Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας





ΑΠ 1532/2013
Περίληψη
Παραβίαση απορρήτου προσωπικής συνομιλίας - Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - Λόγος άρσης του αδίκου -. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή να αφορά συνομιλία, που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή δεν πρέπει κατά τη βούληση των συνομιλούντων να προορίζεται να ακουσθεί από αόριστο αριθμό προσώπων. Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και επομένως ο δράστης παραμένει ατιμώρητος, σε περιπτώσεις που η χρήση της αθέμιτης μαγνητοταινίας έγινε από τον τρίτο ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Τρίτος, όμως, δεν είναι ο ίδιος ο δράστης της υποκλοπής, γιατί στην περίπτωση αυτή θα έμειναν ατιμώρητες οι υποκλοπές, οι περισσότερες των οποίων γίνονται για υπεράσπιση δικαιολογημένου συμφέροντος. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη της αναιρεσείουσας - δημοσιογράφου για παραβίαση απορρήτου προσωπικής συνομιλίας, χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή της και χρησιμοποίησή της, που τελέστηκε με μαγνητοφώνηση της συνομιλίας της με άλλο πρόσωπο εν αγνοία του και με την χρήση της στις τηλεοπτικές ειδήσεις τηλεοπτικού σταθμού. Αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού περί άρσης του αδίκου λόγω ενάσκησης δικαιώματος ή εκπλήρωσης καθήκοντος προς ενημέρωση του κοινού, διότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αντιβαίνει στο νόμο και την δημοσιογραφική δεοντολογία. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των αναγνωστέων εγγράφων διότι αναφέρεται το είδος, η ημεροχρονολογία τους και από πού προέρχονται.

