεμφαδένων. * Στάδιο II: ήπια συμπτώματα που μπορεί να περιλαμβάνουν χαμηλής βαρύτητας βλεννογονοδερματικές εκδηλώσεις και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού. Αριθμός CD4 μικρότερος από (<)500μΙ. *Στάδιο III: Προχωρημένα συμπτώματα που μπορεί να περιλαμβάνουν ανεξήγητη χρόνια διάρροια για περισσότερο από 1 μήνα, σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης της πνευμονικής φυματίωσης και αριθμό CD4 <350μΙ. *Στάδιο IV ή AIDS: Σοβαρά συμπτώματα που περιλαμβάνουν τοξοπλάσμωση εγκεφάλου, καντιντίαση (ευκαιριακή μυκητίαση) οισοφάγου, τραχείας, βρόγχων ή πνευμόνων και σάρκωμα Kaposi. Αριθμός CD4 <200μΙ. Το δε Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών CDC αναβάθμισε το δικό του σύστημα ταξινόμησης για το HIV/AIDS το 2008. Στο σύστημα αυτό η λοίμωξη κατατάσσεται βάσει αριθμού CD4 και κλινικών συμπτωμάτων. *Στάδιο 1: αριθμός CD4>500μl και μη ύπαρξη καταστάσεων που ορίζουν το AIDS. *Στάδιο 2: αριθμός CD4 200-500μΙ και μη ύπαρξη καταστάσεων που ορίζουν το AIDS. *Στάδιο 3: αριθμός CD4 <200μl και παρουσία καταστάσεων που ορίζουν το AIDS. *Άγνωστο: όταν δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση για την κατάταξη σε κάποιο από τα παραπάνω στάδια. Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών η διάγνωση του ΑΙDS (στάδιο 3) εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και αν μετά τη θεραπεία ο αριθμός των CD4 ανέβει πάνω από 200μΙ ή θεραπευτούν άλλες ασθένειες που ορίζουν το AIDS. Εν προκειμένω, ο αιτών κατάδικος, βάσει του συμπεράσματος της άνω 25-5-2016 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και βάσει της από 8-1-2015 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του παθολόγου Ι. Ζ., η οποία δεν προσκομίζεται, αλλά το συμπέρασμά της περιλαμβάνεται στο υπ’αριθμ. 53/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, φέρεται ότι νοσεί από σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (στάδιο C3, που ανήκει στο τελευταίο στάδιο εξέλιξης της νόσου- στάδιο AIDS), σύμφωνα με τα κριτήρια του CDC, λόγω των ελαττωμένων CD4 κυττάρων (258/μΙ) και του μη ανιχνεύσιμου στο αίμα του ιού HIV, με καλή ανταπόκριση στην αντί- HIV αγωγή που λαμβάνει. Ουδόλως βέβαια αναφέρονται στην άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία κρίνεται ελλιπής ως προς τούτο, τα στάδια της HIV λοίμωξης σύμφωνα με τα κριτήρια του CDC, ούτε η διάκριση μεταξύ φορέα της νόσου και νοσούντος από αυτήν, ούτε αναλυτική αναφορά των εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο αιτών και στις οποίες στηρίχθηκε το πόρισμά της και προφανώς ο αιτών κατατάσσεται στο άνω στάδιο, καίτοι ο αριθμός των CD4 είναι πάνω από 200/μΙ λόγω της θεραπευθείσας πνευμονικής φυματίωσης που είχε παρουσιάσει το έτος 2013 (χωρίς αυτό να αναγράφεται ρητά στην πραγματογνωμοσύνη αυτή). Από τη συνολική όμως εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι ο αιτών, ο οποίος έχει μολυνθεί από τον ιό ΗIV και προς τούτο λαμβάνει αγωγή με Artipia caps (μία φορά την ημέρα) στην οποία ανταποκρίνεται καλά, δεν νοσεί από σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, αλλά είναι φορέας της νόσου ΗIV, ανήκοντος σε κατηγορία πριν το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της HIV νόσου σε στάδιο AIDS. Ειδικότερα, η HIV λοίμωξη από την οποία έχει προσβληθεί ο αιτών αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με συνέπεια το ιικό φορτίο του HIV στο αίμα του να διατηρείται μη ανιχνεύσιμο, και τα επίπεδα των CD4 να ανέρχονται σε 258/μΙ (ικανοποιητικά κατά την από 29-3-2016 ιατρική γνωμάτευση του Δ/ντή της Παθολογικής Κλινικής του … Ε.Μ.). Από την κλινική του εξέταση την 11-5-2016 στο εξωτερικό ιατρείο Λοιμώξεων του … δεν ανευρέθηκαν παθολογικά ευρήματα, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο αιτών βρίσκεται σε κλινική λανθάνουσα περίοδο (η οποία κατά τη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία χωρίς αντιρετροική αγωγή μπορεί να διαρκέσει κατά μέσο όρο οκτώ έτη) αφού δεν αναφέρεται κανένα σύμπτωμα (π.χ. διάρροια, πυρετός, διογκωμένοι και ευαίσθητοι λεμφαδένες, εξάνθημα στο δέρμα, έλκη στο στόμα κ.λ.π.), ο δε αιτών λαμβάνει αντιρετροική αγωγή, ενώ η ακτινογραφία θώρακα δεν ανέδειξε πρόσφατη ή παλαιά βλάβη στους πνεύμονες. Επιπροσθέτως, ενώ ο αιτών έχει ιστορικό ηπατίτιδας και θεραπευθείσας πνευμονικής φυματίωσης, δεν έχει παρουσιάσει επί χρονικό διάστημα άνω των τριών ετών επανενεργοποίηση της νόσου της φυματίωσης, ούτε καμία υποτροπιάζουσα λοίμωξη του αναπνευστικού (π.χ. πνευμονία) ώστε να θεωρηθεί ότι έχει αναπτύξει σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS). Μόνη η εμφάνιση το έτος 2013 πνευμονικής φυματίωσης, η οποία ως ευκαιριακή βακτηριακή λοίμωξη απαντάται σε HIV οροθετικά άτομα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "κατάσταση που ορίζει το (AIDS)", κατά τα κριτήρια του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών CDC, ενώ κατά τα κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η εκδήλωση πνευμονικής φυματίωσης κατατάσσει την HIV λοίμωξη σε στάδιο ΜΙ και όχι σε στάδιο (AIDS). Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε από προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά ότι, πέραν της κατά τα άνω αποτελεσματικής για την κατάσταση της υγείας του φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει ο αιτών εντός του Καταστήματος Κράτησης, απαιτείται και η νοσηλεία του, αφού αυτός δεν εμφανίζει κανένα απολύτως παθολογικό εύρημα, η δε κλινική του εικόνα παρουσιάζει βελτίωση. Σε κάθε περίπτωση αν απαιτηθεί να υποβληθεί σε οποιαδήποτε εξειδικευμένη εξέταση μπορεί να μεταφερθεί προς τούτο, συνοδεία αστυνομικών, σε νοσηλευτικό ίδρυμα του τόπου κράτησής του. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η προδήλως ανθρωπιστικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 110Α του Π.Κ. είναι προσανατολισμένη στην προστασία της αξιοπρέπειας των καταδίκων, που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες και αναπηρίες και έχουν ανάγκη υποβολής σε συνεχείς και εξειδικευμένες θεραπείες, που δεν είναι δυνατό να παρέχονται αποτελεσματικά από τα Καταστήματα Κράτησης, ακόμη και θεραπευτικά, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν, ως προς την αποτελεσματική θεραπεία που λαμβάνει ο αιτών, ο οποίος πάσχει μεν από HIV λοίμωξη, αλλά δεν νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής της εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 110A Π.Κ. Τέλος, ως εκ περισσού (δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο αιτών δεν νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας και επομένως δεν εμπίπτει στην εφαρμογή του άρθρου 110A Π.Κ.), πρέπει να σημειωθεί ότι ενισχυτικό στοιχείο της ελεγχόμενης και σταθερής κατάστασης της υγείας του αιτούντος είναι το γεγονός ότι αυτός εξακολουθεί και εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, στα οποία έχει κρατηθεί, να διαπράττει σειρά πειθαρχικών παραπτωμάτων, συνιστώντων παράλληλα και αξιόποινων πράξεων (βλ. απόσπασμα από το δελτίο πειθαρχικών ποινών του αιτούντος, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά στις 20-1-2015, 18-2-2015 και 29-6-2015 για πειθαρχικά αδικήματα της εν γνώσει του κατοχής εν γένει επικίνδυνων αντικειμένων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα, της άσκησης βίας κατά συγκρατούμενού και της απόδρασης κρατουμένου), ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε αν η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοιας βαρύτητας που αυτός επικαλείται. Η αναφορά αυτή γίνεται για να καταδειχθεί ότι η κατά τα προαναφερθέντα προδήλως ανθρωπιστικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 110A Π.Κ., που προβλέπει την κατ’εξαίρεση επιεική μεταχείριση των καταδίκων που μπορούν να τύχουν της εφαρμογής της, ανεξαρτήτως μάλιστα της βαρύτητας των εγκλημάτων που έχουν διαπράξει και της επιβληθείσας σ’αυτούς ποινής, δικαιολογείται και λόγω της κατάστασής τους, που θεωρείται ότι αντικειμενικά δεν επιτρέπει να προσβάλλουν την έννομη τάξη, προϋπόθεση που δεν μπορεί να συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς αναφέρθηκαν για το επικίνδυνο της συμπεριφοράς του αιτούντος, ακόμη και υπό καθεστώς κράτησής του. Βάσει των ανωτέρω, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο, κατ’άρθρο 110A Π.Κ., κατά τα προδιαληφθέντα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί". Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν στις διατάξεις του άρθρου 110Α Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει αυτό νόμιμης βάσης. Αναφέρονται κατ’είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των οποίων και η από 25-5-2016 ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν μετά από συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων, βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο, κατά το άρθρο 110Α Π.Κ. στον αιτούντα-αναιρεσείοντα, καθόσον αυτός πάσχει μεν από HIV λοίμωξη, αλλά δεν νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας. Ακόμη αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια η αντίθετη κρίση του Συμβουλίου με όσα αναφέρονται στην από 25-5-2016 ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη, τόσο με την ανάλυση της σύμφωνης με τα συμπεράσματά του από 29-3-2016 ιατρικής γνωμάτευσης του Δ/ντή της Παθολογικής Κλινικής του, όσο και με την παράθεση τα αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποκλείουν αυτά, που η αντιθέτου περιεχομένου ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη θέτει ως βάση του συμπεράσματός της. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α. Να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Και Β. Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Με την από 21.7.2016 αίτηση του υπηκόου Γεωργίας, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού Κρήτης προς έκτιση ποινής ισόβιας κάθειρξης και συνολικής ποινής φυλάκισης επτά (7) ετών για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας κατά συρροή, ληστείας κ.λπ. ζητείται η αναίρεση του υπ’αριθμόν 79/11.7.2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ανατολικής Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη η υπ’αριθμό ...3.2016 αίτηση του ανωτέρω για απόλυσή του από τις φυλακές κατ’άρθρο 110Α του ΠΚ υπό τον όρο της ανάκλησης, επειδή νοσεί από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 110Α του ΠΚ το οποίο έχει προστεθεί με την παράγρ. 3 του άρθρου 33 Ν. 2172/1993, τροποποιηθεί με το άρθρο 20 Ν. 37...2008 και με το άρθρο 4 του Ν. 4274/2014, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν.4322/2015 η δε παράγρ. 4 αντικαταστάθηκε επίσης με το άρθρο 23 του Ν. 4356/2015 και ισχύει πλέον ως εξής: "1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 εφόσον ο κατάδικος νοσεί από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση ή από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός...2. Η απόλυση χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη της ελευθερίας ποινή: α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας... β)...3. Στην περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έτη και στην περίπτωση που το έγκλημά του δεν είναι ανθρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση εκτίει το υπόλοιπο της ποινής... 