Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Αστυνομικά όργανα σε κίνδυνο ζωής και δίωξης: Πότε ένας αστυνομικός βρίσκεται πραγματικά σε άμυνα

 

 

Αθώωση για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή, τελούμενη διά παραλείψεως, ελλείψει στοιχειοθέτησης της υποκειμενικής υποστάσεως. Αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Τραυματισμός δύο γυναικών (οδηγού και συνοδηγού) από σύγκρουση με περιπολικό της αστυνομίας, το οποίο είχε αρπάξει ένας δράστης ανθρωποκτονίας, ο οποίος είχε αποκεφαλίσει τη γυναίκα του και περιφερόταν με ένα μαχαίρι και το κεφάλι της στους δρόμους της Θήρας των Κυκλάδων, κατά την προσπάθεια του δράστη της ανθρωποκτονίας να διαφύγει της συλλήψεώς του από τους αστυνομικούς. Ποινική ευθύνη (για τη σωματική βλάβη των γυναικών) των αστυνομικών. Παραλείψεις αστυνομικών, όπως παράλειψη αφαίρεσης από τη μίζα του περιπολικού των κλειδιών του περιπολικού, παράλειψη άμεσης ειδοποίησης του Διοικητή του ΑΤ για το τόσο σπουδαίο γεγονός, προσπάθεια σύλληψης, μεταξύ άλλων, και από δόκιμους αστυνομικούς, οι οποίοι δεν φέρουν οπλισμό, παράλειψη σύλληψης και αφοπλισμού του δράστη της ανθρωποκτονίας, όταν αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος έχοντας δεχθεί δύο σφαίρες κ.λπ. Αθώωση των αστυνομικών, αφού δεν υφίσταντο εκ μέρους τους η αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης, δεδομένης της πρωτοφανούς καταστάσεως. Ειδικότερα, επρόκειτο για μία προσωπικότητα (δράστης της ανθρωποκτονίας) πρωτοφανή για τα παγκόσμια αστυνομικά δεδομένα, ο οποίος απασχόλησε, όχι μόνο τον ελληνικό Τύπο, αλλά και τον ξένο, και η σύλληψη του οποίου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο από ειδικές δυνάμεις ασφαλείας και όχι από τους συγκεκριμένους αστυνομικούς, οι οποίοι αντιμετώπιζαν απλά και συνήθη ποινικά αδικήματα. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής απόφασης. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ορθή και αιτιολογημένη η αθωωτική απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση Εισαγγελέως.

Αριθμός απόφασης: 1207/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Μαΐου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήττα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 441, 443, 444/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Με κατηγορούμενους τους: ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) .... του ..., κάτοικο ... και 2) .... του ..., κάτοικο ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Αντώνιο Βγόντζα. Το Τριμελές Πλημ/κείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ...1-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ... Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.  