Κείμενο Απόφασης
ΑΡΙΘΜΟΣ 1532/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π.-Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 204/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2013 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 430/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά την παρ. 2 του άρθρου 370Α' ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (9-2-2006), μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 3090/2002 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3674/2008, "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοφωνεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου, (κατά το οποίο η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πλην άλλων, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή να αφορά συνομιλία, που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή δεν πρέπει κατά τη βούληση των συνομιλούντων να προορίζεται να ακουσθεί από αόριστο αριθμό προσώπων. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "η πράξη της παρ. 3 δεν είναι άδικη αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της παραγράφου 3 και επομένως, ο δράστης παραμένει ατιμώρητος σε περιπτώσεις που η χρήση της αθέμιτης, κατά τα πιο πάνω οριζόμενα, μαγνητοταινίας έγινε από τον τρίτο ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Τρίτος, όμως, δεν είναι ο ίδιος ο δράστης της υποκλοπής, αυτός δηλαδή, που με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβλήθηκε σε τηλεφωνική συνδιάλεξη και έλαβε την μαγνητοταινία, αν χρησιμοποιήσει αυτήν, αφού αυτός υπάγεται στο εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 370 Α' και όχι σ` αυτή της παρ. 3 και, κατά συνέπεια, η παρ. 4 δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή, καθόσον αυτή αφορά μόνο τον τρίτο και όχι το δράστη της υποκλοπής. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία ο αυτουργός χρησιμοποιώντας στο δικαστήριο για υπεράσπιση δικαιολογημένου συμφέροντός του τη μαγνητοταινία που λήφθηκε αθέμιτα από τον ίδιο, εμπίπτει στην παραπάνω διάταξη, θα υπερακόντιζε το γράμμα, αλλά και το πνεύμα της πιο πάνω διάταξης και στην πραγματικότητα θα άφηνε ατιμώρητες τις υποκλοπές, οι περισσότερες των οποίων γίνονται για υπεράσπιση δικαιολογημένου συμφέροντος, θα επρόκειτο δε και για ερμηνεία αντίθετη με το γράμμα του νόμου (παρ. 4), ο οποίος ρητώς αναφέρεται μόνο στην παρ. 3 και όχι στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 ΠΚ, "εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στον Ποινικό Κώδικα, (άρθρ. 21,22,25,304 παρ.4 και 5,308 παρ.2,367,371 παρ.4)ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποκλείεται και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο". Με βάση δε τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το προστατευόμενο από το άρθρο 370 Α' ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ.1, 9 παρ. 1β, 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ έννομο αγαθό της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, είναι υπέρτερο από την ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος, ως εν προκειμένω του δημοσιογράφου, ο οποίος χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα, ήτοι βιντεοσκοπεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή του ιδιωτική συνομιλία τους και την προβάλλει σε εκπομπή τηλεοπτικού καναλιού παραβαίνοντας κανόνες της έννομης τάξης και της δεοντολογίας του επαγγέλματος του. Ειδικότερα μάλιστα όταν έρχεται και σε αντίθεση με το γράμμα του νόμου, που σύμφωνα με τη παρ. 4 της προπαρατεθείσας διάταξης, ορίζει αποκλειστικά πότε αίρεται το άδικο της πράξεως αυτής και για ποιούς λόγους, και είναι η μόνη περίπτωση που για να είναι επαρκής η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να αναφέρεται και το περιεχόμενο της συνομιλίας, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το δικαιολογημένο συμφέρον. Εξ άλλου η κρίση του δικαστή της ουσίας επί της in concreto στάθμισης των εννόμων αγαθών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο περί άρσεως του αδίκου της πράξεως κατά το άρθρο 20 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση(ΟΛ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ`αριθ. 204/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιοποίνου πράξεως της παραβίασης απορρήτου προσωπικής συνομιλίας, χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή της, με χρήση της μαγνητοφωνημένης αυτής συνομιλίας στις τηλεοπτικές ειδήσεις τηλεοπτικού σταθμού. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάσθηκε νομότυπα και περιέχεται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της υπ'αρ. 1236/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την ανάγνωση των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη, τα εξής: "..: Η κατηγορουμένη στη … τη 9-2-2006, με πρόθεση προέβη σε μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας μεταξύ αυτής και τρίτου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, το περιεχόμενο της οποίας χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετέβη στο κτίριο όπου στεγάζεται και το Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, και δίχως να γνωστοποιήσει την ιδιότητά της ως δημοσιογράφου του τηλεοπτικού καναλιού "ANTENNA" και με τη χρήση κρυφής κάμερας, κατέγραψε-μαγνητοσκόπησε τη συνομιλία, που είχε με τον Α. Π., υπάλληλο-αρχειοθέτη της ανωτέρω υπηρεσίας, την ώρα που αυτός έβγαινε από το κυλικείο του κτιρίου, χωρίς τη συναίνεση αυτού. Στη συνέχεια, έκανε χρήση της μαγνητοφωνημένης αυτής συνομιλίας, δίνοντάς τη στο προαναφερόμενο τηλεοπτικό κανάλι, το οποίο και την παρουσίασε στις τηλεοπτικές ειδήσεις, την Παρασκευή, 10/2/2006, και σε επανάληψη, σε πρωινή εκπομπή, το Σάββατο, 11/2/2006. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης είναι απορριπτέοι. Η συνομιλία της με τον Π. δεν ήταν δημόσια, καθόσον αυτή δεν έλαβε χώρα στο χώρο εργασίας του (στο γραφείο του ή σε άλλο γραφείο του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης), ούτε διεξήχθη στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ'αυτόν καθηκόντων και κατά την εκτέλεσή τους, αλλά έξω από το κυλικείο του κτιρίου και ενώ ο Π. εξερχόταν απ'αυτό κρατώντας στα χέρια του δύο τυρόπιτες, όπου η κατηγορουμένη τον συνάντησε παριστάνοντας ότι πραγματοποιούσε μ'αυτόν μία χωρίς ιδιαίτερη σημασία μεταξύ δύο τυχαίως συναντωμένων προσώπων κοινωνική συνομιλία, ενώ ταυτοχρόνως τον μαγνητοφωνούσε και μαγνητοσκοπούσε κρυφά και μάλιστα με τρόπο που δεν δέχθηκε καν να περιγράψει στο δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι αυτό ανάγεται στα μυστικά του επαγγέλματός της. Η συγκεκριμένη αποδειχθείσα ενέργειά της υπερέβαινε καταφανώς τα όρια ενάσκησης οποιουδήποτε δικαιώματος ή εκπλήρωσης καθήκοντός της ως δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, τα οποία επιβάλλουν την τήρηση των νόμων και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον και όχι η τυχόν επιδιωκόμενη προσωπική προβολή δημοσιογράφου που αποπειράται, χρησιμοποιώντας καλυμμένες και αδιαφανείς μεθόδους, να αποσπάσει, σε σύντομο χρόνο και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, από ανυποψίαστο συνομιλητή πληροφορίες, τις οποίες σκοπεύει να δημοσιοποιήσει δίχως ο τελευταίος να γνωρίζει την ιδιότητά του και τις προθέσεις του. Το δημόσιο συμφέρον θα είχε εξυπηρετηθεί πράγματι στην ανωτέρω περίπτωση, αν η κατηγορουμένη, διενεργώντας σοβαρό και υπεύθυνο έλεγχο καταγγελιών περί χρηματισμού που ισχυρίσθηκε ότι είχαν περιέλθει στο κανάλι για το οποίο εργάζεται, είχε διασφαλίσει την παροχή πληροφοριών από πρόσωπα που είχαν θιγεί από τυχόν παράνομες ενέργειες υπαλλήλων του Υποθ/κείου. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να χρησιμοποιήσει την αθέμιτη, παραπλανητική και παράνομη μέθοδο που χρησιμοποίησε και να έχει και απτά αποτελέσματα (αν τα καταγγελλόμενα αποδεικνύονταν αληθινά), γεγονός που δεν συνέβη καν με την καταγραφείσα και δημοσιοποιηθείσα συνομιλία, κατά την οποία δεν υπήρξε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο για το θέμα του χρηματισμού υπαλλήλων που ισχυρίσθηκε ότι ερευνούσε (βλ. απολογία της, στην οποία παραδέχθηκε ότι η συνομιλία περιλάμβανε απλώς υπονοούμενα, όπως βεβαίως η ίδια ερμήνευσε τα διαμειφθέντα). Ακολούθως την κήρυξε ένοχη του ότι "Στη , την 9-2-2006, με πρόθεση προέβη σε μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας μεταξύ αυτής και τρίτου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, το περιεχόμενο της οποίας χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετέβη στο κτίριο όπου στεγάζεται το Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, δίχως να γνωστοποιήσει την ιδιότητά της ως δημοσιογράφου, του τηλεοπτικού σταθμού "Antenna " και με τη χρήση κρυφής κάμερας κατέγραψε-μαγνητοσκόπησε τη συνομιλία, που είχε με τον Α. Π., υπάλληλο-αρχειοθέτη της ανωτέρω υπηρεσίας, χωρίς τη συναίνεση αυτού. Στη συνέχεια έκανε χρήση της μαγνητοφωνημένης αυτής συνομιλίας δίνοντάς τη στο προαναφερόμενο τηλεοπτικό κανάλι, το οποίο την παρουσίασε στις τηλεοπτικές ειδήσεις, την Παρασκευή,10-2-2006, και σε επανάληψη, σε πρωϊνή εκπομπή, το Σάββατο 11-2-2006". Για την αξιόποινη αυτή πράξη της, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή με καταγραφή και μαγνητοσκόπηση, με τις παραδοχές, ότι την 9-2-2006 την ώρα που ο υπάλληλος-αρχειοθέτης Α. Π., έβγαινε από το κυλικείο του κτιρίου όπου στεγάζεται το Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, κρατώντας στο χέρι του, δύο τυρόπιττες, χωρίς να τoυ γνωστοποιήσει την ιδιότητά της ως δημοσιογράφου του τηλεοπτικού σταθμού ANTENNA, με τη χρήση κρυφής κάμερας κατέγραψε -μαγνητοσκόπησε τη συνομιλία τους χωρίς τη συναίνεσή του, παραδοχή από την οποία συνάγεται το αθέμιτο της ενέργειάς της, δηλαδή η χωρίς συναίνεση του συνομιλητή της μαγνητοφώνηση και μαγνητοσκόπηση της συνομιλίας τους που δεν ήταν δημόσια, που στοιχειοθετούν τα αντικειμενικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε, η χρήση αυτής με την παραδοχή ότι παρέδωσε αυτήν στο τηλεοπτικό σταθμό που εργαζόταν, και πάλι χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή της, ο οποίος προέβαλε αυτήν στο δελτίο ειδήσεών του και την επανέλαβε σε πρωϊνή εκπομπή του σταθμού του. Ο δόλος της για την αξιόποινη αυτή πράξη, που προκύπτει από την θέληση παραγωγής και την εκτέλεση των άνω πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο δεν απαιτείται άμεσος δόλος, ώστε για την αιτιολόγησή του να πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ότι : α) το δικαστήριο της ουσίας, οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, διότι δεν αξιολόγησε την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Α. Π., ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη δεν του έκανε κατά τη συνομιλία τους καμία προσωπική ερώτηση και δεν προσβλήθηκε από τη συμπεριφορά της, ότι την κατάθεση αυτή δεν συσχέτισε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα διότι από αυτή σε συνδυασμό με την απολογία της θα οδηγείτο σε απαλλακτική κρίση, αφού η συνομιλία αυτή ήταν δημόσια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο διότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπ' όψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και την απολογία της κατηγορουμένης, ως διαλαμβάνει και στο προΐμνιο του σκεπτικού του, στο σημείο που αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε για την καταδικαστική του κρίση, για δε την απολογία της γίνεται ειδική μνεία και στο αιτιολογικό μέρος του σκεπτικού της, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι αυτή δεν δέχθηκε να περιγράψει στο δικαστήριο όταν ρωτήθηκε με ποιό τρόπο κατέγραψε και μαγνητοσκόπησε την συνομιλία αυτή, ισχυριζόμενη ότι ο τρόπος αυτός ανήκει στα μυστικά του επαγγέλματός της, με την αιτίαση δε αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο ως προαναφέρθηκε δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει από ποιά ειδικότερα αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην κρίση του. β) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να εκτίθεται το περιεχόμενο της συνομιλίας για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος αυτού (370 Α' παρ. 2 ΠΚ) το περιεχόμενο της συνομιλίας. γ) ότι η παραδοχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η συνομιλία αυτή χαρακτηρίζεται ως κοινωνική και ότι δεν έλαβε χώρα στον χώρο του Υποθηκοφυλακείου, έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή του διατακτικού της, ότι περιείχε υπαινιγμούς για χρηματισμό των υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου αυτού, και ότι ο συνομιλητής της συνομίλησε μαζί της με την ιδιότητα του υπαλλήλου - αρχειοθέτη αυτού, πρέπει επίσης να απορριφθεί, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Τούτο διότι η παραδοχή υπαινιγμών χρηματισμού δεν αναιρεί, τον χαρακτηρισμό της συνομιλίας ως ιδιωτικής (κοινωνικής φύσεως) και η ιδιότητα του συνομιλητή δεν αναιρεί την παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι η συνομιλία αυτή ήταν ιδιωτική αφού δεν απευθυνόταν σε αόριστο αριθμό προσώπων. Περαιτέρω ο συνήγορος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε γραπτώς για καταχώριση στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό της, με τον οποίο ζητούσε την απαλλαγή της από το αποδιδόμενο σ' αυτήν αδίκημα, διότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΠΚ, η πράξη αυτή δεν ήταν άδικη, αφού το θέμα για το οποίο συνομίλησε με τον υπάλληλο αυτόν του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αφορούσε τον παράνομο χρηματισμό υπαλλήλων αυτού για την έκδοση σε ταχύτερο χρόνο των πιστοποιητικών μεταγραφών. Ότι η συνομιλία αυτή καταγράφηκε και μαγνητοσκοπήθηκε στο δημόσιο χώρο της υπηρεσίας αυτής και μετέπειτα προβλήθηκε από τον ανωτέρω τηλεοπτικό σταθμό, στον οποίο η κατηγορουμένη παρείχε την εργασία της, για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και από την ιδιαίτερη υποχρέωση που είχε αυτή ως δημοσιογράφος για την ενημέρωση του κοινού, το οποίο είναι υπέρτερο αγαθό από την προστασία της ιδιωτικής συνομιλίας, την οποία ήθελε να προστατεύσει ο νομοθέτης με την θέσπιση του άρθρ. 370Α' ΠΚ. Το δικαστήριο της ουσίας, πλέον του ότι όπως εκτέθηκε, η παραβίαση της διατάξεως του άρθρ. 370 Α' παρ. 2ΠΚ, είναι υπέρτερο αγαθό από την ενάσκηση δικαιώματος που πραγματοποιείται με αθέμιτα μέσα και τιμωρείται από το νόμο, απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό με την αιτιολογία που αναφέρεται στην παρούσα απόφαση στο μέρος των παραδοχών της προσβαλλόμενης. Η απορριπτική αυτή αιτιολογία είναι επαρκής, σύμφωνα με τη διάταξη 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 ΚΠΔ, με την παραδοχή ότι η ενάσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης υπερέβαινε τα όρια τόσο του δικαιώματός της όσο και του καθήκοντός της εκ του επαγγέλματός της, για την πληροφόρηση του κοινού στο θέμα αυτό που ήταν γενικότερου ενδιαφέροντος για την προστασία του πολίτη, διότι πραγματοποιήθηκε με τρόπο αντιβαίνοντα στον νόμο και την δημοσιογραφική δεοντολογία, εκθέτοντας παράλληλα και τον τρόπο με τον οποίο αν ενεργούσε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, θα είχε επιτελέσει το έργο της σύννομα και με πραγματική εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στάθμισε τα συγκρουόμενα έννομα αγαθά όπως έπρεπε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού ως προαναφέρθηκε η στάθμισή τους ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική της κρίση και ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 370 Α' παρ. 2 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ` του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του ελέγχου του αναιρετικού λόγου, στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, "τα από 28-3-2007 και 19-11-2007 έγγραφα του τηλεοπτικού σταθμού ANTENNA, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά αυτής ". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και του ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο μόνο η πρωτοβάθμια απόφαση με τα πρακτικά της και τα ως άνω έγγραφα των οποίων αναφέρεται το είδος, η ημεροχρονολογία τους και από πού προέρχονται, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών, αφού με την ανάγνωσή τους, η οποία έγινε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο δικάσθηκε η αναιρεσείουσα παρούσα κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους σ'αυτήν, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών. Κατά συνέπεια, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αρ. πρωτ. 2114/19-3-2013 αίτηση της Π. -Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... οδός … αρ. …, για αναίρεση της υπ` αριθ. 204/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Η κούρσα του θανάτου