4. Η διακρίβωση των προηγουμένων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου ή από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή στην περίπτωση που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης από το Συμβούλιο Εφετών. Ο Εισαγγελέας μετά την υποβολή της αίτησης διατάσσει ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγουμένων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (Κ.Ε.Π.Α.) και η διαδικασία της καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του Κ.Ε.Π.Α υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα στο αρμόδιο Συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση". Σε εκτέλεση της κατά τα ανωτέρω επιταγής της διάταξης του άρθρου 110Α ΠΚ, η οποία προβλέπει τη διεξαγωγή "ειδικής" πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ'αριθμό 39067/4.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία ορίζει τα εξής: "1. Ο ειδικός πραγματογνώμονας ο οποίος ορίζεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα προκειμένου να διακριβώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 4322/2015, υποβάλλει στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης αίτημα για την άμεση μεταγωγή του κρατουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/99 ΦΕΚ Α 291/24-12-1999) σε δημόσιο νοσοκομείο, το οποίο έχει κλινική κατάλληλη για τη διάγνωση της συγκεκριμένης ασθένειας, εφόσον η διάγνωση της ασθένειας δεν είναι δυνατή από το Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού. Ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο δημόσιο νοσοκομείο, υποβάλλεται σε κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο που ορίζεται από τον Διευθυντή της οικείας κλινικής. Η φύλαξη του κρατουμένου γίνεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται αιτιολογημένη γνωμάτευση και εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό από τον Διευθυντή της οικείας κλινικής, τα οποία τίθενται στον ιατρικό φάκελο του κρατουμένου. 4. Ο Διευθυντής του Καταστήματος Κράτησης ή ο Διευθυντής του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού διαβιβάζει αμέσως στον ειδικό πραγματογνώμονα τον ιατρικό φάκελο του κρατουμένου, ο οποίος, αφού τον συνεκτιμήσει, συντάσσει τη σχετική πραγματογνωμοσύνη, με την οποία διακριβώνεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 6 του ν.4322/2015". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απόλυση υπό όρο δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτέλεσής της που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του κατάδικου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. ΑΠ 106/1991, ΑΠ 352/1999, δημοσ. ΝΟΜΟΣ) χορηγείται από το Συμβούλιο Εφετών, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, όταν ο κατάδικος που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης νοσεί από το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS), κατόπιν διενέργειας ειδικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται από τον Εισαγγελέα. Δηλαδή για να δικαιούται να απολυθεί ο κατάδικος υπό όρο πρέπει να νοσεί από αυτό (AIDS), δηλαδή δεν αρκεί να είναι μόνο φορέας του ιού HIV, αλλά πρέπει να εκδηλώνει συμπτώματα της νόσου. Δεν αρκεί επίσης ο κατάδικος να πάσχει από άλλη νόσο (π.χ. ηπατίτιδα C) αν αυτή δεν αποδεικνύεται ότι οφείλεται στο σύνδρομο ούτε αποτελεί σύμπτωμά του (π.χ. διότι χρονικά προηγείται της ανίχνευσης του ιού HIV). Αν η υγεία του κατάδικου επιδεινώνεται για λόγους που δεν ανάγονται στη συγκεκριμένη νόσο, το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη ρύθμιση του άρθρου 557 ΚΠΔ περί διακοπής εκτέλεσης της ποινής Περαιτέρω, η απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την απορριπτική του κρίση για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005, ΑΠ 786/2015, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 834/2016, ΑΠ 945/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2011). Τέλος, η πραγματογνωμοσύνη διαλαμβάνεται μεταξύ των κυριοτέρων κατά τις προβλέψεις του άρθρου 178 περ. γ’ ΚΠΔ αποδεικτικών μέσων και διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι και αυτή έχει ληφθεί υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, απαίτηση που ικανοποιείται όχι μόνον όταν η πραγματογνωμοσύνη μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματα του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, έστω και αν αυτό δεν επισημαίνεται στο προοίμιο του σκεπτικού, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο στη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης (ΑΠ 183/2013, ΑΠ 441/2014). Και τούτο διότι το κρίσιμο ζητούμενο για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι η κατάφαση της πραγματικής εκτίμησης και αξιολόγησης του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης και όχι απλώς η ρητή μνεία της τελευταίας μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο κατ’εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει όμως όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα να δικαιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποκλείουν αυτά που ο πραγματογνώμονας θέτει ως βάση της γνώμης του (ΑΠ 1637/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης με το υπ’αριθμό 79/11.7.2016 βούλευμά του απέρριψε την αίτηση