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ  

... Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης σε άλλον, υποκειμενικά δε α) ο δράστης να μην κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την κατ’αυτόν τον τρόπο τελούμενη σωματική βλάβη από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 του Π.Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης ( δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει (Ολομ. Α.Π. 4/2010). Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου ειδικώς για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο (εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας). Δεν συνιστούν όμως έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, που δίκασε κατ’έφεση και κήρυξε αθώους του αναιρεσείοντες κατηγορουμένους σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή που τελέστηκε με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά συνεδριάσεώς του, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Από την επ’ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από την χωρίς όρκο κατάθεση της παρούσας πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και του μάρτυρα υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της εκκαλούμενης αποφάσεως, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν νόμιμα και βρίσκονται στην υπό κρίση δικογραφία, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες και το σκίτσο, που επιδείχθηκαν και επισκοπήθηκαν, από τις απολογίες των κατηγορουμένων, εκτιμωμένων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (βλ. άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠΔ), και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, για την υπόθεση αυτή: Ο ..., που γεννήθηκε στην ..., το έτος 1977, κάτοικος μέχρι και το έτος 2008 της νήσου ... και έκτοτε κατάδικος και έγκλειστος στις φυλακές, γνωρίστηκε με την ... το έτος 2003 στην ..., όπου ο ίδιος διέμενε με τους γονείς του. Η ... σπούδαζε τότε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και συνήψαν ερωτικό δεσμό. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2007 η ... μετατέθηκε ως δασκάλα όπου κατέλαβε μόνιμη θέση στη Θήρα Κυκλάδων και διέμεινε έκτοτε με τον ανωτέρω σύντροφό της, ενώ κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007 παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στη Θεσσαλονίκη. Ο ... από τον μήνα Μάιο του έτους 2008 άρχισε να εργάζεται ως μάγειρας στο ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο "...", που βρισκόταν στην περιοχή ... Θήρας του Νομού Κυκλάδων, πλην, όμως, ισχυριζόταν ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με τον εργοδότη του, ο οποίος του φερόταν υποτιμητικά και τον αποκαλούσε "ανίκανο". Τούτο δε συνέβη περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2008. Την 1-8-2008 περί ώρα 18.00 μ.μ. ο ... επισκέφτηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Κέντρου Υγείας Θήρας μαζί με την ανωτέρω σύζυγό του, γιατί τις δύο (2) με τρεις (3) προηγούμενες ημέρες αισθανόταν έντονο άγχος λόγω των προβλημάτων, που αντιμετώπιζε με τον εργοδότη του και είχε αϋπνίες. Εκεί ανέλαβε να τον εξετάσει ο αγροτικός γιατρός ..., στον οποίο τόσο ο ... όσο και η ανωτέρω σύζυγός του, ανέφεραν τα προεκτεθέντα, χωρίς, όμως, να του κάνουν οποιαδήποτε αναφορά ή νύξη σε κάποιο προηγούμενο ψυχιατρικό ιστορικό του πρώτου, παρότι αυτοί ερωτήθηκαν σχετικώς. Ακολούθως, ο ως άνω ιατρός, ο οποίος διαπίστωσε ότι η κλινική εικόνα του ήταν καλή, χωρίς ένδειξη κάποιας ψυχικής νόσου, όπως άλλωστε τον διαβεβαίωσε και το ζεύγος, έκανε στον ανωτέρω ενδομυϊκά μία (1) ηρεμιστική ένεση με ουσία διαζεπάμης, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως και έχει μυοχαλαρωτικό και ηρεμιστικό χαρακτήρα και του συνέστησε περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασής του από ψυχίατρο. Η ανωτέρω επίσκεψη διήρκησε περί τα (20) είκοσι λεπτά. Τις απογευματινές ώρες της 3- 8-2008 η ..., επικοινώνησε με τον πατέρα του συζύγου της ..., ο οποίος διέμενε στην ..., και του ανέφερε ότι ο σύζυγός της δεν αισθανόταν καλά, καθώς είχε δέκατα και έντονο άγχος και ότι η ίδια είχε προβεί σε τηλεφωνική κράτηση δύο (2) εισιτηρίων για ... με την πτήση της 4-8- 2008. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 18.30 μ.μ. ο ... του ... διαπληκτίστηκε με την ανωτέρω σύζυγό του εντός του ισογείου διαμερίσματός τους, στο οποίο διέμεναν στην περιοχή ... της νήσου ..., γιατί η τελευταία άρχισε πλέον να τον πιέζει ότι πρέπει να σταθεροποιηθεί σε μία εργασία, να κάνει υποχωρήσεις και να μην έχει υπέρμετρες αξιώσεις σχετικά με την αμοιβή του, με αποτέλεσμα να αλλάζει συνέχεια εργασίες, όπως έπραττε μέχρι τότε, προσπαθώντας να του εξηγήσει ότι μόνο το κόστος διαβίωσης είναι υψηλό, προς απόδειξη προφανώς όλων αυτών του επέδειξε το βιβλιάριο της ... Τράπεζας στην οποία κατατίθετο ο μισθός της. Κατά τη διάρκεια δε της λογομαχίας τους αυτής η ... τον αποκάλεσε "τεμπέλη". Τότε αυτός, ενεργώντας με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού έκαψε το ανωτέρω βιβλιάριο, το οποίο εν συνεχεία πέταξε έξω από το μπαλκόνι της οικίας τους, επιτέθηκε στην σύζυγό του ..., άρχισε να την τραβά με δύναμη από τα μαλλιά και την τράβηξε στο μπαλκόνι στο εσωτερικό της οικίας και άρχισε να την χτυπά δυνατά πίσω στην πλάτη με την λαβή ενός μαχαιριού. Αυτή άρχισε να καλεί σε βοήθεια, και ο ... της έλεγε να σταματήσει, παράλληλα εξαιτίας όλης αυτής της αναστάτωσης που δημιουργήθηκε άρχισε να γαβγίζει επίμονα ο σκύλος της ... Από τις φωνές της τελευταίας και τα επίμονα γαβγίσματα του σκύλου της αναστατώθηκε όλη η γειτονιά και οι περισσότεροι από τους περίοικους βγήκαν έξω στον δρόμο και ρωτούσαν τον ... του ... τι ακριβώς έχει συμβεί. Αυτός απάντησε ότι δεν συμβαίνει τίποτα και εισήλθε ξανά μέσα στην οικία του, όπου, αφού πρώτα αποκεφάλισε τον σκύλο της συζύγου του και πέταξε το κεφάλι του στο δρόμο, εν συνεχεία άρχισε να μαχαιρώνει την σύζυγό του με διάφορα μαχαίρια, που βρίσκονταν κρεμασμένα στον χώρο της κουζίνας εντός της οικίας τους. Ο δράστης την έπληξε σε επτά (7) σημεία του σώματός της, χρησιμοποιώντας διαδοχικά διάφορα μαχαίρια, προκαλώντας της τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματός της, φωνάζοντάς της ταυτόχρονα "ψόφα γουρούνα". Στη συνέχεια κι ενώ ακόμη η σύζυγός του ... ήταν εν ζωή, αυτός, με τη χρήση των ως άνω μαχαιριών, της απέκοψε το κεφάλι, με συνέπεια από τα ανωτέρω τραύματα να επέλθει ως μόνης ενεργούς αιτίας, ο θάνατός της. Ακολούθως, με τα ίδια μαχαίρια επέφερε στη θανούσα σύζυγό του και μεταθανάτια τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματός της. Στη συνέχεια αυτός, κρατώντας το κεφάλι της δολοφονηθείσας συζύγου του, και ένα από τα μαχαίρια, με το οποίο της είχε επιφέρει νωρίτερα θανατηφόρα τραύματα, μήκους τριάντα οκτώ (38) εκατοστών, εξήλθε από την οικία τους και κατευθύνθηκε πεζός από την περιοχή ... προς την περιοχή ... Θήρας. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι την ίδια ως άνω ημέρα και περί ώρα 18.00 μ.μ. ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., ο οποίος υπηρετούσε τότε στο Αστυνομικό Τμήμα Θήρας ως ... και εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία περιπολίας ως οδηγός περιπολικού οχήματος, με συνοδηγό τον δόκιμο αστυφύλακα ..., ενημερώνεται τηλεφωνικά μέσω ασυρμάτου από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ιδίου ως άνω αστυνομικού τμήματος ... και ήδη πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος υπηρετούσε τον ίδιο χρόνο ως ..., εκτελώντας την ημέρα τούτη καθήκοντα Αξιωματικού Υπηρεσίας, από ώρα 14.00 μ.μ. έως ώρα 22.00 μ.μ., ότι στην περιοχή ... Θήρας του Νομού Κυκλάδων υπάρχει σε εξέλιξη έντονο οικογενειακό επεισόδιο. Τη χρονική εκείνη στιγμή ο δεύτερος κατηγορούμενος ... βρισκόταν με το υπηρεσιακό όχημα, που οδηγούσε, σε απόσταση περίπου είκοσι δύο (22) χιλιομέτρων από την συγκεκριμένη περιοχή, και μόλις έλαβε το ως άνω σήμα κατευθύνθηκε προς το σημείο εκείνο, όπου, κατά τις πληροφορίες που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο ..., εκτυλισσόταν το οικογενειακό συμβάν. Κατά την πορεία του με το υπηρεσιακό όχημα ο δεύτερος κατηγορούμενος ... προς την ανωτέρω κατεύθυνση λαμβάνει δεύτερο σήμα και συγκεκριμένα σχετική προφορική ενημέρωση από το κέντρο ότι το επεισόδιο είχε λάβει σοβαρές διαστάσεις, διότι ένας άνδρας είχε σφάξει έναν σκύλο, είχε πετάξει το κεφάλι του έξω από το μπαλκόνι της οικίας του και παράλληλα εκείνη τη στιγμή έκαιγε ένα βιβλιάριο τράπεζας. Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού θεώρησε το περιστατικό αυτό σοβαρό, κατευθύνθηκε με το περιπολικό όχημα προς το Αστυνομικό Τμήμα ..., με σκοπό να πάρει μαζί του ενισχύσεις, προκειμένου ακολούθως να κατευθυνθεί στο σημείο του συμβάντος. Μέχρι να φτάσει ο δεύτερος κατηγορούμενος ... στο Αστυνομικό Τμήμα ... τον ενημέρωσαν από το κέντρο αυτού ότι ο άνδρας τελικά, που είχε σφάξει τον σκύλο, είχε προβεί και στον αποκεφαλισμό της συζύγου του, περιφερόμενος μάλιστα με το αποκοπέν κεφάλι αυτής στο δρόμο. Όταν αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) έφτασε τελικά στο Αστυνομικό Τμήμα ... πήρε μαζί του και τον Αξιωματικό Υπηρεσίας, ήτοι τον πρώτο κατηγορούμενο, και επιβιβάστηκαν στο υπηρεσιακό όχημα εποχούμενης περιπολίας με οδηγό τον πρώτο (...). Παράλληλα ο τελευταίος, διέταξε τους δόκιμους αστυφύλακες του Αστυνομικού ... να τον ακολουθήσουν με έτερο διαθέσιμο υπηρεσιακό αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., στο οποίο επέβαιναν ο αρχικός συνοδηγός του δεύτερου κατηγορούμενου ... του ..., ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο ήταν τριτοετής δόκιμος αστυφύλακας και άλλοι δύο (2) δόκιμοι αστυφύλακες από το Γραφείο Ασφαλείας, με κατεύθυνση και των δύο (2) οχημάτων το χωριό ... Θήρας, με σκοπό να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον δράστη της ανθρωποκτονίας, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν λάβει εν τω μεταξύ από το κέντρο του Αστυνομικού ... Στο δρόμο, μεταξύ των περιοχών ... και ..., ο δεύτερος κατηγορούμενος ... συνάντησε τον ..., ο οποίος τον σταμάτησε και τον ενημέρωσε ότι ο δράστης της ανθρωποκτονίας βαδίζει πεζός στον δρόμο από το χωριό ... προς την περιοχή ... Θήρας, κρατώντας στο ένα χέρι του το κεφάλι μίας γυναίκας και στο άλλο του χέρι ένα μεγάλο μαχαίρι. Πράγματι, λίγο πιο κάτω, οι ανωτέρω αστυνομικοί εντόπισαν τον ... να βαδίζει στην άκρη του δρόμου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ... έφερε μαζί του το υπηρεσιακό του περίστροφο, το οποίο είχε μέσα τέσσερις (4) σφαίρες. Αντίθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος ... δεν έφερε μαζί του το υπηρεσιακό του περίστροφο, όπως ο ίδιος ομολογεί, γεγονός άλλωστε που αποδεικνύεται και από το σύνολο των εισφερόμενων στη δίκη αποδεικτικών στοιχείων. Μόλις οι αστυνομικοί έφτασαν στο ύψος του δράστη, που κινούνταν πεζός, αποβιβάστηκαν από το περιπολικό όχημα και ο δεύτερος κατηγορούμενος ... στάθηκε μπροστά στην πόρτα του οδηγού. Ο ..., όταν τους αντιλήφθηκε, άρχισε να τους λέει διάφορες ακατάληπτες φράσεις και λέξεις, μιλώντας προφανώς στην τούρκικη γλώσσα και μετά να φωνάζει σε αυτούς τη φράση "Μετανοείτε, έρχεται η βασιλεία των ουρανών". Ακολούθως, βλέποντας ο ... τους δύο (2) ως άνω αστυνομικούς (πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων) σήκωσε ψηλά τα χέρια του, κρατώντας στο ένα του χέρι το αποκοπέν κεφάλι της θανούσας συζύγου του και στο άλλο του χέρι το μαχαίρι και απευθύνθηκε άγρια στον δεύτερο κατηγορούμενο ... με τις φράσεις "Καταλαβαίνεις τι λέω" και μετά "φύγε θα σε φάω". Τότε ο τελευταίος έβγαλε από τη θήκη του το υπηρεσιακό του περίστροφο, το όπλισε, ώστε οι τέσσερις (4) σφαίρες να είναι έτοιμες στη θαλάμη για πυροβολισμό και φώναξε στον ... να πέσει μπρούμυτα στο έδαφος, να αφήσει το αποκοπέν κεφάλι της δολοφονηθείσας συζύγου του, καθώς και το μαχαίρι, στο έδαφος και να φέρει τα χέρια του πίσω στην πλάτη του για να του περάσει τις χειροπέδες, κινούμενος για τον λόγο αυτόν προς το μέρος του δράστη. Στη συνέχεια o αστυνομικός ... είπε στους δόκιμους αστυνομικούς του ετέρου περιπολικού οχήματος να αποβιβαστούν από αυτό, να του φέρουν τις χειροπέδες και κινήθηκε προς το μέρος του δράστη ... Μόλις έφτασε σε απόσταση ενός μέτρου από τον ... ο τελευταίος εντελώς ξαφνικά άρπαξε από το οδόστρωμα το μαχαίρι με το ένα του χέρι και το αποκοπέν κεφάλι της δολοφονηθείσας συζύγου του με το άλλο χέρι, πετάχτηκε πάνω και κινήθηκε γρήγορα εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου ... κρατώντας το μαχαίρι ψηλά. Ο τελευταίος, φοβούμενος για τη ζωή του, οπισθοχώρησε, έχοντας όμως προτεταμένο το όπλο του προς τον ... Αυτός, όμως, συνέχισε να έρχεται γρήγορα προς το μέρος του δεύτερου κατηγορούμενου ... και ο τελευταίος βέβαια δικαιολογημένα λόγω της πρωτοφανούς αυτής και μη αναμενόμενης αντίδρασης του ... πανικοβλήθηκε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κατά την ένορκη κατάθεσή του στο πλαίσιο της ποινικής δίκης σε βάρος του ... για τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε αυτός, και για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Μυτιλήνης, επί της οποίας εκδόθηκε η με 1-9/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (σ. 29), "προς στιγμή τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω, αν έπρεπε να πυροβολήσω, αφού δεν είμαι δολοφόνος και δεν ήθελα να σκοτώσω". Πλην, όμως, ο ανωτέρω δεύτερος κατηγορούμενος έριξε μία σφαίρα στον αέρα προς εκφοβισμό του δράστη ... Παρά ταύτα ο τελευταίος δεν φοβήθηκε και κινήθηκε απειλητικά πλησιάζοντάς τον. Έτσι ο δεύτερος κατηγορούμενος αναγκάστηκε και τον πυροβόλησε στο αριστερό του χέρι καθώς και στον ώμο του τραυματίζοντάς τον. Παρά όμως τον ως άνω τραυματισμό ο δράστης δεν ακινητοποιήθηκε. Όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ο τελευταίος ήταν σε αμόκ, και, αφού ήλθε μπροστά στον δεύτερο κατηγορούμενο, σήκωσε ψηλά το μαχαίρι και το κατέβασε προς το κεφάλι του, με πρόθεση να τον σκοτώσει. Ο εν λόγω αστυνομικός ενστικτωδώς τραβήχτηκε, πίσω, πλην, όμως, με το μαχαίρι που κρατούσε ο ..., αυτός τραυματίστηκε στο χείλος. Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του ..., τραυματίζοντάς τον στην κοιλιά. Αρχικά, ο ... διπλώθηκε και περπατώντας λίγο πιο πίσω πήγε ανάμεσα στα δύο (2) περιπολικά οχήματα, γονάτισε με συνέπεια ο αστυνομικός ... να πιστέψει δικαιολογημένα ότι είχε πλέον εξουδετερωθεί εξαιτίας του προαναφερόμενου τραυματισμού του. Για τον λόγο τούτο αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος), έδωσε εντολή στου συναδέλφους του αστυνομικούς να κλείσουν τον δρόμο από την περιοχή ... προς την περιοχή ... Θήρας και εισήλθε στο περιπολικό όχημα, που οδηγούσε, προκειμένου να το μετακινήσει λίγο παρακάτω και να κλείσει με αυτό και το άλλο ρεύμα πορείας για να συλλάβει τον δράστη, αν ήταν ζωντανός. Πλην, όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος είδε τον ... να σηκώνεται, να κρατά στο ένα του χέρι το μαχαίρι και στο άλλο του χέρι το αποκοπέν κεφάλι της θανούσας συζύγου του και να κινείται απειλητικά προς τους συναδέλφους του, δοκίμους αστυφύλακες, απευθυνόμενους σε αυτούς με τη φράση "Θα σας φάω όλους σήμερα". Οι τρεις (3) δόκιμοι αστυφύλακες οπισθοχώρησαν και τότε ο ... προχώρησε προς το περιπολικό όχημά τους, πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού το αποκοπέν κεφάλι της θανούσας συζύγου του στο κάθισμα του συνοδηγού, άνοιξε την πόρτα του περιπολικού οχήματος και αφήνοντας το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του στο κάθισμα του οδηγού έψαξε να βρει το κλειδί της μηχανής του περιπολικού οχήματος. Αφού δεν βρήκε το κλειδί του περιπολικού οχήματος πήρε πάλι το μαχαίρι και κινήθηκε τότε προς το μέρος του δεύτερου κατηγορούμενου ... αρχίζοντας να φωνάζει σε αυτόν τη φράση "τώρα θα σε φάω, θα σου πάρω το κεφάλι". Ο δεύτερος κατηγορούμενος τότε άκουσε τον ... να του φωνάζει "Ρίχτου στο κεφάλι". Αυτός πράγματι έριξε την τελευταία σφαίρα, που είχε το όπλο του στον δράστη, η οποία τον πέτυχε μπροστά και ψηλά στα πόδια. Ούτε, όμως, και τότε σταμάτησε ο δράστης, αλλά συνέχισε να προχωρά εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου απειλητικά. Ο δεύτερος κατηγορούμενος φοβήθηκε, διότι ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη σφαίρα στο όπλο του και οπισθοχώρησε, με συνέπεια να εισέλθει ο ... στο περιπολικό όχημα, με το οποίο είχε φτάσει στον τόπο του συμβάντος ο δεύτερος κατηγορούμενος ..., να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή του και στη συνέχεια να κινηθεί με αυτό, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε ξεχάσει μέσα σε αυτό τα κλειδιά της μηχανής. Σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες προέβη ο ..., ευρισκόμενος σε κατάσταση απίστευτης υπερέντασης, ενώ, φάνηκε ότι ουδόλως διακατείχετο από αίσθημα φόβου στη θέα των όπλων των αστυνομικών οργάνων καθώς και των πυροβολισμών που είχαν ως συνέπεια τον τραυματισμό του. Να σημειωθεί, δε, ότι, όπως αποδείχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία, ο ... με την επιδεικνυόμενη ως άνω συμπεριφορά του, επιδίωκε να διαφύγει τη σύλληψη, χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο και κάθε μέσο και με οποιεσδήποτε συνέπειες είτε με την απώλεια της ζωής του ή τρίτων και δη των αστυνομικών οργάνων, που συμμετείχαν στην σύλληψή του. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι μόλις ο ... έφτασε στο τέλος της ανηφόρας του δρόμου σταμάτησε, και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος φώναξε στους συναδέλφους του αστυνομικούς να τρέξουν να τον συλλάβουν. Όμως, ξαφνικά ο ... ξεκίνησε να οδηγεί πάλι με το περιπολικό όχημα και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα προς την περιοχή των ... Θήρας. Εξάλλου, ο τρίτος κατηγορούμενος ..., ο οποίος, κατά τον ίδιο χρόνο (3-8-2008), υπηρετούσε στο Γραφείο Ασφάλειας του Αστυνομικού ..., περί ώρα 18.45 μ.μ. της ίδιας ημέρας ενημερώθηκε ότι κάποιος έχει σκοτώσει την σύζυγό του, ότι περιφερόταν με το αποκοπέν κεφάλι αυτής και ότι είχε αντισταθεί στην σύλληψή του, επιτιθέμενος μάλιστα στους συναδέλφους του αστυνομικούς με το ίδιο μαχαίρι και τραυματίζοντας τον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι είχε διαφύγει με το περιπολικό όχημα της αστυνομίας, με κατεύθυνση την περιοχή ... Θήρας. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και ήταν εκείνη την ημέρα εκτός υπηρεσίας, πληροφορείς τα ανωτέρω περιστατικά, προσήλθε άμεσα στο Αστυνομικό Τμήμα ..., όπου παρέλαβε υπηρεσιακό όπλο (περίστροφο) φέροντας πολιτική περιβολή. Αυτός, μετά των τριών (3) δοκίμων αστυφυλάκων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα, συμβατικό του Γραφείου Ασφάλειας του Αστυνομικού ..., προέβη σε αναζήτηση του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος, που οδηγούσε ο δράστης, ο οποίος κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα με κίνδυνο τραυματισμού των χρηστών της οδού. Στο άλλο υπηρεσιακό όχημα επέβαιναν οι τρεις (3) δόκιμοι αστυφύλακες, καθώς και ο τότε Διοικητής του Αστυνομικού ... ..., ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... έτερο υπηρεσιακό όχημα του Αστυνομικού ..., φέρον τα σήματα και χρώματα των οχημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο ίδιος (τρίτος κατηγορούμενος) είχε παραλάβει μαζί του τον δόκιμο αστυφύλακα ..., υπηρετούντα τότε στη Διεύθυνση Αστυνόμευσης του Κρατικού Αερολιμένα Αθηνών, ο οποίος τελούσε σε μη διατεταγμένη υπηρεσία τον χρόνο εκείνο, ενώ αμφότεροι οι αστυνομικοί έφεραν πολιτική περιβολή. Κατευθυνόμενοι προς την περιοχή ... Θήρας, ο τρίτος κατηγορούμενος εντόπισε το περιπολικό όχημα, που οδηγούσε ο δράστης σε χώρο έξω από το δρόμο, προς την αριστερή κατεύθυνση. Ακολούθως, ο τρίτος κατηγορούμενος μείωσε την ταχύτητα και σταμάτησε το περιπολικό όχημα και με το υπηρεσιακό περίστροφο στο χέρι του κινήθηκε προς το περιπολικό όχημα από την πλευρά του συνοδηγού. Ενώ είχε ήδη φτάσει στο μέσο περίπου και χωρίς να μπορεί να διακρίνει ακόμη εάν υπήρχε κάποιο άτομο μέσα στο περιπολικό όχημα ή όχι, ξαφνικά το τελευταίο άρχισε να κινείται με ταχύτητα προς την περιοχή των ... Θήρας με οδηγό τον ... Αμέσως ο τρίτος κατηγορούμενος επέστρεψε στο υπηρεσιακό του όχημα και ξεκίνησε μαζί με τους συναδέλφους του αστυνομικούς την καταδίωξη του δράστη, με τον φάρο και την σειρήνα του σε λειτουργία. Το περιπολικό όχημα, που οδηγούσε ο ..., εισήλθε τελικά εντός της περιοχής των ... Θήρας, διέσχισε την πλατεία των ..., που ήταν πεζόδρομος, ο οποίος είχε πολύ κόσμο εκείνη την ώρα και οδηγήθηκε στην επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς την περιοχή ... Θήρας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ... του ..., κατά τον χρόνο του περιγραφόμενου ως άνω συμβάντος, ήταν αγροτική ιατρός, υπηρετούσα στο Κέντρο Υγείας ..., ενώ αυτή, την ανωτέρω ημέρα επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε η πρώτη πολιτικώς ενάγουσα ... με κατεύθυνση από την περιοχή του ... προς την περιοχή των ... Θήρας μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκαν να μεταβούν επειγόντως στο Κέντρο Υγείας ... για την αντιμετώπιση σοβαρού περιστατικού. Κατά την πορεία τους εντόπισαν ένα περιπολικό όχημα να κινείται με μεγάλη ταχύτητα πάνω από εκατό (100) χιλιόμετρα την ώρα, πάνω στη διαχωριστική γραμμή και πίσω του να το ακολουθούν δύο άλλα περιπολικά οχήματα με τους φάρους σε λειτουργία, συμβάν που τις παρέπεμπε σε καταδίωξη. Επρόκειτο για το περιπολικό όχημα, που οδηγούσε ο δράστης ..., το οποίο προηγουμένως είχε αφαιρέσει από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Τότε η ως άνω οδηγός του οχήματος κινήθηκε δεξιά σε σχέση με την πορεία της, παρά ταύτα όμως το περιπολικό όχημα, που οδηγούσε ο ..., έπεσε πάνω στο δίκυκλο μοτοποδήλατο με μεγάλη σφοδρότητα, με συνέπεια αυτές να εκτιναχτούν και να τραυματιστούν σοβαρότατα υποστάσασες τις σωματικές βλάβες που αναφέρονται παρακάτω. Μετά τη σύγκρουση του περιπολικού οχήματος, που οδηγούσε ο ... με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, το πρώτο προσέκρουσε στο τοιχίο ύψους τριών (3) περίπου μέτρων και ακινητοποιήθηκε. Τόσο ο τρίτος κατηγορούμενος όσο και ο τότε Διοικητής του Αστυνομικού ... ..., σταμάτησαν τα περιπολικά οχήματα που οδηγούσαν στη δεξιά πλευρά σε σχέση με την πορεία τους, κατέβηκαν με τα υπηρεσιακά τους όπλα και πλησίασαν το περιπολικό όχημα, προσεκτικά από την πλευρά του οδηγού. Είδαν τον ... στη θέση του οδηγού με το κεφάλι προς τα πίσω και στη θέση του συνοδηγού ένα μαχαίρι. Τότε, ο τρίτος κατηγορούμενος είπε στον δράστη ... να βγει έξω και να παραδοθεί. Μετά από λίγα λεπτά ο τελευταίος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω χωρίς να κρατά στο χέρι του το μαχαίρι. Ξαφνικά ο ... άρχισε να κινείται εναντίον τους, φωνάζοντας προς αυτούς τη φράση "Θα σας σκοτώσω όλους, δεν φοβάμαι κανέναν ούτε τις σφαίρες σας, είμαι ο αντίχριστος". Εκείνη τη στιγμή ο τρίτος κατηγορούμενος προσπάθησε να ενημερώσει τους διερχόμενους περαστικούς και ο δράστης κινήθηκε εναντίον του τρίτου κατηγορούμενου, έχοντας το ένα χέρι πίσω του. Ο τρίτος κατηγορούμενος φώναξε τότε στον δράστη "παραδώσου όλα τελειώσανε". Ο ... πλησίασε τον τρίτο κατηγορούμενο και τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο και με τα δύο (2) του χέρια και προσπάθησε να του πάρει το όπλο, μάλιστα κάποια στιγμή μπόρεσε και το έστρεψε προς το σώμα του τρίτου κατηγορούμενου. Ο τελευταίος προέβη στη ρίψη έξι (6) σφαιρών εις βάρος του ..., στοχεύοντας χαμηλά στα πόδια του, οι οποίες εξοστρακίστηκαν. Εξαιτίας του εξοστρακισμού των βολίδων του πυροβόλου όπλου τραυματίστηκε από τα θραύσματα η ..., που βρισκόταν στον τόπο του συμβάντος και η οποία υπέστη ελαφρά σωματική βλάβη κατ’επικίνδυνο τρόπο, όπως αναφέρεται παρακάτω. Αμέσως μετά όλοι οι αστυνομικοί έπεσαν πάνω στον ... και μετά από πάλη, παρόλο που είχε βληθεί με τόσες σφαίρες ο δράστης, κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες. Οι ανωτέρω παθόντες και ο ... στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Κέντρο Υγείας ... για την παροχή πρώτων βοηθειών και ακολούθως αποφασίστηκε η διακομιδή τους σε Νοσοκομείο Γενικής Εφημερίας των Αθηνών για περαιτέρω διερεύνηση και αντιμετώπιση των τραυμάτων τους και συγκεκριμένα στο Γ.