Και η ώρα θαρρώ πήγε δώδεκα
και οι χτύποι αφηνιασμένοι
καμία απάντηση στο ερώτημα
εάν η επόμενη ημέρα αρχίζει με σένα
κάθε βράδυ έσκιζα την καρδιά μου
έβαζα μέσα λίγο από το δικό σου χρώμα
μα το πρωί ξεθώριαζε στα μάτια μου
και περνούσαν οι ώρες, ραντεβού την ίδια ώρα
στην ίδια ιεροτελεστία, με την ίδια ελπίδα
πως την επόμενη ημέρα
θα συναντήσω τα μάτια σου
η εγκατάλειψή σου μου έδινε
αναπάντεχο οίστρο
σε αυτήν την κούρσα του θανάτου σου
να σε σκοτώσω, και ας ζήσω
χωρίς άλογο, ο πιστός αναβάτης σου
χωρίς τύψεις, μηδέ με παράπονο
με αυτό το βλέμμα σου το άπονο
στοιχειώνεις τα βράδια μου
αμετανόητος στόχος η επανεμφάνισή σου

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Στο μετέωρο γκρίζο


Όβερ, ομιλείτε με την κόλαση
Πως μπορώ να έρθω εκεί
να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον
η μετενσάρκωσή μου;
Δύο βήματα απ'τον παράδεισο
ένα η αμαρτία, το άλλο που δεν μετανόησες
Μα δεν αμάρτησα ποτέ μου
Πως μπορώ να σας επισκεφθώ
από μία μετέωρη υπόσταση;
Η κόλαση δεν δέχεται επισκέπτες
εκτός παραδείσου
έπρεπε να το γνωρίζετε αυτό
εσείς οι άνθρωποι,
αποκρίθηκε η φωνή απ'το σκότος
μισόκλειστα σαν ήταν τα μάτια σου
στη νιρβάνα του πόνου
κατάμεστα φως που τυφλώνει
του αιώνιου φθόνου
που η ζωή εκδικείται τον θάνατο
στη γκρίζα ζώνη μετοίκησες
εκτός στρατοπέδων
κάνε μια προσευχή για τα θύματα του παραδείσου
μέχρι και βρέφη θυσιάζονται για την κόλαση
ο Θεός σας αγαπούσε τις διακρίσεις

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ο πολίτης δικαιούται αντίγραφα των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών του από τη Διεύθυνση Άμεσης Δράσης (100)




Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υποχρεώνει την Αστυνομία να χορηγεί αντίγραφα των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών με το 100

Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (Διεύθυνση Άμεσης Δράσης), με πρόσφατο έγγραφο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.), με ημερομηνία 4-2-2016, υποχρεώνεται, σε αυστηρό τόνο, να χορηγεί αντίγραφα των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών των πολιτών, που έχουν καλέσει το "100", και έτσι αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου, και να σταματήσει να επικαλείται, παντελώς αβάσιμα, τις διατάξεις περί απορρήτου των επικοινωνιών.
Η επέμβαση της Αρχής ήρθε μετά από προσφυγή πολίτη για την μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα που τον αφορούσαν σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2472/1997 που συνίσταται στην μη παροχή σε αυτόν από την ΓΑΔΑ ακριβούς αντιγράφου των απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών του συνομιλιών με το κέντρο της Άμεσης Δράσης σχετικά με περιστατικό που είχε λάβει χώρα και για το οποίο είχε επιληφθεί η Ελληνική Αστυνομία. Αντί αυτού, σε απάντηση του αιτήματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων, η Διεύθυνση Άμεσης Δράσης Αττικής είχε αποστείλει επιστολή, στην οποία περιγράφονταν σχετικά στοιχεία, όπως αυτά προέκυπταν από το ηλεκτρονικό αρχείο της. Περαιτέρω, σε δεύτερη αίτηση του πολίτη με όμοιο περιεχόμενο, η ίδια υπηρεσία απάντησε πως είχε ήδη ικανοποιήσει το αίτημά του. Η Αρχή ανταποκρινόμενη στην προσφυγή του πολίτη απέστειλε στην ΓΑΔΑ επιστολή, με την οποία την καλούσε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος, ειδάλλως να γνωστοποιούσε τους νόμιμους λόγους άρνησής της. Η ΓΑΔΑ επικαλέστηκε το απόρρητο των επικοινωνιών με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 παρ. 1 του ν. 3471/2006 ως λόγο άρνησής της για τη χορήγηση των στοιχείων, καθώς κατά την ως άνω διατυπωθείσα αβάσιμη κρίση της τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία της άρσης του απορρήτου, όπως προβλέπεται στα άρθρα 4 και 5 του ν. 2225/1994. 
Όμως, η Αρχή, εκθέτοντας ευθέως την παράνομη πρακτική και τακτική της ανωτέρω υπηρεσίας, υπό την προηγούμενη ηγεσία της, απεφάνθη ως εξής: 
"Εν τούτοις, σας γνωρίζουμε ότι οι διατάξεις των άρθρων 2 και 4 παρ. 1 του ν. 3471/2006 για το απόρρητο των επικοινωνιών όπως και η συνταγματική διάταξη του άρθρου 19 Σ., αφορούν στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών έναντι τρίτων και δεν είναι δύνατόν να προβληθούν κατά του ίδιου του υποκειμένου των δεδομένων.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο εν λόγω πολίτης ως καλών και ένας εκ των δύο συνομιλητών στην τηλεφωνική συνδιάλεξη που πραγματοποιήθηκε με το κέντρο της Άμεσης Δράσης, αποτελεί υποκείμενο των δεδομένων, ήτοι του περιεχομένου της τηλεφωνικής συνομιλίας, και εξ αυτού του λόγου έχει πλήρες δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που τον αφορούν, εκτός και εάν συντρέχουν κάποιοι από τους λόγους εξαίρεσης της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 2472/1997 για τον περιορισμό του δικαιώματος. Όπως, άλλωστε, έχει αναφερθεί σε προγενέστερο έγγραφό μας, το άρθρο 12 του ν. 2472/1997 καθιερώνει το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου στα δεδομένα που το αφορούν, με κύριο σκοπό να βεβαιώνεται το υποκείμενο για την ακρίβεια και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδομένων του (βλ. αιτιολογική σκέψη 41 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ).
Ως εκ τούτων, οι διατάξεις που επικαλείστε στο έγγραφο που κοινοποίησε στην Αρχή ο εν λόγω πολίτης (με αριθμ. πρωτ. ...από 22.04.2015), δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν συνιστούν νόμιμο λόγο άρνησης ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης.
Για τον λόγο αυτόν, σας καλούμε εκ νέου, να ικανοποιήσετε το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, χορηγώντας του αντίγραφα των σχετικών αιτούμενων στοιχείων, και να κοινοποιήσετε την απάντησή σας στην Αρχή". 




Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Με τα μάτια επί φυλακής


Σ'ένα στάσιμο βλέμμα
συναντήθηκαν σκέψεις μυωπικές
σ'αναστάσιμο τέλμα
οι συγκρούσεις μετωπικές
αναγέννησις, διαφωτισμός
από το παρελθόν
οι θύμησες ειδωθήκαν
κάπου κοντά στην τελειότητα
στη θέωση ωσάν θύμα
του Θεού μας
σισύφειος εγωισμός
τρεμόπαιζε σ'αυτό το βλέμμα
σαν άλωση δεν το λες
σαν ανάλωση κάπου εκεί το βρίσκεις
περιφερόμενες στην οπτική γωνία
και οι τύψεις
το άφησες για πολύ, πολλά να υπομένει
σαν αποτύπωμα, αυτό που είδε ή που δεν έβλεπε
που δεν αντάμωσε ποτέ αγάπη
ούτε στα σύνορα με τα όνειρα
όταν τα μάτια κλείναν
μία αλήθωρη ματιά
πιθανόν και ενδεχομένως να κλείνει εσένα

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Ο Εσκομπάρ και οι συνειδήσεις



Ζήτα λίγη βλακεία
κατανάλωσε την ηλιθιότητα
χώνεψε την αδικία
χωρίς να την κατανοήσεις
ακούμπα στους ώμους
της υποκρισίας
προσποιείσου
ότι συναισθάνεσαι
γύρνα πίσω στη βλακεία
μια δόση ακόμη θα σε πείσει
ο ρόλος σου βαρύς και δύσκολος
η αποστολή σου εξετελέσθη
και πάλι αύριο στο ίδιο εδώλιο
σαν θύμα εν γνώσει σου αδικίας
και αν πρόεδρο σε αποκαλούσαν
τι σημασία έχει
όταν σ'ένα διάλειμμα κρυφά βοηθούσες
αυτούς που λίγο αργότερα έμελλε, εξ ανάγκης,
να καταδικάσεις
και πόση ηλιθιότητα, ανθρώπινης φύσης
και ενσυναίσθησης, αναμφίβολα μεγαλειώδης
όταν σιγά-σιγά τα υπόλοιπα θύματα
ισόβια καταδικασμένα σε γρήγορο θάνατο
ως κατά φαντασίαν ένοχοι αργού θανάτου
και οι Εσκομπάρ εκμαύλιζαν συνειδήσεις
μεταξύ μας, αθώα ήταν μόνο η δική σου ετυμηγορία

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Τα πρωτόλεια των Δικαστών



Άνθρωπος δίκαιος είναι όχι εκείνος που δεν αδικεί, αλλά εκείνος που ενώ μπορεί να αδικήσει δεν θέλει να αδικήσει.
Κάποιες φορές αδικούμε εν γνώσει μας, κάποιες φορές εν αγνοία μας, κάποιες φορές αδικούμε την ίδια την αδικία.
Ως δικαστές, είτε εκ θέσεως, είτε εκ φύσεως, πρέπει να εξυψώνουμε την αλήθεια, το δίκαιο, την αποκατάσταση, το ιδεώδες, χωρίς καμία σκοπιμότητα, χωρίς καμία υστεροβουλία.
Η διαφθορά δεν αποτυπώνεται μόνο στη δωροδοκία, αλλά και στη δωροληψία πολλών, απροσδιόριστων, ευεργετημάτων.
Άλλοι δικαστές εκμαυλίζονται από το χρήμα, άλλοι από την αποφυγή χρέωσης υποθέσεων, άλλοι από την εξουσιομανία.
Και παντού: το τρίπτυχο "σεξ, χρήμα, εξουσία", είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά.
Οι αποδέκτες του δικαίου, όπως αποτυπώνεται, οφείλουν να είναι εξίσου δίκαιοι στην αποδοχή του, και στην κριτική του.
Κανείς δεν πρέπει να αποφαίνεται, χωρίς να έχει πλήρη εικόνα των πραγμάτων.
Γιατί ο αδικήσας πρώτος την αδικία θα υποστεί.
Έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι υπάρχουν Δικαστές, Έντιμοι (με το Ε κεφαλαίο), Επαρκείς (με το Ε κεφαλαίο), Ευσυνείδητοι (με το Ε κεφαλαίο), Ειλικρινείς (με το Ε κεφαλαίο), Ενορατικοί (με το Ε κεφαλαίο).
Έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι κάπου εκεί στο Χάος της Ευελπίδων (κυριολεκτικά και μεταφορικά) υπηρετούν ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες του Ήθους, και όχι της Ηθοπλασίας. Μη εμπαθείς πολεμιστές της Θέμιδος, με πάθη, συναισθήματα, αγάπη, μίσος, απογοήτευση, αλλά πάνω απ'όλα αλεξικέραυνο στην εμπάθεια.
Κι εάν κάποτε εκεί συναντηθούμε, ας δώσουμε μάχη μαζί κατά της Διαφθοράς, ανυπόκριτα όμως, γενναία.
Γιατί ίσως η Δικαιοσύνη δεν θα είχε ανάγκη από Δικηγόρους, εάν όλοι οι Δικαστές της ήταν Πλατωνικοί.
Γιατί ίσως οι Δικηγόροι δεν θα είχαν ανάγκη από γενναίους Δικαστές, εάν στους διαδρόμους της αδικίας είχαν συναντήσει πραγματική Δικαιοσύνη.
Και ο μικρός Άνταμ έχει ανάγκη να πιστέψει και να τον πιστέψουν.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Δολοφόνος ονείρων


Στοχασμοί, στοιβαγμένα όνειρα
στο'χα πει σε αυτή τη ζωή
απαντήσεις στα γιατί στέκουν απόμερα
ερωτήσεις, ερωτηματικά
η φωνή αχανής
και τα θέλω σπαρακτικά
εξορκίζουν τη λύτρωση
μην με ξυπνάς
επικίνδυνος νυχτοβάτης
και στο βάθος η ύπνωση
και αν υποκρινόμουν
τι σημασία έχει
για το σκότος της σκέψης σου
τα χέρια τρέμουν, το βλέμμα καρφώνεται
οι χτύποι κουρδίζουν την απόγνωση
στο έρεβος του γρίφου
έλυσα την αγάπη μου
δάγκωσε το όνειρο
με λύσσα να μην της ξεφύγει
σ'αυτή τη ζωή, το ξέχασες
μ'αγάπησε το πεπρωμένο
φυγείν αδύνατο
από μυαλό σαλεμένο
αχανές και το αύριο
με τύψεις ζωσμένο
πυροβόλησα τα όνειρα
που με απειλούσαν
κράτα μια σφαίρα για το τελευταίο
ονειροκρίτης σαν έγινες σε αβέβαιο μέλλον

