Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Μαγνητοφώνηση ποινικής δίκης


Ελευθερία του τύπου. Ιδιωτικές υποθέσεις με δημόσιο ενδιαφέρον. Ανταγωνιστικά δικαιώματα. 
Δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες για θέματα δημόσιου συμφέροντος και, δικαίωμα στην 
ιδιωτική ζωή. Τηλεοπτική μετάδοση ηχητικών αποσπάσματων ποινικής δίκης από ρεπόρτερ χωρίς 
την αντίστοιχη άδεια από το δικαστήριο όπως ορίζεται από το πορτογαλικό δίκαιο και καταδίκη 
της σε καταβολή προστίμου ύψους 1.500 ευρώ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επέμβαση στο 
δικαίωμα του δημοσιογράφου στην ελευθερία της έκφρασης ήταν "νόμιμη", ωστόσο, η πλειοψηφία 
κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επειδή η ποινική διαδικασία είχε ήδη ολοκληρωθεί, και με δεδομένο 
ότι η δημοσιογράφος είχε παραμορφώσει τις φωνές, προκειμένου να αποφευχθεί η αναγνώρισή 
τους από το κοινό, δεν διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη 
δίκη ούτε υφίσταται βλάβη το δικαίωμα στην προστασία του ιδιωτικού βίου. 

 Διαδικασία

 1. Η κα Sofia Pinto Coelho (η Προσφεύγουσα), υπήκοος Πορτογαλίας, προσέφυγε ενώπιον του 
Δικαστηρίου την 14η Ιουλίου 2011 με την προσφυγή υπ’αριθμ. 48718/11 κατά της Δημοκρατίας 
της Πορτογαλίας σύμφωνα με το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ.

 2. Η Προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από τον R. S. Fernandes, δικηγόρο Λισαβόνας. Η 
πορτογαλική κυβέρνηση (η Κυβέρνηση) εκπροσωπήθηκε από την εκπρόσωπό της, κα M. F. Da 
Graca Carvalho, αναπληρώτρια γενική επίτροπο.

 3. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καταδίκη της για απείθεια παραβίασε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

 4. Την 11η Μαρτίου 2015, η Προσφυγή εστάλη στην Κυβέρνηση.

 Τα γεγονότα

 Ι. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης

 5. Η Προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1963 και κατοικεί στη Λισαβόνα.

 6. Τυγχάνει δημοσιογράφος και ανταποκρίτρια δικαστικών υποθέσεων, για το πορτογαλικό 
τηλεοπτικό κανάλι SIC (Sociedade Independente de Comunicacao S.A.).

 Α. Το επίδικο ρεπορτάζ

 7. Την 12η Νοεμβρίου 2005, το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων των 8 μ.μ. μετέδωσε ένα ρεπορτάζ 
της Προσφεύγουσας σχετικά με μία δικαστική υπόθεση. Το εν λόγω ρεπορτάζ αφορούσε, στο 
πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά περισσοτέρων κατηγορουμένων, στην καταδίκη από το 
δικαστήριο της de Sintra του κου Ε., που έχει καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήριο και ηλικία 18 
ετών κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε φυλάκιση τεσσάρων και ημίσεως ετών για την κλοπή με 
επιβαρυντικές περιστάσεις ενός κινητού τηλεφώνου [...].

 8. Στο ρεπορτάζ της, η Προσφεύγουσα υποστήριζε την αθωότητα του νεαρού και κατέγγελνε την 
καταδίκη του ως δικαστικό σφάλμα. Προς υποστήριξη της άποψής της, παρέπεμπε σε μαρτυρίες 
διάφορων νομικών και προσώπων που είχαν συμμετάσχει στην επίδικη διαδικασία.

 9. Καλύπτοντας πλάνα της αίθουσας του ακροατηρίου, στο οποίο συνεδρίασε δημόσια το 
δικαστήριο της de Sintra, το ρεπορτάζ μετέδιδε, επίσης, αποσπάσματα ηχογραφήσεων της 
ακρόασης στο ίδιο το δικαστήριο, συνοδευόμενα από υπότιτλους, ιδίως δε την εξέταση ενός 
μάρτυρα κατηγορίας και δύο μαρτύρων υπεράσπισης. Για την αναμετάδοση των εν λόγω 
αποσπασμάτων, οι φωνές των τριών δικαστών που απαρτούσαν το τμήμα του δικαστηρίου, 
καθώς και εκείνες των μαρτύρων, είχαν παραμορφωθεί. Η Προσφεύγουσα συνόδευε τα
εν λόγω αποσπάσματα με σχόλιά της, με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο κος Ε είχε καταδικασθεί παρά 
το γεγονός ότι κανένα θύμα δεν τον είχε αναγνωρίσει και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριζε 
ότι την ώρα που διενεργήθηκε η εν λόγω κλοπή εργαζόταν.

 10. Για τη δημιουργία του εν λόγω ρεπορτάζ, η Προσφεύγουσα προσπάθησε να λάβει δηλώσεις 
των δικαστών που είχαν συμμετάσχει στη δίκη, αλλά εκείνοι δεν θέλησαν να εκφράσουν τη γνώμη 
τους.

 11. Μετά τη μετάδοση του ρεπορτάζ, ο πρόεδρος του τμήματος που δίκασε την υπόθεση 
προσέφυγε στην εισαγγελία καταγγέλλοντας την έλλειψη άδειας για τη μετάδοση των ηχητικών 
αποσπασμάτων της ακρόασης και των εικονολήψεων του ακροατηρίου.

 12. Τα πρόσωπα, των οποίων οι φωνές είχαν αναμεταδοθεί, δεν προσέφυγαν στα δικαστήρια για 
προσβολή του δικαιώματός τους στο λόγο.

 Β. Η ποινική διαδικασία (εσωτερική διαδικασία υπ’ αριθμ. 1985/05.6ΤΑΟΕR)

 13. Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η εισαγγελία του δικαστηρίου της Oeiras κίνησε ποινική 
δίωξη για απείθεια (desobediencia) κατά της Προσφεύγουσας και άλλων τριών υπευθύνων του 
δελτίου των 8 μ.μ. του τηλεοπτικού καναλιού SIC.

 14. Με το από 4 Σεπτεμβρίου 2007 βούλευμα, η εισαγγελία παρουσίασε τις κατηγορίες της κατά 
των ανωτέρω. Ειδικότερα, θεώρησε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν μεταδώσει την ηχητική 
καταγραφή της συνεδρίασης του δικαστηρίου του de Sintra κατά τη διάρκεια της ακροαματικής 
διαδικασίας, χωρίς την άδειά του, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα 
ποινικής δικονομίας και το άρθρο 348 παρ. 1 εδ. Α του ποινικού κώδικα.

 15. Η Προσφεύγουσα και οι λοιποί τρεις κατηγορούμενοι αιτήθηκαν το άνοιγμα της ανακριτικής 
διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της ποινικής ανάκρισης του Oeira, αιτούμενοι, ειδικότερα, 
την απαλλαγή τους από την ποινική δίωξη για έλλειψη στοιχείων (despacho de nao pronuncia). 
Στο υπόμνημά της, η Προσφεύγουσα ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι η μετάδοση ηχογράφησης 
που διενεργείται από τις ίδιες τις δικαστικές αρχές μίας συνεδρίασης δεν τιμωρείται από το άρθρο 
88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας, αλλά τιμωρούνται μόνο οι λήψεις εικόνας και 
ήχου σε απευθείας μετάδοση και η μετέπειτα μετάδοσή τους. Το ανακριτικό δικαστήριο του Oeiras 
απέρριψε την αίτηση της Προσφεύγουσας με απόφασή του με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2007, 
επικυρώνοντας τις εις βάρος της κατηγορίες της εισαγγελίας.

 16. Η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Oeiras. Σε μία μη προσδιορισθείσα 
ημερομηνία, η Προσφεύγουσα υπέβαλε το υπόμνημα υπεράσπισής της (contestacao). Με το ως 
άνω, αντέκρουε ότι είχε καταγράψει τη συνεδρίαση του δικαστηρίου και ισχυριζόταν ότι το 
ρεπορτάζ της είχε ως σκοπό να καταγγείλει ένα σοβαρό δικαστικό σφάλμα, κάτι το οποίο 
υπερίσχυε από κάθε παράνομη πράξη που ενδεχομένως να είχε διενεργήσει, ενόψει του 
δικαιώματος στην ελευθερία ενός προσώπου. Θεωρούσε, επίσης, ότι η ερμηνεία από τα δικαστήρια 
του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας παραβίαζε το δικαίωμα της ελευθερίας 
του τύπου.

 17. Με την από 6 Αυγούστου 2008 απόφασή του, το δικαστήριο του Oeiras έκρινε την 
Προσφεύγουσα ένοχη για απείθεια,θεωρώντας ότι η ως άνω είχε παραβιάσει τη νόμιμη απαγόρευση 
μετάδοσης άνευ άδειας του δικαστηρίου ηχογραφήσεως της συνεδρίασης του δικαστηρίου de 
Sintra. Θεώρησε δε, ότι τα αποσπάσματα που είχαν μεταδοθεί δεν ήταν απαραίτητα στοιχεία για το 
ρεπορτάζ της, ότι η ελευθερία του τύπου δεν ήταν απόλυτη και ότι, στο μέτρο που η 
Προσφεύγουσα είχε σπουδάσει νομική και τύχαινε δημοσιογράφος ειδικευμένη σε θέματα 
δικαστικών υποθέσεων, η ανωτέρω γνώριζε ότι η μετάδοσή τους ήταν απαγορευμένη από τον 
νόμο. Το δικαστήριο καταδίκασε, ως εκ τούτου, την ανωτέρω σε ποινή αντίστοιχη με πρόστιμο 60 
ημέρων ύψους 25 ευρώ ημερησίως, ήτοι σε 1.500 ευρώ, καθώς και στην πληρωμή των 
δικαστικών εξόδων. Για τον καθορισμό της ποινής του, το δικαστήριο έλαβε, επίσης, υπόψη ότι η 
Προσφεύγουσα είχε καταδικασθεί για απείθεια στο πλαίσιο μίας άλλης υπόθεσης.

 18. Σε μία μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η Προσφεύγουσα κατέθεσε έφεση ενώπιον του 
Εφετείου της Λισαβόνας. Με την ανωτέρω προσέβαλλε τα πραγματικά περιστατικά που είχαν 
θεωρηθεί ως αποδεδειγμένα από το δικαστήριο του Oeiras, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 
88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας, επαναλαμβάνοντας ότι η απαγόρευση μετάδοσης 
ηχογραφήσεων ή εικονολήψεων μίας συνεδρίασης δικαστηρίου ίσχυε μόνον όταν η υπόθεση είναι 
εκκρεμής και όχι όταν έχει ολοκληρωθεί.

 19. Την 26η Μαΐου 2009, το Εφετείο της Λισαβόνας εξέδωσε την απόφασή του, επικυρώνοντας 
την απόφαση του δικαστηρίου του Oeiras. Όσον αφορά στα πραγματικά περιστατικά, θεώρησε ότι 
η Προσφεύγουσα γνώριζε ότι η μετάδοση των αποσπασμάτων υπόκειται σε άδεια του δικαστηρίου. 
Θεώρησε εν συνεχεία ότι δεν υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας του τύπου και ότι εν προκειμένω 
υπήρχε ανάγκη να προστατευθούν τα δικαιώματα στον λόγο (direito a palavra) και στην ιδία 
εικόνα.

 20. Σε μία μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η Προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον του 
Συνταγματικού δικαστηρίου για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του 
κώδικα ποινική δικονομίας.

 21. Με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2011, το Συνταγματικό δικαστήριο απέρριψε την 
προσφυγή της Προσφεύγουσας, καταλήγοντας στο ότι:

« [...] για τη μετάδοση ηχογραφήσεων διά του τύπου, η προϋπόθεση παροχής άδειας εξηγείται, 
τόσο από την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος στον λόγο, όσο και από την ανάγκη 
εξασφάλισης των θεμιτών σκοπών για την επίτευξη της δικαιοσύνης που αποσκοπούνται με την 
ηχογράφηση. Ούτω, ενόψει της πλήρωσης των προϋποθέσεων προσδιορισμού της ηχογράφησης, 
τα υπό κρίση συμφέροντα αφορούν, αφενός στην ιδιωτική σφαίρα του δηλούντος, ο οποίος ελέγχει 
τις δηλώσεις του και τη χρήση τους, και αφετέρου στο συμφέρον της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης, το οποίο πρέπει να εξασφαλίζει σε εκείνον που, λόγω νομικής υποχρέωσης, υπόκειται 
σε καταγραφή του λόγου του στο πλαίσιο μίας δίκης, ότι ο δικαιούχος της ως άνω καταγραφής 
εμποδίζει τη μετάδοσή τους για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο. 
Γι’αυτόν τον λόγο, δικαιολογείται η παροχή άδειας από τον δικαστή καθώς και η πρόβλεψη του 
ποινικού αδικήματος της απείθειας.

 Συνεπώς, δεν είναι υπερβολικό, εκείνος που υποχρεώθηκε να καταθέσει σύμφωνα με τον νόμο 
ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια μίας ακρόασης και του οποίου οι δηλώσεις καταγράφηκαν 
χωρίς να μπορεί να αιτηθεί την εξαίρεσή του, να αναμένει μία ενισχυμένη προστασία. Δεν είναι 
δυσανάλογο, εκείνος που έλαβε τις δηλώσεις στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης να μπορεί ευλόγως να 
ελέγχει τις ληφθείσες δηλώσεις βάσει νομικής υποχρέωσης ελέγχοντας τον σκοπό που έχουν δοθεί.

 Η απαίτηση χορήγησης άδειας από το δικαστήριο για τη μετάδοση ηχογράφησης των δηλώσεων 
που δόθηκαν στο πλαίσιο μιας δίκης, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, εξακολουθώντας, έτσι, να 
ισχύει και μετά το πέρας της δίκης εντός της οποίας η ακρόαση έλαβε χώρα, δεν συνιστά 
ακατάλληλο και υπερβολικό μέτρο. Δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας του δικαιώματος 
στον λόγο και για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, κάτι το οποίο καθιστά θεμιτή την 
επέμβαση που περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης.

 Η υποχρέωση χορήγησης άδειας από το δικαστήριο, εν προκειμένω, δεν παραβιάζει την αρχή της 
αναλογικότητας, δεδομένου ότι περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση του 
δικαιώματος στον λόγο και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»

 22. Το δικαστήριο καταλήγει ότι η ερμηνεία του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής 
δικονομίας, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η μετάδοση της ηχογράφησης μίας δικαστικής 
συνεδριάσεως, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και δεν παραβιάζει 
ειδικότερα το άρθρο 38 του Συντάγματος το οποίο εξασφαλίζει την ελευθερία του τύπου.

 ΙΙ. Συναφές Εθνικό Δίκαιο

 23. Εν προκειμένω, οι σχετικές διατάξεις εθνικού δικαίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήσαν οι εξής:

 Άρθρο 38 του Συντάγματος

 «1. Η ελευθερία του τύπου είναι εγγυημένη.

 2. Η ελευθερία του τύπου έχει τις εξής συνιστάμενες:

 α) Την ελευθερία της έκφρασης και δημιουργίας για τους δημοσιογράφους και τους συνεργάτες 
αυτών, καθώς και τη συμμετοχή των πρώτων στον σχεδιασμό εκδοτικής γραμμής του μέσου 
επικοινωνίας για το οποίο εργάζονται.

 β) Κάθε δημοσιογράφος έχει πρόσβαση στις πηγές, υπό τις προβλεπόμενες από τον νόμο 
προϋποθέσεις. Η ανεξαρτησία του και το επαγγελματικό απόρρητο προστατεύονται. Έχει, επίσης, 
το δικαίωμα να εκλέγει μέλη των συντακτικών επιτροπών. (...)»

 Άρθρο 88 του κώδικα ποινικής δικονομίας

 «1. Τα όργανα του τύπου δύνανται, εντός των νόμιμων περιορισμών, να μεταδίδουν το 
περιεχόμενο διαδικαστικών πράξεων που δεν καλύπτονται από το απόρρητο των ερευνών 
(segredo de justica) (...)

 2. Ωστόσο δεν επιτρέπεται, επί ποινή απλής απείθειας, η:

 α) αναπαραγωγή των διαδικαστικών στοιχείων ή εγγράφων που κατατίθενται στον φάκελο μίας 
δίκης έως την έκδοση απόφασης στον πρώτο βαθμό, εκτός εάν τα εν λόγω στοιχεία ελήφθησαν 
μετά από κατάθεση αιτήσεως στην οποία αναφέρεται ο σκοπός της εν λόγω αίτησης ή εάν η 
δικαστική αρχή που είναι αρμόδια για τη διαδικασία έδωσε ρητώς την άδειά της για την εν λόγω 
αναπαραγωγή.

 β) μετάδοση ή καταγραφή εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν στη διενέργεια οποιασδήποτε 
διαδικαστικής πράξεως, κυρίως δε της ακρόασης, εκτός εάν δόθηκε άδεια μέσω διάταξης από τη 
δικαστική αρχή που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται η μετάδοση 
ή καταγραφή εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν σε πρόσωπο το οποίο εναντιώνεται στις ως 
άνω. (...)»

 Άρθρο 348 του ποινικού κώδικα

«1. Οποιοσδήποτε δεν συμμορφώνεται σε μία νόμιμη εντολή ή διαταγή που δίνεται ή προέρχεται 
από αρχές ή κάποιον αρμόδιο δημόσιο λειτουργό, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ενός έτους ή 
με πρόστιμο έως 120 ημέρες προστίμου:

α) εάν κάποια νόμιμη διάταξη τιμωρεί εν προκειμένω την απλή απείθεια, (...)»

 ΙΙΙ. Συναφές Διεθνές Δίκαιο

 24. Η Σύσταση υπ’αριθμ. Rec (2003) 13 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης 
προς τις χώρες μέλη σχετικά με τη μετάδοση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με 
τις ποινικές διαδικασίες έχει ως εξής:

 «(...) Υπενθυμίζοντας ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν το δικαίωμα να ενημερώνουν το κοινό για το 
δικαίωμά του να λαμβάνει πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών σχετικά με 
ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, σε εφαρμογή του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και ότι έχουν 
επαγγελματική υποχρέωση να το διενεργούν.

 Υπενθυμίζοντας ότι τα δικαιώματα του τεκμηρίου αθωότητας, της δίκαιης δίκης και του σεβασμού 
του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, που προστατεύονται από τα άρθρα 6 και 8 της Σύμβασης, 
αποτελούν βασικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρούνται σε κάθε δημοκρατική κοινωνία.

 Υπογραμμίζοντας τη σημασία των ρεπορτάζ που διενεργούνται από μέσα ενημέρωσης σχετικά με 
ποινικές δίκες, ώστε να ενημερώνεται το κοινό, να προβάλλεται η αποτρεπτική λειτουργία του 
ποινικού δικαίου και να επιτρέπεται στο κοινό η άσκηση εποπτείας επί της λειτουργίας του 
συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

 Ενόψει των ενδεχομένως συγκρουόμενων συμφερόντων που προστατεύονται από τα άρθρα 6, 8 
και 10 της ΕΣΔΑ και της ανάγκης εξασφάλισης ισορροπίας μεταξύ των εν λόγω δικαιωμάτων σε 
σχέση με τις περιστάσεις της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανόμενου δεόντως υπόψη 
του ρόλου ελέγχου του ΕΔΔΑ για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις που 
συνήφθησαν με την ΕΣΔΑ. (...)

 Επιθυμώντας να προωθηθεί ένας εμπεριστατωμένος διάλογος σχετικά με την προστασία των 
εμπλεκόμενων δικαιωμάτων και των συμφερόντων στα ρεπορτάζ που διενεργούνται από μέσα 
ενημέρωσης σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες, καθώς και να προωθηθούν ορθές πρακτικές σε 
όλη την Ευρώπη, διασφαλίζοντας συγχρόνως την πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης στις ποινικές 
διαδικασίες. (...)

 Συστήνει, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ποικιλομορφία των εθνικών νομικών συστημάτων 
σχετικά με την ποινική διαδικασία, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών:

 1) να λάβουν ή ενισχύσουν, αναλόγως, κάθε μέτρο που θεωρούν αναγκαίο για την εφαρμογή των 
αρχών που περιλαμβάνονται στην παρούσα Σύσταση, εντός του ορίου των σχετικών 
συνταγματικών διατάξεων.

 2) να μεταδώσουν ευρέως την παρούσα Σύσταση και τις αρχές που περιλαμβάνονται στην 
παρούσα, συνοδεύοντάς τις εφόσον είναι αναγκαίο από μία μετάφραση και,

 3) να τις θέσουν κυρίως σε γνώση των δικαστικών και αστυνομικών αρχών και στη διάθεση των 
οργανώσεων που εκπροσωπούν τους νομικούς και τους επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης.

 Παράρτημα στη Σύσταση υπ’αριθμ. Rec (2003) 13 - Αρχές που αφορούν στη μετάδοση 
πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με ποινικές διαδικασίες.

 Αρχή 1 – Ενημέρωση του κοινού από τα μέσα ενημέρωσης

 Το κοινό πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των 
δικαστικών και αστυνομικών αρχών μέσω των μέσων ενημέρωσης. Οι δημοσιογράφοι πρέπει, 
συνεπώς, να είναι ελεύθεροι να μεταδίδουν και να σχολιάζουν θέματα σε σχέση με τη λειτουργία 
του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, με μόνους περιορισμούς εκείνους που προβλέπονται από 
την εφαρμογή των ακόλουθων αρχών.

 Αρχή 2 – Τεκμήριο αθωότητας

 Ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας αποτελεί ενιαίο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. 

 Συνεπώς, οι απόψεις και πληροφορίες που αφορούν σε εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες δύνανται 
να κοινοποιούνται ή μεταδίδονται από τα μέσα ενημέρωσης, μόνον εφόσον δεν παραβιάζεται το 
τεκμήριο αθωότητας του υπόπτου ή κατηγορουμένου. (...)

 Αρχή 6 – Τακτική πληροφόρηση στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

 Στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών δημοσίου ενδιαφέροντος ή άλλων διαδικασιών που 
προσελκύουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του κοινού, οι δικαστικές ή αστυνομικές αρχές οφείλουν να 
πληροφορούν τα μέσα ενημέρωσης για τις κύριες πράξεις τους, εφόσον δεν παραβιάζεται το 
απόρρητο των ερευνών και των αστυνομικών ερευνών και ότι δεν καθυστερείται ή εμποδίζεται η 
επέλευση των αποτελεσμάτων των διαδικασιών. Σε περίπτωση ποινικών διαδικασιών που διαρκούν 
για μεγάλη περίοδο, η εν λόγω πληροφόρηση πρέπει να παρέχεται τακτικώς. (...)

 Αρχή 8 – Προστασία του ιδιωτικού βίου στο πλαίσιο εκκρεμών ποινικών διαδικασιών

 Η παροχή πληροφοριών για πρόσωπα που υποπτεύονται, κατηγορούνται ή έχουν καταδικασθεί, 
καθώς και των άλλων διαδίκων στις ποινικές διαδικασίες πρέπει να σέβεται το δικαίωμά τους στην 
προστασία του ιδιωτικού τους βίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Μία ιδιαίτερη προστασία 
πρέπει να παρέχεται στους διαδίκους που τυγχάνουν ανήλικοι ή που ανήκουν σε άλλη κατηγορία 
ευαίσθητων προσώπων, στα θύματα, στους μάρτυρες και στις οικογένειες των προσώπων που 
υποπτεύονται, κατηγορούνται ή έχουν καταδικασθεί. Σε κάθε περίπτωση, μία ιδιαίτερη προσοχή 
πρέπει να δοθεί στη ζημία που μπορεί να προκληθεί στα ως άνω πρόσωπα από την κοινοποίηση 
πληροφοριών που δίνουν τη δυνατότητα να εξακριβώνεται η ταυτότητα των ανωτέρω.»

 Νομικά ζητήματα

 Ι. Επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ

 25. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ποινική καταδίκη της για μη αδειοδοτημένη χρήση 
καταγραφής της ακρόασης του δικαστηρίου παραβιάζει το δικαίωμά της στην ελευθερία της 
έκφρασης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, και δη από τις ακόλουθες σχετικές 
παραγράφους τις:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την 
ελευθερία της γνώμης όπως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς 
την επέμβαση δημόσιων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το άρθρο αυτό δεν κωλύει τα Κράτη από 
το να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεόρασης στους 
κανονισμούς έκδοσης αδειών λειτουργίας.

 2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνες μπορεί να υπαχθεί 
σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και 
αποτελούν τα αναγκαία μέτρα σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική 
ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, 
την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των 
τρίτων, την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του 
κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής αρχής.»

 26. Η Κυβέρνηση αντιτίθεται σε αυτήν τη θέση.

 Α. Παραδεκτό

 27. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή δεν τυγχάνει προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του 
άρθρου 35 παρ. 3 α της ΕΣΔΑ και ότι δεν εμπίπτει σε κάποιον άλλον λόγο απαραδέκτου. Συνεπώς 
οφείλει να την κηρύξει παραδεκτή.

 Β. Επί της ουσίας της προσφυγής

 1. Ισχυρισμοί των διαδίκων

 28. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καταδίκη της για τη μετάδοση αποσπασμάτων ηχητικής 
καταγραφής της ακρόασης συνιστά παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασής της. Καταρχάς, 
επισημαίνει ότι οι φωνές των μαρτύρων και των δικαστών είχαν παραμορφωθεί και ότι οι ως άνω 
δεν είχαν ταυτοποιηθεί. Εκθέτει, εν συνεχεία, ότι το άρθρο 88 του κώδικα ποινικής δικονομίας 
υποβάλλει τη χρήση μίας καταγραφής δικαστικής ακροάσεως στην άδεια του δικαστή που 
προεδρεύει την υπόθεση, μόνον εάν η προβλεπόμενη χρήση λαμβάνει χώρα πριν από την έκδοση 
της απόφασης. Υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η χρήση αποσπασμάτων της καταγραφής είχε 
σκοπό να καταγγείλει ένα δικαστικό σφάλμα, μία πράξη σοβαρή και δημοσίου ενδιαφέροντος, που 
διενεργήθηκε από το ίδιο το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για τη χορήγηση της προηγούμενης 
άδειας. Για εκείνην, η ποινική καταδίκη της για την έλλειψη αίτησης χορήγησης προηγούμενης 
άδειας είναι δυσανάλογη. Η Προσφεύγουσα συμπεραίνει ότι, παρά τον επικαλούμενο θεμιτό σκοπό, 
με την διά της προσβαλλόμενης απόφασης καταδίκη της, η οποία στηρίζεται σε τυπικούς λόγους, 
και η οποία έκρινε ότι υπερισχύει το δικαίωμα στον λόγο των συμμετέχοντων έναντι του 
δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης, δεν επιτεύχθηκε μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των 
συγκρουόμενων συμφερόντων. Σύμφωνα με την ανωτέρω, το δικαίωμα πληροφόρησης υπερισχύει 
έναντι των λοιπών υπό κρίση συμφερόντων.

 29. Η Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι υφίσταται επέμβαση στο δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση της 
Προσφεύγουσας. Σύμφωνα με την ανωτέρω, η ως άνω επέμβαση προβλέπεται από τον νόμο και 
ακολουθεί θεμιτούς σκοπούς, ήτοι την προστασία των προσώπων που παρενέβησαν στην 
ακροαματική διαδικασία, ιδίως δε του δικαιώματός τους στον λόγο και του δικαιώματός τους στον 
σεβασμό του ιδιωτικού τους βίου. Πρόκειται, επίσης, να εξασφαλισθεί η ορθή απονομή της 
δικαιοσύνης.

 30. Εντούτοις, η Προσφεύγουσα, ελλείψει σχετικής αίτησης στον δικαστή για τη χορήγηση 
προηγούμενης άδειας για τη μετάδοση των αποσπασμάτων της καταγραφής της ακρόασης, δεν 
έδωσε την ευκαιρία στον δικαστή να βρει μία ισορροποία μεταξύ, αφενός του δικαιώματος στην 
ελεύθερη έκφραση και αφετέρου της προστασίας του δικαιώματος στον λόγο των υποκειμένων 
των σχετικών δηλώσεων και του συμφέροντος στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Κυβέρνηση 
αναγνωρίζει ότι κανένας από τους καταθέσαντες μάρτυρες δεν υπέβαλε μήνυση κατά της χρήσης 
(άνευ αδείας) της καταγραφής. Θεωρεί ωστόσο ότι, ενόψει του υποχρεωτικού χαρακτήρα της 
ηχητικής καταγραφής για τον σκοπό ενδεχόμενης μελλοντικής προσφυγής, οι δικαστικές αρχές 
πρέπει να προστατεύουν το περιεχόμενο των εν λόγω καταγραφών κατά χρήσεων εκτός της 
διαδικασίας, δικαιολογώντας, ούτω, την ανάγκη χορήγησης προηγούμενων αδειών ακόμη και μετά 
την έκδοση της απόφασης. Η Κυβέρνηση θεωρεί, επίσης, ότι η Προσφεύγουσα μπορούσε να 
παρουσιάσει το ρεπορτάζ της, περιγράφοντας το περιεχόμενο των δηλώσεων που δόθηκαν στο 
πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να κάνει χρήση των επίδικων ηχολήψεων. Η 
Κυβέρνηση καταλήγει ότι δεν υφίσταται παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 2. Κρίση του Δικαστηρίου

 31. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφεύγουσα καταδικάσθηκε στην πληρωμή προστίμου, για 
τη χρήση στο ρεπορτάζ της αποσπασμάτων της καταγραφής μίας ακρόασης δικαστηρίου. 
Υφίσταται, συνεπώς, λόγος να προσδιορισθεί, εάν η εν λόγω ποινική καταδίκη της συνιστά 
επέμβαση στην άσκηση της ελεύθερης έκφρασης που «προβλέπεται από τον νόμο», δικαιολογείται 
από έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς ενόψει της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και είναι 
«αναγκαία, σε μία δημοκρατική κοινωνία».

 α) Επί της ύπαρξης επέμβασης

 32. Τα μέρη συμφωνούν στο γεγονός ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας συνιστά επέμβαση στο 
δικαίωμα της ως άνω στην ελεύθερη έκφραση, όπως προστατεύεται από το άρθρο 10 παρ. 1 της 
ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο κρίνει, επίσης, ότι η επέμβαση στο δικαίωμα της Προσφεύγουσας στην 
ελεύθερη έκφραση είναι αδιαμφισβήτητη.

 β) «Προβλεπόμενη από τον νόμο»

 33. Δεν αμφισβητείται από τα μέρη ότι η επέμβαση προβλέπεται από τον νόμο, ήτοι από το άρθρο 
88 του πορτογαλικού κώδικα ποινικής δικονομίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται λόγος 
για αντίθετη κρίση.

 γ) Νόμιμος σκοπός

 34. Η Προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η επίδικη καταδίκη ακολουθεί νόμιμους 
σκοπούς. Η Κυβέρνηση επισημαίνει δε, ότι αφορά στην προστασία της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων των άλλων. Το δε Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εθνικά 
δικαστήρια θεώρησαν ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας δικαιολογείτο από την προστασία του 
δικαιώματος στον λόγο τρίτου. Το συνταγματικό δικαστήριο έκρινε ότι η ορθή απονομή της 
δικαιοσύνης εμπλεκόταν επίσης εν προκειμένω, δεδομένου ότι η καταγραφή μίας ακρόασης 
δικαστηρίου περιέχει δηλώσεις προσώπων που υποχρεώνονται από τον νόμο να καταθέσουν 
ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο είναι συνεπώς ο προστάτης των εν λόγω δηλώσεων. Οι εν 
λόγω σκοποί αντιστοιχούν στην προστασία της «εξουσίας και της αμεροληψίας της δικαστικής 
αρχής» και στην προστασία «της φήμης (και) των δικαιωμάτων άλλων» (βλ. Ernst και λοιποί κατά 
Βελγίου, no 33400/96, § 98, 15 Ιουλίου 2003, και Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας, no 1914/02, § 
32, 7 Ιουνίου 2007). Το Δικαστήριο κρίνει συνεπώς τους εν λόγω σκοπούς ως νόμιμους.

 35. Μένει να ελεγχθεί ότι η επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία».