Κ.Ν.Α. "..." και στο Γ.Ν.Ν. ... "...", ενώ, ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέμεινε για νοσηλεία στο Κέντρο Υγείας ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ... καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του κατά της καταδικαστικής με αριθμό 1-9/2009 οριστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Μυτιλήνης, με την με αριθμό 72-80/2013 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, για τα παρακάτω εγκλήματα, τα οποία επισυνέβησαν τον ανωτέρω χρόνο και τόπο, ήτοι ότι: 1) Με πρόθεση σκότωσε την σύζυγό του ..., κατά τον τρόπο, που αναφέρθηκε παραπάνω και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. 2) Με πρόθεση αποπειράθηκε να σκοτώσει άλλον, πράξη η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του και ειδικότερα όταν εντοπίστηκε από όργανα του Αστυνομικού ... στην επαρχιακή οδό ...-... Θήρας να κρατά στο ένα του χέρι το αποκομμένο κεφάλι της συζύγου του και στο άλλο χέρι του ένα μεγάλο μαχαίρι και κλήθηκε από τον αστυνομικό ... να παραδοθεί, ώστε τα αστυνομικά όργανα να προβούν στην σύλληψή του, κινήθηκε απειλητικά εναντίον των αστυνομικών, τείνοντάς τους το μαχαίρι, και, αφού ο αστυνομικός ... τον πυροβόλησε δύο (2) φορές στον αριστερό του ώμο, στην κοιλιακή χώρα, προσπάθησε να τον πλήξει με το μαχαίρι που κρατούσε στο κεφάλι, με σκοπό να τον σκοτώσει, πλην όμως απέτυχε να ολοκληρώσει την πράξη του, την οποία είχε αποφασίσει από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από την θέλησή του, καθώς ο δεύτερος κατηγορούμενος αφενός μεν τραβήχτηκε προς τα πίσω, με συνέπεια να καταφέρει με τη χρήση του μαχαιριού να του σκίσει μόνο το χείλος, ενώ, στη συνέχεια τον πυροβόλησε για μία ακόμη φορά στην κοιλιακή χώρα, με συνέπεια να πέσει στο έδαφος και να αφήσει το μαχαίρι πριν προλάβει να του καταφέρει και άλλα πλήγματα, που θα επέφεραν τον θάνατό του. 3) Έφερε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β’ του νόμου 2168/1993 και συγκεκριμένα έφερε μαζί του παράνομα ένα μαχαίρι, το οποίο χρησιμοποίησε για την τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, 4) Έκανε χρήση του ως άνω όπλου για την τέλεση των ως άνω αδικημάτων. 5) Αφαίρεσε μέλος νεκρού από εκείνους που είχαν δικαίωμα να το φυλάξουν και ενήργησε πράξη υβριστικά ανάρμοστη σχετικά με αυτό και, συγκεκριμένα, με την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά της συζύγου του απέκοψε από το νεκρό σώμα, που είχαν δικαίωμα να φυλάξουν οι εγγύτεροι συγγενείς της, με τη χρήση μαχαιριών, το κεφάλι της, το οποίο στη συνέχεια περιέφερε, κρατώντας το με το ένα του χέρι στην περιοχή του ... ..., στη συνέχεια δε, το έρριψε στο κάθισμα του συνοδηγού του υπηρεσιακού οχήματος της αστυνομίας μάρκας "…", εγκαταλείποντάς το εκεί. 6) Μεταχειρίστηκε βία και απειλή βίας για να εξαναγκάσει την αστυνομική αρχή να παραλείψει νόμιμη πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά της, η δε πράξη του αυτή φέρει τον χαρακτήρα της διακεκριμένης αντίστασης, καθόσον αυτός οπλοφορούσε και τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στράφηκε αυτή, διέτρεξαν σοβαρό κίνδυνο και ειδικότερα όταν εντοπίστηκε από τα όργανα του Αστυνομικού ... του δεύτερου κατηγορούμενου ... και του πρώτου κατηγορούμενου ... και τους δόκιμους αστυφύλακες ... στην επαρχιακή οδό ...-... Θήρας μετά τη διάπραξη της πρώτης πράξης και κλήθηκε από αυτούς να παραδοθεί για να προχωρήσουν στην κατ’άρθρο 275 του ΚΠΔ σύλληψή του, αυτός, κρατώντας στο χέρι ένα μαχαίρι, στράφηκε εναντίον τους φωνάζοντας "θα σας σφάξω όλους δεν θα μείνει κανένας ζωντανός" και κινήθηκε απειλητικά εναντίον τους, έχοντας σκοπό να τους πλήξει με το μαχαίρι που κρατούσε, πλήττοντας μάλιστα με αυτό τον αστυνομικό και ήδη δεύτερο κατηγορούμενο ..., στη συνέχεια δε με την απειλή μαχαιριού, αφαίρεσε από την κατοχή των αστυνομικών το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα της αστυνομίας και τράπηκε σε φυγή, καταδιωκόμενος από τα αστυνομικά όργανα, όταν δε το όχημα που χρησιμοποίησε ακινητοποιήθηκε στην κεντρική οδό ...-... μετά τη σύγκρουσή του με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, βγήκε απότομα από αυτό και κινήθηκε απειλητικά προς τον αστυνομικό-τρίτο κατηγορούμενο ..., που είχε καταφθάσει στο σημείο μαζί με τον τότε Διοικητή του Αστυνομικού ... , λέγοντάς του "ποιος είσαι εσύ ρε, δεν θα την βγάλεις καθαρή θα σε καθαρίσω", τον χτύπησε με το χέρι του στο αριστερό μέρος του προσώπου του και προσπάθησε να του αποσπάσει, χρησιμοποιώντας και τα δύο του χέρια, το όπλο που κρατούσε στο χέρι του και να το στρέψει προς το σώμα του για να τον πυροβολήσει, χωρίς, όμως, να το καταφέρει, καθώς ο ανωτέρω αστυνομικός πυροβόλησε εναντίον του στην περιοχή των ποδιών και, στη συνέχεια, οι αστυνομικοί ασκώντας πάνω του βία κατόρθωσαν να τον συλλάβουν. 7) Με πρόθεση διατάραξε την ασφάλεια των συγκοινωνιών και τέλος 8) Με ενδεχόμενο δόλο αποπειράθηκε να σκοτώσει άλλους επιχειρώντας πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή από λόγους εξωτερικούς της θέλησής του και ειδικότερα στην επαρχιακή οδό ... ... Θήρας, καθώς οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα το με αριθμό κυκλοφορίας ... περιπολικό του Αστυνομικού ..., που είχε αφαιρέσει κατά τη διάρκεια προηγούμενης συμπλοκής του με τους αστυνομικούς, με κατεύθυνση προς τον ..., αν και γνώριζε ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας έβαιναν η ... του ... και η .... του ... με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε η τελευταία και ότι ενδέχεται, αν εισέλθει σε αυτό να συγκρουστεί με το όχημά τους και να προκαλέσει από τη σύγκρουση τον θανάσιμο τραυματισμό τους, εισήλθε, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, στο αντίθετο ρεύμα πορείας κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα στο μοτοποδήλατο που αυτές επέβαιναν με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό τους καθώς η πρώτη υπέστη κάταγμα ανοικτό διπολικό αριστερής κνήμης-περόνης καθώς και κάταγμα αριστερού μετακαρπιαίου, η δε δεύτερη κάταγμα ανοικτό αριστερής κνήμης και περόνης, κάταγμα αριστερού αντιβραχίου και εκτεταμένο θλαστικό τραύμα αριστερού μηρού, πλην όμως απέτυχε να ολοκληρώσει την πράξη που είχε αποδεχθεί ότι ενδέχετο να συμβεί, καθόσον οι παθούσες αφενός δεν επλήγησαν καίρια και σε άλλα σημεία του σώματός τους ώστε να επέλθει ακαριαία ο θάνατός τους, αφετέρου διότι μεταφέρθηκαν έγκαιρα στο Κέντρο Υγείας ... και στη συνέχεια με αεροδιακομιδή στο Γενικό Κεντρικό Νοσοκομείο ..., όπου αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά τα τραύματά τους με τοποθέτηση υλικών οστεοσύνθεσης. Ακολούθως, ο ... καταδικάστηκε στις ακόλουθες ποινές: 1) ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της συζύγου του ..., 2) κάθειρξης δώδεκα (12) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, 3) φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, 4) φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της οπλοχρησίας κατ’εξακολούθηση, 5) φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της περιύβρισης νεκρού, 6) φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της διακεκριμένης αντίστασης, 7) φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών με πρόθεση και 8) κάθειρξη δέκα (10) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή για κάθε μία από τις δύο απόπειρες. Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την προαναφερόμενη με αριθμό 72- 80/2013 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, επέβαλε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ, στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο την συνολική ποινή της καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών πέραν της ισόβιας κάθειρξης για το υπό στοιχείο (1) αδίκημα. Τέλος, το ως άνω Δικαστήριο υποχρέωσε τον καταδικασθέντα ... να καταβάλει στους παρασταθέντες πολιτικώς ενάγοντες, αφενός μεν στον ... του ... (πατέρα της θανούσας ...) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αφετέρου στις πολιτικώς ενάγουσες ... και ..., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ με επιφύλαξη, όπως πρωτοδίκως στον καθένα εκ των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι, ήτοι οι ..., ... και ... κατηγορούνται για το ότι: Στη Θήρα, του Νομού Κυκλάδων, στις 3/8/2008 από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις και οι παραλείψεις τους, και προξένησαν σωματική βλάβη σε άλλα άτομα, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, πηγάζουσα από τον νόμο. Ότι ειδικότερα οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, όντες αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος ..., και έχοντας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους την υποχρέωση, να μεταβούν την ως άνω ημεροχρονολογία στο ... της ... του Νομού Κυκλάδων, προκειμένου να συλλάβουν τον ..., ο οποίος είχε τελέσει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση εις βάρος της συζύγου του, ..., ένεκα των επιδειχθεισών παραλείψεών τους δεν μπόρεσαν να συλλάβουν τον ως άνω, με αποτέλεσμα ο ... να αφαιρέσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα (περιπολικό) της Ελληνικής Αστυνομίας, να κινηθεί επί της επαρχιακής οδού ... - ... με κατεύθυνση προς την περιοχή ... Θήρας και να επιπέσει με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά επί της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίτροχης μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαιναν η πολιτικώς ενάγουσα ..., ως οδηγός, και η πολιτικώς ενάγουσα ..., ως συνοδηγός, και οι οποίες κινούνταν στην ως άνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς ... (ήτοι με αντίθετη κατεύθυνση από τον ...). Αποτέλεσμα της ως άνω σύγκρουσης υπήρξε ο βαρύς τραυματισμός των ως άνω επιβαινουσών επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Συγκεκριμένα: 1) Ο πρώτος κατηγορούμενος, ..., ως ... του Αστυνομικού ... και ως Αξιωματικός Υπηρεσίας του ιδίου αστυνομικού τμήματος, επέδειξε αμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, που συνίσταται στις κάτωθι πράξεις και παραλείψεις: Ι) αν και ενημερώθηκε στις 18:30 μ.