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Εφετείο Αθηνών: Εφαρμόζονται οι διατάξεις περί τύπου στα ενημερωτικά ιστολόγια (blogs)




Απόσπασμα της υπ'αριθμ. 1143/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με Εισηγήτρια την κ. Στυλιανή Μπλέτα
Με το άρθρο 681Δ ΚΠολΔ καθιερώνεται ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Ειδικότερα κατά την παρ. 1 του άρθρου αυτού κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 ΚΠολΔ δικάζονται από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο όλες οι διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε διά του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων. Από την ευρύτητα της διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 681Δ παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην εν λόγω ειδική διαδικασία υπάγονται όλες οι αγωγές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση κάθε περιουσιακής ζημίας ή στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, καθώς και οι κάθε μορφής αξιώσεις προστασίας των προσώπων, των οποίων η περιουσία ή η προσωπικότητα προσεβλήθη από δημοσίευμα ή τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου, ασχέτως της ιδιότητας του εναγομένου, ο οποίος, καθώς ο νόμος δεν διακρίνει, μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποίου η συμπεριφορά προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος (ΑΠ 1900/2006, ΧρΙΔ 2007/433). Η προαναφερόμενη διάταξη καθώς και αυτή του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από την λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων διά αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προσβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (βλ. ΑΠ 1596/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3071/2014 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 220/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ. 36/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 680/2009 σε ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 8962/2006 σε ΤΝΠ Νόμος). Η άποψη ότι ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης για τους ιστοτόπους η προσήκουσα διαδικασία είναι όχι η ανωτέρα διαδικασία που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ αλλά η τακτική διαδικασία, παραβλέπει το σύνολο των ιστολογιών που έχουν ειδησεογραφικό/ενημερωτικό περιεχόμενο μη αρκούμενα εκ του σκοπού τους μόνο σε ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, σκέψεων και αναλύσεων μέσω διαδραστικής επικοινωνίας των χρηστών τους, κυρίως όμως παραβλέπει την αναγκαιότητα ταχείας εκδικάσεως των αναφυουσών διαφορών, σκοπό δηλαδή που επιτελεί η διάταξη του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ της οποίας η καθιέρωση αποβλέπει στην ταχεία περάτωση των δικών και την επίτευξη οικονομίας χρόνου και δαπάνης, λόγω της φύσης των εν λόγω διαφορών και του κινδύνου συχνότητας αυτών, ανάγκη δηλαδή που εξυπηρετεί καταλληλότερα η ανωτέρω διάταξη (βλ. και Βαθρακοκοίλη ερμηνεία στο άρθρο 681Δ παρ. 2). Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο στο οποίο περιλαμβανόταν η επίκληση ότι το επίδικο ιστολόγιο είναι ειδησεογραφικό και οι επίδικες αναρτήσεις δεν έγιναν λόγω διαδραστικής επικοινωνίας αλλά προς σκοπό ενημερώσεως μεγάλου και μη δυνάμενου να προσδιοριστεί αριθμού χρηστών του διαδικτύου, εφαρμοστέα ήταν η διαδικασία των διαφορών που αφορούν προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (άρθρο 68Γ Δ' ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του. είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Άλλωστε η εκδίκαση της υποθέσεως με εσφαλμένη διαδικασία δεν παρέχει μόνη αυτή δικαίωμα εφέσεως, εκτός αν συνδέεται με επίκληση βλάβης ή αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο παραπάνω λόγος της κρινόμενης έφεσης του εναγομένου με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείται για εσφαλμένη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλυσιτελώς προτείνεται εφόσον δεν ισχυρίζεται επιπροσθέτως ότι υπέστη κάποια βλάβη και συνεπώς ο λόγος αυτός της έφεσής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και με την πρόσθετη αυτή αιτιολογία (βλ. ομοίως ΕφΑΘ 1747/1988 Δίκη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Scripta Νεμέσεως




Προς φοβισμένους δικαστές


Ο μικρός Άνταμ, τέκνο της Νεμέσεως, καθοδηγούμενος από το δίκαιο, απεφάνθη:
1. Το απόρρητο στο διαδίκτυο δεν αίρεται ούτε για κατασκευασμένα αδικήματα συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης.
2. Η απόπειρα ταυτοποίησης blogger, που σέβεται τους δεοντολογικούς κανόνες λειτουργίας του διαδικτύου, είναι ηθικά επίμεμπτη πράξη, πέραν από τυχόν προσβολή της προσωπικότητας του αβασίμως ταυτοποιούμενου.
3. Η ελευθερία έκφρασης, και δη σε ό,τι αφορά δικαστές και δικαστικές ενέργειες, είναι απεριόριστη, αρκεί να μην παρατίθενται συκοφαντικά γεγονότα και προδήλως εξυβριστικές φράσεις, με την έννοια της απόλυτης εξύβρισης, και ουχί της σκληρής κριτικής.
4. Η κατασκευή λόγων αποχής εκ μέρους δικαστικών λειτουργών, με προδήλως αβάσιμα στοιχεία και παράλληλη απόκρυψη των αληθών λόγων, συνιστά βαρύ πειθαρχικό αδίκημα, και ένδειξη παντελώς ακατάλληλου και επικίνδυνου δικαστή.
5. Η καθυστέρηση έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, πέραν των νομίμων ορίων, από μόνη της δεν είναι ένδειξη κακού δικαστή, όταν, όμως, συνδυάζεται με άλλες καταστάσεις, προσβλητικές του κύρους της δικαιοσύνης, συνιστά εξίσου πειθαρχικό αδίκημα.
6. Η παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ, ήτοι διαβίβασης στοιχείων αυτεπαγγέλτως διωκομένων αδικημάτων στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ακόμη και από απέχοντα δικαστή, συνιστά πέραν από πειθαρχικό αδίκημα, και συγκάλυψη αδικημάτων.
7. Ένας γενναίος δικαστής έχει διέλθει και του σταδίου του "φοβισμένου δικαστή", με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφού, μολονότι φοβήθηκε, ήταν πραγματικά γενναίος να αποφανθεί. Οι υπόλοιποι είχαν απλώς άγνοια κινδύνου.
ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ, περισσότερο, όμως, τους ΘΡΑΣΥΔΕΙΛΟΥΣ.
Κατά την ετυμηγορία των ψυχών θα έχουν να παραδώσουν λίγο αίμα από αυτό που έχουν "ρουφήξει", είτε λόγω ευήθειας, είτε λόγω συμπίπτουσας αργυρώνητης, ή και όχι τόσο, μεροληψίας.

Με Τιμή,

Θ.Υ.Π. των apache (των ινδιάνων)

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Ελευθερία του Τύπου και παραβίαση της μυστικότητας της ανάκρισης




Διάταξη υπέρ της ελευθερίας του Τύπου του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Σπυρίδωνα Παππά

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Τεύχος 6/2014, Ιούνιος
Νομοθεσία, Νομολογία, Θεωρία & Πράξη του Ποινικού Δικαίου