 δ) «Αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία»

 ι. Οι γενικές αρχές

 36. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια 
σε μία δημοκρατική κοινωνία και ότι οι εγγυήσεις που παρέχονται στον Τύπο είναι ιδιαίτερης 
σημασίας (βλ. μεταξύ άλλων Jersild κατά Δανίας, 23 Σεπτεμβρίου 1994, § 31, serie A no 298, Worm 
κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 47, Recueil des arrets et decisions 1997-V, και Fressoz και 
Roire κατά Γαλλίας [GC], no 29183/95, § 45, ΕΔΔΑ 1999-I ).

 37. Ο Τύπος παίζει σημαντικό ρόλο σε μία δημοκρατική κοινωνία: εάν και δεν πρέπει να υπερβαίνει 
ορισμένα όρια, ενόψει κυρίως της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων, 
καθώς και της ανάγκης αποφυγής της κοινοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών, υποχρεώνεται 
ωστόσο να διαδίδει, στο πλαίσιο των καθηκόντων και των ευθυνών του, πληροφορίες και ιδέες για 
κάθε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος (De Haes και Gijsels κατά Βελγίου, 24 Φεβρουαρίου 1997, § 
37, Recueil 1997-I, Bladet Tromso και Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], no 21980/93, § 62, ΕΔΔΑ 
1999-III, Thoma κατά Λουξεμβούργου, no 38432/97, §§ 43-45, ΕΔΔΑ 2001-III, και Tourancheau 
και July κατά Γαλλίας, no 53886/00, § 65, 24 Νοεμβρίου 2005) .

 38. Ειδικότερα, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι υποθέσεις που εξετάζουν τα δικαστήρια δεν 
μπορούν πριν ή ακόμη και κατά τη διάρκειά της εξέτασής τους, να συζητηθούν σε άλλα μέρη, είτε 
στο πλαίσιο ειδικευμένων περιοδικών, είτε στον γενικό Τύπο ή από το ίδιο το κοινό. Δεν είναι μόνο 
αποστολή του Τύπου να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, καθόσον το κοινό έχει επίσης 
δικαίωμα να τις λαμβάνει. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα του καθενός σε μία δίκαιη 
δίκη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάτι το οποίο, στην ποινική δικαιο-
σύνη, συμπεριλαμβάνει και το δικαίωμα σε αμερόληπτο δικαστήριο (Tourancheau και July, ο.π., 
παρ. 66) . Όπως το Δικαστήριο έχει ήδη σημειώσει, «οι δημοσιογράφοι που συντάσσουν άρθρα 
σχετικά με εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες πρέπει να το θυμούνται, καθώς τα όρια του 
αποδεκτού σχολιασμού δεν μπορούν να επεκταθούν και σε δηλώσεις που ενδέχεται, εσκεμμένως ή 
όχι, να ελαττώσουν τις πιθανότητες για ένα πρόσωπο να επωφεληθεί μίας δίκαιης δίκης ή να 
υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού σχετικά με τον ρόλο των δικαστηρίων στην απονομή 
της ποινικής δικαιοσύνης» (ibidem, Worm, ο.π., § 50, Campos Damaso κατά Πορτογαλίας, no 
17107/05, § 31, 24 Απριλίου 2008, Pinto Coelho κατά Πορτογαλίας, no 28439/08, § 33, 28 
Ιουνίου 2011, και Ageyevy κατά Ρωσίας, no 7075/10, §§ 224-225, 18 Απριλίου 2013) .

 39. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στο πλαίσιο του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, οι 
συμβαλλόμενες χώρες διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την εκτίμηση του 
αναγκαίου και του εύρους μίας επέμβασης στην προστατευόμενη από αυτήν τη διάταξη ελευθερία 
της έκφρασης (Tammer κατά Εσθωνίας, no 41205/98, § 60, ΕΔΔΑ 2001-I, Pedersen και 
Baadsgaard κατά Δανίας [GC], no 49017/99, § 68, ΕΔΔΑ 2004-XI, και Haldimann και λοιποί κατά 
Ελβετίας, no 21830/09, § 53, ΕΔΔΑ 2015) .

 40. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει περιορισμούς του 
δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης στο πλαίσιο ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος (Wingrove 
κατά Ηνωμένο Βασίλειο, 25 Νοεμβρίου 1996, § 58, Recueil 1996-V, Surek κατά Τουρκίας (no 1) 
[GC], no 26682/95, § 61, ΕΔΔΑ 1999-IV, Dupuis και λοιποί, ο.π., § 40, και Stoll κατά Ελβετίας [GC], 
no 69698/01, § 106, ΕΔΔΑ 2007-V) .

 ιι. Εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση

 41. Εν προκειμένω, το δικαίωμα της Προσφεύγουσας να πληροφορεί το κοινό και το δικαίωμα του 
κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες συγκρούονται με το δικαίωμα στον σεβασμό του ιδιωτικού 
βίου των προσώπων που κατέθεσαν, καθώς και με την εξουσία και αμεροληψία του δικαστικού 
συστήματος. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες απαιτούν την εξισορρόπηση του 
δικαιώματος στον σεβασμό του ιδιωτικού βίου και στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, το 
Δικαστήριο θεωρεί ότι το αποτέλεσμα της προσφυγής δεν δύναται κατ’αρχήν να διαφοροποιείται 
αναλόγως εάν έχει βασισθεί στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ από το υποκείμενο του ρεπορτάζ ή στο άρθρο 
10 από το πρόσωπο που το δημιούργησε. Πράγματι, τα εν λόγω δικαιώματα τυγχάνουν a priori 
ίσου σεβασμού (Hachette Filipacchi Associes (ICI PARIS) κατά Γαλλίας, no 12268/03, § 41, 23 
Ιουλίου 2009, Timciuc κατά Ρουμανίας (δεκ.), no 28999/03, § 144, 12 Οκτωβρίου 2010, και 
Mosley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, no 48009/08, § 111, 10 Μαϊου 2011, Haldimann κλπ, ο.π, § 54, 
Von Hannover κατά Γερμανίας (no 2) [GC], nos 40660/08 και 60641/08, § 106, ΕΔΔΑ 2012, και 
Axel Springer AG κατά Γερμανίας [GC], no 39954/08, § 87, 7 Φεβρουαρίου 2012) . Ως εκ τούτου, 
το περιθώριο εκτίμησης οφείλει κατ’αρχήν να είναι το ίδιο στις δύο περιπτώσεις. Το Δικαστήριο 
οφείλει ειδικότερα να προσδιορίσει εάν οι σκοποί της εξασφάλισης του δικαιώματος στον λόγο 
τρίτου και στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης παρουσίαζαν κάποια «σχετική και 
επαρκή» δικαιολογία για την επέμβαση.

 42. Εάν η εξισορρόπηση μεταξύ των δύο δικαιωμάτων από τις εθνικές αρχές έλαβε χώρα σύμφωνα 
με τα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να υπάρχουν σοβαροί λόγοι για 
να υπερισχύσει η γνώμη της ανωτέρω έναντι εκείνης των εθνικών δικαστηρίων (Palomo Sanchez 
και λοιποί κατά Ισπανίας [GC], nos 28955/06, 28957/06, 28959/06 και 28964/06, § 57, ΕΔΔΑ 
2011, MGN Limited κατά Ηνωμένο Βασίλειο, no 39401/04, §§ 150 και 155, 18 Ιανουαρίου 2011, 
και Haldimann και λοιποί, ό.π, § 55) .

 α) Σχετικά με τη συμμετοχή του ρεπορτάζ σε διάλογο δημοσίου ενδιαφέροντος

 43. Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να ορίσει εάν το επίμαχο ρεπορτάζ αφορούσε θέμα δημοσίου 
ενδιαφέροντος. Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το κοινό έχει, γενικώς, δημόσιο ενδιαφέρον 
να πληροφορείται σχετικά με τις ποινικές δίκες (Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας, ό.π., § 42) . Η 
Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει, από την πλευρά του, υιοθετήσει τη 
Σύσταση Rec(2003)13 σχετικά με τη διάδοση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με 
τις ποινικές δίκες. Η Σύσταση υπενθυμίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν το δικαίωμα να 
ενημερώνουν το κοινό ως προς το δικαίωμα του τελευταίου να λαμβάνει τις πληροφορίες και 
υπογραμμίζει τη σημασία των ρεπορτάζ που δημιουργούνται σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες για 
την πληροφόρηση του κοινού και δίνουν τη δυνατότητα στον ως άνω να ασκεί ένα δικαίωμα 
επίβλεψης επί της λειτουργίας του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης. Μεταξύ των αρχών που 
θέτει η εν λόγω Σύσταση, βρίσκεται, κυρίως, το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες 
μέσω των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τις δραστηριότητες των δικαστικών και αστυνομικών 
αρχών, κάτι το οποίο προϋποθέτει για τους δημοσιογράφους το δικαίωμα να μπορούν ελεύθερα να 
λογοδοτούν σχετικά με τη λειτουργία του ποινικού συστήματος δικαιοσύνης.

 44. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η αφορμή του επίμαχου ρεπορτάζ είναι η δικαστική διαδικασία, η 
οποία οδήγησε στην ποινική καταδίκη διάφορων κατηγορούμενων. Η κίνηση της Προσφεύγουσας 
αποσκοπούσε στο να καταγγείλει ένα δικαστικό σφάλμα το οποίο, κατά τη γνώμη της, είχε λάβει 
χώρα έναντι ενός από τους καταδικασθέντες. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ως εκ τούτου, ένα τέτοιου 
είδους ρεπορτάζ αφορά σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος.

 β) Σχετικά με τη συμπεριφορά της Προσφεύγουσας

 45. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οποιοσδήποτε, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων, ασκεί 
την ελευθερία της έκφρασής του επιβαρύνεται με «υποχρεώσεις και ευθύνες», των οποίων το 
εύρος εξαρτάται από την ιδιότητά του και από το τεχνικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε (βλ. mutatis 
mutandis, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Δεκεμβρίου 1976, § 49 in fine, serie A no 24) . 
Εν προκειμένω, οι εθνικοί δικαστές έκριναν ότι η δημιουργός του ρεπορτάζ, που τυγχάνει έμπειρη 
δημοσιογράφος και δη με γνώσεις περί του δικαίου, δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η διάδοση του 
αποσπάσματος της καταγραφής της συνεδρίασης ήταν υποκείμενη σε λήψη προηγούμενης 
δικαστικής άδειας. Αναγνωρίζοντας τον βασικό ρόλο του Τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία, το 
Δικαστήριο τονίζει ότι οι δημοσιογράφοι δεν δύνανται κατ’αρχήν να αποδεσμεύονται, μέσω της 
προστασίας που τους προσφέρει το άρθρο 10, από την υποχρέωσή τους να σέβονται τους κοινούς 
ποινικούς νόμους.

 46. Η έλλειψη παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους της Προσφεύγουσας στο πλαίσιο της 
χορήγησης της καταγραφής δεν είναι απαραίτητα προσδιοριστική κατά την εκτίμηση του 
ζητήματος εάν συμμορφώθηκε στις υποχρεώσεις και ευθύνες της (Stoll, ό.π, § 144) . Σε κάθε 
περίπτωση, ήταν σε θέση να προβλέψει, ως δημοσιογράφος, ότι η διάδοση του επίμαχου ρεπορτάζ 
απαγορευόταν από το άρθρο 348 του ποινικού κώδικα. Όσον αφορά στη συμπεριφορά της 
Προσφεύγουσας εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το μέσο λήψης από εκείνην των 
καταγραφών της συνεδρίασης δεν ήταν παράνομο, και ότι, ως προς τη μορφή του ρεπορτάζ, οι 
φωνές των δικαστών και των μαρτύρων είχαν παραμορφωθεί, ώστε να μην είναι δυνατή η 
εξακρίβωση της ταυτότητάς τους από το κοινό. Όσον αφορά στις ενστάσεις της Κυβέρνησης ως 
προς τη μορφή του επίμαχου ρεπορτάζ, υφίσταται λόγος να υπενθυμιστεί ότι πέραν από το 
περιεχόμενο των εκφρασμένων ιδεών και των πληροφοριών, το άρθρο 10 προστατεύει και τη 
μορφή της έκφρασής τους. Συνεπώς, δεν δύναται ούτε το Δικαστήριο ούτε και τα εθνικά 
δικαστήρια να υποκατασταθούν στον Τύπο και να ορίσουν ποια τεχνική λογοδοσίας πρέπει να 
ακολουθείται από τους δημοσιογράφους (βλ. παραδείγματος χάριν Jersild, ό.π., § 31, και De Haes 
και Gijsels, ό.π., § 48) .

 47. Το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη την πρόθεση των ανωτέρω εθνικών δικαστηρίων και των 
συμβαλλομένων χωρών του Συμβουλίου να αντιδρούν με σθένος στην αρνητική επίδραση που 
μπορούν να έχουν τα μέσα ενημέρωσης πάνω στους πολιτικούς εναγομένους και στους 
κατηγορούμενους, ελαττώνοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο την εγγύηση του τεκμηρίου της 
αθωότητας. Η παρ. 2 του άρθρου 10 θέτει, εξάλλου, όρια στην άσκηση του δικαιώματος στην 
ελεύθερη έκφραση. Το μόνο που απομένει είναι να προσδιοριστεί εάν, στην προκειμένη περίπτωση, 
το συμφέρον πληροφόρησης του κοινού υπερίσχυε των «υποχρεώσεων και ευθυνών» που 
βαραίνουν την Προσφεύγουσα λόγω της έλλειψης αδειοδότησης της μετάδοσης της καταγραφής.

 γ) Επί του ασκηθέντος ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια

 48. Το Δικαστήριο οφείλει, συνεπώς, να αναλύσει τον τρόπο κατά τον οποίον το Συνταγματικό 
δικαστήριο εξισορρόπησε τα συμφέροντα στην προκειμένη περίπτωση. Φαίνεται ότι το 
Συνταγματικό δικαστήριο θεώρησε ότι η απαίτηση λήψης δικαστικής άδειας για τη μετάδοση της 
ηχητικής καταγραφής των δηλώσεων που ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια του ακροατηρίου δεν 
συνιστούσε μία παραβιαστική και υπέρμετρη λύση. Για το ανώτατο δικαστήριο, η ως άνω 
δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας του λόγου τρίτου και της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης, κάτι το οποίο νομιμοποιεί την επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης της 
Προσφεύγουσας. Για το Συνταγματικό δικαστήριο, δεν τίθεται λόγος για περιορισμό στην άσκηση 
της ελευθερίας του τύπου εν προκειμένω, αλλά μόνο σε συγκεκριμένο τρόπο άσκησης αυτής: τη 
μετάδοση μίας ηχητικής καταγραφής συνεδρίασης δικαστηρίου. Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, 
ότι τα δικαστήρια δικαιολόγησαν την καταδίκη της Προσφεύγουσας χωρίς να επικαλεστούν την 
ανάγκη εξασφάλισης του κύρους της δικαστικής εξουσίας αλλά ούτε και τα όρια της άσκησης της 
εν λόγω εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

 49. Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι κατά τον χρόνο της μετάδοσης του επίμαχου 
ρεπορτάζ, η υπόθεση είχε ήδη δικασθεί, όπως αναγνωρίζει και το Συνταγματικό δικαστήριο. Ως εκ 
τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι, όπως και στην υπόθεση Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας 
(ό.π.), η Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει πώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η μετάδοση των 
ηχητικών αποσπασμάτων μπορούσε να έχει αρνητική επίδραση επί του συμφέροντος της ορθής 
απονομής της δικαιοσύνης.

 50. Κατά την εξέταση της ανάγκης της επέμβασης σε μία δημοκρατική κοινωνία ενόψει της 
«προστασίας της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων», το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί να 
ελέγξει εάν οι εθνικές αρχές εξασφάλισαν μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα σε δύο προστατευόμενες 
από την ΕΣΔΑ αρχές, οι οποίες ενδέχεται να συγκρούονται σε ορισμένες υποθέσεις: ήτοι, αφενός, 
στην ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και, αφετέρου, στο 
δικαίωμα στον σεβασμό του ιδιωτικού βίου, όπως προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 
(Ηachette Filipacchi Associes κατά Γαλλίας, no 71111/01, § 43, 14 Ιουνίου 2007, MGN Limited, 
ό.π., § 142, και Axel Springer AG, ό.π., § 84) . Ως προς αυτό το θέμα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι 
το ακροατήριο στην προκειμένη περίπτωση ήταν δημόσιο και κανένας εκ των ενδιαφερόμενων 
μερών δεν παραπονέθηκε για κάποια επικαλουμένη παραβίαση του δικαιώματός του στον λόγο. 
Στο μέτρο που η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η μη αδειοδοτημένη μετάφραση των ηχητικών 
αποσπασμάτων μπορούσε να αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος στον λόγο τρίτου, το 
Δικαστήριο σημειώνει ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είχαν κατά το πορτογαλικό δίκαιο δικαίωμα 
προσφυγής για την αποκατάσταση της βλάβης τους, το οποίο όμως δεν άσκησαν. Εντούτοις, αυτοί 
είναι που έχουν κατ’αρχήν τη μέριμνα της υπεράσπισης του εν λόγω δικαιώματός τους. Το 
Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι οι φωνές των συμμετέχοντων στο ακροατήριο είχαν 
παραμορφωθεί, εμποδίζοντας έτσι την ταυτοποίησή τους. Θεωρεί δε ότι το άρθρο 10 παρ. 2 της 
ΕΣΔΑ δεν προβλέπει περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης που να βασίζονται στο δικαίωμα 
στον λόγο, καθώς για το τελευταίο δεν προβλέπεται αντίστοιχη προστασία με εκείνη του 
δικαιώματος στην υπόληψη. Συνεπώς, ο δεύτερος θεμιτός σκοπός που επικαλείται η Κυβέρνηση 
χάνει κατ’ ανάγκη τη δύναμή του υπό τις περιστάσεις της επίδικης υπόθεσης. Περαιτέρω, το 
Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πώς το δικαίωμα στον λόγο θα μπορούσε να εμποδίσει τη 
μετάδοση ηχητικών αποσπασμάτων ενός ακροατηρίου όταν, εν προκειμένω, το ακροατήριο ήταν 
δημόσιο. Συμπεραίνει, συνεπώς, ότι η Κυβέρνηση δεν δικαιολόγησε επαρκώς την επιβληθείσα στην 
Προσφεύγουσα ποινή λόγω μετάδοσης των καταγραφών της συνεδρίασης του δικαστηρίου, 
καθώς και ότι τα δικαστήρια δεν δικαιολόγησαν τον περιορισμό στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης 
της Προσφεύγουσας υπό το πρίσμα της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 δ) Επί της αναλογικότητας της επιβληθείσας ποινής

 51. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, τέλος, ότι η φύση και το βάρος των επιβληθεισών ποινών είναι 
επίσης στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αναλογικότητας μίας 
επέμβασης (βλ. παραδείγματος χάριν Surek, ό.π, § 64, δεύτερο εδάφιο, Lindon, Otchakovsky-
Laurens και July κατά Γαλλίας [GC], nos 21279/02 και 36448/02, § 59, ΕΔΔΑ 2007 IV, και Stoll, 
ό.π., § 153) .

 52. Το ως άνω οφείλει, επίσης, να μεριμνήσει ότι η εν λόγω ποινή δεν συνιστά μία μορφή 
λογοκρισίας που να αποτρέπει τα μέσα ενημέρωσης από το να εκφράζουν κριτικές. Στο πλαίσιο 
συζητήσεων θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, αυτού του είδους ποινές θα απέτρεπαν τους 
δημοσιογράφους από το να συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο που ενδιαφέρει την κοινότητα. Με 
αυτόν τον τρόπο, η ποινή θα εμπόδιζε την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης και ελέγχου 
των μέσων ενημέρωσης (βλ. mutatis mutandis, Barthold κατά Γερμανίας, 25 Μαρτίου 1985, § 58, 
serie A no 90, Lingens κατά Αυστρίας, 8 Ιουλίου 1986, § 44, serie A no 103, Monnat κατά 
Ελβετίας, no 73604/01, § 70, ΕΔΔΑ 2006 X, και Stoll, ό.π., § 154) .

 53. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι εν προκειμένω η Προσφεύγουσα είχε καταδικαστεί στην πληρωμή 
προστίμου ύψους 1.500 ευρώ και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων. Ακόμη κι αν το ποσό 
μπορεί να φανεί χαμηλό, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχει αποτρεπτικό 
αποτέλεσμα, ενόψει της βαρύτητας της προβλεπόμενης ποινής (Campos Damaso, ό.π, § 39) . Σε 
αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται η καταδίκη αυτή καθ’ εαυτή να έχει περισσότερη βαρύτητα σε 
σχέση με το χαμηλό ύψος της επιβαλλόμενης ποινής (βλ. παραδείγματος χάριν, Jersild, ό.π, § 35, 
εδάφιο πρώτο, Lopes Gomes da Silva κατά Πορτογαλίας, no 37698/97, § 36, ΕΔΔΑ 2000 X, 
Dammann κατά Ελβετίας, no 77551/01, § 57, 25 Απριλίου 2006, και Stoll, ό.π, § 154).

 54. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει εν προκειμένω ότι το επιβληθέν πρόστιμο 
τυγχάνει δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

 ιιι. Συμπέρασμα

 55. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας δεν 
δικαιολογείται από μία «επείγουσα κοινωνική ανάγκη». Οι λόγοι της καταδίκης ήταν μεν «βάσιμοι», 
ωστόσο δεν ήταν «επαρκείς» για να δικαιολογηθεί τέτοιου είδους επέμβαση στο δικαίωμα της 
ελεύθερης έκφρασης της Προσφεύγουσας.

 56. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 ΙΙ. Επί της εφαρμογής του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ [...]

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 1. Δηλώνει ομόφωνα παραδεκτή την προσφυγή.

 2. Κρίνει, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι υφίσταται παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 3. Κρίνει με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι:

 α) Το εναγόμενο κράτος οφείλει στην Προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που 
καταστεί η παρούσα απόφαση οριστική, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, τα εξής ποσά:

 ι) 1.500 ευρώ (χίλια πεντακόσια ευρώ), καθώς και κάθε ποσό που οφείλεται ως φόρος, για την 
υλική ζημία,

 ιι) 4.623,84 ευρώ (τέσσερις χιλιάδες εξακόσια είκοσι τρία ευρώ και οβδόντα τέσσερα λεπτά) καθώς 
και κάθε ποσό που οφείλεται από την Προσφεύγουσα ως φόρος, για δαπάνες και έξοδα,

 β) Από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας και έως την εξόφληση, τα ως άνω ποσά αυξάνονται με 
απλό τόκο με επιτόκιο ίσο με εκείνο του δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 
προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

 4. Κρίνει με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ 
αρκεί για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της Προσφεύγουσας.

 5. Απορρίπτει, ομόφωνα, το αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση ως προς το επιπλέον.

 ΣΥΜΦΩΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΟΥ DE GAETANO

 1. Η παρούσα υπόθεση και η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, στην οποία 
οδηγήθηκε το Δικαστήριο, θυμίζουν σφόδρα ότι οι νόμιμες απαγορεύσεις και περιορισμοί, των 
οποίων ο σκοπός είναι καθαρά «συμβολικός» (και όχι «χρηστικός»), συνάδουν δύσκολα με τις 
αρχές που θέτει η ΕΣΔΑ και τις ελευθερίες που αυτή εγγυάται. Όσον αφορά ειδικότερα στο άρθρο 
10 παρ. 2 «η αρχή τις δικαστικής εξουσίας» δεν θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μία ανεξάρτητη 
αρχή αποδεσμευμένη από τα πραγματικά περιστατικά.

 2. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι οι ηχητικές καταγραφές των ενδιαφερόμενων προσώπων 
διενεργήθηκαν κρυφά ή κατά παράβαση του κανονισμού των δικαστηρίων που προορίζεται να 
εξασφαλίσει τον έλεγχο στο ακροατήριο και τον σεβασμό των κανόνων ευπρέπειας ενώπιον του 
δικαστηρίου ή ότι ελήφθησαν κατά παράνομο τρόπο. Πράγματι, οι εν λόγω καταγραφές 
παρουσιάζουν έναν επίσημο χαρακτήρα και ήταν κανονικά στη διάθεση των διαδίκων. Σε κάθε 
περίπτωση, ακόμη κι αν είχαν ληφθεί με παράνομο τρόπο - κάτι το οποίο δεν συνέβη εν 
προκειμένω - το γεγονός ότι ένας δημοσιογράφος παραβίασε τον νόμο πρέπει μεν να ληφθεί 
υπόψη, αλλά δεν είναι και αποφασιστικός παράγοντας για τη διαπίστωση εάν ενήργησε υπεύθυνα 
σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 10 (Pentikainen κατά Φιλανδίας [GC], no 11822/10, § 90) 
. Το Συνταγματικό δικαστήριο συμπέρανε ότι η διάταξη του νόμου που απαιτεί τη λήψη 
προηγούμενης άδειας του δικαστηρίου στο ακροατήριο του οποίου έγιναν επισήμως οι καταγραφές 
δεν παραβίαζει την εγγυημένη από το άρθρο 38 παρ. 2 β του Συντάγματος ελευθερία της 
Προσφεύγουσας. Το ως άνω στήριξε τη γενική απαγόρευση της μετάδοσης χωρίς προηγούμενη 
άδεια στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος στον λόγο - ήτοι το δικαίωμα στον λόγο των 
τριών δικαστών του δικαστηρίου de Sintra και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν - και της 
διασφάλισης της «ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Το γεγονός ότι οι φωνές είχαν 
παραμορφωθεί, ότι οι καταθέσεις είχαν γίνει σε δημόσιο ακροατήριο και ότι μπορούσαν, συνεπώς, 
να είχαν ηχογραφηθεί και αναπαραχθεί από τους φορείς χωρίς δικαστική άδεια και ότι η δίκη είχε 
ολοκληρωθεί τη στιγμή της τηλεοπτικής μετάδοσης του ντοκιμαντέρ δεν φαίνεται να είχαν κανένα 
βάρος στην απόφαση του Συνταγματικού δικαστηρίου.

 3. Όπως σημειώνει το Δικαστήριο στην παρ. 48 της παρούσας απόφασης, οι εθνικές αρχές δεν 
επικαλέστηκαν ρητώς την ανάγκη εγγύησης της εξουσίας της δικαστικής αρχής, αλλά εάν το είχαν 
επικαλεστεί, όφειλαν να αποδείξουν ότι η ανάγκη προστασίας της εν λόγω «εξουσίας» 
εξυπηρετούσε ένα συγκεκριμένο συμφέρον που συνδέεται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης 
υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Με άλλα λόγια, έπρεπε να αποδειχθεί ότι η 
προηγούμενη άδεια που δεν έλαβε η Προσφεύγουσα όχι μόνο δεν επωφελούσε την αφηρημένη 
έννοια της «εξουσίας» των δικαστηρίων ή της δικαιοσύνης, αλλά και ότι ήταν πράγματι αναγκαία 
για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση. Τούτο δεν είχε αποδειχθεί στην 
προκειμένη περίπτωση.

 ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΟΥ ZUPANI

 Δυστυχώς δεν μπορώ να συνταχθώ με την πλειοψηφία στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή στο 
συμπέρασμα ύπαρξης παραβάσεως.

 Ι. Δεν συνηθίζω να ξεκινώ με μία ιδιαίτερα γραμματική ερμηνεία της ΕΣΔΑ, αλλά στην προκειμένη 
περίπτωση, η αναφορά στις τελευταίες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 τυγχάνει ιδιαίτερα 
ενδιαφέρουσα. Παραπέμπει στον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης (ελευθερία του Τύπου), 
όταν πρόκειται να «εξασφαλιστεί το κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας».

 Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης είναι το αποτέλεσμα του άρθρου 88 παρ. 2 β του 
πορτογαλικού κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο απαγορεύει ρητώς τη μετάδοση ή καταγραφή 
εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν στη διενέργεια κάθε δικονομικής πράξεως, κυρίως της 
ακρόασης, χωρίς την προηγούμενη άδεια της ενδιαφερόμενης δικαστικής αρχής. Δεν 
αντιλαμβάνομαι πώς η εν λόγω απαγόρευση θα μπορούσε να είναι πιο ρητή.

 Οι πράξεις της δημοσιογράφου, εν προκειμένω, αποτελούν ευθεία παράβαση της εν λόγω 
προϋπόθεσης προηγούμενης άδειας. Η ως άνω δεν επιχείρησε καν να τη ζητήσει και μετέδωσε 
τηλεοπτικά ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια της δημόσιας ακρόασης της υπόθεσης, για την οποία 
ήταν σφόδρα και σαφώς μεροληπτική. Επίσης, αυτό το είδος παραδοσιακού ρεπορτάζ στερείται, 
ειλικρινά, επαγγελματισμού. Η λήψη θέσης σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση, χωρίς να έχει ιδιαίτερα 
οικειοποιηθεί με αυτήν, είναι αυτή καθ’ εαυτή αντίθετη με τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Εάν η 
δημοσιογράφος μπορεί να έχει τις προσωπικές πεποιθήσεις της όσον αφορά στην ενοχή ή 
αθωότητα ενός κατηγορούμενου, είναι εντελώς απαράδεκτο να ενσωματώνει τις, προφανώς 
προκατελειμμένες, προσωπικές απόψεις της στη λογοδοσία της υποθέσεως. Αυτά όσον αφορά στα 
κίνητρα της Προσφεύγουσας.

 ΙΙ. Το άρθρο 348 του πορτογαλικού ποινικού κώδικα ποινικοποιεί την παραβίαση μίας νόμιμης 
εντολής ενός αρμοδίου δημοσίου οργάνου για ένα συγκεκριμένο ζήτημα - κάτι το οποίο ορίζει ως 
«απείθεια». Η ποινή δεν είναι υψηλή, ωστόσο η ποινική κύρωση επιβάλλεται και πρέπει, σύμφωνα 
με την αρχή της νομιμότητας που βαρύνει την εισαγγελία και το δικαστήριο, να υπόκειται σε δίωξη 
και να εφαρμόζεται από το εθνικό δικαστήριο.

 Περαιτέρω, μαθαίνουμε στην παρ. 17 της αποφάσεως ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η εν λόγω 
δημοσιογράφος είχε τελέσει τέτοιο αδίκημα. Πριν τα επίμαχα γεγονότα, είχε ήδη καταδικαστεί για 
ένα παρόμοιο αδίκημα στο πλαίσιο μίας άλλης υποθέσεως που κρίθηκε στην Πορτογαλία. Αυτό το 
στοιχείο είχε ευλόγως ληφθεί υπόψη, ως επιβαρυντική περίσταση, κατά την επιμέτρηση της 
επιβαλλόμενης ποινής. Τούτο είναι αποκαλυπτικό της ασεβούς συμπεριφοράς της δημοσιογράφου 
σε σχέση με τα δικαστήρια.

 Επίσης, η ενδιαφερόμενη είχε ευλόγως καταδικαστεί την 6η Αυγούστου 2008 και το Εφετείο της 
Λισαβόνας επικύρωσε την απόφαση στις 26 Μαΐου 2009. Το εν λόγω δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η 
αιτούσα γνώριζε ότι έπρεπε να λάβει άδεια του δικαστηρίου, πόσο μάλλον ενόψει του γεγονότος 
ότι είχε σπουδάσει νομική. Η απόφαση του Εφετείου, η οποία είναι ενδιαφέρουσα, υπογραμμίζει τα 
επίμαχα δικαιώματα της προσωπικότητας, ήτοι το δικαίωμα στην προστασία του λόγου και της 
εικόνας των συμμετέχοντων που είχαν μεταδοθεί τηλεοπτικά.

 Αργότερα, την 15η Φεβρουαρίου 2011, το πορτογαλικό Συνταγματικό δικαστήριο έκρινε την 
υπόθεση. Και εκείνο επέμεινε στα δικαιώματα στην προσωπικότητα σχετικά με τον λόγο και την 
προστασία της ιδιωτικής σφαίρας των εν λόγω προσώπων, των οποίων οι δηλώσεις 
δημοσιεύθηκαν από την Προσφεύγουσα για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπονται 
από τον νόμο.