μ. περίπου της 3ης/8/2008 τηλεφωνικά από κατοίκους της ... του Νομού Κυκλάδων ότι κάποιος άνδρας κυκλοφορεί στο χωριό ... της ... του Νομού Κυκλάδων έχοντας ανά χείρας ένα αποκοπέν ανθρώπινο κεφάλι και ένα μαχαίρι, διέταξε τον δεύτερο κατηγορούμενο ..., ο οποίος κατευθυνόταν προς το ... της ... του Νομού Κυκλάδων για αντιμετώπιση του ως άνω περιστατικού, να επιστρέφει στο Αστυνομικό Τμήμα Θήρας του Νομού Κυκλάδων, και από κοινού να μεταβούν στο ..., χάνοντας πολύτιμο χρόνο για τη σύλληψη του δράστη της ανθρωποκτονίας (παράβαση άρθρου 60 παρ. 2 περ. δ’ του π.δ. 141/1991 - μη λήψη απαραίτητων μέτρων για τη σύλληψη δράστη), ΙΙ) δεν ειδοποίησε άμεσα τον προϊστάμενό του, Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος της ... του Νομού Κυκλάδων, ... για το ως άνω περιστατικό, το οποίο ήταν ιδιαίτερα σοβαρό (παράβαση άρθρου 60 παρ. 1 περ. ζ’ του π.δ. 141/1991 - αναφορά στον διοικητή κάθε σπουδαίου γεγονότος), ΙΙΙ) μετέβη στο ... της ... του Νομού Κυκλάδων προς σύλληψη δράστη, επικίνδυνου και οπλοφορούντος, χωρίς να φέρει μαζί του το υπηρεσιακό του περίστροφο, τελώντας σε γνώση του γεγονότος ότι από τους ολικά πέντε (5) αστυνομικούς του Αστυνομικού ... του Νομού Κυκλάδων, που μετέβαιναν στο ... της ... του Νομού Κυκλάδων για τη σύλληψη του ως άνω δράστη της ανθρωποκτονίας, οι τρεις (3) ήταν δόκιμοι αστυφύλακες και δεν επιτρεπόταν να φέρουν οπλισμό, με αποτέλεσμα η σύλληψη του ως άνω δράστη της ανθρωποκτονίας να καταστεί ιδιαίτερα δυσχερής, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος, μην έχοντας το υπηρεσιακό του περίστροφο να μην δύναται να συμμετάσχει στην σύλληψη του δράστη, ο οποίος έφερε όπλο (ήτοι μαχαίρι μήκους τριάντα οκτώ - 38 - εκατοστών), ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήταν άοπλος, (παράβαση άρθρου 60 παρ. 2 περ. δ’ του π.δ. 141/1991 - μη λήψη απαραίτητων μέτρων για τη σύλληψη δράστη - και άρθρου 2 παρ. 1 εδ. γ’ του νόμου 3169/2003: "ο αστυνομικός φέρει πάντοτε υπηρεσιακό οπλισμό κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του"), IV) μη παροχή υποδείξεων και συντονισμού των υφισταμένων του, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας σύλληψης του δράστη (παράβαση άρθρου 60 παρ. 2 περ. δ’ του π.δ. 141/1991 - μη λήψη απαραίτητων μέτρων για τη σύλληψη δράστη), V) μη σύλληψη και αφοπλισμός του δράστη, όταν αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, έχοντας δεχθεί δύο (2) σφαίρες, ενώ είχε κατά τη στιγμή εκείνη αντικειμενικά τη δυνατότητα να το πράξει, έστω και μη φέροντας οπλισμό, αλλά προέβη σε λήψη στοιχείων ταυτότητας του αυτόπτη μάρτυρα, ..., με αποτέλεσμα ο δράστης ... να σηκωθεί εκ νέου και αρχικά να αποπειραθεί να αφαιρέσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο (περιπολικό), το οποίο δεν αφαίρεσε, διότι δεν βρίσκονταν επ’ αυτού τα κλειδιά, και ακολούθως να αφαιρέσει από την κατοχή των αστυνομικών το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα - περιπολικό - (παράβαση του άρθρου 60 παρ. 2 περ. δ’ π.δ. 141/1991 - μη λήψη απαραίτητων μέτρων για τη σύλληψη δράστη ), VI) μη καταδίωξη του δράστη, ο οποίος απεχώρησε από το σημείο με το αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα -περιπολικό- το οποίο κατά τα ειδικώς αναφερόμενα ως άνω κατάφερε να αποσπάσει από την κατοχή των αστυνομικών του Αστυνομικού ... του Νομού Κυκλάδων, αλλά μετέβη στο σημείο, όπου είχε λάβει χώρα η τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας προς συλλογή στοιχείων, και πληροφοριών (παράβαση άρθρου 60 παρ. 2 περ. δ’ του π.δ. 141/1991 - μη λήψη απαραίτητων μέτρων για τη σύλληψη δράστη). 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Κ., ως ... του Αστυνομικού Τμήματος της ... του Νομού Κυκλάδων κι ενώ βρισκόταν σε εποχούμενη περιπολία επέδειξε αμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, που συνίσταται στις ακόλουθες πράξεις και παραλείψεις: I) έφερε εντός του υπηρεσιακού του εξάσφαιρου περιστρόφου τέσσερις (4) σφαίρες, ενώ έπρεπε να φέρει έξι (6) σφαίρες (παράβαση άρθρου 76 παρ. 5 του π.δ. 141/1991), II) μη σύλληψη και αφοπλισμός του δράστη, όταν αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, έχοντας δεχθεί δύο (2) σφαίρες, ενώ είχε κατά τη στιγμή εκείνη αντικειμενικά τη δυνατότητα να το πράξει, με αποτέλεσμα ο δράστης να σηκωθεί εκ νέου και αρχικά να αποπειραθεί να αφαιρέσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο, το οποίο δεν αφαίρεσε, διότι δεν βρίσκονταν επ’ αυτού τα κλειδιά, και ακολούθως να αφαιρέσει από την κατοχή των αστυνομικών το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα - περιπολικό - κλειδιά (παράβαση άρθρου 76 παρ. 8 περ. α και β σε συνδυασμό με το άρθρο 77 παρ. 2 του π.δ. 141/1991) και ΙΙΙ) παρέλειψε να αφαιρέσει από τη μίζα του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος - περιπολικού - τα κλειδιά (παρ. αρ. 76 παρ. 8 περ. α και β σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 2 του π.δ. 141/1991). Όλες οι υπό άνω περιγραφόμενες αμελείς πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων είχαν ως αποτέλεσμα ο ... να αφαιρέσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα (περιπολικό) της Ελληνικής Αστυνομίας, να κινηθεί επί της επαρχιακής οδού ... - ... με κατεύθυνση προς ... και να επιπέσει με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά επί της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίτροχης μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαιναν η ..., ως οδηγός, και η ..., ως συνοδηγός, και οι οποίες κινούνταν στην ως άνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς ... (ήτοι με αντίθετη κατεύθυνση από τον ...) και να υποστούν βαριές σωματικές βλάβες. ... Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν λεχθεί στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, αναφορικά με την στοιχειοθέτηση του στοιχείου της εξωτερικής αμέλειας, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ'ενός μεν ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ’ετέρου ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα. Και είναι μεν γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι όντες αστυνομικοί μπορούσαν να έχουν προβεί στις ενέργειες και στα μέτρα που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους για τον εντοπισμό, την ακινητοποίηση και σύλληψη του δράστη της ανθρωποκτονίας, όπως μπορούσε να πράξει κάθε συνετός κοινωνικός άνθρωπος, που βρισκόταν στη θέση τους και στην ίδια κοινωνική ομάδα με αυτούς. Από το σύνολο, όμως, των εισφερόμενων στη δίκη αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι δεν υφίστατο εκ μέρους των κατηγορουμένων η "αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης" του αξιοποίνου αποτελέσματος, και δη της σωματικής βλάβης των πολιτικώς εναγουσών και της μάρτυρα κατηγορίας ... εξ αμελείας με παράλειψη, αφού το εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από τον μέσο συνετό κοινωνικό άνθρωπο. Συγκεκριμένα, για να αποφύγουν οι κατηγορούμενοι το αξιόποινο αποτέλεσμα θα έπρεπε να έχουν την αντικειμενική δυνατότητα να προβλέψουν αυτό, πλην, όμως, αυτό ήταν ανθρωπίνως μη προβλέψιμο. Και τούτο, διότι η εν γένει συμπεριφορά του ... μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας και δη η περιφορά του αποκοπέντος κεφαλιού της θανούσας συζύγου του στο ένα χέρι και το κράτημα του μαχαιριού στο άλλο, η επεισοδιακή και ανεπιτυχής κατ’αποτέλεσμα καταδίωξή του του από τέσσερα (4) περιπολικά οχήματα της Ελληνικής Αστυνομίας και πλήθος αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού ..., ο τραυματισμός του από τέσσερις (4) σφαίρες, με σκοπό την ακινητοποίησή του και την σύλληψή του, η οποία παρά ταύτα δεν κατέστη εφικτή, αφού αυτός συνέχισε να κινείται και να ενεργεί αστραπιαία, όπως και πριν από τον τραυματισμό του, γεγονός που δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, και μάλιστα έχοντας τέτοιες σωματικές ακόμη δυνάμεις, αφού προσπάθησε και μετά τον τραυματισμό του αρχικώς να αφαιρέσει το πρώτο υπηρεσιακό όχημα και όταν κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, να προβεί στην αφαίρεση του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος, η πρόθεσή του να αποπειραθεί να σκοτώσει τους εμπλακέντες στην σύλληψή του αστυνομικούς αλλά και τις πολιτικώς ενάγουσες, οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν με τα όσα έλαβαν χώρα πριν και μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας σε βάρος της συζύγου του, καταδεικνύουν μία εγκληματική προσωπικότητα πρωτοφανή για τα παγκόσμια αστυνομικά δεδομένα. Τούτο, δε, σημαίνει ότι ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να προβλεφθεί η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη μετά την τέλεση του ειδεχθούς κακουργήματος της ανθρωποκτονίας σε βάρος της συζύγου του. Η κρίση αυτή ενισχύεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι ασχολήθηκαν με το εν λόγω συμβάν και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, σε σχετική εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, η οποία σχολίασε το περιστατικό, αναφέρεται ότι το ... με τίτλο "..." σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι: "Οι κάτοικοι του νησιού δεν έχουν γίνει μάρτυρες τέτοιας αγριότητας από την εποχή των εκτελέσεων που έκαναν οι ... Στρατιώτες στη διάρκεια της κατοχής. Τονίζεται επίσης ότι οι Αρχές πιστεύουν ότι η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη της ανθρωποκτονίας οφειλόταν στην απόλυσή του από το ξενοδοχείο στο οποίο εργαζόταν ως μάγειρας". Το εν λόγω έγκλημα της ανθρωποκτονίας και της εν γένει μετέπειτα εγκληματικής συμπεριφοράς του ... απασχόλησε και τον γραπτό τύπο, και δη τις αμερικάνικες, βρετανικές και γαλλικές εφημερίδες. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν, ενόψει της απειρίας που είχαν, υπό τις δεδομένες συνθήκες και περιστάσεις, να καταβάλουν την οφειλόμενη επιμέλεια και να αποφύγουν, έτσι, την επέλευση του αξιοποίνου αποτελέσματος, δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα πρωτοφανές και πρωτόγνωρο στα παγκόσμια αστυνομικά χρονικά συμβάν, που διαδραματίστηκε για την σύλληψη του ... Και τούτο, διότι αυτοί μέχρι τότε αντιμετώπιζαν στο αστυνομικό τμήμα που υπηρετούσαν και στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους απλά και συνήθη ποινικά αδικήματα και όχι καταδιώξεις φανερά επικίνδυνων και απρόβλεπτων δραστών, τις οποίες θα μπορούσαν να τις αντιμετωπίσουν μόνο οι ειδικές δυνάμεις ασφαλείας. Κατόπιν τούτων και, αφού δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους κατηγοριών της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη κατά συρροή και κατά μόνας, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν αθώοι, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το δικαστήριο, υπό τις ως άνω παραδοχές, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κήρυξε αθώους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ... . 