Περίληψη

Η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως στην ποινική διαδικασία συμπεριλαμβάνεται στο πεδίο προστασίας του άρθρου 252 ΠΚ, και τούτο διότι αφενός μεν προστατεύεται, σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας, η προσωπικότητα του κατηγορουμένου από την ενδεχόμενη ηθική του μείωση, αλλά και του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ενδεχομένως να μην επιθυμεί να δημοσιοποιηθεί η ένδικη διένεξή του με τον κατηγορούμενο, αφετέρου δε αποσκοπείται η ευχερέστερη βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος και επιτυγχάνεται η κατά το μέγιστον ανακάλυψη των δραστών, από τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων της ανακρίσεως και των ενεργειών των διενεργούντων την ανάκριση. Περαιτέρω, δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συντρέχει, όχι όταν προκαλείται η δημιουργία εντυπώσεων ή η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού ή η προσπάθεια σπιλώσεως της τιμής κάποιου προσώπου διά δημοσιοποιήσεως ανακριβών και μη ελεγχομένων πληροφοριών, αλλά όταν διά της πληροφορίας αυτής αποκαλύπτεται π.χ. ότι δημόσια πρόσωπα ελέγχονται από κρατικές αρχές για δωροδοκία ή για οικονομικές ατασθαλίες επί ζημία του Δημοσίου, ή για ζήτημα που, διά των πράξεων ορισμένων πολιτικών αξιωματούχων ή μη, θίγει ουσιωδώς τα συμφέροντα της χώρας. Εν προκειμένω, τίθεται εν μέρει στο αρχείο η οικεία δικογραφία για το αδίκημα της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου, δεδομένου ότι η από μέρους του εκδότη της εφημερίδας και των δημοσιογράφων χρήση των υπηρεσιακών εγγράφων-απορρήτων δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της πληροφορίας για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης και επομένως καλύπτεται από τη διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 Π.Κ.
Προς τον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών
Θέμα: Έγκριση θέσεως δικογραφίας εν μέρει εις το αρχείον κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ ως αντικ. διά άρθρο 5 Ν. 3160/2003, άρθρο 9 Ν. 3904/2010 και άρθρο 27 Ν. 4055/2012.
Έχω την τιμή να σας υποβάλλω την υπ' αριθ. ... συνημμένη ποινική δικογραφία, η οποία εσχηματίσθη δυνάμει της από 25.12.2012 προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αναφοράς του Ι.Λ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, αναφέροντάς σας τα ακόλουθα:
Διά της κρινομένης αναφοράς, η οποία απευθύνεται προς την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Π.Π. και επ' αφορμή του δημοσιεύματος της 23.9.2012, της εβδομαδιαίας εφημερίδος «...» υπό τον τίτλο «Κατάθεση - φωτιά για 3 Υπουργούς» και με περιεχόμενο την ύπαρξη καταθέσεων, εγγράφων και έτερων στοιχείων, ως λ.χ. η επιδειχθείσα σε αντίγραφο μηνυτήρια αναφορά του Ι.Λ. κατά των Ι.Κ. και Ρ.Σκ. διά των οποίων ο νυν Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Ε.Μ. και οι πρώην Υπουργοί Γ.Β. και Μ.Λ., φέρονται να εμπλέκονται σε μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής και παρανόμου πλουτισμού, μέσω του ομίλου του Ι.Κ., ο αναφέρων Ι.Λ. ζητεί να διερευνηθεί εάν τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν έγγραφα σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, επί της οποίας προκαταρκτική έρευνα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, διενεργούσαν όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, διέρρευσαν προς την ιδιοκτησία και διεύθυνση της ανωτέρω εφημερίδος από υπαλληλικά όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, ή έτερης δικαστικής αρχής, με συνέπεια να στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 1 εδ. β΄-α΄ του ΠΚ, για τους υπαλλήλους που διέρρευσαν τα υπηρεσιακά αυτά έγγραφα και ενδεχομένως η ύπαρξη ποινικής ευθύνης τρίτων προσώπων, μη υπαλλήλων, που προέβησαν σε χρήση των εγγράφων αυτών και των πληροφοριών που αυτά εμπεριέχουν, με σκοπό να ωφεληθούν οι ίδιοι ή άλλος ή για να βλαφθεί το κράτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 252 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 13 του Ν. 3849/2010 «Ο υπάλληλος που εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, γνωστοποιεί σε άλλον: α) πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β) έγγραφο που είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών». Κατά δε την παρ. 3 του ως άνω άρθρου «Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και ο τρίτος, ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εν γνώσει της προέλευσής του με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον. Δεν αποτελεί άδικη πράξη η χρησιμοποίηση, εντός του αναγκαίου μέτρου, της πληροφορίας ή του εγγράφου, που γίνεται για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης». Διά της ανωτέρω διατάξεως της παρ. 1, εις την οποία ενεργητικό υποκείμενο δύναται να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α΄ και 263Α του ΠΚ (σχετ. ΣυμβΠλημΑθ 2185/1987 ΠοινΧρ 1987, 465), προστατεύεται το υπηρεσιακό απόρρητο, ως αυτοτελές συμφέρον της Πολιτείας να τηρούνται μυστικές ορισμένες υπηρεσιακές ενέργειες ή υπηρεσιακά έγγραφα (ΣυμβΑΠ 344/1992 Υπερ 1992, 848, I. Μανωλεδάκης, Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του Ποινικού Δικαίου, σελ. 322, παρ. 519 και σελ. 361 παρ. 587, Γ.-Α. Μαγκάκης, Η παραβίασις του υπηρεσιακού απορρήτου ως έγκλημα κατά το άρθρο 252 ΠΚ, ΠοινΧρ 1965, 385 επ.), ενώ ως υπηρεσιακό απόρρητο του οποίου η γνωστοποίηση τυγχάνει παράνομη από τον υπάλληλο που το κοινολογεί, νοείται όχι οιοδήποτε γεγονός που αφορά την υπηρεσία του, αλλά μόνον εκείνο που πρέπει να τηρηθεί μυστικό είτε από κανόνα δικαίου, νόμο, υπουργική απόφαση, εγκύκλιο, κανονιστική διάταξη, είτε η αποκάλυψή του, καίτοι δεν απαγορεύεται ρητώς από κάποια διάταξη, εντούτοις διά του τρόπου που ενεργείται θίγει σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. σχετ. Α. Χαραλαμπάκη, ΕρμΠΚ, έκδ. 2011, τόμος Β΄, σελ. 482, με παραπομπή σε νομολογία και θεωρία αλλά και σε ενδεικτικές περί απορρήτου διατάξεις ως λ.χ. άρθρο 26 του Ν. 3528/2007 και δη του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, άρθρο 85 του Ν. 2238/1994, ήτοι του φορολογικού απορρήτου κ.λπ.). Αναμφισβήτητα η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως εις την ποινική διαδικασία, η οποία ερείδεται εις το άρθρο 241 του ΚΠΔ και αφορά άπαντα στα στάδια αυτής, ήτοι την προκαταρτική εξέταση, την προανάκριση, αστυνομική και μη και την κυρία ανάκριση, συμπεριλαμβάνεται εις το πεδίο προστασίας του άρθρου 252 ΠΚ, και τούτο διότι αφενός μεν εκ της μυστικότητας της ποινικής προδικασίας προστατεύεται, σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητος (in dubio pro reo), η προσωπικότητα του κατηγορουμένου από την ενδεχόμενη ηθική του μείωση, αλλά και του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ενδεχομένως και ειδικότερα λ.