 Το Συνταγματικό δικαστήριο υπογράμμισε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: τα 
πρόσωπα που κατέθεσαν στην υπόθεση ήταν υποχρεωμένα να το πράξουν, επί ποινή (poena 
inobedientiae), και συνεπώς δεν είχαν την επιλογή να αποσύρουν τις δηλώσεις τους, οι οποίες εν 
προκειμένω παρανόμως είχαν δημοσιευθεί προς όλους τους τηλεθεατές της Πορτογαλίας. Το 
Συνταγματικό δικαστήριο, με την άποψη του οποίου συντάσσομαι, εξέτασε, επίσης, το ζήτημα της 
αναλογικότητας της ενδεχόμενης επίπτωσης στην ελευθερία του Τύπου. Δήλωσε δε, ότι η ποινική 
καταδίκη της δημοσιογράφου δεν ήταν δυσανάλογη ενόψει της ανάγκης προστασίας, τόσο, 
αφενός, του δικαιώματος στην προσωπικότητα των προσώπων όσον αφορά στον λόγο και στην 
εικόνα τους, όσο και, αφετέρου, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 ΙΙΙ. Πριν αναφερθώ στην απλή εξήγηση του άρθρου 10 παρ. 2 in fine της ΕΣΔΑ, θα ήθελα να 
αναφέρω μία ιδιαίτερα σημαντική διάκριση που ετέθη από τον H.L.A. Hart στο βιβλίο του «The 
Concept of Law». Πρόκειται για τη διάκριση μεταξύ των επιβλητικών και των εφαρμοστικών 
κανόνων.

 Όσον αφορά στους επιβλητικούς κανόνες, πρόκειται για επιτάσσουσες εντολές που βρίσκονται 
στην κορυφή της πυραμίδας των νόμων. Οι εν λόγω κανόνες ομοιάζουν με την κατηγορηματική 
προσταγή του Emmanuel Kant. Πρέπει να τους ερμηνεύει κανείς γραμματικά. Η τελολογική 
ερμηνεία σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι δυνατή. Οι κανόνες αυτοί τυγχάνουν υπέρτατες 
εντολές στην έννομη τάξη. Αντιπροσωπεύουν υπέρτατες αξίες και σκοπούς που ακολουθεί ο 
νομοθέτης. Κάθε άλλο στοιχείο της έννομης τάξης πρέπει να απορρέει από αυτούς.

 Από την άλλη, υφίστανται και οι εφαρμοστικοί κανόνες. Οι εν λόγω κανόνες, κυριολεκτικά, 
εξυπηρετούν τους επιβλητικούς κανόνες, τους εφαρμόζουν και πρέπει να ερμηνεύονται 
αντιστοίχως. Εδώ, η τελολογική ερμηνεία είναι αποδεκτή, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα της 
ερμηνείας εξυπηρετεί τους οριζόμενους από τους προαναφερόμενους επιβλητικούς κανόνες 
σκοπούς.

 Η ΕΣΔΑ βρίσκεται όχι μόνο στην κορυφή των διεθνών συμβάσεων αλλά και υπέρ των εθνικών 
νόμων, εν προκειμένω των 47 Χωρών μελών της ΕΣΔΑ. Κατ’αρχήν, δεν υφίσταται κάτι πιο 
«επιβλητικό» στην Ευρώπη. Γι’αυτόν τον λόγο, είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτο να 
παραμελούνται οι τελευταίες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 σχετικά με την ελευθερία της 
έκφρασης. Οι όροι είναι σαφείς και κατανοητοί: το κύρος της δικαστικής εξουσίας πρέπει να 
προστατεύεται και η απαγορευτική διάταξη της ΕΣΔΑ δεν πρέπει σχετικοποιείται.

 ΙV. Αυτό μας οδηγεί στην περίφημη «εξέταση της αναλογικότητας», αντίστοιχη με τα αμερικανικά 
«ορθολογικά κριτήρια». Δεν χρειάζεται να συνεχιστεί περαιτέρω η σύγκριση μεταξύ των δύο 
δογμάτων, παρά μόνο για να αναφερθεί ότι τα κριτήρια της ορθολογίας διαφοροποιούνται 
αναλόγως με τις «ύποπτες ταξινομήσεις», αντίθετα με την ευρωπαϊκή εξέταση της αναλογικότητας. 
Πέραν τούτου, το ζήτημα εδώ είναι εάν η ΕΣΔΑ έχει προβλέψει την προσφυγή στο κριτήριο της 
αναλογικότητας. Αναλύοντας την παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, αναγνωρίζουμε τους κλασικούς 
όρους που παραπέμπουν στην «πρόβλεψη από τον νόμο» και στην «ανάγκη σε μία δημοκρατική 
κοινωνία».

 Εντούτοις, η ανάλυση της αναλογικότητας που βρίσκουμε στις παρ. 48, 49 και 50 της απόφασης 
εξετάζουν το επίμαχο ζήτημα αποκλειστικά κατά τρόπο εφαρμοστικό. Στην παρ. 49, η πλειοψηφία 
αναφέρει μεν την αρνητική επίδραση της εν λόγω μετάδοσης στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, 
ωσάν όμως ο δηλωθείς σκοπός της ΕΣΔΑ να ήταν κατά κάποιο τρόπο δευτερεύων σε σχέση με την 
ελευθερία της έκφρασης (εν προκειμένω ελευθερία του Τύπου).

 Στην παρ. 50, το Δικαστήριο προβαίνει σε μία ρητή εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων. Από 
την μία μεριά θέτει την ελευθερία της έκφρασης και από την άλλη το δικαίωμα στην προστασία του 
ιδιωτικού βίου.

 Σε αυτό το πλαίσιο, η πλειοψηφία τονίζει ότι κανένας εκ των συμμετέχοντων στη δίκη δεν 
επικαλέστηκε το ζήτημα της προστασίας του ιδιωτικού του βίου. Αυτό που τεκμαίρεται εν 
προκειμένω - αλυσιτελώς - είναι ότι δεν υπήρξε προσβολή του ιδιωτικού βίου των εν λόγω 
συμμετέχοντων (μαρτύρων και άλλων προσώπων που βρέθηκαν στο δικαστήριο). Τούτο όμως 
είναι άστοχο, μία διανοητική aberratio ictus , καθώς ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και ενώπιον 
του εθνικού δικαστηρίου στην Πορτογαλία, δεν ετέθη θέμα προστασίας των δικαιωμάτων στην 
προσωπικότητα.

 Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ είναι - όπως το τονίσαμε - επιβλητική. Η ΕΣΔΑ 
προβλέπει την εξέταση της αναλογικότητας και φαίνεται να εξετάζεται το ζήτημα της εξασφάλισης 
της εξουσίας της δικαστικής αρχής ως κάτι το σχετικό και το εφαρμοστικό, αντί για κάτι το 
επιβλητικό. Αυτή είναι μία ελκυστική παγίδα στην οποία υπέπεσε η πλειοψηφία με το σκεπτικό της.

 Παρόλο που η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 παραπέμπει προφανώς στην αναλογικότητα και 
στην εξισορρόπηση των αξιών, η αναφορά των τελικών όρων στην προστασία της εξουσίας και 
της αμεροληψίας της δικαστικής αρχής είναι επιβλητική. Πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη ότι η 
ΕΣΔΑ δεν περιέχει καμία αναφορά στην αναλογικότητα. Το Δικαστήριο κατέληξε σε αυτήν την 
έννοια από τις διατάξεις των παρ. 2 των άρθρων 9, 10 και 11 αντιστοίχως, παράγραφοι οι οποίες 
αφορούν σε εξαιρέσεις των παραγράφων 1 των εν λόγω άρθρων. Η διατύπωση των εν λόγω 
διατάξεων δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

 Το πνεύμα της ΕΣΔΑ σίγουρα δεν ήταν να σχετικοποιήσει το περιεχόμενο των παραγράφων 1 των 
εν λόγω άρθρων.

 Η πρόθεση ήταν να περιγράψει «επιβλητικά» - όπως θα έλεγε ο H.L.A. Hart – τις εξαιρέσεις κατά 
τρόπο εντελώς απαγορευτικό. Με άλλα λόγια, δεν είμαστε ελεύθεροι να ερμηνεύουμε οποιοδήποτε 
στοιχείο της ΕΣΔΑ ως καθαρά εφαρμοστικό, ούτε και τους όρους των εν λόγω παραγράφων 2. 
Κατά λογική ακολουθία, η αναφορά στην προστασία της εξουσίας της δικαστικής αρχής, όπως 
προκύπτει ξεκάθαρα από την εξεταζόμενη υπόθεση, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως κάτι το 
δευτερεύον. Η ΕΣΔΑ καθιστά απολύτως υποχρεωτική την προστασία του κύρους και της 
αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, κατά τρόπο επιβλητικό και όχι εφαρμοστικό, ως μία 
επιβλητική εξαίρεση στην ελευθερία του Τύπου, και γενικότερα στην ελευθερία της έκφρασης.

 Υπό αυτήν την έννοια, η ανάλυση της αναλογικότητας την οποία βρίσκουμε στις παρ. 51 έως 54 
της Απόφασης έχει αντιστραφεί, εφόσον παρουσιάζεται ως εφαρμοστική, ωσάν η προστασία των 
δικαιωμάτων της προσωπικότητας να ήταν το μόνο ζήτημα που χρήζει σχετικοποίησης σε σχέση 
με την ελευθερία της έκφρασης.

 Τούτο δεν αρμόζει καθόλου με το πνεύμα της ΕΣΔΑ. Όποια και να είναι η συνταγματική ανάλυση 
που έλαβε χώρα στην Πορτογαλία, σε αυτό το Δικαστήριο οι αξίες που όφειλαν να σταθμιστούν 
ήταν η ελευθερία της έκφρασης και η προστασία του κύρους της δικαστικής εξουσίας.

 Εάν είχε γίνει αυτό, πιστεύω πως το αποτέλεσμα της στάθμισης θα ήταν διαφορετικό.



Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις της δικαστικής εξουσίας



1501/2014 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)
Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εσφαλμένα το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για παράβαση του ν. 1729/1987, έκρινε ότι η σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να τη συσχετίζει με την άσκηση ποινικής διώξεως. Δεκτή η αναίρεση του Δημοσίου (αναιρεί την υπ'αριθ. 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας). Οι αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια με την υπ'αριθ. 2852/2012 απόφαση του ΣτΕ. 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Α. Για να δικάσει την από 18 Μαΐου 2005 αίτηση: του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, κατά του ..., κατοίκου Λάρισας, ο οποίος δεν παρέστη, Β. Για να δικάσει την από 10 Μαΐου 2005 αίτηση: του ..., κατοίκου Λάρισας, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση, νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ'ακροατηρίου συζήτηση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. Οι πιο πάνω αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της υπ'αριθ. 2852/2012 παραπεμπτικής αποφάσεως του Α` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με τις αιτήσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο και ο αναιρεσείων επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’αριθ. 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Σπ. Μαρκάτη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου η οποία: α) ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους της πρώτης αιτήσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή και β) ζήτησε την απόρριψη της δεύτερης αιτήσεως. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο 1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α` 8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α` 241), της Συμβούλου Μ. Κωνσταντινίδου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που δίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος αντ'αυτής στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως που δίκασε την υπόθεση (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 163Α/2013). 2. Επειδή, με την πρώτη από τις υπό κρίση αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 42/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, κατ'αποδοχή εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, η 529/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας και, στη συνέχεια, κατά μερική αποδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ προς αποκατάσταση ζημίας που είχε υποστεί από την σφράγιση καταστήματος πωλήσεως ειδών ενδύσεως και ατομικής χρήσεως από κάνναβη και την κατάσχεση των σχετικών εμπορευμάτων. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε απορριφθεί. 3. Επειδή, με την δεύτερη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ζητείται η αναίρεση της ίδιας αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε. 4. Επειδή, με την 2852/2012 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αιτήσεις αυτές κρίθηκαν συνεκδικαστέες και παραδεκτώς εν γένει ασκηθείσες, παραπέμφθηκαν δε ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β του π.δ. 18/1989, λόγω μείζονος σπουδαιότητας του ζητήματος της ευθύνης του Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. 5. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ'όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες υφίσταται ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από πράξεις δικαστικών οργάνων, εάν προκληθεί ζημία κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΚ 30.9.2003, C-224/01, Kbler, Συλλ. 2003 Ι-10239, ΔΕΚ 13.6.2006, C-173/03 Traghetti del Mediterraneo, Συλλ. 2006 Ι-5177, ΔΕΚ 24.11.2011, C-379/10, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 2011 Ι-00180), το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος που αποτελεί τη διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012, 2165/2013 επταμ.) ή παράνομες (ΣτΕ 980/2002), προκειμένου να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από αποφάσεις ή πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων με τις εγγυήσεις των άρθρων 87 και επομένων του Συντάγματος, και η οποία διακρίνεται κατά το Σύνταγμα από την νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία, θα πρέπει να εναρμονίζεται προς άλλες σχετικές συνταγματικές διατάξεις οι οποίες έχουν ίση τυπική ισχύ (ΣτΕ 292/1984 Ολομέλεια). Στο πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις των άρθρων 8, 20 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος διασφαλίζουν την εκδίκαση των διαφορών από προκαθορισμένο με γενικό και αντικειμενικό τρόπο συγκεκριμένο δικαστή και με ορισμένη διαδικασία αποτελεσματική, η οποία, άρα, περιλαμβάνει την οριστική αυθεντική επίλυσή τους από τον δικαστή αυτόν σύμφωνα με την καθιερωμένη οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96, 98 του Συντάγματος), που είναι αρμόδια και για τον έλεγχο της ορθότητας των σχετικών αποφάσεων ή πράξεων, που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνισή τους. Η εκδοχή ότι η αναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος επιτάσσει την αποκατάσταση από το Δημόσιο της ζημίας που προκαλείται και από την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας έχει ως συνέπεια την άσκηση παρεμπίπτοντος ελέγχου από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως σε σχετικές αποφάσεις ή πράξεις των δικαστικών οργάνων ή άλλων οργάνων που είναι ενταγμένα στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Ο έλεγχος της εν γένει ορθότητας των αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων αυτών, τα οποία θα είναι μάλιστα και αρμόδια να αποφανθούν και σε τελευταίο βαθμό, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου κατόπιν της εγέρσεως σχετικής διαφοράς που έχει ως κύριο αντικείμενο ήδη εξενεχθείσα δικαιοδοτική κρίση με τις εγγυήσεις και τα αποτελέσματα που διασφαλίζουν οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, οδηγεί στην οριστική επίλυση της αποζημιωτικής διαφοράς αυτής με αυθεντική κρίση και για το παρεμπιπτόντως εξεταζόμενο προεκτεθέν ζήτημα. Κατά τον τρόπο όμως αυτό τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο. Για τους προεκτεθέντες λόγους η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή των διαφορών αυτών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων, που άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, δεν είναι κατά το Σύνταγμα δυνατός τέτοιος παρεμπίπτων έλεγχος από τον διοικητικό δικαστή πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ.). Άλλωστε ο συνταγματικός νομοθέτης, κατοχυρώνοντας κατ’αρχήν την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνες πράξεις οργάνων του, στάθμισε περαιτέρω την ανάγκη αποζημιώσεως όσων ζημιώνονται από αποφάσεις ή πράξεις δικαιοδοτικών οργάνων με την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από συγκεκριμένο για κάθε υπόθεση δικαστή προσωπικά και λειτουργικά ανεξάρτητο, θεσπίζοντας ειδικές σχετικές ρυθμίσεις. Οι ειδικές διατάξεις αυτές, που έχουν ίση τυπική ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος, ρυθμίζουν το ζήτημα της ευθύνης προς αποζημίωση από τέτοιες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ενταγμένων στην άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας κατά την άσκησή της. Ειδικότερα το Σύνταγμα με τη διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 4 καθιερώνει ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση όσων καταδικάσθηκαν, προφυλακίσθηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, επιβάλλει δε στον νομοθέτη να ορίσει τις σχετικές προϋποθέσεις (βλ. ήδη τις διατάξεις των άρθρων 533 - 545 του κώδικα ποινικής δικονομίας) και με τις διατάξεις του άρθρου 99 ρυθμίζει το ζήτημα της αποζημιώσεως από παράνομες αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών λειτουργών με το θεσπιζόμενο δικαίωμα ασκήσεως αγωγής κακοδικίας και την αντίστοιχη καθιέρωση ευθύνης των ιδίων των δικαστών σε αρμονία προς την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους και με την ανάθεση σε Ειδικό Δικαστήριο του έργου της εκδικάσεως των διαφορών αυτών. Για την αποφυγή των ατερμόνων δικών επί του αυτού ζητήματος με το άρθρο 7 περ. δ` του ν. 693/1977 (φ. 262) ορίστηκε ότι δεν χωρεί αγωγή κακοδικίας κατά των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας για τις αποφάσεις επί αγωγών κακοδικίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω μειοψηφήσασα γνώμη, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ., ΑΠ 256/1996). 6. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α` 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ'όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. επιδιώκεται η αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και η ικανοποίηση ηθικής βλάβης που προκαλούνται από πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων του Δημοσίου όταν αυτές κρίνονται παράνομες από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως. Η διάταξη αυτή, παρά την ευρεία διατύπωσή της, αναφερόμενη σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για την νομιμότητα των πράξεων αυτών (αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων), κατ'επιταγή του Συντάγματος που προκύπτει από την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96), ο νόμος καθιερώνει συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου στους κόλπους των ιδιαιτέρων κλάδων της απονομής της δικαιοσύνης. Οι πράξεις, επομένως, αυτές ελέγχονται υποχρεωτικώς, κατά το Σύνταγμα, από δικαστικά όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο και κατά ορισμένη διαδικασία, δεν καταλείπεται δε έδαφος παρεμπίπτοντος ελέγχου τους από διοικητικό δικαστήριο αρμόδιο να αποφαίνεται για την κατ’άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ευθύνη του Δημοσίου. Ειδικότερα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβ ΣτΕ 2574/2006 επτ.). Ως όργανα δε ενταγμένα στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης νοούνται και οι αστυνομικοί υπάλληλοι όταν ενεργούν υπό την εποπτεία ή κατόπιν εντολών εισαγγελικού λειτουργού και σύμφωνα με αυτές. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου και, ειδικότερα, από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη σκέψη, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην σκέψη αυτή έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει τη διαδικασία, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών, και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από όργανα ενταγμένα στη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, πέρα της από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος προβλεπόμενης περιπτώσεως αποζημιώσεως των αδίκως προφυλακισθέντων ή καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους και, συγκεκριμένα, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη με αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Επιβάλλει, δηλαδή, τον καθορισμό των κατάλληλων προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από τη δράση των ενταγμένων στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης οργάνων, όταν εκ των υστέρων προκύπτει ότι τα όργανα αυτά κατά την εκτέλεση της αποστολής τους για την καταπολέμηση του εγκλήματος και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης χάριν του καλού του κοινωνικού συνόλου εσφαλμένως εκτίμησαν ως ποινικώς κολάσιμη ανθρώπινη ενέργεια ή συμπεριφορά. Μειοψήφησαν επίσης οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι, εν όψει της αναφερθείσας απόψεώς τους, υποστήριξαν ότι ο νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση να καθορίσει τη διαδικασία και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται ζημία που προκαλείται από εν γένει αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τους, για τους λόγους που αναφέρονται στη μειοψηφούσα γνώμη των Συμβούλων αυτών, η οποία παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη. Για τους ίδιους λόγους δεν είναι δυνατή και η ευθεία ή η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. στις αναφερθείσες περιπτώσεις παράνομων ζημιογόνων αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα ενταγμένων στη διαδικασία της ποινικής διαδικασίας. 7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21.9.1998 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των Υπουργείων Υγείας και Πρόνοιας Αναπτύξεως, Δημοσίας Τάξεως και Οικονομικών καθώς και εκπρόσωποι του Ε.Ο.Φ. και του Ο.Κ.Α.Ν.Α. και η οποία είχε ως αντικείμενο τον συντονισμό των δημοσίων υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εισαγωγής και κυκλοφορίας στην Ελλάδα προϊόντων που περιείχαν συστατικά από κάνναβη και έφεραν ενδείξεις με τις οποίες προβαλλόταν η κάνναβη κατά τρόπο έντονο, όπως απεικόνιση φύλλου κάνναβης στην συσκευασία τους. Στη σύσκεψη αυτή επισημάνθηκε ότι, καθ'όσον το ποσοστό της περιεχόμενης στα προϊόντα αυτά ναρκωτικής ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης ήταν αμελητέο, το πρόβλημα αφορούσε τη διαφήμιση της κάνναβης μέσω των προϊόντων αυτών και ότι η εισαγωγή και το εμπόριο τέτοιων προϊόντων συνιστούσε πρόκληση και παρακίνηση για χρήση και διαφήμιση ναρκωτικών κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987. Για τους λόγους αυτούς αποφασίσθηκε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν έπρεπε να φέρουν, κατά την εισαγωγή και κυκλοφορία τους στην Ελλάδα, ενδείξεις σχετικές με το φυτό της κάνναβης και ονομασία ίδια ή παραπλήσια, ανεξαρτήτως αν ανιχνευόταν σ'αυτά η ως άνω ναρκωτική ουσία. Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως απέστειλε στις Διευθύνσεις Ασφαλείας Αττικής και Θεσσαλονίκης και στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών το από 12.10.1998 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε τη διενέργεια εκτεταμένων ελέγχων σε καταστήματα που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κάνναβης και την εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 4 και 9 του ν. 1729/1987. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονταν συγκεκριμένα προϊόντα κάνναβης που εμφανίσθηκαν στην ελληνική αγορά (μπύρες, αναψυκτικά, καλλυντικά, απορρυπαντικά, τσίχλες, κ.λπ.) και έφεραν, ως λογότυπο, πεντάφυλλο ή επτάφυλλο μίσχο κάνναβης και εκφράσεις που παρακινούσαν στην χρήση της κάνναβης και την εξοικείωση με αυτήν. Περαιτέρω, με το από 9.11.1998 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας με τους ίδιους αποδέκτες αναφερόταν ότι τα άρθρα 5 και 9 του ν. 1729/1987 παραβιάζονταν αν το λογότυπο της κάνναβης ήταν τυπωμένο στο εξωτερικό μέρος των ειδών ενδύσεως και των συσκευασιών των προϊόντων και ότι ήταν εξεταστέο αν στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων αυτών από μόνη την ονομασία των καταστημάτων στα οποία πωλούνταν τα προϊόντα αυτά. Κατόπιν τούτων, ύστερα από την Γ98/319α/26.10.1998 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και στο πλαίσιο ένορκης προανακρίσεως για παράβαση του ν. 1729/1987, αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών διενήργησαν, στις 3.11.1998, έρευνα στο εμπορικό κατάστημα με τον τίτλο ... που διατηρούσε από 24.10.1998 ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων στην Λάρισα και διαπίστωσαν ότι στο κατάστημα αυτό πωλούνταν διάφορα είδη ενδύσεως και ατομικής χρήσεως τα οποία ήταν κατασκευασμένα από κάνναβη κα έφεραν τυπωμένη απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης, θεωρώντας δε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων, εμπορευόμενος τα προϊόντα αυτά, διαφήμιζε την χρήση ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 5 και 9 του ν. 1729/1987 τον συνέλαβαν και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα. Με βάση την σχετική αναφορά των αστυνομικών οργάνων ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή, διώχθηκε ποινικώς για συντέλεση στη διάδοση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας και για πρόκληση σε χρήση και διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας κατά σύστημα με σκοπό το κέρδος, κατέβαλε δε χρηματική εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος. Με την 326/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν αποδοθεί με την αιτιολογία ότι ο διακριτικός τίτλος ... και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους, με την ίδια δε απόφαση διατάχθηκε η απόδοση σ'αυτόν των εμπορευμάτων που είχαν κατασχεθεί. Με την από 11.10.1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση η οποία ελήφθη κατά την διυπουργική σύσκεψη της 21.9.1998, οι ενέργειες των οργάνων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως για την πραγμάτωσή της, η κατάσχεση των εμπορευμάτων και η σύλληψή του ήταν παράνομες, ως αντικείμενες στην κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στο πλέγμα κοινοτικών Κανονισμών που αφορούσαν την καλλιέργεια και την επιδότηση της κάνναβης, παραβίαζαν τις ίδιες τις διατάξεις του ν. 1729/1987, διότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία τους θεωρήθηκε ότι η πώληση ειδών κάνναβης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, και ήταν αντίθετες στα άρθρα 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 57 του Αστικού Κώδικα, διότι πρόσβαλαν την οικονομική του ελευθερία, καθώς και την τιμή και την προσωπικότητά του. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε, κατ'επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει α) ποσό 11.942,77 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των εμπορευμάτων, τα οποία κατασχέθηκαν, και τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω των συνθηκών πλημμελούς φυλάξεώς τους επί ένα έτος, καθώς και στην αξία της γυάλινης ταμπέλας του καταστήματός του, που επίσης είχε κατασχεθεί, β) ποσό 3.418,96 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαφημίσεως της επιχειρήσεώς του, που δεν αξιοποιήθηκε, αφού οι προαναφερόμενες ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου έλαβαν χώρα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας του καταστήματός του, γ) ποσό 11.409,37 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαμορφώσεως του χώρου του, δ) ποσό 26.260, 87 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα διαφυγόντα κέρδη για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του καταστήματος (24.10.1998-10.9.1999), ε) ποσό 34.629,49 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει στον εισαγωγέα των εμπορευμάτων, προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσωπεία του στην Θεσσαλία και, τέλος, στ) ποσό 88.041 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της συλλήψεώς του ως εγκληματία. Προς αντίκρουση της αγωγής το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων εντάσσονταν στο πλαίσιο της προλήψεως και της καταστολής του εγκλήματος, που αποτελούν την ειδικότερη αποστολή και το καθήκον των αστυνομικών αρχών, και ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και ότι, και αν ακόμη κρίνονταν παράνομες, δεν συνεπάγονταν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., διότι αφ'ενός η παραβιασθείσα διάταξη σκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του γενικού συμφέροντος και αφ'ετέρου οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι τόσο οι αποφάσεις των δημοσίων αρχών κατά την διυπουργική σύσκεψη, όσο και οι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ενέργειες των αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, ήταν νόμιμες, εντασσόμενες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για την αποσόβηση κινδύνου της δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας του κοινού. Αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 14.673,51 δραχμών, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεσή του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Για την στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς του εγκλήματος της συντελέσεως στη διάδοση ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της προκλήσεως στην χρήση και της διαφημίσεως της χρήσεως ναρκωτικών κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 1729/1987 απαιτείται να αποδεικνύεται, στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ότι υφίσταται ναρκωτική ουσία, κατά την νομική της έννοια, περαιτέρω δε, να αποτυπώνεται, με τις σχετικές ενέργειες του φερόμενου ως δράστη, μήνυμα αυτοτελώς υπέρ των ναρκωτικών, οι δε σχετικές ενδείξεις να είναι πρόσφορες στο να εμφανίσουν ως ελκυστική, όχι την αγορά των πωλουμένων ειδών, αλλά την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, μη νομίμως τα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, στο πλαίσιο προανακρίσεως για παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, συνέλαβαν τον αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα του καταστήματός του, εκτελώντας οδηγίες και εντολές του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, με τις οποίες, κατόπιν της διυπουργικής συσκέψεως της 21.9.1998, είχε θεωρηθεί, εκ προοιμίου, ότι από την αποτύπωση στα επίμαχα είδη πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης ή από την χρήση σε κατάστημα πωλήσεώς τους του διακριτικού τίτλου ... αποσκοπείται η διαφήμιση της ίδιας της κάνναβης ως ναρκωτικής ουσίας. Και τούτο, διότι σύμφωνα με το 3001992/167/0099/1.2.1999 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους, είδη, όπως αυτά που κατασχέθηκαν, είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης, είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό, χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή η απομόνωσή της, περαιτέρω δε, η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης στα είδη αυτά δεν αποτελούσε θεσμοθετημένο κοινωνικό συμβολισμό που να επιδέχεται μία και μοναδική ανάγνωση, ούτε συνιστούσε οπτικό μήνυμα με προσδιορισμένο προς μία κατεύθυνση περιεχόμενο. Αντιθέτως, λόγω της φύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων, η όλη οπτική εντύπωση της εν λόγω απεικονίσεως δημιουργούσε στο κοινό την ορθή εντύπωση ότι πρόκειται περί φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υποπροϊόντων της κλωστικής κάνναβης, τα οποία δεν σχετίζονται με ναρκωτική ουσία, όπως κρίθηκε και με την απόφαση 326/1999 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ως εκ τούτου, με τις προαναφερόμενες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 57 και 1000 του Αστικού Κώδικα περί προστασίας της προσωπικότητας και της κυριότητας. Ο παράνομος δε χαρακτήρας των ενεργειών των διωκτικών αρχών δεν ήρετο εκ του ότι τα όργανα αυτά είχαν ενεργήσει σύμφωνα με διαταγές των ιεραρχικώς ανωτέρων τους ούτε εκ του ότι είχαν λάβει προηγουμένως σχετική εισαγγελική παραγγελία, διότι η παραγγελία αυτή κάλυπτε μεν την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος όχι όμως και τις περαιτέρω ενέργειές τους που βασίσθηκαν στις, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1729/1987, διαπιστώσεις τους. Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών ανέκυπτε εν προκειμένω ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.. Στη συνέχεια, το διοικητικό εφετείο απέρριψε τα ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ κονδύλια της αγωγής ως αόριστα, απέρριψε αίτημα καταβολής ποσού 8.025,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε δαπάνη αγοράς εξοπλισμού, λειτουργικών εξόδων και δικηγορικών αμοιβών ως απαραδέκτως υποβληθέν με το υπόμνημα, απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο δ κονδύλιο της αγωγής, διότι το μόνο αποδεικτικό μέσο που είχε προσκομισθεί σχετικώς, δηλαδή η έκθεση εκτιμήσεως του λογιστή, αποτελούσε μαρτυρία για την οποία δεν είχαν τηρηθεί τα οριζόμενα στο άρθρο 185 ΚΔΔ, επίσης δε απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο ε κονδύλιο της αγωγής λόγω μη προσκομίσεως της συμβάσεως δικαιοχρήσεως ή άλλου στοιχείου από το οποίο να προκύπτει με ποιούς όρους και για ποιό χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων είχε αποκτήσει τα επίμαχα δικαιώματα, τα οποία, στη συνέχεια, απώλεσε με την οριστική διακοπή της επιχειρήσεώς του. Τέλος, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων υπέστη λόγω της κατασχέσεως των εμπορευμάτων του και της συλλήψεώς του βαρειά προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι δημιουργήθηκε στο ευρύ κοινό της Λάρισας η εντύπωση ότι ήταν δράστης του αδικήματος της συντελέσεως στη διάδοση ναρκωτικών ουσιών και της προκλήσεως σε χρήση και ότι, επομένως, το Δημόσιο όφειλε να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, κατά μερική αποδοχή της αγωγής. 8. Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το διοικητικό εφετείο έκρινε, κατ’εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ότι στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη του Δημοσίου ανέκυπτε από παράνομες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων που οφείλονταν σε εσφαλμένη, όπως αποφάνθηκε το διοικητικό εφετείο, ερμηνεία των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 1729/1987 και ότι οι ενέργειες αυτές ήταν ανεξάρτητες από την εισαγγελική παραγγελία που τους είχε δοθεί για την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος. Το Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του προβάλλει ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, όπως γίνεται δεκτό και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ήταν σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του ν. 1729/1987, εν πάση δε περιπτώσει, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., δεν υφίστατο, διότι οι επίμαχες διατάξεις του ν. 1729/1987, οι οποίες, κατά το διοικητικό εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν από τα αστυνομικά όργανα, απαγορεύουσες τη διάδοση των ναρκωτικών ουσιών, την πρόκληση στην χρήση τους και τη διαφήμισή τους, αποσκοπούσαν αποκλειστικώς στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν διασφάλιζαν και ιδιωτικά δικαιώματα. Με τον πρώτο από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως το Δημόσιο, αμφισβητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., επί πράξεων δικαστικών λειτουργών, πλήττει την κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στην προκειμένη περίπτωση ευθυνόταν κατά το άρθρο αυτό από πράξεις αστυνομικών υπαλλήλων, ως διοικητικών οργάνων. Ανεξαρτήτως του ζητήματος του χαρακτήρα των αστυνομικών υπαλλήλων που διενεργούν προανάκριση ως δικαστικών ή διοικητικών οργάνων, η κρίση αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι, το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν σχετικής παραγγελίας του εισαγγελέως, ο οποίος και άσκησε, στη συνέχεια, την ποινική δίωξη του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η κατ’εσφαλμένη ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ν. 1729/1987 σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων (συνεπεία των οποίων επήλθε η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ζημία) έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά, χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να την συσχετίζει με την εκ μέρους του εισαγγελέως άσκηση της ποινικής διώξεως με βάση την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία. Και ναι μεν ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται κατά το μέρος που στηρίζεται στην αβάσιμη, κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, εκδοχή της ελλείψεως ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνα πράξη δικαστικού οργάνου, πλην όμως η ευθύνη αυτή, κατά την ίδια γνώμη, μόνο από πρόδηλη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, κατ’ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να προκύψει στην προκειμένη περίπτωση, και όχι από την ευθεία, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και, συνεπώς, βασίμως αμφισβητείται η νομιμότητα της ανωτέρω κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. 9. Επειδή, μετά την αναίρεση, κατά τα ανωτέρω, της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, η δίκη επί της δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει αντικείμενο και πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α` 8), το δε παράβολο, το οποίο καταβλήθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αυτής, πρέπει να επιστραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 4 του π.δ. 18/1989. 10. Επειδή, κατ`εκτίμηση των περιστάσεων, ο ... πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου. Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου Αναιρεί την 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το αιτιολογικό. Καταργεί τη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως του ... και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε γι’ αυτήν. Απαλλάσσει τον ... από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013 Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κ. Μενουδάκος Μ. Παπασαράντη και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2014. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη Ε.Φ.
 