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., δεδομένου ότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος μνημονεύονται στα πρακτικά, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, ήτοι η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, οι ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και οι απολογίες των κατηγορουμένων και β) κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς κενά και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) που δικαιολογούν την κρίση για την μη συνδρομή των στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως της εξ αμελείας σωματικής βλάβης κατά συρροή που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και κυρίως του στοιχείου της δυνατότητας να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης άλλων από τροχαίο ατύχημα εξαιτίας των παραλείψεων τους κατά την προσπάθεια της συλλήψεως δράστη ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υφίστατο εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων η αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αξιοποίνου αποτελέσματος της σωματικής βλάβης των πολιτικών εναγουσών εξ αμελείας με παράλειψη, αφού το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από τον μέσο συνετό κοινωνικό άνθρωπο και μάλιστα δέχεται ότι για να αποφύγουν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι το αξιόποινο αποτέλεσμα θα έπρεπε να έχουν την αντικειμενική δυνατότητα να προβλέψουν αυτό, πλην, όμως, αυτό ήταν ανθρωπίνως μη προβλέψιμο, διότι η εν γένει συμπεριφορά του ... μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, όπως αυτή περιγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταδεικνύει μία εγκληματική προσωπικότητα πρωτοφανή για τα παγκόσμια αστυνομικά δεδομένα και μία εγκληματική συμπεριφορά δράστη μετά την τέλεση του ειδεχθούς κακουργήματος ανθρωποκτονίας σε βάρος της συζύγου του, που ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να προβλεφθεί, και σε κάθε περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, οι οποίοι μέχρι τότε αντιμετώπιζαν στο αστυνομικό τμήμα που υπηρετούσαν και στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους απλά και συνήθη ποινικά αδικήματα και όχι καταδιώξεις φανερά επικίνδυνων και απρόβλεπτων δραστών, τις οποίες θα μπορούσαν να τις αντιμετωπίσουν μόνο οι ειδικές δυνάμεις ασφαλείας, δεν μπορούσαν, ενόψει της απειρίας που είχαν, υπό τις δεδομένες συνθήκες και περιστάσεις, να καταβάλουν την οφειλόμενη επιμέλεια και να αποφύγουν, έτσι, την επέλευση του αξιοποίνου αποτελέσματος, δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα πρωτοφανές και πρωτόγνωρο στα παγκόσμια αστυνομικά χρονικά συμβάν, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ’αυτούς κατηγοριών της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη κατά συρροή και κατά μόνας. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτά που δέχθηκε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε, με συνέπεια να μην στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέχει σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα των σωματικών βλαβών των πολιτικώς εναγουσών από αμέλεια με παράλειψη, οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλαν. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι περί του εναντίου λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 του Π.Κ. και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και ως εκ τούτου, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αναίρεση της Εισαγγελέα πρέπει να απορριφθεί. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2016 αναίρεση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 441, 443, 444/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. ...2016 έκθεση αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2016. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2017.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