για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο κατ’άρθρο 110Α του ΠΚ στον αναιρεσείοντα, κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού Κρήτης με την υπ’αριθμό 876- 879/22.11.2013 απόφαση του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή τέσσερις (4) φορές ισόβιας κάθειρξης και σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συρροή και επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ’αριθμό 19/12.1.2015 απόφασης του Α’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος το δικάσαν Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Από την εκτίμηση των εγγράφων που συνυποβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, την από 25.5.2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο Καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων, διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής και Μονάδας Λοιμώξεων του ... (το περιεχόμενο της οποίας τέθηκε σε γνώση του αιτούντος αφού ρητά μνημονεύεται στο από 7.6.2016 υπόμνημά του), σε συνδυασμό με όσα εκθέτει ο αιτών στο από 7.6.2016 υπόμνημά του αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών, υπήκοος Γεωργίας, γεννηθείς στις 7.8.1986, κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, δυνάμει της υπ’αριθ. 876- 879/22.11.2013 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ομόφωνα σε ποινή τέσσερις (4) φορές ισόβιας κάθειρξης και σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συρροή και επικίνδυνης σωματική βλάβη κατά συρροή, που έλαβαν χώρα στη Φιλοθέη στις 9-7-2012 και στην Ηλιούπολη στις 30-5-2012, με έναρξη της ποινής του την 26-7-2012 (ημερομηνία προσωρινής κράτησης). Η άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ’αριθμ. 19/12-1-2015 απόφασης του Α’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση του αιτούντος - καταδίκου κατ’αυτής. Ο άνω κατάδικος το έτος 2013 παρουσίασε πνευμονική φυματίωση για την οποία έλαβε πλήρη αντιφυματική αγωγή, μετά το πέρας της οποίας, τον 2/2014, οι εξετάσεις του ήταν αρνητικές για ενεργό φυματίωση (βλ. τις από 1-3-2016 και 29-3-2016 ιατρικές βεβαιώσεις του Επιμελητή Δ/ντη Παθολογίας Παθολογικής Κλινικής ... ...). Λόγω της ασθένειάς του αυτής τυγχάνει ευεργετικού υπολογισμού των ημερών της ποινής του (ήτοι η κάθε ημέρα παραμονής του στο κατάστημα κράτησης υπολογίζεται ως δυο ημέρες εκτιόμενης ποινής) από την 18-2-2013 έως και την 2-3-2016 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα υπολογισμού ποινής του ΚΚ Αλικαρνασσού), σύμφωνα με την υπ’ αριθμ…2013 απόφαση της Εισαγγελέως Επόπτη του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών, εκτός της κρινόμενης αίτησης, είχε υποβάλλει προηγουμένως άλλες δυο (2), όμοιες κατά περιεχόμενο, αιτήσεις για απόλυσή τού υπό όρο κατ’άρθρο 110Α ΠΚ, επικαλούμενος ότι νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, οι οποίες απερρίφθησαν με τα υπ’αριθμ. 361/2014 και 53/2015 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κων Πειραιά και Κέρκυρας, αντίστοιχα, τα οποία δέχθηκαν στο σκεπτικό τους ότι ο αιτών δεν νοσεί από την νόσο AIDS αλλά ότι είναι απλός φορέας της νόσου ΗIV. Από το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών που συνυποβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση και ιδίως από την από 25-5-2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο Καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων, διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής και Μονάδας Λοιμώξεων του ... Α.Γ., προκύπτει ότι ο αιτών έχει ιστορικό HIV λοίμωξης (ΗIV σημαίνει Human Immunodeficiency Virus δηλαδή Ιός της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας), ηπατίτιδας C και θεραπευθείσας πνευμονικής φυματίωσης. ...". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ανατολικής Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΠΚ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πρακτικά περιστατικά που προέκυψαν στις διατάξεις του άρθρου 110Α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου δηλαδή με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού στην αιτιολογία του βουλεύματος αναφέρονται κατ’είδος τα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και η από 25.5.2016 ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού ... από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν βάσει των οποίων έκρινε ότι ο αιτών - αναιρεσείων δεν νοσεί από σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS), αλλά αυτός πάσχει από H.I.V. λοίμωξη, ανήκοντας σε κατηγορία πριν το τελευταίο στάδιο εξέλιξης αυτής σε στάδιο AIDS, συνακόλουθα δε ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση του ευεργετήματος της απόλυσης υπό όρο κατά το άρθρο 110Α του ΠΚ. Ακόμη αιτιολογείται με επάρκεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αντίθετη κρίση του Συμβουλίου με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω από 25.5.2016 ειδική ιατρική πραγματογνωμοσύνη με την παράθεση των αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία αποκλείουν αυτά τα οποία η αντιθέτου περιεχομένου πραγματογνωμοσύνη θέτει ως βάση του συμπεράσματός της. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα αντιστοίχως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’αριθμό ...21.7.2016 αίτηση αναίρεσης του ... του ... (υπηκόου Γεωργίας) για αναίρεση του υπ’αριθμό 79/11.7.2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ανατολικής Κρήτης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2017. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2018.