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Περί πόθεν έσχες και άλλων δαιμονίων

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Ε. Σαρπ, Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Θ. Αραβάνης, Π. Μπραΐμη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Ε. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Δ. Εμμανουηλίδης, Μ. Σωτηροπούλου, Α. Μίντζια, Ι. Σπερελάκης, Σύμβουλοι, Ρ. Γιαννουλάτου, Χ. Σιταρά, Α. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Παπαδημητρίου και Α. Μίντζια καθώς και η Πάρεδρος Α. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Για να δικάσει την από 14ης Νοεμβρίου 2016 αίτηση: των ν.π.ι.δ. με τις επωνυμίες: 1. «……..», που εδρεύει στην Αθήνα (……….), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Τσεβά (Α.Μ. 13225), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 2. «……..», που εδρεύει στην Αθήνα (….. ), η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν στο ακροατήριο: α) η Πρόεδρος της ..……. και β) ο Γενικός Γραμματέας της … ….……., 3. «……. ……», που εδρεύει στην Αθήνα (.. ……..), 4. «.. ……….………», που εδρεύει στην Αθήνα (…….), οι οποίες παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και 5. «….……», που εδρεύει στην Αθήνα (…, ………, κτίριο .., γραφείο ..), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: α) Αθανάσιο Τσεβά (Α.Μ. 13225) και β) Αντώνιο Αργυρό (Α.Μ. 7372), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά των Υπουργών: 1. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2. Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αγγελική Καστανά, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται λόγω σπουδαιότητας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 15ης Νοεμβρίου 2016 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α`, 20 και 21 του π.δ. 18/1989. Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες ενώσεις επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 1846οικ./13.10.2016 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 3300/13.10.2016). Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτουσών ενώσεων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 1. Επειδή, καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (../2016 έντυπα παραβόλου). 2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της 1846οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β` 3300/13.10.2016). 3. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω σπουδαιότητας με την από 15.11.2016 πράξη του Προέδρου αυτού (άρθρο 14 παρ. 2 εδ. γ` π.δ. 18/1989, Α` 8, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013, Α` 242). 4. Επειδή, μεταξύ των καταστατικών σκοπών των αιτούντων σωματείων περιλαμβάνεται η προστασία των εννόμων συμφερόντων των μελών τους, δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Συνεπώς, ασκούν την αίτηση με έννομο συμφέρον και, περαιτέρω, ομοδικούν παραδεκτώς. Τέλος, η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως (δημοσίευση της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: 13.10.2016, άσκηση της αίτησης: 14.11.2016). 5. Επειδή, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού»· στο άρθρο 87 παρ. 1 και 3 ορίζεται ότι: «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. ... 3. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Εισαγγελέα και τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου». Περαιτέρω, στο άρθρο 88 παρ. 4 ορίζεται ότι: «Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93»· στο άρθρο 90 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου...»· στο άρθρο 91 παρ. 1 και 3 ορίζεται ότι: «1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης... 3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης…». Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνει ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, Α` 35). 6. Επειδή, με τον ν. 4351/1964 «Περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της Χώρας» (Α` 136) θεσπίστηκε υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης. Η υποχρέωση καταλάμβανε τον Πρωθυπουργό, τους Αρχηγούς και Κοινοβουλευτικούς Εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων, τους Υπουργούς, Υφυπουργούς, Βουλευτές, Γενικούς Γραμματείς Υπουργείων και τους διοικητικούς υπαλλήλους πρώτου ή αντίστοιχου βαθμού, και αφορούσε την περιουσιακή κατάσταση των ιδίων, των συζύγων και των ανήλικων τέκνων αυτών. Ο νόμος αυτός καταργήθηκε από τον ν. 1738/1987 «Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της Εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κωδίκων Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και άλλες Διατάξεις» (Α` 200), με τον οποίο θεσπίστηκε εκ νέου η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία επεκτάθηκε και σε άλλα στελέχη της Διοίκησης. Με τον ν. 2429/1996 «Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων - Δημοσιότητα και έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών - Δήλωση περιουσιακής κατάστασης πολιτικών, κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και εντύπων και άλλων κατηγοριών προσώπων και άλλες διατάξεις» (Α` 155) διευρύνθηκε ο κατάλογος των υπόχρεων, στους οποίους περιελήφθησαν οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, οι οποίοι έκτοτε υποβάλλουν ανελλιπώς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης. Οι σχετικές όμως διατάξεις του ανωτέρω νόμου (άρθρα 24 έως 29) καταργήθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 3213/2003 «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων» (Α` 309). Με τον νόμο αυτόν, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ιδίως μετά τους ν. 4281/2014 (Α` 160), 4389/2016 (Α` 94), 4396/2016 (Α` 111), 4425/2016 (Α` 185) και 4427/2016 (Α` 188), ορίστηκαν τα εξής: Άρθρο 1 (Υπόχρεοι σε δήλωση) «1. Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους υποβάλλουν: α. Ο Πρωθυπουργός. β. Οι Αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και όσων λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. γ. Οι Υπουργοί, οι αναπληρωτές Υπουργοί και οι Υφυπουργοί. δ. Οι βουλευτές και οι ευρωβουλευτές. ε. Οι Περιφερειάρχες, οι Δήμαρχοι και όσοι διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων της περίπτωσης β`. _ ιβ. Οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. _2. Η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την απόκτηση της ιδιότητάς τους (αρχική δήλωση). Τα μετέπειτα έτη, η δήλωση υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και για ένα (1) έτος, ειδικά δε για τους υπόχρεους των περιπτώσεων α` έως ε` της παραγράφου 1 για τρία (3) έτη, μετά από την απώλεια ή τη λήξη της, και το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Κατ’ εξαίρεση και ειδικώς για την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης του έτους 2015 (χρήση 2014), η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων αυτών λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2015 [όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4346/2015, (Α` 152). Με το άρθρο 66 παρ. 6 του ν. 4409/2016 (Α` 136), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4425/2016, ορίστηκε ότι για την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. έτους 2016 (χρήση 2015) η προθεσμία υποβολής θα έληγε στις 15.1.2017. Η προθεσμία παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι 13.4.2017 (άρθρο τρίτο ν. 4448/2017, Α` 1) και 30.6.2017 (άρθρο 11 ν. 4467/2017, Α` 56)]. 3. Το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους διαβιβάζεται, κατά περίπτωση, στα αρμόδια όργανα ελέγχου κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων. Ο κατάλογος συντάσσεται από τον Πρόεδρο της Βουλής για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και ε` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και από τον αρμόδιο Υπουργό, τον γενικό γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης ή το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου για τα πρόσωπα που υπάγονται στο φορέα αυτόν ή από τον οποίο εποπτεύονται και σε κάθε άλλη περίπτωση από τα όργανα διοίκησης του οικείου φορέα. ... 4. Αμφισβητήσεις ως προς την ιδιότητα του υπόχρεου επιλύονται με πράξη των κατά περίπτωση αρμοδίων οργάνων ελέγχου, ... 5. Τα τραπεζικά και τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του υπόχρεου, να χορηγούν χωρίς επιβάρυνση βεβαιώσεις περί του υπολοίπου των καταθέσεων αυτού την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους...». Άρθρο 2 (Περιεχόμενο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης) «1. α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου. Ειδικώς, η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: i. Τα έσοδα από κάθε πηγή. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου), τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους. iv. Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts). v. Η μίσθωση θυρίδων σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, το σύνολο των μετρητών, που δεν περιλαμβάνονται στην περίπτωση iv του παρόντος εδαφίου, εφόσον το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα προαναφερόμενα ποσά αφορούν αθροιστικά τον υπόχρεο, το σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. vi. Τα κινητά μεγάλης αξίας, εφόσον η αξία αυτών υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Αν τα κινητά πράγματα αποτελούν κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις ενιαίο σύνολο, για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία του συνόλου των πραγμάτων. Η δηλούμενη αξία προκύπτει είτε από σχετικό παραστατικό αγοράς ή από πράξη της φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας κατά το χρόνο κτήσης τους. Στην περίπτωση κατά την οποία τα κινητά είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η εκτιμώμενη αξία δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στη σχετική σύμβαση. vii. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. viii. Η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου). ix. Ειδικά η δήλωση των υπόχρεων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και ε` του άρθρου 1 παράγραφος 1, περιλαμβάνει και τις δανειακές τους υποχρεώσεις προς ημεδαπά και αλλοδαπά πιστωτικά και τραπεζικά ιδρύματα, λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και φυσικά πρόσωπα. Η δήλωση των παραπάνω υπόχρεων περιλαμβάνει και κάθε οφειλή που προέρχεται από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. β. i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ii. Στη δήλωση αναφέρονται τα προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων. Οι υπόχρεοι προσκομίζουν στο αρμόδιο όργανο ελέγχου αντίγραφα των οικείων παραστατικών εφόσον τους ζητηθεί. γ. Μετά την αρχική δήλωση, στην ετήσια δήλωσή τους οι υπόχρεοι δηλώνουν μόνον τις μεταβολές που επήλθαν στην περιουσιακή τους κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η δήλωση. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, για τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, τη σύζυγό του, για τα δικά της στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, για τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους. Η δήλωση συνοδεύεται από αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης του υπόχρεου για το προηγούμενο έτος και αντίγραφο του τελευταίου εντύπου Ε9 που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ. Ειδικότερα, τα πρόσωπα που ελέγχονται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 3Β παρ. 2 του παρόντος νόμου και το άρθρο 7Α παρ. 3 περίπτωση γ` στοιχεία αα έως ζζ του ν. 3691/2008 επισυνάπτουν στη δήλωση αντίγραφα των αναγκαίων εγγράφων, από τα οποία προκύπτει η δηλούμενη περιουσιακή κατάσταση, όπως αυτά θα εξειδικευθούν στην απόφαση του Προέδρου της Βουλής και την κοινή υπουργική απόφαση, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003. δ. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να υποβάλουν στον Πρόεδρο της Γ` Μονάδας Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης αντίγραφο κάθε συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συντάσσεται από αυτούς, με το οποίο αναλαμβάνεται η υποχρέωση ή μεταβιβάζεται από ή προς δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, σύζυγο ή τέκνο του, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα, εφόσον οι εν λόγω λειτουργοί είναι εν ενεργεία και μέχρι δύο χρόνια από την παύση της ιδιότητας. Το αυτό ισχύει και για την αποδοχή κληρονομίας. 2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α` με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με όμοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος διαχείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. Οι δηλώσεις υπόκεινται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, μετά την οποία πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, καθώς και η χρονολογία κτήσης. Για την επεξεργασία λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσιμη, η αξία κτήσης. 3. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων των περιπτώσεων α` έως ε` του άρθρου 1 παράγραφος 1, δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο της Βουλής με μέριμνα του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 3Α. _ 4. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης, μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της δήλωσης». Άρθρο 3 (Όργανα και διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης) «1. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υποβάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου στην Επιτροπή του άρθρου 3Α, αα) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ` έως και κδ`, κζ`, λα` έως και μγ` και μστ` έως μη` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, στην Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. Για τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των εν λόγω προσώπων εφαρμόζονται όσα ορίζονται στα στοιχεία γ` και δ` της παραγράφου 3 του άρθρου 7Α του ν. 3691/2008 (Α` 166), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3932/2011 (Α` 49). Ειδικά για τα πρόσωπα της περίπτωσης μη`, τυχόν ειδικές διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν. β) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις λ`, μδ` και με` στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης γ) .. δ) .. 2. Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τη διακρίβωση, εάν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων. Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου. 3. Σε περιπτώσεις δειγματοληπτικού ή στοχευμένου ελέγχου, το αρμόδιο όργανο ελέγχου λαμβάνει υπόψη του και τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων. Το όργανο ελέγχου μπορεί να καταρτίζει πρόγραμμα συνοπτικών ή/και ειδικών - θεματικών ελέγχων, δίχως να θίγεται η δυνατότητα επέκτασής τους σε τακτικούς (κατά την παράγραφο 2 εδάφια α` και β` εφόσον συντρέξει προς τούτο περίσταση). 4. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, το όργανο ελέγχου μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες, η οποία μπορεί να παραταθεί για διάστημα δέκα (10) το πολύ ημερών. Σε έκτακτες περιπτώσεις αδυναμίας των ελεγχομένων προσώπων για έγκαιρη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, το όργανο ελέγχου δύναται κατ’ εξαίρεση να παρεκτείνει την προθεσμία με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση. Σε όσους καλούνται από όργανο ελέγχου και δεν ανταποκρίνονται στην κλήση είτε αυτοπροσώπως είτε δια νόμιμου αντιπροσώπου επιβάλλεται από το όργανο ελέγχου πρόστιμο από πενήντα (50) έως τριακόσια (300) ευρώ, το οποίο εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Με Κοινή Απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που εκδίδεται εντός πέντε (5) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ορίζονται οι λεπτομέρειες αναφορικά με τα αρμόδια για την επιβολή του προστίμου όργανα και τη διαδικασία επιβολής και είσπραξής του. 5. ..». Άρθρο 3Α (Επιτροπή Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης) «1. Ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των αναφερομένων στις περιπτώσεις α` έως και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 3 προσώπων ανατίθεται σε Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από εννέα (9) μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές. Η έδρα της καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. 2. Η Επιτροπή συγκροτείται από: α) τον/την Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, β) Αρεοπαγίτη ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, γ) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, και δ) Σύμβουλο της Επικρατείας, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση των Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων των οικείων δικαστηρίων μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ε) Υποδιοικητή της Τράπεζας, ως τακτικό μέλος, με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Βουλής, στ) Τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, ζ) Τον Συνήγορο του Πολίτη ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του, η) Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που μετέχει στην Κυβέρνηση ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της εν λόγω κοινοβουλευτικής ομάδας, θ) Βουλευτή της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην Κυβέρνηση ως τακτικό μέλος με τον αναπληρωτή του που ορίζονται με ενυπόγραφη δήλωση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Οι δικαστές τακτικά μέλη της Επιτροπής είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και απολαμβάνουν, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος που υπηρετεί στην υπηρεσία της παραγράφου 4 με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής. .. 3. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής... 4. Την Επιτροπή υποστηρίζει ειδική υπηρεσία επιπέδου διεύθυνσης υπαγόμενη στον Πρόεδρο της Επιτροπής. _ 5. Μέχρι την τριακοστή πρώτη Μαρτίου κάθε έτους, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της κατά το προηγούμενο έτος στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην ανωτέρω ετήσια έκθεση αναφέρονται κατ’ ελάχιστο ο αριθμός των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, ο αριθμός των προσώπων που υπέβαλαν δηλώσεις, τα μέτρα που ελήφθησαν για όσους δεν υπέβαλαν δήλωση και τα αποτελέσματα των ελέγχων, που πραγματοποιήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων της επιτροπής, με στατιστική απεικόνιση αυτών. Η έκθεση αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Βουλής στο διαδίκτυο το αργότερο μία (1) εβδομάδα μετά την υποβολή της, όπου και παραμένει αναρτημένη για επτά (7) έτη. Την ίδια υποχρέωση υποβολής έκθεσης, με το ίδιο περιεχόμενο και με την ίδια προθεσμία υποβολής και ανάρτησης έχουν όλα τα αρμόδια όργανα τα οποία λαμβάνουν και επεξεργάζονται δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης. 6. Όλα τα θέματα που σχετίζονται με την οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου και της Ειδικής Υπηρεσίας ρυθμίζονται με Κανονισμό Λειτουργίας, ο οποίος εκδίδεται από την Επιτροπή και εγκρίνεται από την Ολομέλεια της Βουλής». Άρθρο 3Β (Λειτουργία της Επιτροπής) «1. Στο πλαίσιο του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, η Επιτροπή του άρθρου 3Α μπορεί να ζητά από τα υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, τις κρατικές χρηματοδοτήσεις τους, τις ιδιωτικές και τις παντός είδους εισφορές ή προσφορές. Η Επιτροπή αξιολογεί και διερευνά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέρχονται σε αυτήν σχετικά με την υποβολή των δηλώσεων, τις ανακρίβειες ή ελλείψεις αυτών. Η Επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής, υπηρεσίας ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα «…» και μπορεί να ζητά, στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών, τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής, υποχρεουμένων όλων στην άμεση παροχή των ανωτέρω στοιχείων, ενημερώνουν δε τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Έναντι της Επιτροπής δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών της, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον κρίνεται αναγκαίο, η Επιτροπή συνεπικουρείται στο έργο της από επίκουρο Εισαγγελέα Διαφθοράς του ν. 4139/2013, τον οποίο προτείνει ο Εισαγγελέας Διαφθοράς μετά από αίτημα της Επιτροπής. 2. Η Επιτροπή ελέγχει όλες τις δηλώσεις της αρμοδιότητάς της. 3. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα στοιχεία των δηλώσεων και των αντίστοιχων δικαιολογητικών και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της. Προς τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας ελεγκτικής αρχής προσδιορίζοντας το αντικείμενό της. 4. Με το πέρας κάθε ελέγχου, η Επιτροπή αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να διαβιβαστεί με αιτιολογημένο και εμπεριστατωμένο πόρισμά της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται βάσιμα και επαρκή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και εφόσον κρίνεται ανάγκη διερεύνησης επί θεμάτων φορολογικής ή άλλης αρχής ή υπηρεσίας, το πόρισμα αποστέλλεται και σε αυτές. Σε περίπτωση υποθέσεως που τέθηκε στο αρχείο, αυτή δύναται να ανασυρθεί μόνο όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούν την επανεξέταση ή καθίσταται αναγκαίος ο συσχετισμός της υποθέσεως με άλλη έρευνα της Επιτροπής. 5. Η διαδικασία ελέγχου είναι εμπιστευτική. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη, το προσωπικό της Επιτροπής, καθώς και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την αποχώρησή τους από την Επιτροπή ή την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τα πρόσωπα της παραγράφου 3. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. 6. Όποιος παρεμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το ελεγκτικό έργο και ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή ή στους ορκωτούς ελεγκτές τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. 7. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου, καθώς επίσης στην οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής για την εξέλεγξη των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων». Άρθρο 6 (Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης) «1. Διοικητικό πρόστιμο εκατό πενήντα (150) έως τετρακόσια (400) ευρώ, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, επιβάλλεται σε όποιον υποβάλλει δήλωση μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με τα αρμόδια για την επιβολή όργανα, την διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που εκδίδεται εντός πέντε (5) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει δήλωση μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε επωφελούμενος της ιδιότητάς του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. 3. Ο υπαίτιος του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης. 4. Αν οι πράξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες. 5. Τρίτος ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή. 6. Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 7. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης στο διαδίκτυο, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης». Άρθρο 7 (Παρακώλυση ελέγχου - Μη σύννομη δημοσίευση δήλωσης) «1. Τρίτος, ο οποίος αρνείται την παροχή στοιχείων και πληροφοριών, καθώς και όποιος παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου προσώπου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημοσιεύει τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου ή υπόχρεων προσώπων με τρόπο που αντιβαίνει στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2. 3. Με την ίδια ποινή τιμωρείται, επίσης, όποιος, παρ’ ότι είναι υπεύθυνος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1, για τη σύνταξη και διαβίβαση καταλόγου των υπόχρεων προσώπων των περιπτώσεων ζ`, η`, ιβ`, ιγ`, ιδ` και ιε` της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, παραλείπει τη σύνταξη και διαβίβαση του καταλόγου αυτού». Άρθρο 8 (Απαγόρευση συμμετοχής σε εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα, απαγορεύσεις συμμετοχής σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς) «1. … 2. Στους ...δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, ... απαγορεύεται να συμμετέχουν είτε οι ίδιοι, είτε με παρένθετα πρόσωπα, στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση εταιρειών, που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα σε κράτος μη συνεργάσιμο στο φορολογικό τομέα ή σε κράτος, που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, Α` 167) και των υπουργικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί βάσει των ως άνω διατάξεων και ισχύουν κάθε φορά. 3. ... Η κατά παράβαση της παραγράφου 2 άμεση ή δια παρένθετου προσώπου συμμετοχή σε εταιρεία, που έχει έδρα σε: α) κράτος μη συνεργάσιμο στο φορολογικό τομέα κατά την έννοια υπουργικής απόφασης, που εκδίδεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013, ή β) κράτος, που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια υπουργικής απόφασης, που εκδίδεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 6 και 7 του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013, τιμωρείται με την ίδια ποινή. 4. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου παρένθετα πρόσωπα των ατόμων, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, είναι: α) οι σύζυγοι και οι εν διαστάσει σύζυγοί τους και τα πρόσωπα, με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, β) οι πρώτου βαθμού συγγενείς τους, γ) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί, για οποιαδήποτε αιτία, για λογαριασμό ή καθ’ υπόδειξη ή κατ’ εντολή άλλου προσώπου, που κατέχει μία εκ των ιδιοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 5. .. 6. Η διάταξη του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται για τις άνω παραβάσεις. 7. Το άρθρο 178 του Ν. 4389/2016 ... καταργείται από τότε, που τέθηκε σε ισχύ». Άρθρο 9 (Γενικές ποινικές διατάξεις) «1. Όπου στις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων προβλέπεται αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 83 περ. ε` του Ποινικού Κώδικα. 2. Στον υπαίτιο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 παράγραφος 2 και 8 παράγραφος 2 επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, αν η ποινή είναι φυλάκιση, και από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, αν η ποινή είναι κάθειρξη. Η έκπτωση του υπαιτίου από το αιρετό δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό αξίωμα ή τη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική θέση που κατέχει, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64 του Ποινικού Κώδικα. 3. [η περ. α` καταργήθηκε με το άρθρο 180 παρ. 2 του ν. 4389/2016] β. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6, δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευση τους. γ. Το μερίδιο συμμετοχής που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στον υπαίτιο του αδικήματος της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και τα προϊόντα, το εισόδημα ή τα άλλα οφέλη που αποκτήθηκαν από το μερίδιο αυτό ή τη συμμετοχή στη διοίκηση της εξωχώριας εταιρείας δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. δ. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση. 4. Η διάταξη του άρθρου 263Β του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στα εγκλήματα των άρθρων 8 παρ. 2 του παρόντος νόμου». Άρθρο 10 (Ποινική διαδικασία) «1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 8 των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως και στ` και ια` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, .. η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται ανάκριση στο εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό εφέτη ανακριτή από την ολομέλεια του οικείου εφετείου. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο των εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 2. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 8 των λοιπών υπόχρεων προσώπων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, στο άρθρο 14, καθώς και σε άλλους ειδικούς νόμους, η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και ενεργείται με παραγγελία για προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών. 3. Στις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και στις Εισαγγελίες Πλημμελειοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης ορίζονται αντίστοιχα από τους διευθύνοντες αυτών τουλάχιστον ένας Αντεισαγγελέας Εφετών και ένας Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών, οι οποίοι χειρίζονται τις δικογραφίες που σχηματίζονται για τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος νόμου. 4. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος είναι το τριμελές εφετείο, ενώ για τις σε βαθμό πλημμελήματος το τριμελές πλημμελειοδικείο. 5. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». 7. Επειδή, περαιτέρω, με τον ν. 4281/2014 θεσπίστηκε η υποχρέωση υποβολής δήλωσης οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.). Ειδικότερα, στο άρθρο 229 του νόμου, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 181 του ν. 4389/2016, προβλέπεται ότι: «Δήλωση οικονομικών συμφερόντων 1. Οι υπόχρεοι σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά το ν. 3213/2003, εκτός από την ετήσια δήλωση, υποβάλλουν, στην ίδια προθεσμία, δήλωση οικονομικών συμφερόντων των ιδίων και των συζύγων τους, η οποία περιλαμβάνει: α) τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, β) τη συμμετοχή τους στη διοίκηση πάσης φύσεως νομικών προσώπων και εταιριών, ενώσεων προσώπων και μη κυβερνητικών οργανώσεων γ) οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν παράλληλα, με την άσκηση των καθηκόντων τους είτε ως υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι, δ) οποιαδήποτε αμειβόμενη περιστασιακή δραστηριότητα (περιλαμβανομένων της συγγραφικής δραστηριότητας, του διδακτικού έργου ή της παροχής συμβουλών) που αναλαμβάνουν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους, εάν η συνολική αμοιβή υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ ανά ημερολογιακό έτος, ε) τη συμμετοχή σε εταιρεία ή κοινοπραξία, όταν αυτή η συμμετοχή ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη δημόσια πολιτική ή όταν δίνει στον υπόχρεο τη δυνατότητα σημαντικής επιρροής επί υποθέσεων της εν λόγω εταιρείας ή σύμπραξης, στ) για την περίπτωση προσώπων που υπηρετούν σε αιρετή δημόσια θέση, οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη από τρίτους, σε προσωπικό ή σε υλικούς πόρους, που χορηγείται σε συνάρτηση με τη δημόσια δραστηριότητά τους, με ένδειξη της ταυτότητας των τρίτων αυτών, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ζ) οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντά τους. Ως σύγκρουση συμφερόντων νοείται η περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος έχει προσωπικό συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει αθέμιτα την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύγκρουση συμφερόντων δεν υπάρχει στην περίπτωση που ο υπόχρεος αντλεί κάποιο όφελος μόνο ως μέλος του γενικότερου κοινού ή μίας ευρύτερης κατηγορίας ατόμων. 2. Η δήλωση περιλαμβάνει τα συμφέροντα και δραστηριότητες των ανωτέρω περιπτώσεων που αφορούν στο προηγούμενο της υποβολής οικονομικό έτος. Η δήλωση υπογράφεται χωριστά από τον υπόχρεο ή τη σύζυγο για τα στοιχεία εκάστου. 3. Η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής για τους υπόχρεους της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους λοιπούς υπόχρεους, ορίζεται ότι η δήλωση οικονομικών συμφερόντων υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 ..., όπως ισχύει κάθε φορά και [να] καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι απαραίτητες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. 4. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται κατά το νόμο δημοσιοποίηση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, μπορεί, υπό τους ίδιους όρους, να δημοσιοποιηθούν και στοιχεία των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων». Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 229 του ν. 4281/2014 προκύπτει ότι η δήλωση οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) έχει όμοιο περιεχόμενο για όλες τις, ετερόκλητες, κατηγορίες υπόχρεων υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (δικαστικών λειτουργών, οργάνων της νομοθετικής εξουσίας, επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, άλλων δημοσίων λειτουργών, δημοσίων υπαλλήλων, ιδιωτών δραστηριοποιουμένων στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικονομίας) και δεν είναι σαφής ως προς ορισμένα από τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η δήλωση (βλ. π.χ. την περίπτωση στ` της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 229, η οποία προβλέπει ότι με την Δ.Ο.Σ. πρέπει να δηλωθούν «οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντα» των υπόχρεων και των συζύγων τους· βλ. επίσης την περίπτωση α` της ανωτέρω παρ. 1, η οποία προβλέπει την υποχρέωση να δηλωθούν «επαγγελματικές δραστηριότητες» των υπόχρεων και των συζύγων τους). Πάντως, ειδικώς προκειμένου περί δικαστικών λειτουργών, ως «οικονομικά συμφέροντα», στα οποία αναφέρεται η Δ.Ο.Σ., προδήλως δεν νοούνται αυτά που συνάπτονται με καθήκοντα, τα οποία οι δικαστικοί λειτουργοί ασκούν κατά το Σύνταγμα ή το νόμο (π.