χ. σε εγκλήματα της γενετήσιας ελευθερίας, να μην επιθυμεί να δημοσιοποιηθεί η ένδικη διένεξή του με τον κατηγορούμενο, αφετέρου δε εκ της μυστικότητας της ανακρίσεως αποσκοπείται η ευχερέστερη βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος και επιτυγχάνεται η κατά το μέγιστον ανακάλυψη των δραστών, από τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων της ανακρίσεως και των ενεργειών των διενεργούντων την ανάκριση, όπως λ.χ. παραγγελίες Εισαγγελέων, Ανακριτών ή αυτεπάγγελτες κατά την αστυνομική προανάκριση ενέργειες προανακριτικών υπαλλήλων (σχετ. η υπ' αριθ. 7/1994 ΓνωμΕισΠλημΑθ Γ. Κολιοκώστα, ΠοινΧρ 1994, 878 επ., Γρ. Πεπόνης, Η de lege lata αρχή της μυστικότητος της προδικασίας και η έκνομη πραγματικότης, ΠοινΧρ Ξ΄, 713 επ., Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Β΄ έκδοση, 1994, κεφ. Ζ΄, σελ. 86-87), με συνέπεια εκ των προρρηθέντων ευλόγως να συνάγεται πως κατ' ουδένα τρόπο δεν πρέπει να κάμπτεται η μυστικότητα της ανακρίσεως διά της από μέρους του υπαλλήλου δημοσιοποιήσεως στοιχείων αυτής, ως λ.χ. εγγράφων, ενόρκων καταθέσεων, τούτο δε συνάδει όχι μόνον με τα άρθρα 252 ΠΚ και 241 ΚΠΔ, αλλά και με τα άρθρα 5Α, 14 παρ. 1 Συντ. και 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εις τα οποία η προστασία της ελευθερίας εκφράσεως, λήψεως ή μεταδόσεων πληροφοριών και η εν γένει προστασία του Τύπου, έντυπου ή ηλεκτρονικού, ως οργάνου πληροφορήσεως του κοινού, δεν καθίσταται απόλυτη και ανεξέλεγκτη, αλλά δύναται να υπάγεται σε περιορισμούς από νομοθετικούς κανόνες που αποβλέπουν εις την προστασία της εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας, την προάσπιση και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να εναπόκειται εις την εκάστοτε νομοθετική εξουσία να ρυθμίζει κανόνες, ούτως ώστε και η μυστικότητα της ανακρίσεως να διασφαλίζεται και η ενημέρωση της κοινής γνώμης, η οποία όταν τυγχάνει συμβατή με τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και του σεβασμού της προσωπικότητας του ατόμου αποτελεί στοιχείο δημοκρατίας και προάγει τον πολιτικό και κοινωνικό πολιτισμό αλλά και υποβοηθεί τη Δικαιοσύνη με αποκαλύψεις για σημαντικού πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν ειδήσεις για την εισαγγελική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 36 του ΚΠΔ, να συντελείται χωρίς να θεωρείται πως ο Τύπος περιορίζεται.
Τέτοια διάταξη η οποία για πρώτη φορά θεσπίσθηκε διά του Ν. 3849/2010, είναι αυτή του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 ΠΚ, όπου σε διαφοροποίηση μετά του εδαφίου α΄ της ως άνω παραγράφου όπου κολάζεται ποινικά ο τρίτος, υπάλληλος ή μη υπάλληλος, ο οποίος χρησιμοποιεί εν γνώσει του την εις χείρας του ευρισκομένη υπηρεσιακή πληροφορία για ιδιοτελείς σκοπούς του ιδίου ή ετέρου προσώπου, ή προς βλάβη τρίτου προσώπου ή της εν γένει λειτουργίας του Κράτους, ρυθμίζεται, σύμφωνα με το άρθρου 20 του ΠΚ, ως λόγος άρσεως του αδίκου της αξιοποίνου πράξεως της χρησιμοποιήσεως της υπηρεσιακής πληροφορίας ή του υπηρεσιακού εγγράφου, το ότι ο τρίτος, χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εντός του αναγκαίου μέτρου και με σκοπό την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αφορά πρωτίστως την έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία αλλά και τις δικαστικές αρχές στις περιπτώσεις όπου κρίνεται επιβεβλημένη η δημοσιοποίηση προσώπων εγκληματιών και όχι φυσικά τους υπαλλήλους όπου κατέχουν λόγω της υπηρεσίας τους τέτοια έγγραφα, κρίνεται πως ο νομοθέτης αξιολόγησε την περίπτωση αυτή ως θεμιτή παραβίαση του υπηρεσιακού απορρήτου, ένεκα της συγκρούσεως εννόμων συμφερόντων, η δε προσβολή που παρατηρείται δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αλλά εξισορροπείται από την προστασία άλλων συμφερόντων είτε ισοδυνάμων είτε κοινωνικά υπέρτερων (βλ. σχετ. ό.π., Α. Στοΐλα σε ΕρμΠΚ Α. Χαραλαμπάκη, σελ. 488), κρίνεται δε σε κάθε περίπτωση δικαστικά το αναγκαίον του μέτρου ή η υπέρβαση αυτού για τη δεδικαιολογημένη ενημέρωση της κοινής γνώμης. Εδώ δέον να τονισθεί πως, πέραν ορισμένων πληροφοριών οι οποίες αντικειμενικά ουδέποτε θα πρέπει να δημοσιοποιούνται προς προστασία των πολιτών, ως λ.χ. έγγραφα που αφορούν τη στρατιωτική-αμυντική διάταξη της χώρας, ή ενέργειες που διεξάγει υπέρ της Ελλάδος η ΕΥΠ, το αναγκαίον του μέτρου χρησιμοποιήσεως μιας απόρρητης υπηρεσιακής πληροφορίας, δεν καθιερώνεται από ορισμένους απαρέγκλιτους χρονικά κανόνες τους οποίους ο δημοσιογράφος πρέπει να τηρεί μηχανικά, αλλά προσαρμόζεται τόσο στις εκάστοτε εθνικές οικονομικοπολιτικές συνθήκες της χώρας, όσο και εις τα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, η οποία επιτάσσει προ της δημοσιεύσεως να ελέγχεται - επαληθεύεται η πληροφορία, η οποία δέον να δημοσιεύεται με τρόπο που και να ενημερώνει την κοινή γνώμη, αλλά και να μην λαμβάνει θέση, στις περιπτώσεις εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, υπέρ του καταγγέλλοντος ή του καταγγελλόμενου, αφού η τελική κρίση επί της αποδόσεως του δικαίου ανήκει εις την αρμοδιότητα της δικαστικής και όχι της δημοσιογραφικής λειτουργίας, καθήκον της οποίας είναι να αναδεικνύει τα δέοντα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τις δικαστικές προεκτάσεις των οποίων, εφόσον προκύψουν, αρμόδια να αποφανθεί η Δικαιοσύνη ως μία, κατά το Σύνταγμα, εκ των ισότιμων λειτουργιών του Κράτους. Έτσι δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συντρέχει όχι όταν προκαλείται η δημιουργία εντυπώσεων ή η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού ή η προσπάθεια σπιλώσεως της τιμής κάποιου προσώπου διά δημοσιοποιήσεως ανακριβών και μη ελεγχομένων πληροφοριών, αλλά όταν διά της πληροφορίας αυτής αποκαλύπτεται π.χ. ότι δημόσια πρόσωπα ελέγχονται από κρατικές αρχές για δωροδοκία (βλ. σχετ. ό.π., Α. Στοΐλα σε ΕρμΠΚ, Α. Χαραλαμπάκη), ή για οικονομικές ατασθαλίες επί ζημία του Δημοσίου, ή για ζήτημα που διά των πράξεων ορισμένων πολιτικών αξιωματούχων ή μη, θίγει ουσιωδώς τα συμφέροντα της χώρας.