 

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Συμβούλιο Πλημ/κών Χαλκίδας: Αντισυνταγματική η διάταξη της υφ'όρον απόλυσης λόγω αναπηρίας - Φλώροι vs "Φλώρων"

 

 

Η κυρία Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου θα ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως κατά παρόμοιων Βουλευμάτων, έστω και υπέρ του Νόμου, για την ενότητα της Νομολογίας;


216/2018 ΠΛΗΜΜ ΧΑΛΚ

Υπό όρο απόλυση καταδίκων με ποσοστό αναπηρίας. Άρθρο 110Α παρ. 2 στοιχ. β’ ΠΚ. Αντισυνταγματικότητα διάταξης. Επιβολή πρόσκαιρης κάθειρξης. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την υπό όρο απόλυση του εκτίοντος πρόσκαιρη κάθειρξη καταδίκου με ποσοστό αναπηρίας. Έκτιση του 1/5 της ποινής και ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%. Πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Πιστοποίηση αναπηρίας: πραγματογνωμοσύνη ή βεβαίωση από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.ΠΑ.). Ωστόσο, η διάταξη του ά. 110Α παρ. 2 στοιχ. β’ ΠΚ, η οποία αξιώνει μόνο ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% και έκτιση ενός ελαχίστου μέρους της ποινής, ήτοι του 1/5, ακόμη και πλασματική έκτιση, είναι αντισυνταγματική, αφού δεν εξετάζεται αν τα αντίστοιχα προβλήματα υγείας υπήρχαν και πριν από την τέλεση της πράξης ή προέκυψαν στη συνέχεια, καθώς και η διαγωγή του υφ’όρον απολυθέντος μετά την απόλυσή του. Εν προκειμένω, το ποσοστό αναπηρίας ανέρχεται στο 82%, το οποίο προκύπτει σωρευτικά από περισσότερες ασθένειες. Απορρίπτει αίτηση ως μη νόμιμη, διότι κατά την κρίση του Συμβουλίου η διάταξη του ά. 110Α παρ. 2 στοιχ. β’ ΠΚ είναι αντισυνταγματική, βάσει των ως άνω. Βλ. αντίθετη εισαγγελική πρόταση, βάσει της οποίας προτείνεται η υφ’όρον απόλυση του κρατουμένου.

Αριθμός: 216/2018 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΧΑΛΚΙΔΑΣ Αποτελούμενο από τους Δικαστές Μιχαήλ Ντόστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννη Τσιφούκη (Εισηγητή) και Παρασκευή Κοντού, Πλημ/κες. Συνήλθε στο Κατάστημα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας την 19-12-2018 παρουσία της Γραμματέως Παναγιώτας - Βασιλικής Πανταζή για να αποφανθεί, αφού διασκεφθεί στη με αριθμό 243/2018 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέως, Όλγας Ηλιοπούλου, η οποία έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: Προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας Εισάγουμε ενώπιον του Συμβουλίου Σας σύμφωνα με τα άρθρα 32 παρ. 1 και 4, 138 παρ. 2β ΚΠΔ και 105 επ. ΠΚ την από 7-11-2018 αίτηση του ... κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας, αιτουμένου την υπό όρο απόλυσή του κατά το άρθρο 110Α παρ. 2 ΠΚ και εκθέτουμε τα κάτωθι: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 110Α παρ. 2 του Π.Κ «Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή: α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής». Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4, ως τούτη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του νόμου 4356/2015, «Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας. Η ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του ΚΕ.ΠΑ. υποχρεωτικά προσδιορίζουν εάν η αναπηρία είναι μόνιμη ή πρόσκαιρη, και αναφέρουν στην περίπτωση της πρόσκαιρης αναπηρίας τον χρόνο διάρκειας και το ποσοστό της. Εάν πρόκειται για πρόσκαιρη αναπηρία, ο αρμόδιος εισαγγελέας υποβάλλει ένα (1) μήνα πριν τη λήξη του προσδιοριζόμενου χρόνου αναπηρίας στο αρμόδιο συμβούλιο την πρότασή του για την επανεξέτασή της χορηγηθείσας απόλυσης υπό όρο. Για τον λόγο αυτό δύο (2) μήνες πριν την συμπλήρωση του χρόνου της προσδιορισθείσας αναπηρίας, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, είτε παραπομπή στο αρμόδιο ΚΕ.Π.Α για την εκ νέου διακρίβωση των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων διατάσσεται η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την απόλυση υπό όρο λογίζεται ως πραγματικός χρόνος έκτισης της ποινής. Η επανεξέταση της αναπηρίας και η διακρίβωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού περατώνεται στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109». Τέλος, κατά την παράγραφο 7 του ως άνω άρθρου «Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εκτός της επιβολής ισόβιας κάθειρξης, δύναται να επιβληθεί μόνο ο όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Ανάκληση απόλυσης για παραβίαση όρου δεν χωρεί όταν αυτή προκλήθηκε από λόγους υγείας». Από τα σχετικά έγγραφα προκύπτει ότι ο εν λόγω κατάδικος κρατείται με την υπ’αριθμ. Δ ΜΕΚ 3495/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθήνας, η οποία του επέβαλε συνολική ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως δεκαεπτά (17) έτη και είκοσι (20) μήνες