χ. ως μέλη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας). 8. Επειδή, εξ άλλου, ο ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (Α` 166), όπως ισχύει, ορίζει τα ακόλουθα: Άρθρο 2 (Αντικείμενο) «1. Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αυτά τα αδικήματα ορίζονται κατωτέρω, καθώς και η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που ενέχουν..». Άρθρο 3 (Εγκληματικές δραστηριότητες - βασικά αδικήματα) «Ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα αδικήματα που καλούνται εφεξής βασικά αδικήματα: .. γ) παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 ΠΚ), δ) ενεργητική δωροδοκία (236 ΠΚ), ε) δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών (άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ),...». Άρθρο 7 (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης) «1. Συνιστάται "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης” (εφεξής "Αρχή"). Σκοπός της Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ` έως και ιε` της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 .. 2. Η Αρχή απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της είναι στο Νομό Αττικής, σε τόπο που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ο προϋπολογισμός της Αρχής αποτελεί τμήμα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών... 3. Για οποιαδήποτε διαφορά διοικητικής ή αστικής φύσης ανακύπτει από τη λειτουργία της Αρχής αποκλειστικά αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας. 4. Η Αρχή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δεκατέσσερα (14) Μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις αυτές ιδιότητες και προσόντα με αυτούς. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους. Η θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται για μια ακόμα φορά. 5. Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, με γνώση της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι πλήρους απασχόλησης. Ο διορισμός του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 6. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από πρόταση κατά λόγο αρμοδιότητας των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι προτείνουν πρόσωπα που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος τους και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό, νομικό ή επιχειρησιακό τομέα, ανάλογα με τις απαιτήσεις των επί μέρους Μονάδων της Αρχής. Ο διορισμός των τακτικών Μελών γίνεται αφού προηγηθεί γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινόμενων προσώπων. Για το Σκοπό αυτόν εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Άρθρο 7Α (Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής) «Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους, και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι Μονάδες και οι αρμοδιότητες τους έχουν ως εξής: 1. Α` Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών ... 2. Β` Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας _ 3. Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης α) Η Γ` Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) Μέλη της Αρχής και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, ββ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα, που προτείνεται από τον Διοικητή της, γγ) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και δδ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με πτυχίο νομικής σχολής, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό. β) Η Γ` Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή τριάντα (30) θέσεις, από τις οποίες οι δέκα (10) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης. γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο αα’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, πλην εκείνων του άρθρου 14 του ιδίου νόμου. Διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών. Προβαίνει σε έλεγχο όλων των δηλώσεων: .. δδ) των Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, εε) .. Ως προς τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, η Μονάδα προβαίνει σε δειγματοληπτικό, κατά την κρίση της, ή στοχευμένο έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης. Ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τη διακρίβωση, κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, εφαρμόζεται αναλόγως. Η Μονάδα μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3213/2003. δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3213/2003, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του ν. 3213/2003, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής. ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Άρθρο 7Β (Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής) «1. Οι Μονάδες της Αρχής έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα "……..”. 2. Οι Μονάδες μπορούν να ζητούν στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών τους τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής. Ενημερώνουν εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τους διαβιβάζοντες τις πληροφορίες ότι τις έλαβαν και τους παρέχουν άλλα σχετικά στοιχεία, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών τους και δεν δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι Μονάδες μπορούν, επιπλέον, σε σοβαρές κατά την κρίση τους υποθέσεις, να διενεργούν ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνεργαζόμενες, αν κριθεί αναγκαίο, με τις εκάστοτε Αρμόδιες αρχές. 3. Οι Μονάδες ζητούν από τα Υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και στις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων, υπό την προϋπόθεση τήρησης - εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση - των άρθρων 9 παράγραφος 1, 9Α και 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος, και ενημερώνουν τις Αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης των εν λόγω προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. 4. Έναντι των Μονάδων δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών τους, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 5. Οι Μονάδες δύνανται να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τους αναφερόμενους στο άρθρο 40 φορείς και τηρούν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 38. 6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη και το προσωπικό της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Επίσης, έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών». Άρθρο 7Γ (Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής) 1... 8. Ο Πρόεδρος, τα Μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής που παραβαίνουν εκ δόλου τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινική, και πειθαρχική ευθύνη. Η πειθαρχική δίωξη κατά του Προέδρου ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών. Η πειθαρχική δίωξη κατά των Μελών ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2472/1997 ... Τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την απαλλαγή ή την παύση του εγκαλουμένου. Η πειθαρχική δίωξη κατά των υπαλλήλων ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων από τους οποίους προέρχονται, μετά από σχετική αναφορά του Προέδρου της Αρχής». 9. Επειδή, περαιτέρω, στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3666/2008 (Α` 105) ορίζονται τα εξής: Άρθρο 8 παρ. 5 «Κάθε Κράτος Μέρος προσπαθεί, όπου αρμόζει και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, να θεσπίζει μέτρα και συστήματα που απαιτούν από τους δημόσιους λειτουργούς να υποβάλλουν δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις εξωυπηρεσιακές δραστηριότητες, την απασχόληση, τις επενδύσεις, τα περιουσιακά στοιχεία και τα σημαντικά δώρα ή οφέλη από τα οποία μπορεί να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τις λειτουργίες τους ως δημόσιων λειτουργών». Άρθρο 11 (Μέτρα που αφορούν τους δικαστές και τις εισαγγελικές υπηρεσίες) «1. Λαμβάνοντας υπόψη την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και τον κρίσιμο ρόλο του στην καταπολέμηση της διαφθοράς, κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος και με την επιφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας λαμβάνει μέτρα για να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να προληφθούν οι ευκαιρίες για διαφθορά μεταξύ των μελών του δικαστικού σώματος. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για τη συμπεριφορά των μελών του δικαστικού σώματος. 2. Μέτρα παρόμοια με αυτά που λαμβάνονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μπορούν να εισαχθούν και να εφαρμοστούν και για την εισαγγελική υπηρεσία, στα Κράτη Μέρη όπου δεν αποτελεί τμήμα του δικαστικού σώματος, αλλά χαίρει ανεξαρτησίας παρόμοιας με αυτή του δικαστικού σώματος». 10. Επειδή, εν συνεχεία, εκδόθηκε, κατ’ επίκληση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3213/2003, η προσβαλλόμενη 1846οικ./13.10.2016 κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.), η οποία ορίζει τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (Πεδίο Εφαρμογής) «Η παρούσα έχει εφαρμογή στα υπόχρεα πρόσωπα του Ν. 3213/2003 … όπως ισχύει, τα οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, υποβάλλουν τις δηλώσεις τους και ελέγχονται από: α) την Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. β) τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. γ) τον εποπτεύοντα την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας εισαγγελικό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. δ) τον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά, ο οποίος έχει οριστεί για το έργο αυτό από τον Προϊστάμενο της οικείας Εισαγγελίας και επικουρείται προς τούτο από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού Σώματος Ελληνικής Ακτοφυλακής». Άρθρο 2 (Διαδικασία υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης) «1. Ο υπόχρεος υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) απαιτείται να είναι ενεργός χρήστης των υπηρεσιών του TAXISnet, προκειμένου να υποβάλει τη δήλωση αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον υπόχρεο και αφορά την περιουσιακή κατάστασή του, καθώς και του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Υποχρέωση υποβολής δήλωσης υφίσταται και στην περίπτωση, που δεν έχει μεταβληθεί η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. 2. Η ταυτοποίηση υπόχρεου και συζύγου από την εφαρμογή ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., γίνεται με τη χρήση των προσωπικών κωδικών στο TAXISnet. Διακριτούς προσωπικούς κωδικούς TAXISnet πρέπει να έχει τόσο ο υπόχρεος, όσο και ο/η σύζυγος υπόχρεου υποβολής Δ.Π.Κ., προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποχρεωτική έγκριση των περιουσιακών στοιχείων, που δηλώθηκαν από τον υπόχρεο και αφορούν στον/στην σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. Η αίτηση για τη χορήγηση και η διαχείριση των κωδικών αυτών, γίνεται αποκλειστικά μέσω του συστήματος TAXISnet. 3. Κατά την υποβολή ετήσιας Δ.Π.Κ. ο υπόχρεος οφείλει σε κάθε περίπτωση να επικαιροποιήσει την περιουσιακή του κατάσταση, σε σχέση με το αντίγραφο της Δ.Π.Κ. του αμέσως προηγούμενου έτους, που παράγεται από την ηλεκτρονική εφαρμογή για την υποβοήθησή του και να διατηρήσει αναλλοίωτα τα στοιχεία, τα οποία δεν έχουν μεταβληθεί. 4. Ο υπόχρεος υποβάλλει με τον/την σύζυγο κοινή Δ.Π.Κ. 5. Σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του/της συζύγου υπόχρεου, να συνυποβάλλει κοινή δήλωση, η δήλωση υποβάλλεται μόνον από τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει να αναφέρει συγχρόνως στις παρατηρήσεις του συστήματος το γεγονός της άρνησης ή της αδυναμίας. Άρνηση θεωρείται και η βεβαιωμένη διάσταση των συζύγων, που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου». Άρθρο 3 (Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) «1. Η Δ.Π.Κ. του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, έχει ως περιεχόμενο το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας. 2. Κατά την υποβολή Δ.Π.Κ. από τον υπόχρεο, τα βασικά στοιχεία αυτού, δηλαδή, ο Α.Φ.Μ., το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο, εμφανίζονται όπως τηρούνται στο φορολογικό Μητρώο. Σε περίπτωση ανακρίβειας αυτών, απαιτείται, πριν από την υποβολή της δήλωσης, η διόρθωση των ανακριβών στοιχείων στο φορολογικό Μητρώο. 3. Τα προσωπικά στοιχεία του υπόχρεου, όπως Α.Δ.Τ., διεύθυνση, τηλέφωνο κ.λπ., δηλώνονται ως έχουν κατά την ημερομηνία της υποβολής της Δ.Π.Κ. Τα λοιπά στοιχεία, όπως υπηρεσιακά, οικογενειακά κ.λπ., ως και η ιδιότητα του υπόχρεου δηλώνονται ως είχαν κατά το έτος, που αφορά η δήλωση. 4. Η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. Η ετήσια Δ.Π.Κ. περιέχει τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους, στο οποίο αφορά η δήλωση, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. 5. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται υποχρεωτικώς ο τρόπος απόκτησης, το ύψος της σχετικής δαπάνης (καταβληθέν τίμημα), καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης περιουσιακού στοιχείου, που είχε δηλωθεί σε προηγούμενη δήλωση του υπόχρεου, δηλώνεται το εισπραχθέν τίμημα. 6. Ειδικά σε περίπτωση απόκτησης νέου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή εκποίησης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, που έχει δηλωθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του υπόχρεου, δηλώνονται τα στοιχεία του συμβολαίου απόκτησης ή εκποίησης. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμβόλαιο απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων λόγω κληρονομικής διαδοχής, δηλώνονται τα στοιχεία του κληρονομούμενου, καθώς και ο τρόπος και η ιδιότητα, με την οποία ο υπόχρεος έγινε κληρονόμος. 7. Στην περίπτωση απόκτησης και απώλειας εμπράγματου δικαιώματος επί του ίδιου ακινήτου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται και οι δύο μεταβολές. Το άνω ισχύει αντίστοιχα και για τα οχήματα, πλωτά και εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και για τις συμμετοχές σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση». Άρθρο 4 (Διασφαλίσεις για την ηλεκτρονική υποβολή και Συνημμένα Δικαιολογητικά) «1. Για την υποβοήθησή του στην ηλεκτρονική υποβολή της Δ.Π.Κ., ο υπόχρεος, μετά την ταυτοποίησή του μέσω των κωδικών του TAXISnet και εφόσον συναινέσει με υπεύθυνη δήλωσή του σε αυτό, μπορεί να μεταφέρει στη Δ.Π.Κ. τα δεδομένα της τελευταίας ηλεκτρονικά υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1) του έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στη «βεβαίωση της περιουσιακής του κατάστασης» κατά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι αρχική ή του τρέχοντος έτους, εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι ετήσια, όπως αυτά τηρούνται ηλεκτρονικά στη Γ.Γ.Δ.Ε. 2. Όλα τα δεδομένα των ανωτέρω δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί, κατά την οριστική υποβολή της Δ.Π.Κ., από τυχόν υποβολή τροποποιητικών ή/και συμπληρωματικών δηλώσεων εισοδήματος για το έτος που αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου κατά την ημερομηνία της ανωτέρω παραγράφου, θα επισυνάπτονται αυτόματα ηλεκτρονικά στην υποβαλλόμενη Δ.Π.Κ., όπως προβλέπεται στο άρθρ. 2 της παραγράφου 1 περ. γ` του Ν. 3213/2003. 3. Η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Γ.Γ.Δ.Ε., που είναι η αρμόδια υπηρεσία για τις ανωτέρω χορηγήσεις όλων των στοιχείων των δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων, οφείλει να τηρεί αρχείο για αυτές, με το στοιχείο της ημερομηνίας και ώρας χορήγησης/πρόσβασης, καθώς και το μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης της οριστικοποιημένης Δ.Π.Κ., που σχετίζεται με την κάθε χορήγηση. Για τις Δ.Π.Κ. των ετών 2015 και 2016, που έχουν οριστικοποιηθεί ηλεκτρονικά από τους υπόχρεους πριν από την έκδοση της παρούσας, θα πρέπει να επισυναφθούν ηλεκτρονικά από τη Δ.ΗΛΕ.Δ. σε συνεργασία με το φορέα λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής Δ.Π.Κ., τα συνυποβαλλόμενα της ανωτέρω παραγράφου 2. 4. Για τη διευκόλυνση του ελέγχου των Δ.Π.Κ., όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, η φορολογική διοίκηση χορηγεί στα αρμόδια όργανα ελέγχου, μετά από αίτησή τους, στοιχεία για όλες τις πιθανές τροποποιήσεις των παραπάνω δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων αρμοδιότητάς τους, οι οποίες τηρούνται ηλεκτρονικά. 5. Με την οριστική υποβολή της δήλωσης, ο υπόχρεος δύναται να αποθηκεύσει στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αντίγραφο της υποβληθείσας Δ.Π.Κ., ως αποδεικτικό υποβολής, όπου εμφανίζονται ο αριθμός αυτής και η ημερομηνία υποβολής της. 6. Κατά τη διαδικασία της ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., οι υπόχρεοι, οι οποίοι ανήκουν στις κατηγορίες των υποχρεωτικά ελεγχόμενων προσώπων, όπως αυτές προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποστέλλουν ηλεκτρονικά στο αρμόδιο όργανο ελέγχου, εφάπαξ κατά την υποβολή της αρχικής δήλωσης και εφόσον υπάρχουν μεταβολές κατά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης, τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α. Συμβόλαια των ακινήτων. β. Βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως αυτά περιγράφονται στο στοιχείο iii της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, που κατ’ ελάχιστον θα περιλαμβάνουν το όνομα του χειριστή της μερίδας, το όνομα των προϊόντων, το κόστος κτήσης και την αποτίμηση αυτών. γ. Βεβαιώσεις ή παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και αντίστοιχες βεβαιώσεις ή παραστατικά για κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστευμάτων (trusts) δ. Παραστατικά των Τραπεζών, Ταμιευτηρίων και άλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών Ιδρυμάτων απ’ τα οποία θα αποδεικνύεται η μίσθωση θυρίδων. ε. Παραστατικά αγοράς ή πράξεις φορολογικής αρχής ή ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα κινητά μεγάλης αξίας άνω των 30.000,00 €, όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στο στοιχείο vi της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003. στ. Άδειες κυκλοφορίας πλωτών και εναερίων μεταφορικών μέσων, καθώς και των κάθε χρήσης οχημάτων και σε περίπτωση απόκτησης ή εκποίησης κατά την διάρκεια του χρόνου που αφορά η δήλωση επιπλέον παραστατικά αγοράς ή πώλησης. ζ. Παραστατικά για συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση. 7. Το απόρρητο της διαδικτυακής επικοινωνίας του υπόχρεου με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ. διασφαλίζεται με τη χρήση ψηφιακού πιστοποιητικού από την εφαρμογή υποβολής. Τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. τηρούνται κρυπτογραφημένα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του συστήματος. Το ηλεκτρονικό σύστημα συνοδεύεται από πολιτικές ασφάλειας, που καλύπτουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων». Άρθρο 5 (Ηλεκτρονική επεξεργασία) «1. Υπεύθυνοι επεξεργασίας της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης, όπως ορίζεται στο Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α` 50), είναι τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους αρμοδιότητάς τους. 2. Εκτελούντες την επεξεργασία της παραπάνω βάσης δεδομένων κατ’ εντολή των υπευθύνων επεξεργασίας, όπως επίσης ορίζεται στο Ν. 2472/1997, είναι τα όργανα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης, καθώς και τα ίδια τα όργανα ελέγχου αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 3. Την ευθύνη διαχείρισης του ηλεκτρονικού συστήματος έχουν τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 4. Για τις ανάγκες του ελέγχου των Δ.Π.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύουν, κάθε όργανο ελέγχου ορίζει τους υπαλλήλους του, καθώς και τα δικαιώματα πρόσβασης, που αυτοί έχουν επί των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του ηλεκτρονικού συστήματος. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα των υπαλλήλων αυτών είναι αυστηρά προσωποποιημένη, ελεγχόμενη μέσω μοναδικού ονόματος χρήστη και προσωπικού μυστικού κωδικού. Επίσης, οι ενέργειες των υπαλλήλων αυτών εντός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγράφονται ηλεκτρονικά». Άρθρο 7 (Ηλεκτρονικός κατάλογος ελεγχόμενων προσώπων) «Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους ο αρμόδιος φορέας, στον οποίο υπάγονται οι υπόχρεοι ετήσιας Δ.Π.Κ., οφείλει να καταχωρίσει ηλεκτρονικά, μέσω της ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής, τον προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 3213/2003 κατάλογο των ελεγχόμενων προσώπων και να τον οριστικοποιήσει, προκειμένου να κοινοποιηθεί στο αρμόδιο όργανο ελέγχου. Ο κατάλογος θα περιλαμβάνει υπόχρεους, που απέκτησαν, κατέχουν ή απώλεσαν την ιδιότητα του υπόχρεου στην προηγούμενη χρήση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Η μη ύπαρξη υπόχρεων πρέπει να δηλώνεται ηλεκτρονικά με την οριστικοποίηση μηδενικού καταλόγου από πιστοποιημένο χρήστη του φορέα». Άρθρο 8 (Τύπος, περιεχόμενο και διαδικασία υποβολής της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) «1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων του άρθρου 229 του Ν. 4281/2014 (Α` 260) όπως ισχύει, έχει ως το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας 2. Η Δ.Ο.Σ. υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής από τον υπόχρεο και τον/την σύζυγο, ταυτόχρονα με την υποβολή της Δ.Π.Κ. Η υποβολή της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων αποδεικνύεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 της παρούσας». Άρθρο 9 (Μεταβατικές Διατάξεις) «1. Όσοι υπόχρεοι έως τη δημοσίευση της παρούσας δεν έχουν υποβάλει Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. κατά το 2016, μέσω της ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής, υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τις παραπάνω δηλώσεις. 2. Κατά την υποβολή της πρώτης ετήσιας ηλεκτρονικής δήλωσης δηλώνεται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου, καθώς και η αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. 3. Γενικές οδηγίες και επεξηγήσεις, όσον αφορά στη συμπλήρωση και υποβολή των δηλώσεων Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα ελέγχου, ανά κατηγορία υπόχρεου υποβολής δήλωσης. 4. Η κοινή υπουργική απόφαση με αριθμ. απόφ.../24.11.2015 (ΦΕΚ Β`/2579/2015 Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών αντικαθίσταται από την παρούσα». Στη συνέχεια της απόφασης, αμέσως μετά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9, έχει τεθεί το Παράρτημα Ι με τους πίνακες 01 έως και 13 (και σχετικές επεξηγήσεις) της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης. Ακολουθεί το Παράρτημα ΙΙ με τον αντίστοιχο πίνακα της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων. Εξ άλλου, με την 16327/11503/13.10.2016 απόφαση του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων (3301Β`/13.10.2016), παρόμοιου περιεχομένου με την προσβαλλόμενη πράξη, ρυθμίστηκε ο τύπος και το περιεχόμενο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. για τους υπόχρεους, οι οποίοι υπάγονται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003. 11. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 35 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλλεται η πλήρης δημοσίευση όχι μόνο των τυπικών νόμων, αλλά και όλων των κανονιστικών πράξεων, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. Συνεπώς, αν, για την εφαρμογή από τους διοικουμένους των προβλεπομένων σε κανονιστική πράξη, επιβάλλεται η χρήση διαδικτυακής εφαρμογής, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η ηλεκτρονική υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., πρέπει να δημοσιεύονται όλα τα στοιχεία που εμφανίζονται στην ηλεκτρονική αυτή εφαρμογή, ώστε ο διοικούμενος, πριν προχωρήσει στην υποβολή των δηλώσεων, να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια στοιχεία πρέπει να δηλώσει και να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας αυτών. Με το άρθρο δε 5 παρ. 2 περ. θ` του ν. 3469/2006 «Εθνικό Τυπογραφείο, Εφημερίς της Κυβερνήσεως και λοιπές διατάξεις» (Α` 131) επιβάλλεται, σύμφωνα με τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως όλων των κανονιστικών πράξεων, για τις οποίες δεν προβλέπεται άλλος ειδικότερος τρόπος δημοσίευσης (βλ. Σ.τ.Ε. 87/2011 Ολομ.). 12. Επειδή, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω (σκέψη 4), η προσβαλλόμενη πράξη είναι κανονιστική. Στο άρθρο 3 παρ. 1 αυτής ορίζεται ότι η Δ.Π.Κ. έχει ως περιεχόμενο το συνημμένο υπόδειγμα στο Παράρτημα Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Στο παράρτημα αυτό, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιλαμβάνονται οι εξής δέκα τρεις πίνακες που καλούνται να συμπληρώσουν οι υπόχρεοι: 01 Στοιχεία του ή της υπόχρεου, 02 Στοιχεία του ή της συζύγου, 03 Στοιχεία των ανήλικων παιδιών, 04 Έσοδα από κάθε πηγή που αποκτήθηκαν κατά το φορολογικό έτος 20ΧΧ, 05 Μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, ομόλογα και κάθε είδους ομολογίες, αμοιβαία κεφάλαια, παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, καθώς και οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό προϊόν τράπεζας, ασφαλιστικής εταιρείας ή οποιουδήποτε άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, 06 Μίσθωση θυρίδων σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά ιδρύματα, 07 Καταθέσεις σε τράπεζες, Ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα υπόλοιπα χρηματιστηριακών λογαριασμών - χρηματικών καρτελών, 08 Κινητά περιουσιακά στοιχεία, αξίας άνω των 30.000 € (ή ίσης αξίας σε άλλο νόμισμα) και φυλασσόμενα μετρητά άνω των 15.000 € (ή ίσης αξίας σε άλλο νόμισμα) που δεν δηλώθηκαν σε άλλους πίνακες της παρούσας δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, 09 Ακίνητα/περιουσιακά στοιχεία και εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, 10 Κάθε χρήσης οχήματα, 11 Πλωτά μέσα, 12 Εναέρια μέσα, 13 Συμμετοχές σε κάθε είδους επιχείρηση/Νομική οντότητα. Όπως όμως προκύπτει από τη διαδικτυακή εφαρμογή, μέσω της οποίας υποβάλλονται αποκλειστικώς οι Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., για τη συμπλήρωση καθενός από τους πίνακες οι χρήστες της εφαρμογής/υπόχρεοι υποβολής δήλωσης υποχρεούνται να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων δυνατοτήτων/παραμετρικών τιμών, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως αναπόσπαστο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι ανωτέρω παραμετρικές τιμές αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της κανονιστικής ρύθμισης, ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων δεν είναι εφικτός, εφόσον δεν έχουν συνδημοσιευθεί με το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1468/2016 Ολομ.). Εξ άλλου, ειδικότερες ρυθμίσεις είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται και στην ηλεκτρονική εφαρμογή και να εμφανίζονται στις οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων [π.χ. ενώ, αφενός τόσο το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3213/2003 όσο και το άρθρο 2 παρ. 1 της προσβαλλόμενης κ.υ.α. προβλέπουν ότι στη Δ.Π.Κ. του υπόχρεου περιλαμβάνεται και η περιουσιακή κατάσταση του/της συζύγου, και αφετέρου, όσον αφορά τη Δ.Ο.Σ., τόσο το άρθρο 229 παρ. 1 του ν. 4281/2014 όσο και το δημοσιευθέν παράρτημα ΙΙ της προσβαλλόμενης κ.υ.α. αναφέρονται σε υποβολή δήλωσης «των ιδίων {δηλαδή των υπόχρεων} και των συζύγων τους», στην ηλεκτρονική εφαρμογή υποβολής της Δ.Π.Κ. και της Δ.Ο.Σ. η υποχρέωση αυτή αφορά, εκτός από τον έγγαμο υπόχρεο, και αυτόν που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης· στις δε οδηγίες συμπλήρωσης της Δ.Π.Κ. προβλέπεται ότι «Η δυνατότητα καταχώρησης στοιχείων του/της συζύγου ενεργοποιείται ... στις περιπτώσεις επιλογής «Έγγαμος» ή «Σύμφωνο Συμβίωσης»»]. Για να αποκτήσει άρα νόμιμη υπόσταση η προσβαλλόμενη κ.υ.α., πρέπει με τους πίνακες να συνδημοσιευθούν όλες οι παραμετρικές τιμές που περιλαμβάνονται στο ηλεκτρονικό σύστημα «πόθεν έσχες», μέσω του οποίου προβλέπεται πλέον, κατά τα προεκτεθέντα, ότι υποβάλλονται αποκλειστικώς οι Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. (άρθρα 2 παρ. 2 ν. 3213/2003, 229 παρ. 3 ν. 4281/2014, 2 παρ. 1 και 8 παρ. 2 προσβαλλόμενης κ.υ.α.), καθώς και οι οδηγίες συμπλήρωσης πεδίων των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. Οι δε δημοσιευόμενες παραμετρικές τιμές και οδηγίες πρέπει να αντιστοιχούν πλήρως προς το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. Σημειωτέον ότι οι οδηγίες συμπλήρωσης πεδίων της Δ.Π.Κ. και οι πίνακες παραμετρικών τιμών είχαν συνδημοσιευθεί με την προϊσχύσασα ΑΥΤ.ΤΜ.ΣΤΡ. ../24.11.2015 κ.υ.α. «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών», η οποία, όπως εκτέθηκε, αντικαταστάθηκε με την προσβαλλόμενη (άρθρο 9 παρ. 4). Συνεπώς, εφόσον η προσβαλλόμενη κ.υ.α. δεν δημοσιεύθηκε πλήρως, δεν απέκτησε νόμιμη υπόσταση και, για τον λόγο αυτόν, ο οποίος προβάλλεται εμμέσως, είναι δε, πάντως, αυτεπαγγέλτως εξεταστέος από το Δικαστήριο, πρέπει να ακυρωθεί (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 216/2016 Ολομ., 87/2011 Ολομ. κ.λπ.). Υπό τα δεδομένα δε αυτά, είναι αλυσιτελής η εξέταση του λόγου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη κ.υ.α. δεν περιλαμβάνει οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της Δ.Π.Κ. ούτε επεξηγηματικούς πίνακες. 13. Επειδή, περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως, λόγω της σπουδαιότητας των τιθεμένων με αυτούς ζητημάτων, τα οποία αφορούν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης κ.υ.α. (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 776/2017, 2353/2016). 14. Επειδή, αμφισβητείται με λόγους ακυρώσεως η συνταγματικότητα διατάξεων των νόμων, όπως ισχύουν, που αφορούν την υποβολή των επίμαχων δηλώσεων. Οι λόγοι, αν και δεν αμφισβητείται με αυτούς το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων της προσβαλλόμενης κ.υ.α., προβάλλονται παραδεκτώς τούτο, διότι τυχόν ανίσχυρο του συστήματος υποβολής Δ.Π.Κ. και ΔΟΣ που εισάγεται με τις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων συνεπάγεται την ακύρωση και της προσβαλλόμενης πράξης, η νομιμότητα της οποίας προϋποθέτει ότι το σύστημα αυτό είναι, από συνταγματική άποψη, έγκυρο (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 668, 1972/2012 Ολομ., 2471/2008 Ολομ., 1792-3/1997 Ολομ., βλ. επίσης Σ.τ.Ε. 96/2009, 372-3/2005, 1095/2001, 2112/1984). Συνεπώς, είναι απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι με το από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Δημοσίου. 15. Επειδή, προβάλλεται ότι ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος· επομένως, κατά την άσκηση του ελέγχου πρέπει να διασφαλίζεται η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία αυτών. Κατά τις αιτούσες ενώσεις, οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` υποπερ. αα` του ν. 3213/2003 και των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. β`, 7Α παρ. 3 περ. γ` υποπερ. δδ` του ν. 3691/2008, όπως ισχύουν, αντίκεινται στις αρχές της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντάγματος) και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών (άρθρα 87 έως 91 Συντάγματος), διότι αναθέτουν τον έλεγχο των δηλώσεων αυτών σε όργανο μη συγκροτούμενο, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι απολαμβάνουν των συνταγματικών εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. 16. Επειδή, το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει ευθέως την αρχή της διάκρισης των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, αφού μόνον δια της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργάνωσης και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του κράτους δικαίου. Ειδικώς, για τη δικαστική λειτουργία, στην οποία το Σύνταγμα έχει αναθέσει τον έλεγχο των πράξεων των οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, η ανωτέρω συνταγματική διάταξη εγγυάται την ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της επιβαλλόμενης από το ανωτέρω άρθρο 26 ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει, ευθέως και ρητώς με το άρθρο 87 παρ. 1 αυτού, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης προς την ανεξαρτησία των δικαστών. Για την εξασφάλιση δε της ανεξαρτησίας αυτής το Σύνταγμα προβλέπει ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς επιθεωρούνται από δικαστές και εισαγγελείς ανωτέρου βαθμού (άρθρο 87 παρ. 3 του Συντάγματος), ότι οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια (άρθρο 88 παρ. 4 του Συντάγματος), ότι οι προαγωγές (εκτός από τις προαγωγές σε θέσεις Προέδρου, Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και Γενικού Επιτρόπου των Διοικητικών Δικαστηρίων), τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο συγκροτείται αποκλειστικώς από δικαστικούς λειτουργούς (άρθρο 90 του Συντάγματος), ότι η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς μεν λειτουργούς από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, στους δε λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς από συμβούλια, που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές (άρθρο 91 του Συντάγματος). 