Στην προκειμένη περίπτωση εκ των στοιχείων της παρούσης δικογραφίας, ήτοι εκ των εγγράφων αυτής και των εμμάρτυρων καταθέσεων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23.9.2012, διά δημοσιεύματος επί των σελ. 28 και 29 της εβδομαδιαίας πανελλήνιας εμβέλειας εφημερίδος «...» υπό τον τίτλο «Κατάθεση - φωτιά για 3 Υπουργούς», το οποίον υπογράφουν οι δημοσιογράφοι Α.Κ. και Α.Α. και εκδότης της οποίας και υπεύθυνος σύμφωνα με τον νόμο τυγχάνει ο δημοσιογράφος Ν.Χ., κατέστη ευρέως γνωστό εις το αναγνωστικό κοινό πως ο επιχειρηματίας Ι.Λ. διά σχετικής μηνυτήριας αναφοράς του κατά των επιχειρηματιών Ι.Κ. και Ρ.Σ., απόσπασμα της οποίας επεδείχθη εις την ως άνω εφημερίδα, εξέθετε πως ο I.Κ. του εκμυστηρεύτηκε πως ο νυν Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Ε.Μ. και οι πρώην Υπουργοί Γ.Β. και Μ.Λ., εμπλέκονται σε παράνομο οικονομικό πλουτισμό ο οποίος μέσω του ομίλου Κ. νομιμοποιείτο εις το εξωτερικό διά αγοραπωλησιών ακινήτων, προς τούτο δε παρετέθη και απόσπασμα αντιγράφου ενημερωτικής επιστολής του Γ.Ζ. προς το ΣΔΟΕ με παρόμοιο με το ανωτέρω περιεχόμενο. Όπως προκύπτει εκ της υπ' αριθ. πρωτ. ΕΜΠ .../12.10.2012 αναφοράς του Υποδιευθυντού Ελέγχου του ΣΔΟΕ Κ.Δ. προς τον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ Σ.Σ., το ΣΔΟΕ από της 8.11.2010 όπου εισήλθε εις την υπηρεσία τους η πρώτη μηνυτήρια αναφορά, διενεργεί ποινική προκαταρτική έρευνα για τη διαπίστωση τελέσεως ποινικών αδικημάτων, ενόψει των από 26.4.2010 και 30.5.2011 μηνυτηρίων αναφορών του Ι.Λ. κατά του επιχειρηματία Ι.Κ., της Ρ.Σ. και ομίλου ανωνύμων εταιριών ιδιοκτησίας τους, ενώ ως εμφαίνεται εκ της από 1.10.2012 ενόρκου καταθέσεως του δημοσιογράφου και εκδότου Ν.Χ. προς την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. η οποία διενήργησε προκαταρκτική εξέταση επί της προκείμενης ποινικής δικογραφίας για την ανακάλυψη των υπαιτίων διαρροής υπηρεσιακών εγγράφων, τη Δευτέρα στις 17.9.2012 και περί ώρα 13:05 μμ παρέλαβε από τον ιδιωτικό φύλακα των γραφείων όπου στεγάζεται η εφημερίδα «...», έναν περίκλειστο ταχυδρομικό φάκελο από ανώνυμο και άγνωστο αποστολέα (βλ. σχετ. το εγχειρισθέν στη δικογραφία αντίγραφο παραληφθέντων εγγράφων με την ένδειξη στη στήλη Αποστολέας - Άγνωστος), ο οποίος εμπεριείχε τρία έγγραφα και συγκεκριμένα την κατάθεση του Ι.Λ., την επιστολή του Γ.Ζ. και μια λίστα περιέχουσα ακίνητα κυριότητος του Ι.Κ., αφού δε ανέθεσε τη δημοσιογραφική έρευνα επαληθεύσεως της γνησιότητος των ανωτέρω εγγράφων εις τους δημοσιογράφους της εφημερίδας Α.Κ. και Α.Α., εν συνεχεία ενέκρινε και επέτρεψε ως εκδότης της ως άνω εφημερίδος τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος, δοθέντος ότι κατά την κρίση του συνέτρεχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αφού εις τα εν λόγω έγγραφα πράγματι εγένοντο αναφορές εις σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία φέρονται να εμπλέκονται σε παράνομες οικονομικές συναλλαγές. Αναμφίβολα τα έγγραφα τα οποία απεστάλησαν εις τον εκδότη της εφημερίδας «...» διά ανωνύμου επιστολής, ήτοι η μηνυτήρια αναφορά του Ι.Λ. και η εξώδικος επιστολή του Γ.Ζ., τα οποία αποτελούσαν μέρος των ποινικών δικογραφιών επί των οποίων σχετική έρευνα διενεργούσαν και διενεργούν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ υπό την εποπτεία του αρμοδίου Εισαγγελέως, συνιστούν υπηρεσιακά έγγραφα ποινικής δικογραφίας επί της οποίας η αρχή της μυστικότης της ανακρίσεως, ως προεκτέθηκε εις τη μείζονα σκέψη, απαγορεύει τη γνωστοποίησή τους, πλην των διαδίκων όπου νομοτύπως έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 2, 104 και 108 του ΚΠΔ και επομένως αναδεικνύονται ενδείξεις πως κάποιο υπηρεσιακό όργανο προς όφελός του ή προς βλάβη των εμπλεκομένων εις τις ποινικές ως άνω δικογραφίες, γνωστοποίησε τα έγγραφα αυτά εις τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «...», χωρίς πάντως να έχει εισέτι καταστεί γνωστή η ταυτότης του.
Πέραν τούτων, κατά την ημέτερη κρίση δεν γεννάται ζήτημα ποινικής ευθύνης τόσο για τον εκδότη της ως άνω εφημερίδας Ν.Χ. όσο και για τους συντάξαντες το εν λόγω δημοσίευμα δημοσιογράφους Α.Κ. και Α.Α., καθόσον το εν λόγω δημοσίευμα εκκινείτο εντός των ορίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αφού στηρίζετο στα λεχθέντα του Ι.Λ. και του Γ.Ζ. (βλ. την αρχική παράθεση του κειμένου, Ο Πρόεδρος της Βουλής, οι πρώην κορυφαίοι Υπουργοί της Κυβέρνησης Κ. Γ.Β. και Μ.Λ. και μια εταιρία real estate του Ι.Κ., κουμπάρου του Β.Μ. φέρονται να εμπλέκονται –σύμφωνα με καταθέσεις μαρτύρων– σε μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής και παρανόμου πλουτισμού), χωρίς να λάβει θετική ή αρνητική στάση υπέρ του αληθούς ή ψευδούς των λεγομένων, το οποίον άλλωστε δεν είχε αρμοδιότητα να πράξει, επιπροσθέτως δε καλύπτονται από τον λόγο άρσεως ταυ αδίκου ως τούτος ορίζεται εις το εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 ΠΚ, δεδομένου ότι ανεξαρτήτως του αληθούς ή ψευδούς του περιεχομένου των καταγγελιών του Ι.Λ. το οποίον θα αναδείξει μόνον η περαιτέρω δικαστική έρευνα, δύναται να υποστηριχθεί, δεδομένης της προϊούσας πολιτικής και οικονομικής κρίσεως όπου έχει περιέλθει η χώρα χωρίς ευθύνη των πολιτών, πως υφίσταται δικαιολογημένο ενδιαφέρον των πολιτών, αφού σύμφωνα και με το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντ. όλες οι εξουσίες πηγάζουν εκ του λαού με κορυφαία πράξη τη διά της ψηφοφορίας εκλογή των προσώπων που συγκροτούν τη νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία, να πληροφορηθούν εάν σημαίνοντα, παρόντα ή παρελθόντα δημόσια πολιτικά πρόσωπα που έχουν ασκήσει δημόσια εξουσία, καταγγέλλονται για παράνομες πράξεις σχετικές άμεσα ή έμμεσα με τη δημόσια αυτή εξουσία, ως επίσης δικαίωμα έχουν να πληροφορηθούν στο μέλλον ποία πρόσωπα εξ αυτών των καταγγελλόμενων πολιτικών ή εν γένει δημοσίων προσώπων, υπέχουν ή δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτως ώστε να μορφώσουν πλήρη άποψη για τα πρόσωπα που επιθυμούν να κατέλθουν στον πολιτικό στίβο επιζητώντας την ψήφο τους, τούτο δε, ήτοι τη μέλλουσα δημοσιοποίηση της ενοχής ή της αθωότητος των προσώπων που έχουν καταγγελθεί, οφείλει η δημοσιογραφική έρευνα να πράττει επί ίσοις όροις και όχι μεροληπτικά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων και επειδή η από μέρους του εκδότου της εφημερίδος «...» Ν.Χ., και των δημοσιογράφων Α.Κ. και Α.Α., χρήση των ανωτέρω υπηρεσιακών εγγράφων-απορρήτων δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της πληροφορίας για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης και επομένως καλύπτεται από τη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 του ΠΚ, δεν άσκησα κατ' αυτών ποινική δίωξη για το έγκλημα της χρήσεως υπηρεσιακού απορρήτου ως τούτο προβλέπεται εις την παρ. 3-1 του άρθρου 252 του ΠΚ, θέτοντας ταυτοχρόνως σύμφωνα με το άρθρο 43 ΚΠΔ, την παρούσα αναφορά εν μέρει εις το αρχείον ως νόμω αβάσιμη, παρακαλώ δε εφόσον συμφωνείτε με την κρίση μου όπως εγκρίνετε την ενέργειά μου αυτή υπό την επισήμανση πως άμα τη επιστροφή της παρούσης προτίθεμαι να ασκήσω ποινική δίωξη κατ' αγνώστων υπαλλήλων, οι οποίοι διά της δημοσιοποιήσεως υπηρεσιακών εγγράφων για την πράξη της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 252 του ΠΚ.
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών,
Σπυρίδων Παππάς

Must red-read

Ακαταδίωκτο δημοσίων υπαλλήλων και μελών Δικηγορικών Συλλόγων

  27/2023 ΑΠ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αστικώς ανεύθυνο δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει και την ευθύνη αυτών από προσβολές της προσωπικότ...