και έχει (κατά την ημέρα σύνταξης του πίνακα υπολογισμού ποινής) εκτίσει με ευεργετικό υπολογισμό τρία (3) έτη, έντεκα (11) μήνες και έξι (6) ημέρες. Επομένως (και μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα υπολογισμού ποινής, δηλαδή την 12η-11-2018) έχει συμπληρώσει το 1/5 της ποινής του. Κατά συνέπεια, το υπόλοιπο που απομένει να εκτίσει με βάση τον ίδιο πίνακα υπολογισμού ποινής είναι δεκατέσσερα (14) έτη, οκτώ (8) μήνες και έξι (6) ημέρες. Περαιτέρω, εκ της από 9-3-2018 Γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατόπιν αξιολογήσεως από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) συνάγεται ότι το ποσοστό αναπηρίας του ως άνω κρατούμενου ανέρχεται σε ποσοστό 82%, χρονικής διάρκειας από 14-9-2018 έως και 31-8-2019, εκ τούτου πρόσκαιρης αναπηρίας. Εκ της επισκοπήσεως, δε, σωρείας πρόσφατων ιατρικών βεβαιώσεων (ίδ. αντίγραφα αυτών) προκύπτουν, αφενός οι παθήσεις του αιτούντος, αφετέρου η μέχρι προσφάτως συνεχόμενη νοσηλεία του λόγω της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του, ώστε δεν τίθεται σε αμφισβήτηση η βασιμότητα του πορίσματος του ΚΕ.Π.Α. Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, πρέπει να διαταχθεί η απόλυση του κατάδικου αυτού, υπό τον όρο της απαγόρευσης εξόδου από την χώρα μέχρι την λήξη του υπολοίπου της ποινής του. ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ Να διαταχθεί η υπό όρον απόλυση του ... του .., κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας. Και να του επιβληθεί, υπό τον όρο της ανάκλησης της υπό όρο απόλυσης, η υποχρέωση απαγόρευσης εξόδου από την χώρα μέχρι την λήξη του υπολοίπου της ποινής του. 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

I) Κατά τη διάταξη του άρθρου 96 § 1 του Συντάγματος, η τιμωρία των εγκλημάτων, όπως και η λήψη όλων των μέτρων, που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι, ανήκει στα τακτικά ποινικά δικαστήρια. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με το άρθρο 26 του Συντάγματος, που καθιερώνει τη θεμελιώδη για την ελληνική έννομη τάξη αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, και το άρθρο 87 § 1 του Συντάγματος, που επιτάσσει την συγκρότηση των δικαστηρίων από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, συνάγεται ότι η εκτέλεση των επιβαλλόμενων ποινών δεν μπορεί να ματαιώνεται ή αναιρείται με πράξεις της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας, και μάλιστα για σκοπούς άσχετους με το αντικείμενο της ποινικής καταστολής (ήτοι της γενικής και ειδικής πρόληψης). Γι'αυτό, άλλωστε, το ίδιο το Σύνταγμα με ειδικές διατάξεις του, που συνιστούν απόκλιση από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, δίδει σε όργανα της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας τη δυνατότητα ματαίωσης ή μετριασμού των ποινικών κυρώσεων σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αφενός με τον θεσμό της αμνηστίας, που κατ'άρθρο 47 §§ 3 - 4 δίδεται μόνο με νόμο ψηφιζόμενο με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, αφορά αόριστο αριθμό προσώπων και επιτρέπεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, αφετέρου με τον θεσμό της απονομής χάριτος, που κατ'άρθρο 47 § 1 του Συντάγματος δίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατόπιν γνώμης συμβουλίου κατά πλειοψηφία συγκροτούμενου από δικαστές, και η οποία (χάρη) συνίσταται στη μετατροπή ή μετριασμό των ποινών, που επιβάλλουν τα δικαστήρια, ή και στην άρση των κάθε είδους νόμιμων συνεπειών ποινών, που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Είναι προφανές ότι η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 47 § 1) τέθηκε για εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, όπου η εμμονή στην εκτέλεση της επιβληθείσας με δικαστική απόφαση ποινής παρίσταται σε συγκεκριμένη περίπτωση ανεπιεικής για λόγους, που κρίνονται από τον ανώτατο άρχοντα της Πολιτείας, ύστερα όμως από γνωμοδότηση συμβουλίου κατά πλειοψηφία συγκροτούμενου από δικαστικούς λειτουργούς. Δεν αναφέρεται στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη ποιοι λόγοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απονομή χάριτος, αλλά είναι προφανές ότι τέτοιοι λόγοι αφορούν, ιδίως, περιπτώσεις, όπου, ενόψει της κατάστασης υγείας του καταδίκου, της οικογενειακής του κατάστασης, της ενδεχόμενης μεταμέλειάς του, της επανόρθωσης των συνεπειών της πράξης του, παρίσταται πλέον ανεπιεικής η εκτέλεση της ποινής ή η συνδρομή δυσμενών συνεπειών της, ενόψει και της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου ως υπέρτατης υποχρέωσης της Πολιτείας (άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος) ή άλλων αξιολογήσεων του συνταγματικού νομοθέτη, όπως αυτές που περιέχονται στο άρθρο 21 του Συντάγματος (με το οποίο προστατεύεται, μεταξύ άλλων, η υγεία, η οικογένεια, η μητρότητα, το γήρας, η αναπηρία και η πολύτεκνη οικογένεια). Και πάλι, όμως, σε αυτές τις περιπτώσεις ο μετριασμός ή η απάλειψη των συνεπειών της ποινικής καταδίκης ανατέθηκε στον Ανώτατο Άρχοντα της Πολιτείας και απαιτείται η γνώμη συμβουλίου κατά πλειοψηφία αποτελούμενου από δικαστές, ώστε η ματαίωση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης να αποτελεί την εξαίρεση και να μην διασπάται έτσι η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θα παραβιαζόταν αν με ευκολία οι καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων καθίσταντο «γράμμα κενό»