ΜΟΔ Ηρακλείου: Δεν συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων η επαναδημοσίευση αναρτήσεων στο FACEBOOK, ακόμη και από λογαριασμούς με περιορισμένο κύκλο χρηστών

  



Μία απόφαση - κόσμημα αιτιολογίας

Παραγωγή και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών που συνδέεται με την χρησιμοποίηση του ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του κατ’ εξακολούθηση. Αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει τα 14 έτη αλλά όχι τα 15 έτη κατ’ εξακολούθηση. Παράνομη οπλοκατοχή. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Γραπτά μηνύματα (SMS/MMS), φωτογραφία σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και συνομιλίες μέσω messenger. Ποινική Δικονομία. Απαγόρευση χρήσης στην ποινική δίκη παρανόμως αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου. Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (ΕΕ 2016/679). Συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά και εξισορρόπηση αυτών - στάθμιση βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Αίτημα πολιτικής αγωγής περί μη αναγνώσεως και λήψεως υπ’όψιν προσκομιζόμενων από την υπεράσπιση εγγράφων από το facebook (φωτογραφία) και συνομιλιών μέσω messenger, καθ’ όσον αποτελούν παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα, αφού αποτελούν προσωπικά δεδομένα και, επιπλέον, δεν ετέθησαν υπ’ όψιν της πολιτικής αγωγής, ώστε να λάβει γνώση. Αμφισβήτηση και της γνησιότητάς τους από την πολιτική αγωγή, δεδομένου ότι θεωρεί ότι αποτελούν προϊόν συρραφής. Απόρριψη από τον Πρόεδρο του αιτήματος και προσφυγή κατά της διατάξεως του Προέδρου από την πολιτική αγωγή. ης. Έννοια ηλεκτρονικού εγγράφου και γραπτό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κινητά τηλέφωνα ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Γραπτά μηνύματα (δικονομική αντιμετώπισή τους όπως οι επιστολές) στο κινητό συνιστούν ηλεκτρονικά έγγραφα για τα οποία υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και νόμιμο κάτοχο του μηνύματος. Ένταξη εγγράφων στο σώμα των προσκομιζόμενων στοιχείων αποτελεί ένταξη σε σύστημα αρχειοθέτησης. Προστασία δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών σε ένα δημοσίως προσβάσιμο μέσο, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη για δημοσιοποίηση. Πλαστά και γνήσια έγγραφα. Η άρνηση της αλήθειας του περιεχομένου ορισμένου εγγράφου δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς του. Επί ηλεκτρονικού εγγράφου η αμφισβήτηση της γνησιότητας γίνεται με την αμφισβήτηση της προέλευσης του κειμένου. Απόρριψη των ισχυρισμών αφού η φωτογραφία αυτή αποτελεί προσωπικό δεδομένο, αλλά όχι ευαίσθητο, καθ’όσον δεν απεικονίζονται τα πρόσωπα σε ερωτική στιγμή. Επιπλέον, η ανάρτηση της φωτογραφίας έγινε στο facebook, όπου η πολιτικώς ενάγουσα έδωσε τη συγκατάθεσή της για την χρήση από τους υπόλοιπους χρήστες. Όσον αφορά στα μηνύματα στο messenger δεν αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθ’όσον προσκομίζονται από τον ένα αντίδικο, ο οποίος ήταν και συνομιλών με την πολιτικώς ενάγουσα. Απορριπτέος ο ισχυρισμός περί μη γνησιότητας των εγγράφων λόγω προφανούς αοριστίας του. Τέλος, όσον αφορά τη γνώση της πολιτικής αγωγής επί των εγγράφων, σημειώνεται ότι δεν υφίσταται προστάδιο προσκόμισης εγγράφων στην ποινική δίκη. Τα έγγραφα προσκομίστηκαν νόμιμα.

Αριθμ. Αποφάσεων :8-9 + 12-21/2019 ΜΟΔ ΗΡΑΚΛ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΚΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 2019 και, μετά από διακοπή, της 18ης Ιανουαρίου 2019 

Σύνθεση του Δικαστηρίου : Κωνσταντίνος Ρόκος, Πρόεδρος Πρωτοδικών Ηρακλείου, Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Πολυξένη Μπαντουβάκη και Ειρήνη Μπινιάρη, Πλημμελειοδίκες Ηρακλείου, που ορίστηκαν κατόπιν κληρώσεως. Ιωακείμ Κασωτάκης, Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Βασιλική Σιγανού, Γραμματέας. Πράξεις: α) παραγωγή και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών που συνδέεται με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του κατ’ εξακολούθηση, β) αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα αλλά όχι τα δεκαπέντε έτη κατ’ εξακολούθηση, γ) παράνομη οπλοκατοχή. 

Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής, αφού πήρε από τον Πρόεδρο τον λόγο, ζήτησε να μην αναγνωσθούν τα προσαγόμενα από την υπεράσπιση έγγραφα (φωτογραφίες από την ιστοσελίδα facebook και συνομιλίες μέσω της εφαρμογής messenger), καθόσον αφορούν προσωπικά δεδομένα. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, επιτρέπει να γίνει χρήση των προσαγομένων. Στο σημείο αυτό, τον λόγο ζήτησε εκ νέου ο συνήγορος πολιτικής αγωγής, ο οποίος εμμένει στο αίτημά του να μην ληφθούν υπόψη τα προσκομιζόμενα από τις σελίδες του facebook, καθόσον αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, ληφθέν κατά παράβαση των άρθρων 22 § 4 του ν. 2472/1997, 370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ και 19 του Συντάγματος, προσέτι δε αμφισβητεί την γνησιότητά τους, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελούν προϊόν συρραφής, εν τέλει, δε, δεν τέθηκαν υπόψη της πολιτικής αγωγής, προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους. Τέλος, δε, προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων. Τον λόγο ζήτησε και πήρε από τον Πρόεδρο ο Εισαγγελέας της έδρας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της προσφυγής της πολιτικής αγωγής, κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων, ενώ, λαβών το λόγο, τα ίδια με τον Εισαγγελέα πρότεινε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου. Μετά το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου, αφού αποσύρθηκε στο ιδιαίτερο δωμάτιο των διασκέψεών του, και αφού διασκέφθηκε μυστικά, με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε ομόφωνα την απόφασή του και, αφού επανήλθε στην έδρα του, παρουσία του Εισαγγελέως, Γραμματέως και του κατηγορουμένου μετά του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, με τον Πρόεδρό του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση την με αριθμό 13 του χρόνου αυτού απόφασή του, που έχει όπως παρακάτω: 