17. Επειδή, με την περιοδική υποβολή και τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. επιδιώκεται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η ενίσχυση του κύρους και η προστασία της Δικαιοσύνης από αόριστες και αβάσιμες καταγγελίες εναντίον των λειτουργών της, αλλά και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των δικαστικών λειτουργών, ενώ καθίσταται ευχερέστερη όχι μόνον η πρόληψη, αλλά και η καταστολή ενδεχομένων κρουσμάτων διαφθοράς. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο ανωτέρω έλεγχος συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών, αυτός πρέπει να διενεργείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων τους ανεξαρτησία αυτών έναντι των οργάνων των δύο άλλων λειτουργιών (βλ. και την παρατεθείσα στη σκέψη 9 διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν. 3666/2008 σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, κατά την οποία «λαμβάνοντας υπόψη την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και τον κρίσιμο ρόλο του στην καταπολέμηση της διαφθοράς, κάθε Κράτος Μέρος ... με την επιφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας λαμβάνει μέτρα για να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να προληφθούν οι ευκαιρίες για διαφθορά μεταξύ των μελών του δικαστικού σώματος. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για τη συμπεριφορά των μελών του δικαστικού σώματος»· βλ. επίσης Ε.Δ.Δ.Α. …..κατά Ουγγαρίας 23.6.2016 σκ. 73 και 84). Τούτο σημαίνει ότι το όργανο που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο αυτόν πρέπει να έχει όχι μόνο το ανάλογο, ενόψει της ιδιαίτερης κατά το Σύνταγμα θέσης των δικαστικών λειτουργών, θεσμικό κύρος, ως προς τα πρόσωπα από τα οποία αποτελείται αλλά πρέπει και να συγκροτείται, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, από ανώτατους τακτικούς δικαστές, μέλη των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων [πρβλ. και τη συγκρότηση της Haute Autorite pour la Transparence de la Vie Publique, αρμόδιας για τον έλεγχο δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και συμφερόντων στη Γαλλία άρθρο 19 ν. 2013907, όπως ισχύει], προκειμένου να είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι πληροί τις απαραίτητες θεσμικές εγγυήσεις για να προβεί σε έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών εν γένει, μεταξύ των οποίων και εκείνων που κατέχουν ανώτατους βαθμούς, στους οποίους, άλλωστε, επιφυλάσσεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η άσκηση ιδιαίτερων καθηκόντων (βλ. και το άρθρο 37 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι στον Πρόεδρο ενός εκ των Ανωτάτων Δικαστηρίων μπορεί να ανατεθεί, υπό τις οριζόμενες στην εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις, η εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης για να διενεργήσει εκλογές). Τη μεταχείριση δε αυτή των δικαστικών λειτουργών επιβάλλει το Σύνταγμα όχι ως ευνοϊκό μέτρο υπέρ αυτών, αλλά ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας προς το συμφέρον των πολιτών, τα δικαιώματα των οποίων έχουν ως αποστολή να προστατεύουν οι συγκεκριμένοι λειτουργοί. Εξ άλλου, το συγκροτούμενο κατά τον ανωτέρω τρόπο όργανο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τον έλεγχο δικαστικού λειτουργού (εν ενεργεία και συνταξιούχου, για όσο χρόνο μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία προβλέπεται υποχρέωση αυτού να υποβάλει Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ.), ακόμη και στην περίπτωση που αυτός υπέχει, ενδεχομένως, κατά νόμο, αυτοτελή υποχρέωση να υποβάλει Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. ως έχων και άλλη ιδιότητα, από εκείνες τις οποίες, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, επιτρεπτώς μπορεί να αναλάβει δικαστικός λειτουργός. 18. Επειδή, από το μνημονευθέν νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο προκύπτει ότι ο έλεγχος των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών (συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελικών λειτουργών) ανατίθεται στη Γ` Μονάδα της Αρχής με το όνομα «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης», η οποία (Γ` Μονάδα) είναι αρμόδια για τον έλεγχο, όχι μόνο των δικαστικών λειτουργών, δηλαδή των οργάνων της τρίτης λειτουργίας, της δικαστικής, αλλά και 36 άλλων ετερόκλητων κατηγοριών υπόχρεων [μεταξύ των οποίων των γενικών και ειδικών γραμματέων της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης, των υπαλλήλων ή συμβούλων ειδικών θέσεων, των μετακλητών υπαλλήλων, του διοικητή και των υποδιοικητών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Αντιδημάρχων, των Προέδρων και των μελών των επιτροπών των Δήμων, των Δημοτικών Συμβουλίων, των Διοικητικών Συμβουλίων των δημοτικών νομικών προσώπων, των Προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων των Δήμων, των Προέδρων, των Αντιπροέδρων, των Διοικητών, κ.λπ. νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους, των Προέδρων και των μελών όλων των επιτροπών διαγωνισμών προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, του Διοικητή, των Υποδιοικητών, των εντεταλμένων συμβούλων και των διευθυντών της Τράπεζας, των διοικούντων πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την Α.Ε. «………..», τις ελεγχόμενες από την τελευταία αυτή εταιρεία ανώνυμες εταιρείες, καθώς και κάθε άλλο φορέα οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς που λειτουργεί στην Ελλάδα, των ιδιοκτητών, μετόχων, εταίρων, διοικούντων, καθώς και των διευθυντών ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων, που εκμεταλλεύονται τηλεοπτικούς σταθμούς, διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα, των δημοσιογράφων, των ιατρών Διευθυντών και Συντονιστών Διευθυντών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, των προέδρων και των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, των Αρχηγών, Υπαρχηγών, Διευθυντών Κλάδων του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, των Γενικών Επιτελείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, οι Αρχηγοί και Υπαρχηγοί της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος, των Γενικών Διευθυντών του Υπουργείου Οικονομικών, των Προϊσταμένων Διευθύνσεων των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), όλων των υπαλλήλων που υπηρετούν στα τμήματα ελέγχου των εν λόγω υπηρεσιών, των Προϊσταμένων υπηρεσιών του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), των προϊσταμένων και υπαλλήλων των οργανικών μονάδων δόμησης, των διοικούντων αθλητικές ανώνυμες εταιρείες, των αξιολογημένων διαιτητών, βοηθών διαιτητών και παρατηρητών διαιτησίας πρωταθλημάτων επαγγελματικού αθλητισμού, των Προϊσταμένων υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, των ιδιοκτητών, εταίρων, βασικών μετόχων και διοικούντων ελληνικές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, των μελών των Επιτροπών Εξετάσεων Υποψηφίων Οδηγών κ.ά., βλ. σχετικώς τις περιπτώσεις στ` έως και κδ`, κζ`, λα` έως και μγ` και μστ` έως μη` της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει]. Στην ανωτέρω δε Αρχή (Γ` Μονάδα), στην οποία ο νόμος επιφυλάσσει ιδιαίτερα ευρείες ελεγκτικές αρμοδιότητες (άρθρα 7Α παρ. 3δ, 7Β παρ. 2 ν. 3691/2008, όπως ισχύουν) και της οποίας ο έλεγχος μπορεί να απολήξει σε διατύπωση, ακόμη και ποινικής φύσεως κατηγοριών, εις βάρος δικαστικών λειτουργών, δεν μετέχει κανένας τακτικός δικαστής, αλλά από τη δικαστική εξουσία προέρχεται μόνον ο Πρόεδρος αυτής, ο οποίος είναι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, δηλαδή δικαστικός λειτουργός ο οποίος ανήκει στον κλάδο που έχει ως αποστολή τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων και την άσκηση ποινικής δίωξης, ενώ τα τέσσερα μέλη της είναι απλά «στελέχη» της Διοίκησης, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό προσόντων - εκτός από το προερχόμενο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στέλεχος, το οποίο πρέπει να έχει «πτυχίο νομικής σχολής» … δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιο ειδικότερο προσδιορισμό προσόντων η αναφορά στο άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, ότι ως μέλη της Αρχής προτείνονται «πρόσωπα που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος τους και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό, νομικό ή επιχειρησιακό τομέα, ανάλογα με τις απαιτήσεις των επί μέρους Μονάδων της Αρχής». Τα μέλη δε αυτά προτείνονται είτε από τον αρμόδιο Υπουργό, είτε από τον Διοικητή της Τράπεζας ή το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δηλαδή όργανα των οποίων οι πράξεις ελέγχονται, κατά το Σύνταγμα, από τους υποκειμένους στον έλεγχο της προαναφερθείσας Αρχής δικαστικούς λειτουργούς. Πέραν τούτων, η Αρχή αυτή, ως διοικητικό όργανο, έχει τη δυνατότητα συνεδρίασης υπό τριμελή σύνθεση (πρόεδρος και δύο μέλη) και λήψης απόφασης με πλειοψηφία των δύο εκ των τριών μελών, δηλαδή, πλειοψηφία που ενδεχομένως μπορεί να σχηματισθεί από δύο μόνο μέλη προερχόμενα από τη Διοίκηση. Η κατά τα ανωτέρω δε συγκρότηση της Γ` Μονάδας δεν μπορεί να θεραπευθεί από μόνο το γεγονός ότι η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης «απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας» (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. α` ν. 3691/2008, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3932/2011). Εξ άλλου, και μόνη η ανάθεση του ελέγχου των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών σε υπηρεσία, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο αρχής, της οποίας η προέχουσα ονομασία («Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας ..») παραπέμπει σε έρευνες για εγκληματική δραστηριότητα [εν αντιθέσει προς την αρμόδια για τον έλεγχο των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας και των επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία, προδήλως προς προστασία του κύρους των ελεγχομένων, φέρει την ονομασία «...»] μειώνει το κύρος των δικαστικών λειτουργών - όπως επίσης και των λοιπών κατηγοριών υπόχρεων σε υποβολή δηλώσεων - και, κατά συνέπεια, και το κύρος της ίδιας της τρίτης κρατικής λειτουργίας. Ενόψει των ανωτέρω, και των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, η κατά τα προαναφερθέντα ανάθεση του ελέγχου των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων και των προέδρων των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων, που είναι οι επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας, σε όργανο, μη συγκροτούμενο, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, από ανώτατους τακτικούς δικαστές, μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων, και μη έχον τις απαραίτητες για την αποστολή του θεσμικές εγγυήσεις, αντίκειται στο άρθρο 26 και το εξειδικεύον αυτό άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` υποπερ. αα` του ν. 3213/2003 και των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. β`, 7Α παρ. 3 περ. γ` υποπερ. δδ` του ν. 3691/2008, όπως ισχύουν, κατά το μέρος που ορίζουν ότι οι Δ.Π.Κ. και, συνακόλουθα, και οι προβλεπόμενες από το άρθρο 229 του ν. 4281/2014 και συνυποβαλλόμενες Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών (περιλαμβανομένων, κατά τα προεκτεθέντα, και των εισαγγελικών λειτουργών) υποβάλλονται στη Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της συσταθείσας με το άρθρο 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, Αρχής, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές, κατά τον βάσιμο λόγο ακυρώσεως, που παρατίθεται στη σκέψη 15. Διάφορο δε είναι το ζήτημα ότι το όργανο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών και πρέπει να συγκροτείται σύμφωνα με τις ανωτέρω συνταγματικές επιταγές, μπορεί να υποστηρίζεται από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το προαναφερθέν όργανο, με τη μνημονευθείσα συγκρότηση, δεν μπορεί να επιβάλει το ίδιο πειθαρχικές, διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις εις βάρος των ελεγχομένων από αυτό δικαστικών λειτουργών και είναι αρμόδιο απλώς να αποφασίσει κατά πόσον από τον διενεργηθέντα από αυτό έλεγχο προκύπτει ότι συντρέχει, κατ’ αρχήν, περίπτωση διοικητικής, πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης δικαστικού λειτουργού, και ότι την τελική επί του ζητήματος αυτού κρίση θα εκφέρουν τα κατά το Σύνταγμα και τους νόμους αρμόδια πειθαρχικά όργανα και δικαστήρια (άρθρο 7Α παρ. 3 περ. δ` ν. 3691/2008, όπως ισχύει), δεν μπορεί να θεραπεύσει την ανωτέρω αντίθεση προς το Σύνταγμα των διατάξεων που προβλέπουν τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ. των δικαστικών λειτουργών από το εν λόγω όργανο τούτο, διότι η απειλή και μόνον άσκησης ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης ή καταλογισμού σημαντικού ενδεχομένως χρηματικού ποσού μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν οι τελούντες υπό την απειλή αυτή δικαστικοί λειτουργοί τα καθήκοντά τους· περαιτέρω δε οι συνέπειες που επιφέρει στο κύρος αυτών και, κατ’ επέκταση, στο κύρος της ίδιας της δικαστικής λειτουργίας η διατύπωση εις βάρος τους κατηγοριών ως προς την περιουσιακή τους κατάσταση και τον τρόπο κτήσης αυτής δεν αναιρούνται από την εκ των υστέρων ενδεχόμενη απαλλαγή τους από τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα [βλ. σχετικώς την έκθεση αξιολόγησης για την Ελλάδα, που υιοθετήθηκε από την .. (..), στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά την 68η Ολομέλεια αυτής (15-19 Ιουνίου 2015), και την οποία επικαλείται και η Διοίκηση· στην έκθεση αυτήν επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος, στον οποίο κυρίως είναι εκτεθειμένοι οι δικαστές (ιδίως οι ανώτατοι), κατά τους συντάκτες της εν λόγω έκθεσης, συνίσταται στην τυχόν απόπειρα της εκτελεστικής λειτουργίας - ενόψει της εξουσίας που έχει, μεταξύ άλλων, ως προς τον πειθαρχικό έλεγχο των δικαστών - να ασκήσει πιέσεις σ’ αυτούς υπό την απειλή άσκησης πειθαρχικής δίωξης, βλ. και την έκθεση του Οργανισμού «..» του 2012 («..», σελ. 70), στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω έκθεση αξιολόγησης (βλ. σελ. 13 και 14 αυτής) και με την οποία προτείνεται, ως μέτρο για τη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργεί η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, την καθιέρωση πραγματικής αυτοδιοίκησης αυτής και τον πλήρη διαχωρισμό της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία· βλ. και τη σχετική πρόταση της ... στη σελ. 76 και 79 (παρ. 82 και 87) της ανωτέρω έκθεσης αξιολόγησης]. Περαιτέρω, τα αναφερόμενα στην έκθεση αξιολόγησης της … ως προς την αποτελεσματικότητα του οργάνου που, κατά τον χρόνο της αξιολόγησης, ήταν επιφορτισμένο με τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, τα οποία επικαλείται η Διοίκηση [βλ. μεταξύ άλλων, στην παρ. 106, σελ. 93, στην οποία αναφέρεται ότι η Γ` Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης «παρουσιάστηκε στην .. ως πολύ προθυμότερη και αποτελεσματική για την εκπλήρωση της εποπτικής λειτουργίας {για τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών} από ό,τι η ειδική επιτροπή του Αρείου Πάγου που είχε αυτή την ευθύνη έως το 2011», αποτελεσματικότητα, η οποία, πάντως, είναι δυνατόν να οφείλεται στο ότι τα ελεγκτικά όργανα έχουν πλέον στη διάθεσή τους ηλεκτρονικές μεθόδους ελέγχου, που διευκολύνουν και επιταχύνουν την περάτωση των ελέγχων και τις οποίες δεν διέθεταν οι διενεργούντες τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. των δικαστικών λειτουργών έως το 2011, αλλά και μεταγενεστέρως, βλ. και κατωτέρω σκέψη 33], εν πάση περιπτώσει δεν απαλλάσσουν τη νομοθετική λειτουργία από την υποχρέωση τήρησης των συνταγματικών διατάξεων, που κατοχυρώνουν την ανεξαρτησία της δικαστικής (βλ. και το παρατεθέν στη σκέψη 9 άρθρο 11 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 3666/2008 σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς). Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι με τις ανωτέρω παρατηρήσεις οι συντάκτες της έκθεσης δεν διατυπώνουν οποιαδήποτε γνώμη περί της σύμφωνης με τη συνταγματικώς επιβαλλόμενη ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας συγκρότησης του ανωτέρω οργάνου. Περαιτέρω, δεν απαλλάσσει την νομοθετική λειτουργία από την ανωτέρω υποχρέωση η δέσμευση, την οποία ανέλαβε το Ελληνικό Κράτος με το άρθρο 3 παρ. Γ κεφάλαιο 5 περ. 5.3 (με τίτλο «Καταπολέμηση της διαφθοράς») του ν. 4336/2015 «… Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α` 94), ότι «Οι αρχές θα τροποποιήσουν και θα εφαρμόσουν το νομικό πλαίσιο για τη δήλωση των περιουσιακών στοιχείων (Οκτώβριος 2015)». Αντιθέτως, στην ίδια ως άνω περίπτωση 5.3 αναφέρεται στη συνέχεια ότι «Η κυβέρνηση δεσμεύεται να εφαρμόσει στο ακέραιο και εγκαίρως τις συστάσεις της Ομάδας χωρών κατά της διαφθοράς (...)», μεταξύ δε των συστάσεων αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη περί ενίσχυσης της αυτοδιοίκησης της δικαστικής λειτουργίας [βλ. την προαναφερθείσα πρόταση της ..στη σελ. 76 και 79 (παρ. 82 και 87) της ανωτέρω έκθεσης αξιολόγησης]. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας και Σ. Χρυσικοπούλου, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: το θέμα του ελέγχου των Δ.Π.Κ. αρχικώς των πολιτικών προσώπων και, ακολούθως, των δικαστικών λειτουργών και των λοιπών κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων συνδέθηκε εξαρχής από τον κοινό νομοθέτη με τη διασφάλιση της διαφάνειας στο δημόσιο βίο και με την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αποτροπή των φαινομένων αθέμιτου πλουτισμού (βλ. τις αιτιολογικές εκθέσεις που συνοδεύουν τους ν. 4351/1964, 2429/1996, 3213/2003, 3849/2010, 3932/2011, 4065/2012, 4281/2014, 4389/2016). Κατ’ ακολουθίαν τούτου, και το θέμα του ελέγχου των Δ.Π.Κ. των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, το οποίο αποτελεί, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο των ρυθμίσεων του ν. 3213/2003 (όπως ισχύει), δεν θίγει την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας έναντι των λοιπών λειτουργιών, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, ούτε παραβιάζει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών που κατοχυρώνεται, επίσης, στα άρθρα 87 έως 91 αυτού. Τούτο δε, διότι ο έλεγχος αυτός δεν παρεμβαίνει καθόλου στην άσκηση των δικαστικών καθηκόντων, αφού, ως εκ του αντικειμένου του, δεν συνεπάγεται καμία επέμβαση στην ανεξαρτησία γνώμης την οποία οφείλουν να έχουν οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ούτε θίγει τον, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, σχηματισμό της δικαστικής κρίσης τους (βλ. άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος), ώστε να είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται, κατά την άσκηση του πιο πάνω ελέγχου, σύμφωνα με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία αυτών. Ενόψει των ανωτέρω, το γεγονός ότι η ασκούσα τον έλεγχο αυτόν επιτροπή δεν αποτελείται στο σύνολό της ή έστω, κατά πλειοψηφία, από δικαστικούς λειτουργούς δεν παραβιάζει τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, με δεδομένη, μάλιστα, και την ανάγκη στελέχωσης της εν λόγω επιτροπής από πρόσωπα με εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις, ώστε να είναι αποτελεσματική η λειτουργία της. Εξ άλλου, αν από τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, ανακύψει τυχόν ζήτημα πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης του δικαστικού λειτουργού, τη σχετική κρίση θα εκφέρουν τα δικαστήρια, πειθαρχικά (Ολομέλειες του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βλ. άρθρο 95 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) και ποινικά, και τα πειθαρχικά συμβούλια (Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 91 του Συντάγματος, βλ. και άρθρο 95 παρ. 4 του πιο πάνω Κώδικα, εννεαμελή και επταμελή πειθαρχικά συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και πενταμελή συμβούλια των οικείων εφετείων, βλ. άρθρο 95 παρ. 5 έως 11 του ίδιου Κώδικα, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 2172/1993, Α` 207) και έτσι, με τον τρόπο αυτόν, προστατεύεται η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του. Συνεπώς, οι διατάξεις της υποπερίπτωσης αα` της περίπτωσης α` της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 224 του ν. 4281/2014, η περ. α` αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 174 του ν. 4389/2016 και η υποπερ. αα` προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 174 του ίδιου νόμου) και του άρθρου 229 του ν. 4281/2014, κατά το μέρος που ορίζουν ότι οι Δ.Π.Κ. και οι Δ.Ο.Σ. των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών υποβάλλονται στη Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της προβλεπόμενης στο άρθρο 7 του ν. 3691/2008 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3932/2011) ανεξάρτητης Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, Μονάδα στην οποία προΐσταται εν ενεργεία ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός που επιλέγεται από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και η πλειοψηφία των μελών της οποίας δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί (βλ. άρθρο 7 παρ. 1 και 5 και 3 περ. α` του ν. 3691/2008, όπως αντικαταστάθηκε), δεν αντίκεινται στα άρθρα 26 και 87 έως 91 του Συντάγματος. Επίσης, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αυτές διατάξεις η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3932/2011), κατά το μέρος που ορίζει ότι σκοπός της πιο πάνω ανεξάρτητης αρχής είναι ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ούτε και η διάταξη της υποπερίπτωσης δδ` της περίπτωσης γ` της παρ. 3 του άρθρου 7Α του ίδιου νόμου (όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3932/2011), η οποία ορίζει ότι η Γ` Μονάδα της πιο πάνω ανεξάρτητης αρχής προβαίνει σε έλεγχο όλων των δηλώσεων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Πρέπει, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως. 19. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω, ότι κατά το σύστημα ελέγχου του ν. 3213/2003, ο οποίος ενεργοποιείται με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δικαστικός λειτουργός καταλήγει να ελέγχεται δύο φορές και μάλιστα από διαφορετικά όργανα (μη συγκροτούμενα κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς), αν είναι σύζυγος αυτοτελώς υπόχρεου, μη δικαστικού λειτουργού. Το σύστημα αυτό, κατά τις αιτούσες ενώσεις, παραβιάζει την αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. 20. Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ` εδ. β` του ν. 3213/2003, η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον/την υπόχρεο και υπογράφεται από τον/την ίδιο/ίδια, για τα δικά του/της στοιχεία, από τον/τη σύζυγο, για τα δικά του/της στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους για τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους· κατά δε το άρθρο 229 παρ. 1 και 2 του ν. 4281/2014, η Δ.Ο.Σ. υποβάλλεται από τον/την υπόχρεο και υπογράφεται από τον/την ίδιο/ίδια, για τα δικά του/της στοιχεία, και από τον/τη σύζυγο, για τα δικά του/της στοιχεία. Στο άρθρο 2 παρ. 4 της προσβαλλόμενης απόφασης ορίζεται ότι ο/η υπόχρεος υποβάλλει με τον/τη σύζυγο κοινή Δ.Π.Κ., στη δε παράγραφο 5 ότι, σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του/της συζύγου του υπόχρεου να συνυποβάλλει κοινή δήλωση, η δήλωση υποβάλλεται μόνον από τον υπόχρεο, ο οποίος αναφέρει στις παρατηρήσεις του συστήματος το γεγονός της άρνησης ή της αδυναμίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο έλεγχος των Δ.Π.Κ. και των Δ.Ο.Σ. αφορά όχι μόνο το υπόχρεο πρόσωπο αλλά και την οικογένεια αυτού (σύζυγο και, στην περίπτωση των Δ.Π.Κ., ανήλικα τέκνα). Ο έλεγχος αυτός είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικά ανεκτός, λαμβανομένης υπόψη της κοινής ζωής του υπόχρεου με τον/τη σύζυγό του και τα ανήλικα τέκνα τους (πρβλ… 2013-676 .. απόφαση της 9.10.2013 σκ. 15, Ε.Δ.Δ.Α. …..κατά Πολωνίας απόφαση επί του παραδεκτού της 25.10.2005 σελ. 11, 12, επί δήλωσης περιουσιακής κατάστασης δημοτικού συμβούλου). Σύμφωνα δε και με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 18, όταν ο/η σύζυγος δικαστικού λειτουργού είναι και ο ίδιος (υπό άλλη ιδιότητα, εκτός εκείνης του δικαστικού λειτουργού) αυτοτελώς υπόχρεος σε υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., τα περιουσιακά στοιχεία του/της συζύγου θα πρέπει να δηλώνονται από τον δικαστικό λειτουργό στη Δ.Π.Κ. αυτού, την οποία θα υποβάλλει στο όργανο που θα συγκροτηθεί κατά τα οριζόμενα στη σκέψη αυτή (πλην της περίπτωσης άρνησης ή αδυναμίας του/της συζύγου να συνυποβάλλει κοινή δήλωση - άρθρο 2 παρ. 5 προσβαλλόμενης κ.υ.α.), στο όργανο δε αυτό θα υποβάλλεται και η Δ.Ο.Σ. του/της συζύγου· ο/η δε σύζυγος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να υποβάλει αυτοτελή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. στο κατ’ αρχήν αρμόδιο γι’ αυτόν/αυτήν όργανο και υπόκειται, και για τα δικά του/της περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά συμφέροντα, στον έλεγχο του αρμόδιου για τον δικαστικό λειτουργό οργάνου. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στον έλεγχο της Δ.Π.Κ. και της Δ.Ο.Σ. του δικαστικού λειτουργού μέσω της Δ.Π.Κ. και της Δ.Ο.Σ. του/της συζύγου του από όργανο διάφορο εκείνου που θα συγκροτηθεί κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 18, κατά παράβαση των οριζομένων στη σκέψη αυτή. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν στην περίπτωση που ο δικαστικός λειτουργός είναι σύζυγος προσώπου εκ των μνημονευομένων στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. α`- ε` του ν. 3213/2003, όπως ισχύει. Στην περίπτωση αυτή, λόγω του αυξημένου θεσμικού κύρους του οργάνου που ελέγχει τους μνημονευομένους στη διάταξη αυτή υπόχρεους και της έκτασης του ελέγχου (άρθρα 3Α παρ. 1, 2, 1 παρ. 2εδ. β`, 2 παρ. 1 περ. α` στοιχ. ix, 2 παρ. 3, 3Β παρ. 2 του ν. 3213/2003, όπως ισχύουν), ο δικαστικός λειτουργός και ο/η σύζυγός του πρέπει να υποβάλλουν και οι δύο δηλώσεις στο αρμόδιο για τον καθένα όργανο, στις οποίες θα περιλαμβάνονται τα περιουσιακά στοιχεία αμφοτέρων, καθώς και των ανήλικων τέκνων τους (άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ` εδ. β` ν. 3213/2003), οι οποίες θα ελέγχονται και από τα δύο όργανα. Κατά δε τη συγκλίνουσα γνώμη των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Θ. Αραβάνη και Μ. Σωτηροπούλου, το ανωτέρω σύστημα υποβολής δύο αυτοτελών δηλώσεων πάσχει κατά το μέρος που δεν εξασφαλίζει ότι οι δηλώσεις των δικαστικών λειτουργών δεν θα ελεγχθούν και από αρχή άλλη από αυτήν που περιγράφεται στη σκέψη 17. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, κατά το μέρος που με βάση το καθιερούμενο από τον νόμο σύστημα οι Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. δικαστικού λειτουργού, αν είναι σύζυγος αυτοτελώς υπόχρεου μη δικαστικού λειτουργού, καταλήγουν να ελέγχονται δύο φορές και μάλιστα από διαφορετικά όργανα (μη συγκροτούμενα, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, από ανώτατους τακτικούς δικαστές), οι σχετικές διατάξεις αντίκεινται στα άρθρα 26 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά τον βάσιμο λόγο, που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας και Σ. Χρυσικοπούλου, κατά τη γνώμη των οποίων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως ότι ο ν. 3213/2003, όπως ισχύει, κατά παράβαση των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων δεν περιέχει ρύθμιση που να ορίζει ότι και οι σύζυγοι των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ως αυτοτελώς υπόχρεοι σε δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, ελέγχονται από το ίδιο συλλογικό όργανο, που ελέγχει τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς και αποτελείται, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, από δικαστικούς λειτουργούς και δεν περιέχει ρύθμιση που να εξαιρεί τους συζύγους των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από την υποχρέωση υποβολής αυτοτελούς δήλωσης. Τούτο, διότι η αποδοχή των λόγων αυτών στηρίζεται στην παραδοχή ότι δεν επιτρέπεται, κατά το Σύνταγμα, οι Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλλονται στη Γ` Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της ανεξάρτητης Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 (όπως ισχύει) και να ελέγχονται από τη Μονάδα αυτή η παραδοχή όμως αυτή δεν έγινε δεκτή από τη μειοψηφήσασα γνώμη των πιο πάνω Συμβούλων που παρατίθεται στη σκέψη 18. 21. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι αντίκεινται στην αρχή της ισότητας α) o υποχρεωτικός έλεγχος των Δ.Π.Κ. των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας (άρθρο 7Α παρ. 3 περ. γ` υποπερ. δδ` ν. 3691/2008, όπως ισχύει) και β) η συναφής υποχρέωση των υποχρεωτικώς ελεγχομένων προσώπων να επισυνάψουν στη Δ.Π.Κ. όλα τα αναγκαία έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η περιουσιακή τους κατάσταση (άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ` εδ. δ` ν. 3213/2003, όπως ισχύει), και μάλιστα σε ηλεκτρονική μορφή (άρθρο 4 παρ. 6 προσβαλλόμενης κ.υ.α.). Τούτο, διότι, κατά τις αιτούσες ενώσεις, οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στα Ανώτατα Δικαστήρια, ενώ για τους λοιπούς προβλέπεται «δειγματοληπτικός» ή «στοχευμένος» έλεγχος ο δε υποχρεωτικός έλεγχος προβλέπεται ανεξαρτήτως βαθμού, αφορά δηλαδή και τους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του πρωτοδίκη διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και τους παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων ειδικώς δε οι εισηγητές και οι πάρεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν διαθέτουν αποφασιστική ψήφο. 22. Επειδή, η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ως υπηρετούντος σε Ανώτατο Δικαστήριο ως κριτήριο για τον υποχρεωτικό έλεγχο της δήλωσής του είναι απρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, η εξυπηρέτηση του οποίου επιδιώκεται με το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή η ενίσχυση του κύρους και η προστασία της Δικαιοσύνης από καταγγελίες εναντίον των λειτουργών της, η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των δικαστικών λειτουργών και η αποφυγή απόκτησης περιουσιακών ωφελημάτων εκ μέρους δικαστικών λειτουργών επωφελουμένων από την ιδιότητά τους). Και τούτο, διότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο του φακέλου ότι υπάρχει ανάγκη κατά προτεραιότητα ελέγχου των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων σε επίπεδο που να καθιστά αναγκαία τη λήψη μέτρων όπως το επίδικο, ούτε, άλλωστε, επικαλείται, και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο η Διοίκηση. Από τη μνημονευθείσα μάλιστα στη σκέψη 18 έκθεση αξιολόγησης για την Ελλάδα, που υιοθετήθηκε από την ……. κατά την 68η Ολομέλεια αυτής (15-19 Ιουνίου 2015) και αφορά την πρόληψη διαφθοράς, μεταξύ άλλων, δικαστών και εισαγγελέων, αφού διαπιστώνεται ότι «αναφέρεται συχνά ότι το δικαστικό σώμα συγκαταλέγεται στους πλέον αξιόπιστους θεσμούς στην Ελλάδα, γεγονός που εξηγεί τον όγκο δικογραφιών που υποβάλλουν οι πολίτες που φέρεται να ζητούν το δίκιο τους, μεταξύ άλλων για τις συνέπειες της δυσλειτουργίας άλλων κρατικών θεσμών» [βλ. σελ. 13, 14, στην οποία γίνεται παραπομπή και στη μνημονευθείσα έκθεση του Οργανισμού «……….»), σελ. 62, η οποία αναφέρεται στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς την δικαστική εξουσία «παρά τα μεμονωμένα δικαστικά σκάνδαλα»] και ότι η αυτοδιοίκηση της δικαστικής εξουσίας «αποτελεί σημαντικό παράγοντα από την άποψη της ανεξαρτησίας» (σελ. 95 και 96), συνάγεται ότι ο κίνδυνος, στον οποίο κυρίως είναι εκτεθειμένοι οι δικαστές, ιδίως οι ανώτατοι, κατά τη γνώμη των συντακτών της εν λόγω έκθεσης, είναι να επιχειρήσει η εκτελεστική λειτουργία - ενόψει της εξουσίας που έχει ως προς την επιλογή στους ανώτατους βαθμούς της δικαστικής ιεραρχίας και τον πειθαρχικό έλεγχο αυτών - να ασκήσει πιέσεις έναντι της υπόσχεσης περαιτέρω ιεραρχικής εξέλιξης ή υπό την απειλή άσκησης πειθαρχικής δίωξης (σελ. 13, 75, 76, 79). Ο κίνδυνος δε αυτός προδήλως δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με τον υποχρεωτικό έλεγχο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, διότι δεν αφορά τη διάπραξη του αδικήματος της δωροληψίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος που αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο των δηλώσεων αποκλειστικά των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι ο έλεγχος αυτός αφορά μόνο τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στα ως άνω δικαστήρια (και όχι και τους Εισηγητές και Παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και έχουν τη μεγαλύτερη θεσμική εξουσία, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτου, παρέλκει η εξέταση του λόγου περί παράβασης της αρχής της ισότητας λόγω της υποχρέωσης ηλεκτρονικής συνυποβολής δικαιολογητικών από τους δικαστές που υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Ι. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Ι. Μαντζουράνης, Δ. Σκαλτσούνης, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Π. Μπραΐμη, Α. Μ. Παπαδημητρίου, κατά τη γνώμη των οποίων η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ως μέλους Ανώτατου Δικαστηρίου αποτελεί πρόσφορο κριτήριο για το υποχρεωτικό του ελέγχου των Δ.Π.Κ. αυτού. Όπως προβάλλει και το Δημόσιο στο από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων, ο νομοθέτης θέσπισε ως υποχρεωτικό τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. των ως άνω δικαστικών λειτουργών, διότι έκρινε ότι έχουν θεσμικά μεγαλύτερη εξουσία, ο υποχρεωτικός δε αυτός έλεγχος εκτείνεται, για τον ίδιο λόγο, και σε άλλες κατηγορίες ελεγχομένων (Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης κ.