 II) Κατά το άρθρο 110Α §§ 2 και 4 ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε κατόπιν διαδοχικών τροποποιήσεων με τους Ν. 4322/2015, 4356/2015 και 4571/2018, η (υφ'όρον) απόλυση χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις (πλην δηλ. αυτών, που περιοριστικά αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου), που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή: α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω. Σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης απαιτείται να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο (άρα και με ευεργετικό υπολογισμό ημερών κράτησης) το ένα πέμπτο της ποινής» (παρ. 2). Για τη διαπίστωση δε του ποσοστού αναπηρίας με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου γίνεται παραπομπή στους κανονισμούς και στη διαδικασία, που προβλέπεται από την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία, χωρίς να επιτρέπεται επομένως η διαφορετική εκτίμηση του ποσοστού αναπηρίας από το δικαστικό συμβούλιο κατ'απόκλιση των οριζόμενων στις κανονιστικές πράξεις για τον προσδιορισμό του ποσοστού αναπηρίας (ΥΑ 39067 ΦΕΚ Β 1067/2015, σε συνδυασμό και με τον Πίνακα της ΥΑ Φ 11321/688/04.05.2011), σε συνδυασμό και με τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης (βλ. σχετικά και Π. Λυμπερόπουλο, Δικαιοπολιτικές κατευθύνσεις στον Ποινικό Κώδικα - Η περίπτωση του άρθρου 110Α, ΝοΒ 66/1194 επ., όπου και κριτική για τη δικαιοπολιτική ορθότητα των σχετικών διατάξεων). Ειδικότερα, ορίζεται επί λέξει στην παράγραφο 4 του άρθρου 110Α «η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το συμβούλιο πλημμελειοδικών... Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, ιδίως εφόσον αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του». Κύριο, επομένως, αποδεικτικό μέσο για τη διακρίβωση της αναπηρίας και του ποσοστού αυτής αποτελεί η σχετική βεβαίωση του ΚΕ.Π.Α., εκτός αν ο αρμόδιος εισαγγελέας διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με την ακρίβεια της βεβαίωσης αυτής, οπότε μπορεί, πριν διατυπώσει την πρότασή του στο συμβούλιο, να διατάξει ειδική πραγματογνωμοσύνη, που διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΚΥΑ 39067/2015 (ΦΕΚ Β 1067/2015), η οποία και πάλι, όμως, θα αποσκοπεί στον βάσει των προβλημάτων υγείας του καταδίκου προσδιορισμό του ποσοστού αναπηρίας του, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία, αφού, αν ο νομοθέτης δεν επιθυμούσε τη συσχέτιση αυτή, θα διατηρούσε τη μορφή των διατάξεων του άρθρου 110Α ΠΚ, ως είχε πριν την τροποποίησή του με τους Ν. 4322 και 4356/2015, οπότε και η υφ'όρον απόλυση παρεχόταν μόνον επί ύπαρξης συγκεκριμένων ασθενειών περιοριστικά αναφερόμενων στο νόμο και χωρίς να γίνεται συσχέτιση με τα προσδιοριζόμενα από τα ΚΕ.Π.Α. ποσοστά αναπηρίας. Από την ίδια δε τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 110 § 2 στοιχ. β` ΠΚ προκύπτει ότι επί πιστοποιημένης από το ΚΕΠΑ ή από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα αναπηρίας άνω του 67% είναι υποχρεωτική η υφ'όρον απόλυση του καταδίκου, εφόσον έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το 1/5 της ποινής, χωρίς την εξέταση άλλων προϋποθέσεων, όπως λ.χ. το ποσοστό αναπηρίας να προκύπτει από μία μόνο ασθένεια ή η ασθένεια να είναι τέτοια που να προκαλεί αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης του καταδίκου (αυτό προβλέπεται ως προϋπόθεση βάσει του στοιχ. α` της ίδιας παραγράφου για καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας μεταξύ 50% και 67%) ή να υφίσταται κίνδυνος επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του καταδίκου ή της ίδιας του της ζωής (εξάλλου με δυσκολία θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι για οποιονδήποτε έγκλειστο σε κατάστημα κράτησης δεν υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης της υγείας του, εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι πάσχει από ασθένειες τέτοιας έκτασης, που να δικαιολογούν ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, και μάλιστα ενώ είναι γενικά γνωστό αλλά και διαπιστωμένο με αποφάσεις του ΕΔΔΑ - βλ. ενδεικτικά την πρόσφατη «... κατά Ελλάδος» της 04.10.2018 με αριθ. προσφυγής .../2016, «Singh κ.