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/10-7-2008, «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 22 § 4 του ν. 2472/1997 «όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) εως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις». Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ ορίζεται: «Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.» Περαιτέρω, ηλεκτρονικό έγγραφο συνιστά «το σύνολο των δεδομένων, τα οποία, αφού εγγραφούν στον μαγνητικό δίσκο ενός Η/Υ και γίνουν αντικείμενο ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα, αποτυπώνονται εν συνεχεία, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή» [Κουσούλης Σ., Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, σελ. 138. Τον ακολουθούν οι Νικολόπουλος Γ., Το δίκαιο της αποδείξεως, σελ. 337 επ., Καράκωστας Γ., Δίκαιο και Internet: νομικά ζητήματα του διαδικτύου, σελ. 191 (νεότερη έκδοση), Σιδηρόπουλος Θ., Το δίκαιο του διαδικτύου, σελ. 75-76 (νεότερη έκδοση), Μιχαηλίδου Χ., Το πρόβλημα της ηλεκτρονικής υπογραφής, Δ. 31 (2000), 1190]. Ηλεκτρονικό έγγραφο είναι δηλαδή το κείμενο που εμφανίζεται στην οθόνη του Η/Υ ή που εκτυπώνεται στον εκτυπωτή (print - out), καθώς και το κείμενο που συντάσσει κάποιος στον υπολογιστή του και το στέλνει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια το εμφανίζει στην οθόνη του υπολογιστή του ή το εκτυπώνει. Αποτελεί δε απεικόνιση της εγγραφής που έχει καταχωρηθεί στη μαγνητική επιφάνεια του σκληρού δίσκου του Η/Υ. Περαιτέρω, το γραπτό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι υπηρεσία και της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου ή του υπολογιστή. Ήδη, δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κ.λπ. Το δε γραπτό μήνυμα, σύμφωνα και με όσα μνημονεύτηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα κι εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος. Ακολούθως, δε, στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης, όμως, των συγκεκριμένων εγγράφων αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις “μακροπρόθεσμες” μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του μηνύματος τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος. Δικονομικά, δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του μηνύματος, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Περαιτέρω, το Π.Δ. 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο «Είδη Επικοινωνίας» στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: «Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: «Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: ... III. Τα Γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)». Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά. Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α΄ ΠΚ δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτής τα SMS/MMS, καθώς η διάταξη κάνει λόγο για τηλεφωνική συνδιάλεξη κι έτσι αναφέρεται μόνο στην προφορική συνομιλία και όχι στη συνομιλία μέσω γραπτών μηνυμάτων. Επίσης, είναι εμφανές ότι και το Π.Δ. 47/2005 αφορά τα SMS/MMS στις περιπτώσεις, όμως, που κάποιος παρεμβαίνει σε SMS/MMS σε συνομιλία τρίτων. Δηλαδή, όταν διαθέτει μηχανισμό να υποκλέπτει και να αποθηκεύει γραπτά μηνύματα τρίτων και όχι δικών του με τον συνομιλητή του. Περαιτέρω, η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει -υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς την συναίνεση τους. Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφρασή του, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου), η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλομΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009, ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007, ΝοΒ 2007. 2390). Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι τα μηνύματα μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα και πως δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντιδίκους και συνάμα συνομιλούντες μέσω αυτών στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης. Αντιθέτως, όταν τρίτος προσκομίζει μήνυμα που αφορά ξεχωριστούς από αυτόν συνομιλούντες τότε θα πρέπει να θεωρείται παράνομο αποδεικτικό μέσο, εκτός κι εάν ο επικαλούμενος αυτό διάδικος δεν έχει άλλο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, οπότε, όμως, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να γίνει στάθμιση με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Σε εκείνες τις οριακές περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό ότι θεμιτή αποτύπωση του προφορικού λόγου υφίσταται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν έχουμε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και μαζί εκδήλωση ιδιωτικής ζωής, αλλά κατάπτωση της προσωπικότητας, όπως ενδεικτικά σε περιπτώσεις εγκλημάτων ιδιαίτερης απαξίας (Κονταξής, ΕρμΠΚ, Τόμος Β’, έκδοση γ’, 2000, σελ. 3125). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβόνας και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ), "Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες, είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς. Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν δεσμεύουν". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι πηγή του δευτερογενούς (παραγώγου) κοινοτικού δικαίου αποτελεί και ο Κανονισμός, ο οποίος είναι δεσμευτική νομική πράξη για α) τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, β) τις χώρες της ΕΕ, γ) τους ιδιώτες στους οποίους απευθύνεται, και εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ήτοι ισχύει αμέσως ως νομοθεσία σε όλες τις χώρες της ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν ως εκ τούτου να τον επικαλεστούν άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και μπορεί να χρησιμοποιείται ως αναφορά από άτομα στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες, χώρες της ΕΕ ή αρχές της ΕΕ. Εφαρμόζεται, δε, σε όλες τις χώρες της ΕΕ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του (ημερομηνία που ορίζεται στον κανονισμό ή, ελλείψει αυτής, 20 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα). Τα έννομα αποτελέσματά του παράγονται ταυτόχρονα, αυτόματα και ομοιόμορφα και είναι δεσμευτικά για όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Εξάλλου, ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)» και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (στο εξής: «Κανονισμός»), τέθηκε σε ισχύ και εφαρμογή στις 25 Μαΐου του 2018, με διττό στόχο: την ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την ανεμπόδιστη διακίνηση των δεδομένων αυτών. Στην σκέψη 4 του Προοιμίου αυτού επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία». Υπό αυτήν την έννοια, τονίζεται ότι το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο - «τυραννικό» δικαίωμα (Χ. Ανθόπουλος, Προσωπικά δεδομένα και δικαιώματα). Στην ουσία επαναλαμβάνεται, υπογραμμίζεται, αλλά και επικαιροποιείται η βασική αρχή της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία θέτει επί ίσοις όροις ήδη στον τίτλο της την προστασία προσωπικών δεδομένων και την ελεύθερη διακίνηση αυτών. Σύμφωνα, συνεπώς, με τα ανωτέρω, κατά την προστασία των προσωπικών δεδομένων ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά, απεκδυόμενος του μαχητού τεκμηρίου «εν αμφιβολία υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων» του ν. 2472/1997 (βλ. σε Κοτσαλή - Μενουδάκου (Φ.Παναγοπούλου - Κουτνατζή), «Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (...) Νομική διάσταση και πρακτική εφαρμογή», σελ. 7 επ. passim). Συνεπώς, δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, και η γενικότερη προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) σε συνδυασμό με την κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Σ.). Συμπερασματικά, ο Κανονισμός διευκρινίζει το συνταγματικά αυτονόητο της ελλείψεως ιεραρχίας στα ατομικά δικαιώματα, υπογραμμίζοντας, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως θα λαμβάνει χώρα στάθμιση επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» της διατάξεως αυτής περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4 § 1 στοιχείο α΄ του Κανονισμού, «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»). Το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στην σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». Συνεπώς, η εικόνα ενός προσώπου, η οποία αποτυπώνεται σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως στον βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου προσώπου. Όσον αφορά στην έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», πρέπει να τονιστεί ότι αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 § 1 στοιχείο β΄του Κανονισμού ως «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Κανονισμού, αυτός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Στην ουσία, λοιπόν, οι προστατευτικές διατάξεις του νέου νομοθετικού πλαισίου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση απουσίας αρχείου δεδομένων, οπότε παρέλκει και η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων, περί ών κατωτέρω. Ως «σύστημα αρχειοθέτησης», δε, θεωρείται, κατά το άρθρο 4 § 1 στοιχ. 6 του Κανονισμού «κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση». Συνεπώς, η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Κανονισμού, εφόσον συντρέχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις: α) να εντάσσονται σε σύστημα αρχειοθέτησης και β) να είναι διαρθρωμένα σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια (αιτιολογική σκέψη 15 Κανονισμού). Ο Κανονισμός δεν διευκρινίζει τις απαιτήσεις για τα συγκεκριμένα αυτά κριτήρια. Δεδομένου, όμως, του προηγούμενου νομικού καθεστώτος της Οδηγίας 95/46 και του ευρέως τρόπου ερμηνείας του Κανονισμού [βλ. ... A Practical Guide, σελ. 10] θα μπορούσε, για παράδειγμα, να θεωρηθεί ως αρχειοθέτηση με συγκεκριμένα κριτήρια η δημιουργία χρονολογικά οργανωμένων αρχείων, αλφαβητικά οργανωμένων αρχείων ή αρχείων που οργανώνονται σύμφωνα με προκαθορισμένες προϋποθέσεις. Επίσης, ως αρχειοθέτηση βάσει κριτηρίων αποτελεί και η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η χρήση διά της προσκομίσεως σε Δικαστική Αρχή κάθε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ο διάδικος συλλέγει με τρόπο μη αυτοματοποιημένο («χειροκίνητα» κατά την αιτιολογική σκέψη, άλλως «manually» κατά το αγγλόφωνο κείμενο του Κανονισμού) υλικό που εμπεριέχει προσωπικά δεδομένα τρίτου, τα αποθηκεύει και, ακολούθως, τα εντάσσει σε φάκελλο δικογραφίας και κάνει χρήση αυτών διά της εντάξεως στο σώμα των προσκομιζομένων προς ανάγνωση εγγράφων στην ποινική δίκη. Η ένταξη των εγγράφων αυτών στο σώμα των προσκομιζόμενων στοιχείων, αποτελεί ένταξη σε «σύστημα αρχειοθέτησης» κατά την έννοια του Κανονισμού, αφού με την χρήση κριτηρίων κατά τα ανωτέρω, ήτοι την ανάγκη αποδεικτικής θεμελίωσης της μείζονας σκέψης ενός νομικού συλλογισμού του, τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η προσκόμιση προς ανάγνωση των αποδεικτικών στοιχείων που εμπεριέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του. Περαιτέρω, δε, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 18 του Προοιμίου του Κανονισμού, αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας, και άρα χωρίς σύνδεση με κάποια επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα. Επισημαίνεται, δε, ότι οι προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αλληλογραφία και την τήρηση αρχείου διευθύνσεων ή την κοινωνική δικτύωση και την επιγραμμική δραστηριότητα που ασκείται στο πλαίσιο τέτοιων δραστηριοτήτων. Έτσι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων κατά το άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα «από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας». Η έννοια της «προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας» θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τις κοινές, κατά το μέτρο του δυνατού, κοινωνικές αντιλήψεις, και περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα για τα οποία γίνεται επεξεργασία για ψυχαγωγικές δραστηριότητες, χόμπι, διακοπές ή διασκέδαση, ή αφορούν στην χρήση του κοινωνικού δικτύου και των συλλεγόμενων δεδομένων, με σκοπό οι πληροφορίες να αποτελέσουν μέρος μιας προσωπικής συλλογής διευθύνσεων, γενεθλίων ή άλλες σημαντικές ημερομηνίες. Τίθεται, συνεπώς, ζήτημα του κατά πόσο η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook που απεικονίζει ένα πρόσωπο μπορεί, υπό περιστάσεις, να εξαιρείται από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, καθόσον πραγματοποιείται «στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο Κανονισμός αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ένα αυξημένο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. απόφαση ..., C-131/12, EU:C:2014:317, σκέψη 66). Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτάσσει οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί τους να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (βλ. αποφάσεις IPI, C-473/12, EU:C:2013:715, σκέψη 39, C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 52). Στον βαθμό που οι διατάξεις του Κανονισμού, κατά το μέρος που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών, και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία είναι κατοχυρωμένα με τον εν λόγω Χάρτη (βλ. απόφαση ..., EU:C:2014:317, σκέψη 68), η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά (απόφαση ..., EU:C:2014:2428 σκέψεις 27-35). Η εν λόγω περιοριστική ερμηνεία βασίζεται στο ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής με την οποία εξαιρείται από την εφαρμογή του Κανονισμού η επεξεργασία δεδομένων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο όχι απλώς προσωπικών ή οικιακών, αλλά «αποκλειστικά» προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, ακόμη και αν, παρεμπιπτόντως, αφορούν ή μπορεί να αφορούν την ιδιωτική ζωή άλλων προσώπων. Στον βαθμό, συνεπώς, που μια προσκόμιση φωτογραφίας τρίτου ατόμου εκτείνεται, έστω και εν μέρει, στον δημόσιο χώρο (διά της προσκομίσεως κατ’άρθρο 364 ΚΠΔ προς ανάγνωση σε ποινικό Δικαστήριο) και, ως εκ τούτου, εξέρχεται από την ιδιωτική σφαίρα αυτού που προβαίνει στην επεξεργασία των δεδομένων με το μέσο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικώς «προσωπική ή οικιακή» δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του Κανονισμού. Συνεπώς, η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook με σκοπό την αποδεικτική θεμελίωση ενός ισχυρισμού εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού «η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, …. στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το στοιχείο στ) δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε σχέση με τη συγκατάθεση ενηλίκου γίνεται δεκτό (αιτιολογική σκέψη 32) ότι αυτή θα πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν, για παράδειγμα με γραπτή δήλωση, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, ή με προφορική δήλωση. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη σε διαδικτυακή ιστοσελίδα, την επιλογή των επιθυμητών τεχνικών ρυθμίσεων για υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ή μια δήλωση ή συμπεριφορά που δηλώνει σαφώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το υποκείμενο των δεδομένων αποδέχεται την πρόταση επεξεργασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook οι υποψήφιοι χρήστες αποδέχονται μεταξύ των άλλων τους προδιατυπωμένους όρους που τίθενται στο κεφάλαιο «Χρήστες και λογαριασμοί στους οποίους κοινοποιείτε περιεχόμενο και με τους οποίους επικοινωνείτε». Εκεί ρητά λαμβάνουν γνώση και συγκατατίθενται με την συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την εγγραφή στην εν λόγω ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ότι όταν κοινοποιούν κάτι ή επικοινωνούν με κάποιον μέσω των Προϊόντων του facebook, επιλέγουν το κοινό που θα δει αυτό που κοινοποιείται και ότι μπορούν να επιλέξουν ως κοινό μια ομάδα, όλους τους φίλους τους, το σύνολο των χρηστών ή μια προεπιλεγμένη ομάδα προσώπων. Αντίστοιχα, όταν χρησιμοποιούν το Messenger ή το Instagram για να επικοινωνήσουν με πρόσωπα ή επιχειρήσεις, αυτά τα πρόσωπα και αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να δουν το περιεχόμενο που στέλνουν. Γίνεται μνεία του ότι οι δημόσιες πληροφορίες είναι ορατές σε όλους, εντός ή εκτός των προϊόντων facebook, ακόμα κι αν δεν έχουν λογαριασμό. Αυτές περιλαμβάνουν το όνομα χρήστη στο Instagram, οποιεσδήποτε πληροφορίες κοινοποιούνται δημοσίως, τις πληροφορίες στο δημόσιο προφίλ στο Facebook, καθώς και το περιεχόμενο που κοινοποιούν σε Σελίδες στο Facebook, σε δημόσιους λογαριασμούς στο Instagram ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο φόρουμ, όπως το Facebook ... Επισημαίνεται, δε, ότι οι δημόσιες πληροφορίες μπορούν επίσης να ιδωθούν, να καταστούν προσβάσιμες, να επανακοινοποιηθούν ή να αναμεταδοθούν μέσω υπηρεσιών τρίτων, όπως μηχανές αναζήτησης, ... και μη διαδικτυακά μέσα (π.χ. τηλεόραση), και μέσω εφαρμογών, ιστότοπων και άλλων υπηρεσιών που ενσωματώνονται με τα Προϊόντα facebook. Ακολούθως, γνωστοποιείται στους χρήστες ότι θα πρέπει να εξετάσουν καλά σε ποιον επιλέγουν να κοινοποιήσουν περιεχόμενο, επειδή τα άτομα που μπορούν να δουν τη δραστηριότητά τους στα Προϊόντα facebook μπορούν να επιλέξουν να την κοινοποιήσουν και σε άλλους, εντός ή εκτός των Προϊόντων facebook, συμπεριλαμβανομένων ατόμων και επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στο κοινό της αρχικής κοινοποίησής τους. Για παράδειγμα, όταν κοινοποιείται μια δημοσίευση ή στέλνεται ένα μήνυμα σε συγκεκριμένους φίλους ή λογαριασμούς, αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να κατεβάσουν, να δημιουργήσουν στιγμιότυπα οθόνης ή να επανακοινοποιήσουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο σε άλλους εντός ή εκτός των προϊόντων facebook. Τέλος, ορίζεται ότι οι χρήστες μπορούν να αποσύρουν αυτή την άδεια οποιαδήποτε στιγμή, διαγράφοντας το περιεχόμενο ή τον λογαριασμό τους. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω συμφωνίας που είναι υποχρεωτική για την εγγραφή και χρήση της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης facebook, ο χρήστης αυτών γνωρίζει και αποδέχεται ρητά τη δυνατότητα του κάθε χρήστη ή μη, ο οποίος έχει πρόσβαση στα προϊόντα facebook, να συλλέξει («κατεβάσει» κατά την ιδιόλεκτο των χρηστών μέσων πληροφορικής), αποθηκεύσει, αναδιανείμει και εν τέλει χρησιμοποιήσει κάθε υλικό που κοινοποιείται («ανεβαίνει» κατά την ανωτέρω ιδιόλεκτο) σε αυτό. Συνεπώς, έχοντας δώσει ρητή συγκατάθεση κατά τα ανωτέρω, συνεπάγεται ότι η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών σε ένα δημοσίως προσβάσιμο μέσο, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη αυτών των υπηρεσιών για δημοσιοποίηση και όχι για περιφρούρηση και προστασία των δεδομένων του. Συνεπώς, στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αξίωση των υποκειμένων για τήρηση της εμπιστευτικότητας και προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφού προφανώς τα ίδια τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν απεκδυθεί αυτού του δικαιώματός τους. Άλλωστε, μέσω ειδικών εφαρμογών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, παρέχεται λειτουργικά η δυνατότητα ρυθμίσεων ιδιωτικότητας, προκειμένου να τίθενται περιορισμοί στην πρόσβαση σε ορισμένα πρόσωπα ή ομάδες προσώπων και να επιτρέπεται αντιστοίχως η πρόσβαση σε άλλα, στο πλαίσιο της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, στην περίπτωση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, δεν υφίσταται ουσιαστικά προσβολή έννομου αγαθού, συνεπώς δεν δύναται να ενεργοποιηθούν οι προστατευτικές διατάξεις του Κανονισμού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχτηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους..., ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Από την σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου γίνεται εμφανές ότι ως προϋπόθεση για την ανάγνωση των εγγράφων τίθεται το να μην αμφισβητηθεί από τους διαδίκους η γνησιότητά τους. Συνεπώς, αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους από τους διαδίκους ή τον εισαγγελέα, δεν μπορούν να διαβασθούν, εφόσον δεν αποδειχθεί προηγουμένως αυτή. Με αυτόν τον όρο προφανώς περιορίζεται μεν η δυνατότητα του δικαστηρίου να συνεκτιμά, ως αποδεικτικά μέσα, τα κάθε είδους έγγραφα, αλλά δεν προστατεύεται αποτελεσματικά ο πιο πάνω περιορισμός, εφόσον η διάταξη δεν προβλέπει την ακυρότητα της διαδικασίας ως έννομη συνέπεια για την παραβίασή της. Επειδή ο ΚΠΔ δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη για την προσβολή ενός εγγράφου ως πλαστού, έπεται ερμηνευτικά ότι όλα τα ουσιαστικά και διαδικαστικά στοιχεία γι'αυτήν την προσβολή θα συναχθούν από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 457 επ.), οι οποίες όμως εφαρμόζονται αναλόγως (αναλογία δικαίου), δηλ. με σεβασμό της ιδιαιτερότητας του ποινικού δικονομικού δικαίου και κυρίως στην αποδεικτική ευχέρεια (ηθική απόδειξη) του ποινικού δικαστή ν'αποφανθεί, αν ορισμένο έγγραφο (ιδιωτικό ή δημόσιο) είναι γνήσιο ή όχι, χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένους αποδεικτικούς κανόνες. Πρέπει, μάλιστα, στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, κατά τον ΚΠολΔ, γνήσιο είναι ένα έγγραφο, εφόσον τόσο κατά τα εξωτερικά στοιχεία του, όσο και κατά το περιεχόμενό του, προέρχεται πράγματι από τον φερόμενο ως συντάκτη ή εκδότη του, οπότε η σχετική έρευνα, περιορίζεται μόνο στα πιο πάνω στοιχεία [βλ. Κονταξή, ΕρμΚΠΔ, τόμ. Β, σελ. 2283). Η αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου, με την παραπάνω σημασία, δεν συμπίπτει εννοιολογικά με την πλαστότητα αυτού, αλλά είναι έννοια ευρύτερη αυτής. Η άρνηση της αλήθειας του ουσιαστικού περιεχομένου ορισμένου εγγράφου δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς του [πρβλ. ΑΠ 649/1987, ΠοινΧρ ΛΖ΄,557]. Η αμφισβήτηση γνησιότητας σε έγγραφα πραγματοποιείται με την άρνηση του γραφικού χαρακτήρα στα γράμματα ή (και) στην υπογραφή του φερομένου ως εκδότη του εγγράφου και μπορεί ν’αποδειχθεί με αντιπαραβολή του κρινόμενου εγγράφου προς άλλο αναμφισβήτητο έγγραφο του ίδιου συντάκτη ή ακόμη και με κάθε άλλο πρόσφορο επιτρεπτό από τον ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο. Σε ηλεκτρονικό δε έγγραφο, με την αμφισβήτηση της προέλευσης του κειμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ μπορούν να προβαίνουν και σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η πολιτικώς ενάγουσα εκθέτει, κατ’εκτίμηση των ισχυρισμών της, ότι α) δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την έννοια του άρθρου 177 ΚΠΔ τα προσκομιζόμενα έγγραφα του facebook, εκ των οποίων το ένα είναι φωτογραφία της ιδίας με άγνωστο νεαρό άντρα και τα άλλα είναι συνομιλίες της με τον κατηγορούμενο μέσω της εφαρμογής messenger του facebook, β) αμφισβητεί την γνησιότητά τους (προφανώς μόνο των συνομιλιών), καθόσον θεωρεί ότι μπορεί να αποτελούν προϊόν συρραφής και γ) αρνείται την ανάγνωσή τους, διότι δεν ετέθησαν υπόψη της πολιτικής αγωγής, προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως νόμω, άλλως ουσία, αβάσιμοι. Πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το πρώτο σκέλος του πρώτου ισχυρισμού, και δη κατά το ειδικότερο μέρος αυτού, που αφορά στην προσκομιζόμενη φωτογραφία της πολιτικώς ενάγουσας με τον άγνωστο άντρα, είναι προφανές ότι αυτή η φωτογραφία αποτελεί προσωπικό δεδομένο, όχι όμως ευαίσθητο, αφού δεν απεικονίζονται οι μνημονευθέντες απεικονιζόμενοι σε ερωτική στιγμή ή συνεύρεση, αλλά ευρίσκονται σε φιλική στάση σε εξοχικό σημείο στην Αλβανία. Η ανάρτηση αυτή της φωτογραφίας έγινε στην ιστοσελίδα facebook, όπου η πολιτικώς ενάγουσα έδωσε ρητή συγκατάθεση για την χρήση της από τους υπόλοιπους χρήστες της εν λόγω ιστοσελίδας. Συνεπώς, η χρήση αυτής της φωτογραφίας από τον κατηγορούμενο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η πολιτικώς ενάγουσα έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την φερόμενη αποπλάνησή της δεν έχει αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής. Παράλληλα, και κατά το δεύτερο σκέλος του, που αφορά στην χρήση των συνομιλιών στην εφαρμογή messenger, είναι νομότυπη η χρήση αυτών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού τα μηνύματα μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει, κατ'αρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντιδίκους και συνάμα συνομιλούντες μέσω αυτών στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης. Ως εκ τούτου ούτε και αυτά τα αποδεικτικά μέσα έχουν αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής. Ομοίως, απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος ισχυρισμός περί αρνήσεως της γνησιότητας, καταρχάς λόγω της προφανούς αοριστίας του, δεδομένου ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν επικαλείται ότι οι διάλογοι, κατά το μέρος που τον αφορούν, δεν προέρχονται από αυτόν, αλλά εκθέτει ασαφώς ότι πιθανόν να έχει γίνει συρραφή συνομιλιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έστω και επικουρικά, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος και ως αβάσιμος στην ουσία του, εφόσον από τις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις των διαλόγων, απεικονίζεται μία συνεχής σειρά ερωταπαντήσεων χωρίς λογικά ή άλλου είδους κενά με απόλυτο ειρμό σκέψεων και σαφώς και δεν αποτελούν προϊόν συρραφής. Τέλος, απορριπτέος στην ουσία του τυγχάνει και ο ισχυρισμός κατά το τρίτο του σκέλος, περί του ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα δεν ετέθησαν υπόψη της πολιτικής αγωγής προκειμένου να λάβει γνώση και να διερευνήσει την προέλευσή τους, αφού δεν υφίσταται προστάδιο προσκόμισης εγγράφων στην ποινική δίκη. Απεναντίας, τα έγγραφα προσκομίστηκαν νομότυπα κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επεδείχθησαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης και όλοι μπόρεσαν να ασκήσουν τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους, τα οποία και άσκησαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ομόφωνα την προσφυγή της πολιτικής αγωγής, κατά της διάταξης του Προέδρου, για το επιτρεπτό της ανάγνωσης των αποδεικτικών μέσων. 

 

 

Must red-read

Ακαταδίωκτο δημοσίων υπαλλήλων και μελών Δικηγορικών Συλλόγων

  27/2023 ΑΠ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αστικώς ανεύθυνο δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει και την ευθύνη αυτών από προσβολές της προσωπικότ...