λπ.- άρθρο 7Α παρ. 3 περ. γ` ν. 3691/2008, όπως ισχύει)· εξ άλλου, και οι δηλώσεις των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. α` - ε` του ν. 3213/2003, τα οποία ομοίως έχουν θεσμικά μεγαλύτερη εξουσία, ελέγχονται επίσης υποχρεωτικά (άρθρο 3Β παρ. 2 ν. 3213/2003, όπως ισχύει). Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 23. Επειδή, προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α` υποπερ. v και vi του ν. 3213/2003, κατά τις οποίες στη Δ.Π.Κ. περιλαμβάνονται ως περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ άλλων, μετρητά χρήματα (πλην καταθέσεων), των οποίων το ποσό υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, καθώς και άλλα κινητά αντικείμενα φυλασσόμενα είτε σε θυρίδες τραπεζών ή, κατά κανόνα, στην κατοικία των υπόχρεων, εφόσον η αξία τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ανά κινητό, αντίκεινται στα άρθρα 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος και υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλει η καθιερούμενη στο Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ`) αρχή της αναλογικότητας, διότι προσβάλλουν κατά τρόπο υπέρμετρο και απρόσφορο το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, του ιδιωτικού βίου και της ασφάλειας των υπόχρεων και των οικογενειών τους. 24. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη»· στο άρθρο 9 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας»· στο άρθρο 9Α ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2016/C 202/02) ορίζεται ότι: άρθρο 8 Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής»· άρθρο 52 Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. 2. ...». Με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α` 50) μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 95/46 ΕΚ «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (L 281/1995). H οδηγία αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως δε της ιδιωτικής τους ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (C-131/12 .., … κατά … απόφαση της 13.5.2014 σκ. 66). Κατά τους ορισμούς της οδηγίας, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που δέχεται το άρθρο 13 αυτής, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός προς τις «αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων», τις οποίες θέτει το άρθρο 6 και αφετέρου προς τις «βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων» που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας. Ειδικότερα, τα δεδομένα πρέπει «να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς» (άρθρο 6 παρ. 1 στ. β`), να είναι «κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά» σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6 παρ. 1 στ. γ`) και να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί, ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6 παρ.1 στ. ε`). Επιπλέον, κατά το άρθρο 7 στ. γ` και ε` της ίδιας οδηγίας, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή, αντιστοίχως, αν «είναι απαραίτητη για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας» ή αν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας [...] στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα». Εντούτοις, κατά το άρθρο 13 στ. ε` και στ` της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν ιδίως από το άρθρο 6 παρ. 1 της οδηγίας όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη «σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικονομικού συμφέροντος κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων» ή «αποστολής ελέγχου, επιθεώρησης ή ρυθμιστικών καθηκόντων που συνδέονται, έστω και ευκαιριακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας» στις ειδικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο προαναφερθέν στοιχείο ε`. Τέλος, οι διατάξεις της οδηγίας 95/46, καθόσον διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται ενόψει των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση του οποίου διασφαλίζει το Δικαστήριο αυτό (Δ.Ε.Ε. C- 465/00, C-138/01 και C-139/01 … απόφαση της 20.5.2003 σκ. 65-68, βλ. και C-293/12 και C- 594/12 .. απόφαση της 8.4.2014 σκ. 38-44). Περαιτέρω, ο ως άνω ν. 2472/1997 προβλέπει ότι ως δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 2 περ. α`), ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (‘επεξεργασία’) κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο, ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση (άρθρο 2 περ. δ`), και, αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (‘αρχείο’), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (άρθρο 2 περ. ε`). Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται να υποβάλλονται σε ενημέρωση. δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής, η Αρχή μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση της να επιτρέπει την διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή και τρίτων. Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας (όπως το στοιχείο δ` τροποποιήθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 3471/2006) 2. Η τήρηση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας (όπως το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3471/2006). Η Αρχή, εάν εξακριβώσει αυτεπαγγέλτως ή μετά από σχετική καταγγελία παράβαση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, επιβάλλει τη διακοπή της συλλογής ή της επεξεργασίας και την καταστροφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη συλλεγεί ή τύχει επεξεργασίας». 25. Επειδή, τα επίμαχα περιουσιακά στοιχεία που οφείλουν οι υπόχρεοι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. α` υποπερ. v και vi του ν. 3213/2003, μετά την αντικατάσταση της περ. α` με το άρθρο 173 παρ. 1 του ν. 4389/2016, να συμπεριλάβουν στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλουν, δηλαδή, τα μετρητά χρήματα άνω των 15.000 ευρώ, τα οποία φυλάσσονται εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων ή εντός θυρίδων, και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, εφόσον η αξία αυτών υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ ανά κινητό, εμπίπτουν στην σφαίρα του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου των υποχρέων (πρβλ…και λοιποί κατά …… απόφαση της 7.7.2015 σκ. 51 επ.), συνιστούν δε και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2 στ. α` της οδηγίας 95/46, και του άρθρου 2 περ. α` του ν. 2472/1997, αφού πρόκειται για πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικό πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (πρβλ. Δ.Ε.Ε. C-465/00 .. σκ. 64 και σκ. 73 περί υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 Ε.Σ.Δ.Α., C-73/07….απόφαση της 16.12.2008 σκ. 35, … 2013-676 DC σκ. 13 για δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, Ε.Δ.Δ.Α. …. κατά Πολωνίας σελ. 9, 10, Γνωμοδότηση 7/2011 Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σκ. 5, Π.Ε. 96/1999 σκ. 8). 26. Επειδή, με τη θέσπιση της υποχρέωσης υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. επιδιώκεται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η ενίσχυση της διαφάνειας, καθώς και η πρόληψη και καταστολή ενδεχομένων κρουσμάτων διαφθοράς. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται κυρίως με τον έλεγχο της μεταβολής (αύξησης) της περιουσίας των υπόχρεων επί όσο χρόνο διατηρούν την ιδιότητα λόγω της οποίας υπέχουν την υποχρέωση υποβολής των άνω δηλώσεων. Επομένως, δεν αποτελεί αντικείμενο των διατάξεων που μνημονεύθηκαν η δημιουργία περιουσιολογίου, δηλαδή η καταγραφή των πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων και της αξίας αυτών, για πληθώρα κατηγοριών και μεγάλο αριθμό ελλήνων πολιτών - στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί - και ο έλεγχος της ακρίβειας αυτού με την απειλή βαρύτατων ποινικών και διοικητικών κυρώσεων (άρθρα 6 και 9 ν. 3213/2003), χωρίς μάλιστα να προκύπτει ο σκοπός δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος επιδιώκεται με την κατάρτιση ενός τέτοιου περιουσιολογίου. Εξ άλλου, η υποχρέωση να συμπεριληφθούν στη Δ.Π.Κ. ποσά σε μετρητά που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και φυλάσσονται εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων ή εντός θυρίδων, καθώς και κινητά περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αξία υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, αποτελεί περιορισμό όχι μόνο του δικαιώματος των υπόχρεων για προστασία των προσωπικών δεδομένων τους, αλλά και του δικαιώματός τους για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και για προστασία του ιδιωτικού τους βίου, διότι οι υπόχρεοι καλούνται να αποκαλύψουν στοιχεία που ανάγονται στην προσωπικότητά τους και στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή. Δεδομένου ότι ο περιορισμός αυτός προβλέπεται από τυπικό νόμο, θεσπίζεται δε κατ’ επίκληση νόμιμου σκοπού πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω το ζήτημα, αν πληροί τους όρους της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος). 27. Επειδή, η υποχρέωση δήλωσης μετρητών χρημάτων που δεν περιλαμβάνονται σε καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο για τη διαπίστωση της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου ή μεταβολής αυτής που δεν δικαιολογείται από τα νόμιμα έσοδά του· τούτο, προεχόντως διότι δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί η ακρίβεια της δήλωσης ως προς την κατοχή ή μη μετρητών χρημάτων και του ακριβούς ύψους τους, εφόσον η Δ.Π.Κ. περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, τα περιουσιακά στοιχεία του υπόχρεου κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου της δήλωσης έτους, ο δε έλεγχός της θα γίνει σε χρόνο προφανώς μεταγενέστερο της ημερομηνίας αυτής. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι ο μόνος δυνατός τρόπος ελέγχου από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο, ειδικώς για την εξακρίβωση του ακριβούς ύψους των φυλασσομένων στην οικία των υπόχρεων μετρητών χρημάτων, θα ήταν η κατ’ οίκον έρευνα, η οποία, πραγματοποιούμενη για τον σκοπό απλώς της διαπίστωσης αν είναι ακριβής ή όχι δήλωση περί της περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου, θα αντέκειτο στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο ίδιος τρόπος ελέγχου, εξ ίσου αντίθετος προς τη συνταγματική αυτή διάταξη, θα ήταν ο μόνος δυνατός και για τη διαπίστωση της ακρίβειας Δ.Π.Κ., ως προς τυχόν δηλούμενα ως κινητά μεγάλης αξίας ευρισκόμενα στην οικία υπόχρεου. Εξ άλλου, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπός των διατάξεων, προς εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κ.υ.α., δεν αποτελεί η καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων και της αξίας αυτών ορισμένων κατηγοριών ελλήνων πολιτών, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών, και του ότι οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α` του ν. 3213/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 173 παρ. 1 του ν. 4389/2016, νέες ρυθμίσεις (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη που αφορά την υποχρέωση δήλωσης της κατοχής κινητών πραγμάτων αξίας άνω των 30.000 ευρώ) δεν μπορεί να ανατρέξουν στο παρελθόν και να στηρίξουν ευθύνη των δηλούντων με βάση τις διατάξεις περί Δ.Π.Κ. για κινητά, που είναι ήδη στην κατοχή τους - λαμβανομένων, μάλιστα, υπόψη των αυστηρών κυρώσεων που προβλέπονται από τα άρθρα 6 και 9 του ν. 3213/2003 σε περίπτωση ανακριβούς ή ελλιπούς Δ.Π.Κ. και των αμφισβητήσεων που μπορεί να προκύψουν ως προς τον προσδιορισμό της αξίας κινητών πραγμάτων [βλ. την περίπτωση των ασφαλισμένων κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και άλλων κινδύνων κινητών, των οποίων «η εκτιμώμενη αξία δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στη σχετική σύμβαση», άρθρο 2 παρ. 1 περ. vi εδ. τελευταίο του ν. 3213/2003, όπως ισχύει] - η απλή κατοχή κινητών πραγμάτων αξίας άνω των 30.000 ευρώ δεν αποτελεί πρόσφορο στοιχείο προς εξυπηρέτηση του σκοπού, στον οποίο πράγματι αποβλέπει ο θεσπίζων την υποχρέωση υποβολής των Δ.Π.Κ. και ο οποίος είναι ο έλεγχος της μεταβολής (αύξησης) της περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων. Πρόσφορο στοιχείο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, προκειμένου περί κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας, είναι η υποχρέωση δήλωσης της αγοράς αυτών κατά το έτος κατά το οποίο κτώνται, κατά τον έλεγχο δε της αφορώσας το έτος αυτό δήλωσης μπορεί να εξακριβωθεί αν η δαπάνη για την απόκτηση των κινητών αυτών καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του υπόχρεου. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει, εφόσον ο ήδη ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α` 167) - στο άρθρο 32 παρ. 1 περ. α` του οποίου ορίζεται ότι ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται, μεταξύ άλλων, για αγορά κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας, ως τέτοιων νοουμένων εκείνων των οποίων η αξία υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ - επιβάλλει στους φορολογούμενους να δηλώσουν τη δαπάνη για την απόκτηση κινητών πραγμάτων αξίας άνω των 10.000 ευρώ, που πραγματοποίησαν εντός του οικείου έτους, με την αφορώσα το έτος αυτό δήλωση φόρου εισοδήματος, η οποία συνυποβάλλεται με τη Δ.Π.Κ., και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, περιέρχεται σε γνώση του αρμόδιου για τον έλεγχο της Δ.Π.Κ. οργάνου η πραγματοποίηση της συγκεκριμένης δαπάνης. Παρόμοια ρύθμιση προβλεπόταν και από τον προηγούμενο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α` 151) στο άρθρο 17 παρ. 1 περ. α`, όπως αυτό ίσχυε με τις εκάστοτε τροποποιήσεις του (ως μεγάλης αξίας θεωρουμένων κινητών αξίας αρχικώς 1.000.000 δραχμών και, στη συνέχεια, 3.000 και 5.000 ευρώ). Άλλωστε, η πραγματοποίηση δαπάνης για την αγορά κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας ευχερώς πλέον διαγιγνώσκεται, εφόσον τα φορολογικά στοιχεία αξίας πεντακοσίων ευρώ και άνω, που εκδίδονται, μεταξύ άλλων, για την πώληση αγαθών, εξοφλούνται, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 3842/2010 (Α` 58), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν. 4446/2016 (Α` 240), αποκλειστικώς με τη χρήση κάρτας ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, οι πραγματοποιούμενες δε με τα μέσα αυτά συναλλαγές γνωστοποιούνται στις φορολογικές αρχές (βλ. και κατωτέρω σκ. 33), από τις οποίες μπορεί, κατά το νόμο, όπως ήδη έχει εκτεθεί, να αντλήσει στοιχεία το αρμόδιο για τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. όργανο. Το ότι η υποχρέωση δήλωσης με τη Δ.Π.Κ. των κατεχομένων από τον υπόχρεο κινητών μεγάλης αξίας αποβλέπει στην καταγραφή αυτών και της αξίας τους και όχι στον έλεγχο της νομιμότητας της τυχόν αύξησης της περιουσίας των υπόχρεων συνάγεται από το γεγονός ότι είναι υποχρεωτική η δήλωση και κινητών, ως προς την κτήση των οποίων δεν μπορεί να γεννηθεί καμία αμφιβολία ότι προέρχεται από νόμιμη αιτία, όπως είναι τα κτηθέντα από γονική παροχή και λόγω προίκας, καθώς και των κινητών που έχουν αποκτηθεί από την τελευταία αυτή αιτία σε χρόνο πολύ προγενέστερο εκείνου, κατά τον οποίο το πρώτον θεσπίστηκε η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. για τις περισσότερες κατηγορίες υπόχρεων - στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί -, εφόσον η προίκα καταργήθηκε με τον ν. 1329/1983. Υπέρ της άποψης ότι η υποχρέωση δήλωσης των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων αποβλέπει στην καταγραφή αυτών και της αξίας τους συνηγορούν και τα υποστηριζόμενα με το από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων του Δημοσίου ότι η προσβαλλόμενη κ.υ.α. υιοθετεί (βλ. άρθρο 4 παρ. 6 περ. ε`) την κρίση της 6/2016 γνωμοδότησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά την οποία η συλλογή των συγκεκριμένων προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη μόνον για τις περιπτώσεις που υπάρχει αποδεικτικό της αξίας αυτών, όπως παραστατικό αγοράς ή πράξη φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, ή ασφαλιστική σύμβαση σε περίπτωση ασφάλισής τους κ.λπ. και εφόσον δεν πρόκειται περί οικογενειακών κειμηλίων που έχουν συνήθως από διαθέσεως αξία για τους υπόχρεους. Με τα δεδομένα όμως αυτά, εφόσον δηλαδή πρόκειται κατ’ αρχήν για κινητά, ως προς τα οποία υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την κτήση και την αξία τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση να δηλωθούν με τη Δ.Π.Κ. δρα προληπτικά (αποτρεπτικά) για τη μη αποδοχή εκ μέρους των υπόχρεων δωρεών κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας (πολύτιμων ειδών), αφού, όπως δέχεται και η Διοίκηση, υποχρέωση δήλωσης υφίσταται μόνον για τα κινητά, για την αξία των οποίων υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο και όχι για κινητά, τα οποία ενδεχομένως δεν εκτήθησαν νομίμως και για τα οποία ο υπόχρεος δεν διαθέτει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία περί της κτήσης και της αξίας τους. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α` υποπερ. v και vi του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, κατά το μέρος που προβλέπουν ότι στη Δ.Π.Κ. περιλαμβάνονται ως περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ άλλων, «το σύνολο των μετρητών, που δεν περιλαμβάνονται στην περίπτωση iv , εφόσον το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα προαναφερόμενα ποσά αφορούν αθροιστικά τον υπόχρεο, το σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα» και «τα κινητά μεγάλης αξίας, εφόσον η αξία αυτών υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ..», αντίκεινται στα άρθρα 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος, καθώς και στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος), όπως βασίμως προβάλλεται με τον εκτεθέντα στη σκέψη 23 λόγο ακυρώσεως. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Ι. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Τσιμέκας, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Α.Μ. Παπαδημητρίου, Μ. Σωτηροπούλου και η Πάρεδρος Χ. Σιταρά, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Η υποχρέωση δήλωσης μετρητών χρημάτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων που φυλάσσονται εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελεί κατ’ αρχήν πρόσφορο μέτρο για τη διαπίστωση μεταβολής της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου που δεν δικαιολογείται από τα νόμιμα έσοδά του και διευκολύνει ενδεχόμενο κατασταλτικό έλεγχο, ενδεχομένως δε δύναται να λειτουργήσει και προληπτικά (αποτρεπτικά) για τη μη αποδοχή δωρεών κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας (πολύτιμων ειδών) (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. ….. κατά Πολωνίας σελ 12). Το επιχείρημα ότι ο υπόχρεος που θέλει να αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία, δεν θα συμπεριλάβει στη Δ.Π.Κ. τα επίμαχα μετρητά χρήματα και πολύτιμα είδη δεν είναι κρίσιμο, διότι αυτό ισχύει και για άλλες περιπτώσεις που ο υπόχρεος επιθυμεί να αποκρύψει κάποιο περιουσιακό στοιχείο (λ.χ. ανώνυμα αξιόγραφα, περιεχόμενο τραπεζικών θυρίδων, καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα, ιδίως αν αυτά ευρίσκονται στο εξωτερικό σε μη συνεργαζόμενη χώρα). Η αποτελεσματικότητα δε του μέτρου της υποχρέωσης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης στο σύνολό του συνδέεται άρρηκτα με τον έλεγχο που δύναται να ακολουθήσει, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια των δηλούμενων στοιχείων. Περαιτέρω, το μέτρο είναι και αναγκαίο, δεδομένου ότι τα προβλεπόμενα όρια αξίας των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, που λειτουργούν ως «κατώφλι» για την ενεργοποίηση της σχετικής υποχρέωσης, θεσπίζονται σε ποσά που, κατά την κοινή πείρα, υπερβαίνουν το ποσό των μετρητών που έχει στην κατοχή του (εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων) ο μέσος συναλλασσόμενος για τη διενέργεια καθημερινών συναλλαγών, καθώς και την αξία επιμέρους κινητών πραγμάτων που έχει στην κατοχή του ο μέσος φορολογούμενος, με συνέπεια να είναι δυνατόν να θεωρηθούν εκ του νόμου ως μέσα αποταμίευσης ή επένδυσης των εισοδημάτων ή/και των κεφαλαίων του υπόχρεου. Συνεπώς, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, το σκέλος αυτό του λόγου πρέπει να απορριφθεί, διότι το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει, και μάλιστα προδήλως, όπως απαιτείται (Σ.τ.Ε. 3474/2011 Ολομ., 3035/2011, 931/2010), την αρχή της αναλογικότητας, αφού η φύλαξη μετρητών χρημάτων άνω των 15.000 ευρώ εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων και η κατοχή κινητών περιουσιακών στοιχείων αξίας άνω των 30.000 ευρώ ανά κινητό δύναται να θεωρηθεί ένδειξη μεταβολής της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου. Τέλος, στον ίδιο τον ν. 3213/2003 ορίζεται ότι η δηλούμενη αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων προκύπτει είτε από σχετικό παραστατικό αγοράς ή από πράξη φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, ή προίκας κατά τον χρόνο κτήσης τους. Στην περίπτωση δε κατά την οποία τα κινητά είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η εκτιμώμενη αξία δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στη σχετική σύμβαση (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 α` περ. vi). Ο νόμος, δηλαδή, εξειδικεύει πλήρως τον τρόπο εκτίμησης των κινητών μεγάλης αξίας. Όπως δε βασίμως προβάλλεται με το από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων του Δημοσίου, η προσβαλλόμενη κ.υ.α. υιοθετεί (βλ. άρθρο 4 παρ. 6 περ. ε`) την κρίση της 6/2016 γνωμοδότησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά την οποία η συλλογή των συγκεκριμένων προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη μόνο για τις περιπτώσεις που υπάρχει αποδεικτικό της αξίας αυτών, όπως παραστατικό αγοράς ή πράξη φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, ή ασφαλιστική σύμβαση σε περίπτωση ασφάλισής τους κ.λπ. και εφόσον δεν πρόκειται περί οικογενειακών κειμηλίων που έχουν συνήθως από διαθέσεως αξία για τους υπόχρεους. Συνεπώς, και το σκέλος του λόγου, με το οποίο προβάλλεται ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση (δήλωσης κινητών περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας) συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος στον ιδιωτικό βίο και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν υφίσταται ασφαλής και δεσμευτική μέθοδος υπολογισμού της αξίας των αντικειμένων αυτών, πρέπει, κατά την ως άνω μειοψηφήσασα γνώμη, να απορριφθεί. 28. Επειδή, μετά την αποδοχή του λόγου που αφορά το ανίσχυρο της κατά τα άνω επιβαλλόμενης υποχρέωσης δήλωσης μετρητών, πλην καταθέσεων, ποσού άνω των 15.000 ευρώ και κινητών αξίας άνω των 30.000 ευρώ, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ρύθμιση αυτή αντίκειται και σε συνταγματικές διατάξεις άλλες από τις μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη. 29. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι με την προσβαλλόμενη κ.υ.α. επέρχεται αντισυνταγματική προσβολή του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων των υπόχρεων σε ηλεκτρονική υποβολή των επίμαχων δηλώσεων και προσβολή της προσωπικότητας αυτών ιδίως λόγω του κινδύνου διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών τους στοιχείων. Οι αιτούσες προβάλλουν ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 παρ. 7 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας και ακεραιότητας των προσωπικών δεδομένων και στοιχείων των υπόχρεων. Και τούτο, διότι τα μέλη της αρχής ελέγχου των Δ.Π.Κ. δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεν προσδιορίζονται δε τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. που τηρούνται κρυπτογραφημένα, ούτε οι πολιτικές ασφάλειας που εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των υποβαλλομένων στοιχείων. Δεν προκύπτει δε ότι έχει εκπονηθεί μελέτη επικινδυνότητας με βάση τους κινδύνους και τη φύση των δεδομένων που θα συγκεντρωθούν στην συγκεκριμένη ηλεκτρονική βάση, η οποία απαιτείται στο πλαίσιο ενός συστήματος ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων. Οι αιτούσες προβάλλουν ειδικότερα ότι για πρώτη φορά δημιουργούνται ηλεκτρονικά αρχεία με προσωπικά δεδομένα και το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων όλων των δικαστικών λειτουργών, γεγονός που μεγιστοποιεί τη βλάβη σε περίπτωση διαρροής. Επικαλούνται δε, ως δηλωτικό του κινδύνου, την 98/2013 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.), με την οποία επιβλήθηκε στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης (Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ.) του Υπουργείου Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, πρόστιμο εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ για παράβαση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, συνιστάμενη στο ότι πλήθος προσωπικών δεδομένων φορολογικού χαρακτήρα που αφορούσαν το σύνολο των φορολογουμένων στην Ελλάδα για τα έτη 2000 έως και 2012 είχαν καταστεί αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας από τρίτους, γεγονός που οφειλόταν στη μη ύπαρξη κατάλληλων μέτρων ασφάλειας για την αποτροπή, ανίχνευση και διερεύνηση περιστατικών παραβίασης προσωπικών δεδομένων· πρόκειται δε για την ίδια αρχή, τα όργανα της οποίας εκτελούν την επεξεργασία της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης. 30. Επειδή, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 10, στο άρθρο 5 της προσβαλλόμενης κ.υ.α. ορίζεται ότι υπεύθυνοι επεξεργασίας της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης, όπως ορίζεται στον ν. 2472/1997, είναι τα κατά το άρθρο 3 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, όργανα ελέγχου, μόνο για τους ελεγχόμενους αρμοδιότητάς τους (παρ. 1). Εκτελούντες την επεξεργασία της ανωτέρω βάσης δεδομένων κατ’ εντολή των υπευθύνων επεξεργασίας, είναι τα όργανα της Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ., καθώς και τα ίδια τα όργανα ελέγχου μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους (παρ. 2). Την ευθύνη διαχείρισης του ηλεκτρονικού συστήματος έχουν τα όργανα ελέγχου, μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους (παρ. 3). Για τις ανάγκες του ελέγχου των Δ.Π.Κ., κάθε όργανο ελέγχου ορίζει τους υπαλλήλους του, καθώς και τα δικαιώματα πρόσβασης, που αυτοί έχουν επί των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του ηλεκτρονικού συστήματος. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα των υπαλλήλων αυτών είναι αυστηρά προσωποποιημένη, ελεγχόμενη μέσω μοναδικού ονόματος χρήστη και προσωπικού μυστικού κωδικού. Οι ενέργειες των υπαλλήλων αυτών εντός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγράφονται ηλεκτρονικά (παρ. 4). Εξ άλλου, τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. τηρούνται κρυπτογραφημένα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του συστήματος (άρθρο 4 παρ. 7 της προσβαλλόμενης κ.υ.α.). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα στελέχη της Γ.Γ.Π.Σ. δεν έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες του πληροφοριακού συστήματος «πόθεν έσχες» (βλ. και το …13.12.2016 έγγραφο της Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ. του Υπουργείου Οικονομικών). Με το έγγραφο αυτό διευκρινίζεται ότι τα στοιχεία που τηρούνται κρυπτογραφημένα είναι τα ακόλουθα: α. Η οργανική μονάδα, στην οποία υπηρετεί ο υπόχρεος, β. Ο βαθμός του υπαλλήλου ή του ενστόλου, γ. Η ιδιότητα, από την οποία προκύπτει η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ., δ. Η ποσότητα και όλες οι αξίες (κτήσης, πώλησης και αποτίμησης) των κινητών πραγμάτων και των μετρητών, ε. Το πιστωτικό ίδρυμα, τα τέσσερα τελευταία ψηφία του IBAN, το πλήθος των συνδικαιούχων και το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού, στ. Ο τίτλος του επενδυτικού προϊόντος, η αξία αγοράς και πώλησης και η ποσότητα για τα επενδυτικά προϊόντα, ζ. Η επωνυμία της επιχείρησης, ο ΑΦΜ της, το έτος έναρξης της συμμετοχής, το αρχικό κεφάλαιο εισφοράς, το κεφάλαιο εισφοράς στις 31 Δεκεμβρίου, η αξία αγοράς και πώλησης όσον αφορά στις συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Όσον αφορά το ζήτημα της πολιτικής ασφάλειας του συστήματος, διευκρινίζεται στο ίδιο έγγραφο ότι για την υλοποίηση του πληροφοριακού συστήματος «πόθεν έσχες» εκπονήθηκε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών - Τμήμα Πληροφορικής σχέδιο ασφάλειας που περιλαμβάνει τα μέτρα προστασίας/ασφάλειας και την πολιτική ασφάλειας. Η μελέτη βασίστηκε σε αποτίμηση της υπάρχουσας επικινδυνότητας των τηρουμένων δεδομένων και προτάθηκαν τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας για το σύνολο του πληροφοριακού συστήματος. Περαιτέρω, με το από 30.12.2016 συμπληρωματικό έγγραφο απόψεων προβάλλεται ότι, σε συνέχεια της 98/2013 απόφασης της Α.Π.Δ.Π.Χ., η Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ. προχώρησε σε σειρά ενεργειών με σκοπό τον χρονοπρογραμματισμό και την υλοποίηση των μέτρων που προβλέπονται από την απόφαση αυτή (…/30.12.2016 έγγραφο του Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ. του Υπουργείου Οικονομικών)· έχει δε ήδη εκδοθεί η 75/2016 απόφαση της Α.Π.Δ.Π.Χ. μετά τη διεξαγωγή διοικητικού ελέγχου στα αρχεία της Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ. και της Γ.Γ.Δ.Ε. με αντικείμενο την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την επεξεργασία που πραγματοποιείται ιδίως μέσω των εφαρμογών του υποσυστήματος Μητρώου του Taxis και του Taxisnet. Με την απόφαση αυτή (75/2016) η Α.Π.Δ.Π.Χ. κρίνει το επίπεδο της ασφάλειας του υπεύθυνου επεξεργασίας ως προς την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, σχετικά ικανοποιητικό και απευθύνει σύσταση στον υπεύθυνο επεξεργασίας να συμμορφωθεί με τις συστάσεις που αναφέρονται στο επισυναπτόμενο εμπιστευτικό πόρισμα ελέγχου και το εμπιστευτικό παράρτημα της απόφασης αυτής και να ενημερώνει την αρχή σχετικά με την πρόοδο υλοποίησης των συστάσεων αυτών. 31. Επειδή, η εξέταση του λόγου, κατά το μέρος που αναφέρεται στη συγκρότηση του οργάνου ελέγχου των Δ.Π.Κ., παρίσταται αλυσιτελής, μετά την αποδοχή του λόγου που αναφέρεται στη συγκρότηση του οργάνου αυτού, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 18. Όσον αφορά την ασφάλεια του πληροφοριακού συστήματος «πόθεν έσχες», προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ιδίως δε τα μνημονευθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ότι η Διοίκηση έχει λάβει ικανά μέτρα προκειμένου να ενισχύσει την ασφάλεια του συστήματος και να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους επέμβασης τρίτων σε αυτό και διαρροής των δεδομένων· οι κίνδυνοι αυτοί είναι σύμφυτοι με κάθε παρόμοιο σύστημα, είναι δε δυνατόν να ελαχιστοποιηθούν αλλά όχι να εξαλειφθούν. Η δε περαιτέρω εκτίμηση της επάρκειας των ανωτέρω μέτρων συνιστά τεχνική κρίση, η οποία δεν είναι δυνατή στα πλαίσια του ακυρωτικού ελέγχου. Συνεπώς, ο λόγος είναι απορριπτέος, και κατά το μέρος τούτο, ως αβάσιμος. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Ι. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου και Γ. Ποταμιάς, κατά τη γνώμη των οποίων τα μέτρα που έχει λάβει η Διοίκηση δεν εξασφαλίζουν σε επαρκή βαθμό τον κίνδυνο επέμβασης τρίτων στο ως άνω πληροφοριακό σύστημα, λαμβανομένης υπόψη και της ως άνω 98/2013 απόφασης της Α.Π.Δ.Π.Χ., καθώς και της μεταγενέστερης 75/2016 απόφασης της ίδιας αρχής, με την οποία το επίπεδο ασφάλειας του υπεύθυνου επεξεργασίας, ως προς την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων του υποσυστήματος Μητρώου του Taxis και του Taxisnet, απλώς κρίθηκε «σχετικά ικανοποιητικό» και απευθύνθηκαν συστάσεις στον υπεύθυνο επεξεργασίας να συμμορφωθεί με τις συστάσεις που αναφέρονται στο πόρισμα ελέγχου και το παράρτημα της απόφασης· δεν προκύπτει δε από τα στοιχεία του φακέλου συμμόρφωση προς τις συστάσεις αυτές. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, ο εξεταζόμενος λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 32. Επειδή, προβάλλεται ότι από καμία διάταξη της νομοθεσίας και της προσβαλλόμενης απόφασης δεν τίθεται χρονικός περιορισμός στην αρμοδιότητα της ελεγκτικής αρχής να ελέγξει τις Δ.Π.Κ. και τις Δ.Ο.Σ. των υπόχρεων, ούτε προβλέπεται χρονικό διάστημα διατήρησης των σχετικών ηλεκτρονικών αρχείων· τούτο δε αντίκειται, κατά τις αιτούσες ενώσεις, στο Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1, 9Α, καθώς και στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν τη δικαστική ανεξαρτησία). 33. Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος [πρβλ. Α.Ε.Δ. 14/2013, Σ.τ.Ε. 2034/2011 Ολομ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.· βλ. και τον ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α` 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η`)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 11/2003, Σ.τ.Ε. 2034/2011 Ολομ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015), πρέπει δε να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που θεσπίζουν διαδικασίες διοικητικού ελέγχου, οι οποίες μάλιστα μπορεί να οδηγήσουν σε επιβολή διοικητικών ή και ποινικών κυρώσεων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 675/2017 7μ., 1623/2016 7μ, 144, 1976/2015). Ειδικότερα, η ως άνω θεμελιώδης αρχή απαιτεί η κατάσταση του υπόχρεου υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., όσον αφορά την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων της νομοθεσίας περί πόθεν έσχες να μην μπορεί να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω. Συνακόλουθα, για την άσκηση και ολοκλήρωση του διοικητικού ελέγχου, όσον αφορά την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, απαιτείται να ισχύει συγκεκριμένη προθεσμία, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της ως άνω αρχής λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να είναι προβλέψιμη από τον ενδιαφερόμενο. Η προθεσμία αυτή πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, ώστε, αφενός να επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο της τήρησης της υποχρέωσης υποβολής πλήρους και ακριβούς Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., χωρίς όμως να ενθαρρύνει απραξία των αρμοδίων ελεγκτικών αρχών, και αφετέρου να μην αφήνει τους μεν υπόχρεους έκθετους σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου και στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, το δε Δημόσιο έκθετο στον κίνδυνο να μην επιτευχθεί, και δη επικαίρως, ο στόχος της διαφάνειας στον δημόσιο βίο και εντοπισμού ενδεχομένων φαινομένων διαφθοράς (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1623/2016 7μ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1976/2015 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία Δ.Ε.Ε. και Ε.Δ.Δ.Α.). Η ανάγκη δε εκ των προτέρων καθορισμού εύλογης προθεσμίας για διενέργεια και περαίωση του ελέγχου είναι εντονότερη προκειμένου περί δικαστικών λειτουργών, ενόψει και των εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν. Εύλογη δε προθεσμία για την ολοκλήρωση του ελέγχου των δηλώσεων από το αρμόδιο για τον έλεγχο αυτόν όργανο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη της πενταετίας από τη λήξη του έτους υποβολής των εν λόγω δηλώσεων [βλ. για τη Γαλλία, άρθρο 7-3 του ν. 58-1270 της 22.12.1958, όπως το άρθρο αυτό εισήχθη με το άρθρο 26 του ν. 2016-1090 της 8.8.2016, σύμφωνα με το οποίο η .. … .. οφείλει εντός έξι μηνών από την παραλαβή της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης να αποφανθεί αν η δήλωση παρίσταται δικαιολογημένη, οπότε και ενημερώνει σχετικά τον ελεγχόμενο ή, αντίθετα, αν κρίνεται αδικαιολόγητη, οπότε και παραπέμπει τον φάκελο στον εισαγγελέα]. Η προθεσμία δε αυτή παρίσταται εύλογη και μετά την αύξηση με αλλεπάλληλους νόμους των κατηγοριών και του αριθμού των υπόχρεων υποβολής Δ.Π.Κ. (15 κατηγορίες υπόχρεων υποβολής Δ.Π.Κ. με βάση την αρχική μορφή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3213/2003 και ήδη, με βάση τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει, 47 συνολικά κατηγορίες υπόχρεων, καθώς και, σύμφωνα με την περίπτωση μη` της εν λόγω παραγράφου 1, και κάθε άλλη κατηγορία για την οποία προβλέπεται υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. από ειδική διάταξη νόμου). Τούτο, διότι υπάρχει πλέον στη διάθεση των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών πλήρες ηλεκτρονικό οπλοστάσιο για την ταχεία και αποτελεσματική διενέργεια του σχετικού ελέγχου, ενόψει και της ραγδαίας συνεχούς αύξησης της υπολογιστικής δύναμης των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της δυνατότητας ταχύτατης επεξεργασίας των δεδομένων και μεταφοράς αυτών μέσω του διαδικτύου (βλ. σχετικώς και άρθρο 3 παρ. 2 εδ. α` του ν. 3213/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 224 του ν. 4281/2014, κατά το οποίο «Σε περιπτώσεις δειγματοληπτικού ή στοχευμένου ελέγχου, το αρμόδιο όργανο ελέγχου λαμβάνει υπόψη του και τεχνικές ανάλυσης επικινδυνότητας με τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων»). Τα δε στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η περιουσιακή κατάσταση όλων των υπόχρεων (συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών λειτουργών) και αποτελούν, κατά βάση, και περιεχόμενο της Δ.Π.Κ., περιλαμβάνονται στις κατατιθέμενες ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος, στις φορολογικές δηλώσεις Ε9 και στις βεβαιώσεις περιουσιακής κατάστασης κάθε έτους, οι οποίες ευρίσκονται στην ηλεκτρονική βάση του Taxisnet στη διάθεση των αρμοδίων φορολογικών αρχών, από τις οποίες το αρμόδιο για τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. όργανο μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε στοιχεία, δοθέντος ότι έναντι αυτού δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο (βλ. άρθρο 7Β παρ. 2 και 4 του ν. 3691/2008). Ενόψει, άλλωστε, του ότι τα περιλαμβανόμενα στις φορολογικές δηλώσεις και στις Δ.Π.Κ. δεδομένα εν πολλοίς ταυτίζονται, η προσβαλλόμενη κ.υ.α. στο άρθρο 4 παρ. 1 προβλέπει ότι ο υπόχρεος μπορεί να μεταφέρει στη Δ.Π.Κ. τα δεδομένα της τελευταίας ηλεκτρονικά υποβληθείσας δήλωσης φόρου εισοδήματος του έτους στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία των ακινήτων που περιλαμβάνονται στη «βεβαίωση της περιουσιακής του κατάστασης» κατά την 1η Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους (ή την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ. αν αυτή είναι αρχική), όπως αυτά τηρούνται ηλεκτρονικά στη Γ.Γ.Δ.Ε. (και ήδη στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων). Εξ άλλου, πέραν των ανωτέρω, είναι ευχερής η εξακρίβωση της ακρίβειας των περιεχομένων στις Δ.Π.Κ. δεδομένων, αλλά και ο σχηματισμός πλήρους εικόνας για τυχόν μεταβολή (αύξηση) της περιουσιακής κατάστασης των ελεγχομένων προσώπων, ενόψει αφενός του ότι στις φορολογικές αρχές περιέρχονται υποχρεωτικώς στοιχεία για συναλλαγές των φορολογουμένων, χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια εκ μέρους των τελευταίων, και αφετέρου της δυνατότητας συνεργασίας του ελεγκτικού οργάνου των Δ.Π.Κ. με τις ανωτέρω αρχές [βλ., ως προς τα περιερχόμενα στις φορολογικές αρχές στοιχεία, μεταξύ άλλων α) την ΠΟΛ.1033/28.1.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (Β` 276, όπως ισχύει τροποποιηθείσα με τις αποφάσεις του ίδιου οργάνου ΠΟΛ.1054/2.3.2015, Β` 495 και ΠΟΛ.1260/3.12.2015, Β` 2637), η οποία προβλέπει ότι στις αρμόδιες φορολογικές αρχές διαβιβάζονται αυτομάτως αα) από τους οικείους φορείς πληροφορίες για τραπεζικούς λογαριασμούς, συναλλαγές σε κινητές αξίες και με χρήση καρτών (η χρήση των οποίων, καθώς και των άλλων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής είναι πλέον υποχρεωτική, όπως έχει ήδη εκτεθεί στη σκέψη 27, για συναλλαγές συνολικής αξίας πεντακοσίων ευρώ και άνω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 του ν. 4446/2016), διανεμηθέντα μερίσματα, εμβάσματα για μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό, καταβολή χρηματικών ποσών για τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων, ββ) από επιχειρήσεις ιδιωτικής ασφάλισης στοιχεία ασφαλιστικών συμβολαίων και αποζημιώσεων που κατεβλήθησαν, γγ) από ιδιωτικά σχολεία πληροφορίες για καταβληθέντα δίδακτρα, δδ) από εταιρείες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας στοιχεία τελών των συνδρομητών τους, εε) από εταιρείες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στοιχεία κατανάλωσης των συνδρομητών τους και στστ) από εταιρείες ύδρευσης στοιχεία κατανάλωσης και κόστος νερού των συνδρομητών τους, και β) την ΠΟΛ.1025/21.2.2017 απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Β` 618, η οποία προβλέπει την υποβολή μέσω διαδικτύου (Taxisnet) απ’ ευθείας από τους καταβάλλοντες αποδοχές, συντάξεις ή αμοιβές από επιχειρηματική δραστηριότητα (ως «επιχειρηματικής συναλλαγής» θεωρουμένης, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 4172/2013, και κάθε μεμονωμένης ή συμπτωματικής πράξης, με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή με σκοπό την επίτευξη κέρδους) των σχετικών βεβαιώσεων. Περαιτέρω, βλ., ως προς τη δυνατότητα των ελληνικών αρχών να αντλήσουν πληροφορίες για χρηματοοικονομικές συναλλαγές Ελλήνων πολιτών στην αλλοδαπή, τον ν. 4428/2016 «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών ..» (Α` 190) και τον ν. 4378/2016 (Α` 55), με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στο φορολογικό τομέα μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είχε ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τον ν. 4170/2013 (Α` 163)· ως «αυτόματη ανταλλαγή» δε νοείται, κατά το άρθρο 4 παρ. 9 του ν. 4170/2013, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ανωτέρω ν. 4378/2016, «η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών - μελών στο οικείο κράτος - μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενο αίτημα και ανά προκαθορισμένα τακτά διαστήματα»]. Ειδικώς δε, ως προς τους δικαστικούς λειτουργούς, το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ` του ν. 3213/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 173 παρ. 2 του ν. 4389/2016 (Α` 94), προβλέπει ότι οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο (υπό την εκτεθείσα στις σκέψεις 17 και 18 έννοια) για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών όργανο αντίγραφο κάθε συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο αναλαμβάνεται η υποχρέωση ή μεταβιβάζεται από ή προς δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, σύζυγο ή τέκνο του, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ή δικαίωμα, και ότι το αυτό ισχύει για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε να καθίσταται περιττή και η υποχρέωση υποβολής των συμβολαίων αυτών και εκ μέρους του ελεγχομένου (ενόψει, μάλιστα, του ότι μέσο της καλής νομοθέτησης θεωρείται, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 περ. β` του προαναφερθέντος ν. 4048/2012, και η απλούστευση των διαδικασιών, η οποία επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, με τη «μείωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, την κατάργηση ή αντικατάστασή τους με υπεύθυνη δήλωση ή την αυτεπάγγελτη αναζήτηση τους και την κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής τους, όταν αυτά έχουν ήδη κατατεθεί σε άλλη υπηρεσία» και πολύ περισσότερο, προφανώς, όταν έχουν ήδη κατατεθεί στην ίδια υπηρεσία έστω και από άλλο υπόχρεο)· και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η μεταβίβαση ακινήτων περιέρχεται πάντοτε σε γνώση των φορολογικών αρχών, από τις οποίες το αρμόδιο για τον έλεγχο των Δ.Π.Κ. όργανο αντλεί πληροφορίες, αφού υποβάλλεται δήλωση για την καταβολή του σχετικού με τη μεταβίβαση φόρου. Με τα δεδομένα αυτά, ο σκοπός που επιδιώκεται με την υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. μπορεί να αναπληρωθεί εν πολλοίς από τις φορολογικές δηλώσεις του υπόχρεου και τα λοιπά στοιχεία που έχει ευχερώς στη διάθεσή του το ελεγκτικό όργανο, εν αντιθέσει με ό,τι συνέβαινε όταν θεσπίστηκε η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ., η οποία περιελάμβανε δεδομένα επί πλέον εκείνων που περιείχοντο τότε στις φορολογικές δηλώσεις (π.χ. τραπεζικές καταθέσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 στ. ε` της 95/46 οδηγίας και 4 παρ. 1 στ. δ` του ν. 2472/1997, τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπουν τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής και επεξεργασίας τους. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η παράλειψη του νομοθέτη να προβλέψει εύλογο (όπως ανωτέρω προσδιορίσθηκε) χρονικό περιορισμό για τη διενέργεια και ολοκλήρωση του ελέγχου, καθώς και για τη διατήρηση των προσωπικών δεδομένων των υπόχρεων, όπως επίσης και η ειδικότερη πρόβλεψη στο άρθρο 7Α παρ. 3 περ. δ` εδ. ε` του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, ότι υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε, χωρίς δηλαδή κανένα χρονικό περιορισμό, να ανασυρθεί και να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής, αντίκεινται στην κατοχυρωμένη συνταγματικώς αρχή της ασφάλειας του δικαίου και στη δυνατότητα διατήρησης των προσωπικών δεδομένων μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο για τις ανάγκες της επεξεργασίας. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, η ως άνω εύλογη προθεσμία για την ολοκλήρωση του ελέγχου των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. δεν μπορεί, για τους ανωτέρω εκτιθεμένους λόγους, να είναι μεγαλύτερη του ενός έτους. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας και Σ. Χρυσικοπούλου, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: ο ν. 3213/2003 (όπως ισχύει) δεν τάσσει στα αρμόδια όργανα ορισμένη αποκλειστική προθεσμία για να προβούν μέσα σ’ αυτήν στον έλεγχο των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., οι οποίες υποβάλλονται κάθε χρόνο από τα κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού υπόχρεα πρόσωπα. Και τούτο, ανεξαρτήτως αν ο πιο πάνω έλεγχος είναι υποχρεωτικός ή δειγματοληπτικός ή στοχευμένος. Συνεπώς, ο έλεγχος αυτός διενεργείται οποτεδήποτε και, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να περιοριστεί σε χρόνο μικρότερο του χρόνου της μακρότερης παραγραφής, στην οποία υπόκειται κατά το άρθρο 111 του Ποινικού Κώδικα το έγκλημα που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3213/2003 (όπως ισχύει). Η οικεία παραγραφή, εξ άλλου, των εγκλημάτων των παρ. 2 και 3 του ανωτέρω άρθρου 6 του νόμου αυτού προστατεύει αποτελεσματικώς τον υπόχρεο και εξυπηρετεί την ασφάλεια του δικαίου. 34. Επειδή, προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 2 παρ. 3 και 3 παρ. 4 της προσβαλλόμενης κ.υ.α., σύμφωνα με τις οποίες, αφενός ο υπόχρεος κατά την υποβολή ετήσιας Δ.Π.Κ. επικαιροποιεί σε κάθε περίπτωση την περιουσιακή του κατάσταση σε σχέση με αυτήν του προηγουμένου έτους, αφετέρου η ετήσια Δ.Π.Κ. περιέχει τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου του έτους το οποίο αφορά η δήλωση, αντίκεινται στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ` εδ. πρώτο του ν. 3213/2003, το οποίο ορίζει ότι η ετήσια Δ.Π.Κ. περιλαμβάνει μόνο τις μεταβολές που επήλθαν κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η δήλωση, και κείνται, κατά τούτο, εκτός της εξουσιοδότησης της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η κ.υ.α. 35. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 6 προκύπτει ότι οι υπόχρεοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί, πρέπει μέσα σε ενενήντα ημέρες από την απόκτηση της ιδιότητάς τους να υποβάλουν αρχική Δ.Π.Κ. (άρθρο 1 παρ. 2 εδ. α` ν. 3213/2003), η οποία περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 2 παρ. 1 περ. α` ν. 3213/2003) και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη (3 παρ. 4 εδ. α` κ.υ.α.). Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά τη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. α` ν. 3213/2003). Στην ετήσια Δ.Π.Κ. δηλώνονται τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία επήλθε μεταβολή κατά τη χρήση, στην οποία αναφέρεται η Δ.Π.Κ. (άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ` εδ. α` ν. 3213/2003). Ο δε έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, επιδιώκει να εξακριβώσει αν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων, δικαιολογείται από το ύψος των εσόδων σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. β` ν. 3213/2003). Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μνεία του νόμου (άρθρο 2 παρ. 1 α` ν. 3213/2003) και της προσβαλλόμενης κ.υ.α. (άρθρο 3 παρ. 4 εδ. β`) ότι η ετήσια, πλην της πρώτης, Δ.Π.Κ. περιέχει τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους περιουσιακά στοιχεία, έχει την έννοια ότι στην ετήσια Δ.Π.Κ. περιλαμβάνονται τα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία επήλθε κάποια μεταβολή κατά την χρήση, στην οποία αναφέρεται η Δ.Π.Κ. (κτήση, διάθεση, μεταβολή αξίας). Κατά δε τα εκτεθέντα ανωτέρω (σκέψη 33), από το τέλος του έτους δήλωσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων αρχίζει η, κατά τα προεκτεθέντα πενταετής προθεσμία, εντός της οποίας το όργανο ελέγχου μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά του. Η δε ενδεχόμενη επανάληψη δήλωσης περιουσιακού στοιχείου (όπως επιτρεπτά, κατά τα κατωτέρω, συμβαίνει με την πρώτη ηλεκτρονική δήλωση) δεν δημιουργεί νέα προθεσμία ελέγχου. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη και προς όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 26, σχετικά με τον σκοπό που επιδιώκεται με τις μνημονευθείσες διατάξεις· ενισχύεται δε και από τη μεταβατική ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 της προσβαλλόμενης κ.υ.α. - η οποία κείται εντός της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3213/2003 («και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα») - η οποία ορίζει ότι - προφανώς εξαιρετικώς - κατά την υποβολή της πρώτης ετήσιας ηλεκτρονικής δήλωσης δηλώνεται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου, καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 9 της μνημονευθείσας στη σκέψη 10 16327/11503/13.10.2016 αντίστοιχης απόφασης του Προέδρου της Βουλής, στην οποία ρητά ορίζεται ότι οι υπόχρεοι που υποβάλλουν για πρώτη φορά ηλεκτρονικά ετήσια Δ.Π.Κ. δηλώνουν - προφανώς επίσης εξαιρετικώς - το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και όχι μόνο τις μεταβολές που επήλθαν κατά το έτος που αφορά η δήλωση. Προς τα ανωτέρω στοιχεί και η ρύθμιση της προσβαλλόμενης κ.υ.α., η οποία, προκειμένου περί μετοχών κ.λπ., ακινήτων κ.λπ., οχημάτων, πλωτών μέσων, εναερίων μέσων, συμμετοχών σε επιχειρήσεις κ.λπ., τα οποία αποκτήθηκαν σε προηγούμενη χρήση, δεν απαιτεί συμπλήρωση των πεδίων: αξία κτήσης/συνολικό καταβληθέν τίμημα/αρχικό κεφάλαιο εισφοράς, πηγές προέλευσης χρημάτων, ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πηγή προέλευσης χρημάτων. Κατόπιν των ανωτέρω, ο λόγος, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 εδ. β` της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ είναι βάσιμος, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 της απόφασης, η οποία φαίνεται ότι επιβάλλει να περιλαμβάνονται σε κάθε ετήσια Δ.Π.Κ. το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου, ανεξαρτήτως αν επήλθε ή όχι κατά το προηγούμενο έτος μεταβολή σε αυτά και η οποία, έχουσα την έννοια αυτή, κείται εκτός εξουσιοδοτήσεως. 36. Επειδή, προβάλλεται ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003 σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς Δ.Π.Κ. (ποινή φυλάκισης και υψηλότατη χρηματική ποινή) υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού της ενίσχυσης της διαφάνειας και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι ως άνω κυρώσεις είναι δυσανάλογες προς τη βαρύτητα των συγκεκριμένων παραβάσεων που μπορεί να αφορούν την παράλειψη δήλωσης τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο ο υπόχρεος τυγχάνει συνδικαιούχος ή/και έχει μηδενικό υπόλοιπο ή παραμένει για χρόνια αδρανής, ή τη μη υποβολή ενός από τα πολυάριθμα δικαιολογητικά που πρέπει να αποσταλούν ηλεκτρονικά. Επομένως, κατά τις αιτούσες ενώσεις, η προσβαλλόμενη κ.υ.α., η οποία συνιστά αναγκαίο όρο για την επιβολή των κυρώσεων αυτών, πρέπει να ακυρωθεί. 37. Επειδή, από τις μνημονευθείσες στη σκέψη 6 διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3213/2003 προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατά την πρόβλεψη των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς Δ.Π.Κ. προέβη σε στάθμιση και κλιμάκωση των κυρώσεων με βάση αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου: προβλέπεται απλό διοικητικό πρόστιμο έως 400 ευρώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης (μέχρι 30 ημέρες) υποβολής της δήλωσης, ενώ η ποινή φυλάκισης και η χρηματική ποινή κλιμακώνονται ανάλογα με τον βαθμό υπαιτιότητας και το ύψος της αποκρυπτόμενης περιουσίας. Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3213/2003 δεν παραβιάζουν κατ’ αρχήν, και μάλιστα προδήλως, όπως απαιτείται κατά τον ασκούμενο ακυρωτικό έλεγχο, την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει και του σκοπού δημόσιου συμφέροντος για τον οποίο θεσπίστηκε ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3474/2011 Ολομ., 3035/2011, 931/2010), τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν. Η ερμηνεία αυτή στοιχεί και προς όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις κατά την αντιμετώπιση των προβαλλομένων λόγων, ιδιαίτερα δε σχετικά με την κατά χρόνο αρμοδιότητα και το εύρος της εξουσίας του οργάνου ελέγχου. Στοιχεί επίσης προς τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδ. γ` του ν. 3213/2003, κατά την οποία η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής - και επομένως δεν επιβάλλονται ούτε διοικητικές ούτε ποινικές κυρώσεις - σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης (όπως είναι και οι περιπτώσεις που ενδεικτικώς επικαλούνται οι αιτούσες) ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης (από την ενδιαφέρουσα στο πλαίσιο της προκειμένης υπόθεσης άποψη, δηλαδή της μη κτήσης περιουσιακού οφέλους εκ μέρους των υπόχρεων, επωφελουμένων από την ιδιότητά τους) του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου. Το δε όργανο ελέγχου οφείλει, κατά τα άρθρα 3 παρ. 4 του ν. 3213/2003 και 7Α παρ. 3 γ` εδ. τελευταίο του ν. 3691/2008, όπως ισχύουν, ερμηνευόμενα σύμφωνα και με την κατοχυρούμενη στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος αρχή της προηγούμενης ακρόασης, να καλεί τον ελεγχόμενο προς παροχή διευκρινίσεων. Εξ άλλου, δεδομένης της ασάφειας ως προς τον προσδιορισμό ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων από τις μνημονευόμενες στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, πρέπει το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο να ειδοποιεί τον φερόμενο ως υπόχρεο για την υποχρέωσή του σε εύλογο χρόνο πριν από την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της. Τέλος, ενόψει της σοβαρότητας των απειλουμένων κυρώσεων, η Διοίκηση οφείλει να διαμορφώσει τη διαδικτυακή εφαρμογή, κατά τρόπο ώστε - εκτός του ότι δεν πρέπει να περιλαμβάνει κανένα στοιχείο που δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως περιεχόμενο της εκδιδόμενης κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3213/2003 απόφασης - να μην καθίσταται αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής η υποβολή δήλωσης μέσω της χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος από τον μέσο χρήστη και να καθίσταται ευχερώς εφικτή η υποβολή ακριβούς δήλωσης [βλ. π.χ. στην υπάρχουσα ηλεκτρονική εφαρμογή την υποχρέωση αναλυτικής δήλωσης όλων των πηγών προέλευσης του ποσού κάθε κατάθεσης στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου της δήλωσης έτους, πράγμα που φαίνεται ότι προϋποθέτει, σε περίπτωση που τα κατατεθέντα στον λογαριασμό ποσά προέρχονται από διάφορες πηγές (αποδοχές, μισθώματα κ.λπ.), να αθροισθούν τα προερχόμενα από κάθε πηγή ποσά καθ’ όλο το έτος και ακολούθως να παρατεθούν οι πηγές από τις οποίες προέρχεται το απομένον στις 31 Δεκεμβρίου υπόλοιπο του λογαριασμού και το ακριβές ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε μια από αυτές, αφού αφαιρεθούν τα ποσά των αναλήψεων· δεν προσδιορίζεται δε από ποια πηγή ο υπόχρεος μπορεί να αφαιρέσει τα ποσά που ανέλαβε. Τούτο δε καθίσταται δυσανάλογα δυσχερές για τον υπόχρεο στην περίπτωση που ο λογαριασμός είναι - πράγμα που δεν απαγορεύεται (ν. 5638/1932, Α` 307) - κοινός του υπόχρεου με τρίτο πρόσωπο ή του/της συζύγου του με τρίτο πρόσωπο, τις ενέργειες του οποίου ο υπόχρεος αδυνατεί εκ των πραγμάτων να ελέγξει. Η ανωτέρω μάλιστα ρύθμιση, που περιέχεται στην ηλεκτρονική εφαρμογή, δεν εναρμονίζεται με την περιεχόμενη στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία «Τα τραπεζικά και τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του υπόχρεου, να χορηγούν χωρίς επιβάρυνση βεβαιώσεις περί του υπολοίπου των καταθέσεων αυτού την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους ...» και όχι αναλυτική κατάσταση της κίνησης των πάσης φύσεως λογαριασμών του υπόχρεου, του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων τους, γραμμή προς γραμμή. Άλλωστε, η εκ μέρους των υπόχρεων έλλειψη περαιτέρω εξειδίκευσης - της μορφής που, κατά τα προεκτεθέντα, φαίνεται ότι απαιτείται στην υπάρχουσα ηλεκτρονική εφαρμογή για τη συμπλήρωση του αφορώντος τις καταθέσεις πίνακα της Δ.Π.Κ. - δεν παρακωλύει τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών τους από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο, το οποίο έχει την εξουσία να αναζητήσει τα στοιχεία της κίνησης των εν λόγω λογαριασμών απ’ ευθείας από τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα, δοθέντος ότι έναντι του οργάνου αυτού δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο (βλ. άρθρο 7Β παρ. 4 του ν. 3691/2008)]. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Δ. Μαρινάκης και Δ. Αλεξανδρής, κατά τη γνώμη των οποίων οι ως άνω διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και, συνεπώς, είναι μη εφαρμοστέες. Μειοψήφησε επίσης ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος ο νόμος που χαρακτηρίζει μία ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη ως ποινικό αδίκημα πρέπει να καθορίζει την «αντικειμενική υπόσταση» του αδικήματος κατά τρόπο σαφή και πλήρη, δηλαδή η ..που ανάγει ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη σε ποινικό αδίκημα οφείλει να είναι όχι μόνο scripta, αλλά και stricta και certa. Ως στοιχεία της πράξης νοούνται τόσο ο τύπος της πράξης όσο και το ποινικώς κολάσιμο αποτέλεσμα, έτσι ώστε να ελέγχεται με ακρίβεια όχι μόνο τι τιμωρείται αλλά και γιατί τιμωρείται. Εν προκειμένω, τα ποινικά αδικήματα που τυποποιεί το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003 για τον υπόχρεο υποβολής Δ.Π.Κ. ως «ανακριβή δήλωση» ή «ελλιπή δήλωση» ή ως «απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε επωφελούμενος της ιδιότητάς του» και για τα οποία προβλέπει ποινικές κυρώσεις, πάσχουν το συνταγματικό ελάττωμα της αοριστίας. Τούτο δε, διότι έρχεται να καταστήσει ποινικά κολάσιμες έννοιες δυσκαθόριστης έκτασης και απροσδιόριστου βαθμού σοβαρότητας. Ρητώς δε ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 6 ότι «το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες». Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος παρέχεται ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στο δικαστικό συμβούλιο ή στο δικαστήριο, αφού εκτιμήσει συνδυαστικά περισσότερες ενέργειες και δεδομένα, να κρίνει τις συγκεκριμένες πράξεις ποινικά ελεγκτέες ή μη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, ο νομοθέτης κατέστρωσε την αντικειμενική υπόσταση των ποινικών αδικημάτων «ανακριβής δήλωση», «ελλιπής δήλωση» και «απόκρυψη περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για τα οποία ο υπόχρεος οφείλει να υποβάλει δήλωση» χρησιμοποιώντας ως τύπο πράξης τη σύνταξη ειδικού εντύπου, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται από αρμόδιο όργανο. Όμως, με την προσβαλλόμενη κ.υ.α. αλλάζει ο τύπος της πράξης και ορίζεται με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ότι ο υπόχρεος υποβολής Δ.Π.Κ. υποβάλλει τη δήλωση αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής. Εν συνεχεία δε, όλες οι ρυθμίσεις της κ.υ.α. είναι προσαρμοσμένες στο μοντέλο ηλεκτρονικής δήλωσης μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής, με ενσωματωμένο υπόδειγμα στο Παράρτημα Ι της κ.υ.α. Περαιτέρω, όπως ορίζει το άρθρο 4 παρ. 6 της κ.υ.α., οι υπόχρεοι αποστέλλουν ηλεκτρονικά στο αρμόδιο όργανο ελέγχου μια σειρά δικαιολογητικών (συμβόλαια ακινήτων, βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων κ.λπ.) και εν συνεχεία χωρεί η ηλεκτρονική επεξεργασία από τα αρμόδια όργανα. Δηλαδή, ενώ η «τυποποίηση» των ποινικών αδικημάτων του άρθρου 6 έχει υπόψη της ως τύπο πράξης τη συμπλήρωση εντύπου Δ.Π.Κ., (δηλαδή μία λογική χειρογραφικού συστήματος εργασίας), με την προσβαλλόμενη κ.υ.α. αλλάζει ο τύπος της πράξης, που είναι στοιχείο της πράξης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, και υιοθετείται αποκλειστικά το μοντέλο ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής (με χρήση εργαλείου λογισμικού) με περαιτέρω ηλεκτρονική επεξεργασία. Όμως, η ποινική αξιολόγηση του νέου τύπου πράξης (της ηλεκτρονικής δήλωσης) δεν έχει γίνει από τον νομοθέτη του άρθρου 6 του ν. 3213/2003. Εφόσον όμως τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα του άρθρου 6 στηρίζονται σε άλλο τύπο πράξης και όχι σε αυτόν που ορίζει ως αποκλειστικό τύπο η προσβαλλόμενη κ.υ.α., δεν πληρούται η απαίτηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος ο ποινικός νόμος να καθορίζει την «αντικειμενική υπόσταση» του αδικήματος κατά τρόπο σαφή και πλήρη, δηλαδή η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3213/2003 είναι ανεπίδεκτη εφαρμογής κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Τέλος, η προσβαλλόμενη κ.υ.α. δεν δύναται να εύρει έρεισμα στα άρθρα 2 παρ. 2 και 6 του ν. 3213/2003, διότι οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος και, για τον λόγο αυτόν, η προσβαλλόμενη κ.υ.α. είναι ακυρωτέα. Μειοψήφησε τέλος ο Σύμβουλος Δ. Κυριλλόπουλος, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Σύμφωνα με τον ορισμό του ποινικού δικαίου, ποινικό αδίκημα, το οποίο αποτελεί νομική έννοια, συνιστά κάθε αθέμιτη ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, κατά της οποίας κάποιος νόμος έχει ορίσει προηγουμένως ποινή. Η επιταγή όμως αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως εγκληματική, είναι, πρωτίστως, η βαρεία προσβολή ή διακινδύνευση ορισμένων αγαθών και αξιών των συμβιούντων σε ορισμένη κοινωνία, τον σεβασμό και την προστασία των οποίων επιτάσσει η έννομη τάξη της κοινωνίας αυτής, η δε προβλεπόμενη ποινή παρίσταται ως εύλογη και δίκαιη αντίδρασή της στην εμφανιζόμενη ως ιδιαιτέρως αξιόμεμπτη προσβολή ή διακινδύνευση των εν λόγω αγαθών και αξιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση υποβολής δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 3213/2003 εκ μέρους των υπόχρεων προς τούτο προσώπων, αποβλέπει αφενός στην εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας, αφετέρου στην εξακρίβωση αν τα εν λόγω πρόσωπα έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη σχετιζόμενη με την άσκηση των καθηκόντων τους, συνεπεία της οποίας επήλθε αύξηση της περιουσίας τους. Οι ανωτέρω σκοποί δημόσιου συμφέροντος θεραπεύονται με τη θέσπιση από τον νόμο ως ποινικών αδικημάτων των εν λόγω συμπεριφορών. Αντιθέτως, η θέσπιση ως ποινικού αδικήματος της παράλειψης υποβολής ή της μη ορθής υποβολής της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των υπόχρεων προσώπων, εν όψει και της πολυπλοκότητας του τρόπου υποβολής αυτής, δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να αποτελεί το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως αξιόποινη. Πράγματι, η αξιολόγηση αυτής καθαυτής της ως άνω συμπεριφοράς δικαιολογεί μεν την επιβολή διοικητικών και πειθαρχικών κυρώσεων, δεν δύναται όμως, κατ’ αντικειμενική εκτίμηση, να θεωρηθεί ως στρεφόμενη κατά εννόμων αγαθών του κοινωνικού συνόλου ή ως συνιστώσα βαρεία ηθικοκοινωνική προσβολή ή διακινδύνευση της έννομης τάξης, ώστε να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, οι ρυθμίσεις του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, όπως ισχύουν, κατά τις οποίες η παράλειψη υποβολής ή η εσφαλμένη υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των υπόχρεων προς τούτο συνιστά ποινικό αδίκημα, παραβιάζουν τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ειδικώς δε, σε ό,τι αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, και τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία αυτών. 38. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι στο άρθρο 9 παρ. 3 της προσβαλλόμενης κ.υ.α. ορίζεται ότι γενικές οδηγίες και επεξηγήσεις σχετικά με την συμπλήρωση και υποβολή των Δ.Π.Κ. εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα ελέγχου, ρύθμιση η οποία, κατά τις αιτούσες ενώσεις, αποτελεί στην πραγματικότητα ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση οργάνων άλλων από τους αρμόδιους Υπουργούς. 39. Επειδή, το ζήτημα της πληρότητας των ρυθμίσεων της προσβαλλόμενης κ.υ.α. αντιμετωπίστηκε ανωτέρω στις σκέψεις 9 και 10 εφόσον η δημοσίευση της απόφασης δεν είναι πλήρης, δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος σε όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις για τη συμπλήρωση της Δ.Π.Κ. Πάντως, επεξηγήσεις, όσον αφορά τη συμπλήρωση και υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., εφόσον δεν περιέχουν ειδικότερες ρυθμίσεις, δύνανται να εκδίδουν τα όργανα ελέγχου, ανά κατηγορία υπόχρεων προσώπων, η δυνατότητα δε αυτή δεν συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση. Συνεπώς, ο λόγος, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 40. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί στο σύνολό της τόσο ως ανυπόστατη όσο και ως μη νόμιμη. Δ ι ά τ α ύ τ α Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την 1846οικ./13.10.2016 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β` 3300/13.10.2016). Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτουσών ενώσεων, ανερχόμενη σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου, 7 Απριλίου, 24 Απριλίου, 11 Μαΐου και 30 Μαΐου 2017 Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας και μετά την αποχώρησή της Ν. Σακελλαρίου Ελ. Γκίκα και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Ν. Σακελλαρίου Ελ. Γκίκα Ρ.Κ.