α. κατά Ελλάδος» της 19.01.2017 με αριθ. προσφυγής .../2013 - ότι οι συνθήκες κράτησης δεν είναι οι δέουσες για ευρωπαϊκό κράτος από άποψη υγιεινής αλλά και γενικότερα αξιοπρεπούς διαβίωσης). Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστικού συμβουλίου, που απορρέει από τις διατάξεις των παραγράφων 2 στοιχ. β` και 4 να διατάξει την απόλυση καταδίκου με μόνες προϋποθέσεις την έκτιση (ακόμη και πλασματική βάσει ευεργετικού υπολογισμού των ημερών κράτησης) ενός ελάχιστου μέρους της ποινής του (1/5) και τη διαπίστωση αναπηρίας άνω του 67% και μάλιστα χωρίς να εξετάζεται αν τα αντίστοιχα προβλήματα υγείας υπήρχαν και πριν την τέλεση της εγκληματικής πράξης, για την οποία καταδικάστηκε, ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά εκ των υστέρων και χωρίς τη δυνατότητα παρακολούθησης της διαγωγής του μετά την απόλυση (αφού ο μόνος επιτρεπτός περιοριστικός όρος κατ'άρθρο 110Α § 7 ΠΚ είναι η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα), προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις, που αναφέρονται υπό το στοιχείο I της παρούσας, αφού στις περιπτώσεις αυτές η επιβληθείσα από τα αρμόδιο δικαστήριο ποινή καθίσταται χωρίς αντικείμενο και μένει κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανεκτέλεστη, χωρίς όμως να ακολουθηθεί η μόνη δυνατή κατά το Σύνταγμα (και ειδικότερα κατά το άρθρο 47 § 1 αυτού) διαδικασία μετριασμού ή άρσης των δυσμενών συνεπειών της ποινής, που είναι η απονομή χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (διαδικασία που ασφαλώς προβλέφθηκε εξ αρχής ως εξαιρετική, αφού αποτελεί απόκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων περιπτώσεων, όπου καθίσταται εξαιρετικά επαχθής η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής, όπως μπορεί να είναι και η ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων υγείας στο πρόσωπο του καταδίκου). Τα παραπάνω, άλλωστε, δεν αναιρούνται από την ανάγκη συμμόρφωσης της Πολιτείας προς τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), βάσει του οποίου απαγορεύεται η απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις απορρέει υποχρέωση της Πολιτείας να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για όλους τους κρατουμένους στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας και να λαμβάνει ιδιαίτερη πρόνοια για την παρακολούθηση της υγείας τους και για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και θεραπεία των προβλημάτων υγείας και των αναπηριών των εγκλείστων σε αυτά, πλην όμως δεν δικαιολογείται υπό την επίκληση αυτών η ουσιαστική κατάργηση των καταγνωσθεισών από τα ποινικά δικαστήρια της ουσίας ποινών σε βάρος των καταδίκων, που αντιμετωπίζουν εξαρχής ή μετά την καταδίκη τους σοβαρά προβλήματα υγείας. Εν προκειμένω, με την από 07.11.2018 αίτηση του κατάδικου και κρατουμένου, δυνάμει της με αριθμό 3495/2018 συγχωνευτικής απόφασης του Δ΄ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 17 ετών και 20 μηνών, ... η οποία (αίτηση) διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας με την με αριθμό πρωτοκόλλου .../12.11.2018 αναφορά του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας, όπου κρατείται ο ανωτέρω κατάδικος, ζητείται η απόλυσή του υπό τον όρο της ανάκλησης λόγω αναπηρίας σε ποσοστό άνω του 67% και συγκεκριμένα σε συνολικό ποσοστό αναπηρίας 82%, το οποίο προκύπτει σωρευτικά από περισσότερες ασθένειες, ήτοι από παλαιό έμφραγμα του μυοκαρδίου και εμφύτευση μόνιμης απινιδωτικής βηματοδοτικής συσκευής, καθώς και σακχαρώδη διαβήτη τύπου II ινσουλινοθεραπευόμενο, το σύνολο δε της εκτιθείσας ποινής του ανέρχεται σε 3 έτη, 11 μήνες και 6 ημέρες, συνυπολογισμένου του ευεργετικού υπολογισμού ημερών λόγω αναπηρίας. Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου αυτού με την με αριθμό 243/2018 πρόταση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας (άρθρα 32 §§ 1 και 4, 138 § 2 ΚΠΔ και 110Α § 4 εδ. α` ΠΚ), πλην όμως πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου η διάταξη του άρθρου 110Α § 2 στοιχ. β` ΠΚ είναι αντισυνταγματική και, επομένως, δεν μπορεί, ενόψει της διάταξης του άρθρου 93 § 4 του Συντάγματος, να εφαρμοστεί από το Συμβούλιο. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Χαλκίδα την 19η Δεκεμβρίου 2018.

Must red-read

Όταν το "κενό" νόμου συμπληρώνεται από τον Άρειο Πάγο, για την υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου

  Απόφαση 749 / 2026     (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 749/2026 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκ...