Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Δικαστές του Μεσονυχτίου






Ταξίδευα στο εξπρές του μεσονυχτίου
μ'έναν δικαστή από το Ταλιμπάν
ήταν εντυπωσιακός, με το τουρμπάνι
να αναλύει, με χρώμα ανατολής, τον κώδικά τους
ζήλεψαν οι συνεπιβάτες, δικαστές της διαδρομής
εισαγγελείς σε ένα βαγόνι αποπνικτικό
από εκείνα που το μόνο που θαυμάζεις
είναι η ενωμένη κίνηση και οι αναταράξεις της
κάποιες φορές και ένα τσιγάρο
σαν απομίμηση στην προσπάθεια να ρουφήξεις
το τράνταγμα, ή να το απομακρύνεις
και εκεί ανάμεσα στα σοφά λόγια, ένας έλληνας δικαστής
διεθνής σαν ήταν στο βαγόνι
και μόνο εκεί
πήρε το λόγο, σαν του'λειψε η έδρα και τα έδρανα
ο θύτης και τα θύματα
η εξουσία και η αλήθεια
και σαν από μυσταγωγία, σε ανάμιξη από καπνούς και τσιγάρα
στον αέρα της απελευθέρωσης
φώναξε:
Εμείς είμαστε επίσημα προσκεκλημένοι της διαφθοράς
Και ο αλλοδαπός δικαστής, τι Ταλιμπάν, τι απ'άλλη στάση
ίσως και μεταμορφωμένο θύμα από ένα κονστέρτο αλληγορίας
δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του
καταλαβαίνοντας από τη σοφή εμπειρία
ότι ήταν ανεπίσημα προσκεκλημένος της αδικίας
σε ένα αφιλόξενο τρένο, με πολλές στάσεις

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Δωροφάγος άνεμος



Την ημέρα των γενεθλίων μου
δέχτηκα συγχαρητήρια για τη γιορτή μου
γιατί μεγάλωσα, σβήνοντας τα κεράκια
να σβήσω κ'εκείνο
μία-μία η τύψη, μου έφερναν τα δώρα τους
να συντηρήσουν την καταγωγή τους
τσακίζοντας τις κορδέλες θυμήθηκα γιατί γιορτάζω
που το δώρο της ζωής μου άφησα για το χθες
βλέποντας τις αντιδράσεις, η μια τύψη να βλέπει την άλλη
να στέκει για ένα ευχαριστώ
έκοψα τα νήματα και σαν περιστέρι το άφησα στον ουρανό
και στο τέλος της νύχτας
γιατί τη μέρα δεχόμουν συγχαρητήρια
μεταμορφώθηκα σε τύψη, ο ίδιος
όταν κατάλαβα ότι χρημάτιζα το εγώ μου
δώρον άδωρον για την επέκεινα ζωή

Χωρίς μετάγγιση ύλης






Στα χρόνια που έρχονται τσαλαβουτώ
στα χρόνια που φύγαν
αν σου'παν πως το μέλλον πνίγεται στο παρόν
το παρελθόν σου είν'η σωτήρια λέμβος
παλιοχαρακτήρας, παλιόπαιδο, παλιάνθρωπος
να σνομπάρεις το μέλλον
αγνόησε τις φωνές, αντίλαλοι του εχθρού
που ζυγώνει
είσαι η άυλη φύση σ'ένα υλικό παρόν
μα πως να ζήσεις χωρίς αεράκι
στο αποπνικτικό αυτό κλάσμα,
του δευτερολέπτου, ή της φαντασίας του
να περιφέρεσαι χωρίς ταυτότητα ψυχής
χωρίς μετάγγιση ύλης

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Η Οδύσσεια του κυρίου Μ. (άλλως περί ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του ν. 4174/2013)

της Ασπασίας Καλαφάτη, Εφέτη Δ.Δ.

Ο κύριος Μ. τυγχάνει να είναι Έλλην. Και Λάκων. Και να διαμένει στη Μονεμβάσια. Και θα μπορούσε άνετα να συγκαταλέγεται ανάμεσα σε αυτούς που ακολουθούν κατά πόδας τους Ικαριώτες, μιας και χαίρει απολύτου υγείας, παρά τα 60 του, αφού ζει σε ένα πανέμορφο και ζηλευτό τόπο και έχει μια ωραία οικογένεια (σύζυγο και 2 τέκνα). 
Όμως ο κύριος Μ., από το 2010 που ενημερώθηκε από τα μέσα που ενημερώνουν (και κατ’ άλλους αποβλακώνουν) ότι χρωστάει ο ίδιος και η οικογένειά του από 28.639 ευρώ έκαστος ως δημόσιο χρέος και εξαιτίας αυτής της πληροφορίας έχασε αυτός και η σύζυγός του το 1/3 του μισθού τους, είδε το εισόδημά του να μειώνεται και άλλο λόγω της αύξησης της φορολογίας στα επίπεδα του +35%, είδε τον ανιψιό του-άριστο επιστήμονα να παίρνει το δρόμο της ξενιτιάς, γιους φίλων να μπαίνουν στο επίσημο νούμερο των 1.388.000 ανέργων (παρά τις 5μηνες συμβάσεις), έμαθε ότι για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο χάθηκε μια γενιά Ελλήνων (περισσότεροι οι θάνατοι από τις γεννήσεις), δεν αισθάνεται πλέον και τόσο αισιόδοξος ότι θα φτάσει τους Ικαριώτες. (Πόσο μάλιστα τώρα που έκλεισαν και το Νοσοκομείο Μολάων και πρέπει να τρέχει στη Σπάρτη για παθολόγο και στην Τρίπολη για καρδιολόγο).
Και μέσα στον Αύγουστο του ήρθε ο ΕΝΦΙΑ.  Και του’ ρθε ταμπλάς. Θα μου πεις γιατί; Αφού είχε προηγηθεί το χαράτσι (βλ. ΕΕΤΗΔΕ, που κρίθηκε συνταγματικό, κατ’ επίκληση του δικαίου της ανάγκης) και το ΕΤΑΚ. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Έλα ντε όμως που τούτος ο νέος φόρος τον υποχρεώνει να πληρώνει για το σπίτι του (το πατρικό του, που ανακαίνισε με δάνειο και το χρωστάει ακόμη) διπλάσιο χαράτσι (εμ τι τις ήθελε τις βεράντες και τα σκέπαστρα στο χωριό;) και για τα χωράφια που του άφησαν οι γονιοί του και δεν του αποφέρουν εισόδημα, ακόμη επιπλέον φόρο! Άσε που στα μέσα που ενημερώνουν (και κατ’ άλλους αποβλακώνουν) φωνάζουν ακόμη και έγκριτοι νομικοί, προερχόμενοι από τον κυβερνητικό χώρο  (βλ. κ. Παυλόπουλος), ότι ο φόρος αυτός είναι αντισυνταγματικός. Άσε που, στο φινάλε φινάλε, δεν έχει να τον πληρώσει. Έλα ντε, όμως, που δεν θέλει να συμπεριλαμβάνεται μέσα στα 2.450.000 των Ελλήνων που χρωστάνε 68 δις (αν και σίγουρα δεν είναι μέσα στους 4.000 που χρωστάνε τα 10 δις εξ αυτών).
Οπόταν ο κύριος Μ. αποφάσισε να βρει το δίκιο του και να χτυπήσει τη θύρα της τρίτης εξουσίας. Όμως, ο δικηγόρος του –που, παρεμπιπτόντως, του ζήτησε ένα αρκετά σεβαστό ποσό, για παράβολα, για προείσπραξη, για τη μετάβασή του στην Τρίπολη, όπου ενημερώθηκε ο κύριος Μ. ότι είναι το δικαστήριο που θα δικάσει την υπόθεσή του κλπ- του μήνυσε  ότι πρώτα πρέπει να προσφύγει σε μια επιτροπή τριών μελών που εδρεύει στην Αθήνα και δουλεύει μέσα στο Υπουργείο όπου μαζεύονται οι φόροι και όπου εργάζεται αυτός ο κύριος Επίτροπος που μας έβαλαν (βλ. Ράϊχενμπαχ) γιατί ήμασταν κακά παιδιά και δεν ήταν και τόσο σίγουροι οι δανειστές ότι θα μαζεύαμε τους φόρους για να ξεπληρώσουμε το χρέος προς αυτούς. Και φυσικά ο δικηγόρος ζήτησε και ένα κάτι τις επιπλέον για να φτιάξει το χαρτί αυτό προς την επιτροπή, που το λένε «ενδικοφανή προσφυγή».
Έτσι, ο κύριος Μ. αναγκάστηκε και  έβαλε το βλαστάρι του και έψαξε στο Ιντερνετ και βρήκε ένα υπόδειγμα που του ταίριαζε γάντι από την ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αποφάσισε να διεκδικήσει τα δίκια του.  Και τα μάζεψε και ξεκίνησε για τη Σπάρτη. Διότι εκεί πλέον έχουν μαζευτεί όλες οι Δ.Ο.Υ. του νομού Λακωνίας μετά τη συγχώνευση (για την εξυπηρέτηση κι αυτή του δημόσιου χρέους) και εκεί έπρεπε να την καταθέσει. 
Εκεί όμως ενημερώθηκε ότι δεν παραλαμβάνουν χαρτιά νέτα σκέτα, αλλά τα θέλουν σε «μαγνητική» μορφή. 
-Τι είναι τούτο; Αναρωτήθηκε ο κύριος Μ. 
Αλλά που να του εξηγήσει ο κατά τα λοιπά εξυπηρετικός υπάλληλος, γι'αυτό και τον παρέπεμψε στο λογιστή του. 
-Μα, ο λογιστής θα πρέπει να πληρωθεί γι αυτό, του ανταπάντησε ο κύριος Μ. 
Με τα πολλά, ο υπάλληλος τον ρώτησε αν κάποιο από τα παιδιά του έχει Η/Υ και κατέχει από τα τοιαύτα κόλπα και του έδωσε το όνομα και το τηλέφωνό του για να επικοινωνήσει μαζί του ο κανακάρης του.
Έτσι ο κύριος Μ. ταξίδεψε τα 75 χιλιόμετρα της επιστροφής (ήτοι 130 πήγαινε-έλα) άπραγος. Αλλά πεισματωμένος όπως ήταν, είπε στον εαυτό του «εδώ που έφτασα δεν έχει γυρισμό». Την επομένη, αφού έφαγε το πρωϊνό στα τηλέφωνα, λαμβάνοντας τις απαραίτητες οδηγίες από τον κατά τα άλλα εξυπηρετικό υπάλληλο της Δ.Ο.Υ., και αφού κάθησε με τον κανακάρη του –ο οποίος όντας στην εφηβεία, δεν συμμεριζόταν και τόσο τις πατρικές ανησυχίες-, φάγανε ένα ολόκληρο απόγευμα, αλλά κατάφεραν και αποκωδικοποίησαν την εγκύκλιο και τις πληροφορίες που αφορούν τα στικάκια και υλοποιώντας την βήμα, βήμα, βρήκανε και σκάνερ για να φωτογραφήσουν τα «συνημμένα» (με το αζημίωτο βέβαια), που ήταν και μπόλικα και έφτιαξαν ένα cd όπου ο επαγγελματίας του είδους του πέρασε όλα τα δεδομένα, έτοιμο για τη Δ.Ο.Υ.
Οπόταν πανέτοιμος ο κύριος Μ. την επομένη, διανύοντας εκ νέου 75 χιλιόμετρα, παρουσιάστηκε και πάλι στη Σπάρτη, όπου όμως τον ενημέρωσαν ότι αφού είχε κάνει το λάθος να ζητήσει και αίτηση αναστολής του φόρου λόγω οικονομικής αδυναμίας, θα έπρεπε να σκανάρει και την βεβαίωση υποβολής της αίτησης αναστολής που θα του έφτιαχνε ως αποδεικτικό ο παραλαμβάνων υπάλληλος και να την περάσει και αυτή στο cd. 
Το τέλος της ιστορίας μας εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Αν ήταν στην Κρήτη, ο κύριος Μ. πιθανόν να έπαιρνε το τουφέκι του και να πήγαινε στον Προϊστάμενο. Αν ήταν τσαμπουκάς, πιθανόν να τους έριχνε ένα μπατιρντί κανονικό και αφού τους έλουζε με τα ανάλογα κόσμια επίθετα, πιθανόν να έριχνε μαύρη πέτρα οπίσω. Αν ήταν πιο «πολιτισμένος», πιθανόν να έβραζε από το θυμό του και, προκειμένου να μην πάθει επιτόπου εγκεφαλικό, όπως ο κύριος που είχε σταθεί στην ουρά της Τράπεζας για να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ, να έφευγε με το κεφάλι ψηλά και βρίζοντας από μέσα του. Πιθανόν και να ματαπλήρωνε έναν επαγγελματία του είδους, που τυχαία έχει απέναντι από τη Δ.Ο.Υ. το γραφείο του, για να του σκανάρει εκ νέου τα δεδομένα μετά του αποδεικτικού υποβολής της αίτησης αναστολής και να κατάφερνε επιτέλους να καταθέσει την περίφημη ενδικοφανή προσφυγή και την αίτηση αναστολής του.  
Μήπως υπάρχει κάποιος από τους αναγνώστες, που να πιστεύει ότι η επιτροπή που εδρεύει στο Υπουργείο των φόρων, θα ασχοληθεί τελικά με το αίτημα του κυρίου Μ;
ΥΓ. Συγχαρητήρια στους ιθύνοντες που κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να μην καταφέρει ο απλός-μέσος πολίτης να προσφύγει στη διοικητική δικαιοσύνη. Κατά τα άλλα, Σςςςς, Σιγά, μην ξυπνήσουμε όσους κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου και δεν βλέπουν  πουθενά παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ευχαριστώ για το χρόνο σας
Ασπασία Καλαφάτη

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Μαριονέτα


Αυτή η μαριονέτα μιλάει από ένστικτο
λάθος ή σωστό, αδίστακτο
και όταν αλλάξει το ένστικτο
μετακινεί το άρμα της
σαν λαθρεπιβάτης εύθραυστης κούρσας
σαν αιθέρια ύπαρξη, στη νοητή γραμμή
περιστοιχισμένη από αόρατες κινήσεις
σε αργή ανταπόκριση από χέρι ακούσιο
σε ακούσια νάρκωση, σαν εσκεμμένη υπόκρουση
εγκαταλελειμμένη από τον προπομπό του ενστίκτου
κούκλα βαλσαμωμένη, από κυνήγι μαγισσών
μαριονέτα για τους άλλους
παιχνίδι για σένα, στην αναζήτηση του ενστίκτου
κούνα τα χέρια της, αγγίζοντας την τελειότητα
παίξε με κείνη, τι θα πει η μετριότητα
λύσε τα κτήνη, εχθρός και η ολότητα
κατασπαραγμένη, ξανά, από δίψα για ύπαρξη
στη ζωή, υποκρινόσουν τον άνθρωπο, να το θυμάσαι

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Στοπ


Έκανες πρόβα να πετάξεις
σ'εκείνο το παράταιρο όνειρο
το ονειροπαρμένο
στα βράχια συνθλίβεις, εσύ
τις αναμνήσεις από ένα αντίο
σε μία βόλτα στον άγριο ουρανό
θύμωσε από την εναλλαγή των συναισθημάτων σου
ζητιανάκι των απανταχού σημάτων σου
στοπ, σ'αγαπώ χωρίς τελεία
στοπ, σ'αγαπώ στην εντέλεια
στοπ, σε μισώ να σ'το λέω ατελώς με αγάπη
εσύ, ακούραστη, περιπλανημένη αυταπάτη
στην τεθλασμένη οδό, την παράλληλη
εκεί τελειώνει η πρόβα η εφάμιλλη
της δικής σου ταπείνωσης
από μία αγάπη χωρίς ανταπόκριση
στο έργο εκείνο τα όνειρα ήταν οι πρωταγωνιστές

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Στο τέλος του ζω και πεθαίνω



Αν ήξερες μετά το φως

που σκοτώνει την ανάμνηση

της ζωής σου

δεν θα εκτιμούσες ποτέ τη νοερή στιγμή

του αναπάντεχου, στην μετάβαση της ψυχής σου

ωσάν δοκιμασία, μια κάποια άλλη οπτασία

εκεί που τελειώνει το φως που θυμάσαι

ποτέ για μια στιγμή όσο ζεις μη λυπάσαι

ακόμη και στο μεταίχμιο, υπό την αίρεση

μιας νέας αρχής, στο τέλος του ζω και πεθαίνω

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Όνειρα σε χειμερία νάρκη


Περαστικά σου, περαστικέ διαβάτη
τα χρόνια πέρασαν
στις γειτονιές που κατασκήνωνες
μετρώντας πόνους και λάθη
χάθηκαν τα όνειρα, ξεπλυμένα σαν ρούχα
στο μετέωρο κρέμασμα μιας αναπάντεχης βροχής
πολύχρωμα, άχρωμα, ασπρόμαυρα
όνειρα, μικρών παιδιών
αθώων στη σκέψη και στην εφαρμογή
πραγματικά γενναίων ψυχών
σε συνειδητή χειμερία νάρκη
ακαθόριστη, στο χρόνο
που πληγώνει
προσδοκώντας ανάσταση νεκρών
αναγέννηση, το λέγανε κάποτε
ανάταση, για κάποιους άλλους
αναθεώρησα όταν έμαθα πως
τα όνειρα είναι κόκκινες μπίλιες
που τρεμοπαίζουν, αριστερά-δεξιά
στο κλείσιμο των ματιών
που βασανίζουν αυτή την εικόνα
να μείνει για πάντα
περαστικά σου, περαστικέ διαβάτη
και σαν γυρίσεις σ'εκείνα τα λημέρια
σε παρακαλώ κλείσε τα μάτια σου
μήπως θυμηθώ από εσένα
τα όνειρα που έβλεπα μικρός

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΚΡΑΙΑΣ ΑΥΣΤΗΡΟΤΗΤΑΣ

 Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΟΣ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
Γράφει ο Μιχάλης Δημητρακόπουλος
Η Αρετή Τσοχατζοπούλου κρατείται στις φυλακές 2,5 χρόνια και έχει δουλέψει 8 μήνες καθαρίζοντας τις τουαλέτες του Κορυδαλλού. Η κατηγορία της ήταν ότι κατείχε ακίνητα, τα οποία...
απέκτησε με παράνομα χρήματα του πατέρα της, Ακη Τσοχατζόπουλου. Καίτοι ο μάρτυρας κατηγορίας, Ν. Μαϊτός, στέλεχος του Σ.Δ.Ο.Ε., κατέθεσε ότι από τις φορολογικές της δηλώσεις κάλυπτε την αξία των επίδικων ακινήτων, το Δικαστήριο την καταδίκασε σε 12 χρόνια κάθειρξη. Η Αρετή Τσοχατζοπούλου επέστρεψε τα επίδικα  ακίνητα στο Ελληνικό Δημόσιο, όχι γιατί αισθανόταν ένοχη, αλλά, επειδή ήθελε να καθαρίσει την προσωπική της διαδρομή από το δημόσιο όνειδος. Η Αρετή Τσοχατζοπούλου έχει τρία ανήλικα παιδιά ηλικίας 16, 7,5 και 6,5 ετών, τα οποία -διαπιστωμένα ιατρικώς- αντιμετωπίζουν βαρύτατα ψυχολογικά προβλήματα από την έλλειψη της μητρικής στοργής (μονογονεϊκή οικογένεια). Ένα από τα μικρότερα παιδιά της πρέπει άμεσα να χειρουργηθεί στο κρανίο, γιατί αντιμετωπίζει κίνδυνο ζωής. Οι παιδοψυχολόγοι και οι νευροχειρουργοί θεωρούν απαραίτητη την παρουσία της μάνας στο επώδυνο και μακροχρόνιο στάδιο της ανάρρωσης του μικρού. Όλα τα ανωτέρω διεξοδικά αναπτύχθηκαν στο Πενταμελές Εφετείο Αναστολών της Αθήνας. Ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου, Παναγιώτης Αγγελόπουλος, αφού υπενθύμισε μια κλασσική, από τους Βυζαντινούς  χρόνους, ρήση των ικανοτήτων του άξιου δικαστή, ότι δηλαδή πρέπει να διαθέτει ταχύτητα στην σκέψη και βραδύτητα στον θυμό, με απόλυτη τεκμηρίωση στα νομικά και πραγματικά ζητήματα, εισηγήθηκε την διακοπή εκτέλεσης της ποινής της κόρης – μητέρας, μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση, ακολουθώντας αντίστοιχες προτάσεις των Εισαγγελέων Γεωργίου Γεράκη, Γεωργίας Αδειλίνη και Πάνου Παναγιωτόπουλου.
Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Αντιγόνη Καραΐσκου και δύο μέλη αποφάσισαν την απόρριψη της αιτήσεως. Οι δύο Εφέτες, Μαρία Μουλιανιτάκη και Ανδρούλα Χριστοδούλου έκριναν ότι η κατηγορουμένη – μάνα πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου και έπρεπε να είναι δίπλα στον αγώνα ζωής του παιδιού της.
Ο Αριστοφάνης στο έργο του «Σφήκες» υμνεί τους δικαστές του μέτρου, της σύνεσης, της ανθρωπιάς και περιφρονεί σατιρίζοντας τους δικαστές πνευματικά νάρκισσους, της ακραίας αυστηρότητας, της αγνόησης  του ανθρώπινου πόνου, οι οποίοι μόλις συνταξιοδοτηθούν η κοινωνία τους λησμονεί!
Αλήθεια, πόσο επίκαιρος και διαχρονικός ο Αριστοφάνης!! Αλήθεια, πόσο δίκιο έχει ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας και ο Πρόεδρος του Βασίλης Αλεξανδρής, που αποφάσισαν την αποχή των δικηγόρων της Αθήνας από τις συνεδριάσεις των Δικαστηρίων, όπου συμμετέχει η Εφέτης Μαρία Λεπενιώτη!! Ευτυχώς η πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών αφουγκράζεται από τα βάθη των αιώνων την φωνή του Αριστοτέλη, που σμιλεύει την Δικαιοσύνη με τα «υλικά»  του ορθού λόγου και της μετριοπάθειας.

Δική μας Σημείωση:

Για την ιστορία, η σύνθεση του Δικαστηρίου είχε ως εξής:
Αν. Καραΐσκου, Ολγ. Σχετάκη, Μ. Μουλιανιτάκη, Ανδρ. Χριστοδούλου, Δ. Ζώη
Εξ αυτών οι κκ. Μ. Μουλιανιτάκη και Ανδρούλα Χριστοδούλου μειοψήφησαν για την αποφυλάκιση της Αρετής Τζοχατζοπούλου, υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση του κ. Παναγιώτη Αγγελόπουλου.
Συμπέρασμα: Ο καλός δικαστής πρέπει να διαχειρίζεται την αυστηρότητά του, αποτρέποντας εαυτόν από εμπάθεια και συστημικές αποφάσεις.

πηγή:  http://fimotro.blogspot.gr/2014/09/blog-post_6383.html

Επικίνδυνες αποφάσεις των Εισαγγελέων Προσδιορισμού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών


Υπ'όψιν:
1) Της κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου
2) Του κ. Προϊσταμένου Επιθεώρησης Δικαστών και Δικαστηρίων
3) Του κ. Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών

Εξ αφορμής μίας υπόθεσης παραθέτουμε τις κατωτέρω σκέψεις, που θα αποτελέσουν και περιεχόμενο αιτήσεως για γνωμοδότηση, από την κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και τον κ. Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και πειθαρχικής αναφοράς σε βάρος των Εισαγγελέων Προσδιορισμού Αθηνών, κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα, και κ. Δήμητρας Πατσουράτη.
Οι παρακάτω, δε, σκέψεις διατυπώνονται χωρίς καμία εμπάθεια, και χωρίς καμία διάθεση νομικής ματαιοδοξίας, παρά μόνον για την προάσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων σε μία ποινική δίκη.

Διάδικος ποινικής δίκης, και δη κατηγορουμένη, αιτήθηκε αντίγραφα της δικογραφίας, που εκκρεμεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου, και δη ένα έγγραφο (ιατρικό πιστοποιητικό), που προσεκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, και το οποίο αναγνώστηκε στο Δικαστήριο, το οποίο και ανέβαλε τη δίκη.
Η αίτηση χρεώθηκε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Δήμητρα Πατσουράτη, η οποία ήταν αρχικά θετική στην αυτονόητη χορήγηση του εν λόγω εγγράφου, πλην, όμως, λόγω έλλειψης εμπειρίας, στη θέση του Εισαγγελέα Προσδιορισμού, ζήτησε τη γνώμη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα, με την οποία συνυπηρετεί, και η οποία θεωρητικά έχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στη θέση αυτή.
Η γνώμη της κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του εν λόγω εγγράφου (προσκομισθέντος από τον ίδιο ιατρικού πιστοποιητικού, ήδη αναγνωσθέντος σε δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου), παρεκτός εάν επικαλείτο ειδικό λόγο προς τούτο, και προσκόμιζε τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα, ότι δηλαδή έπρεπε να χρησιμοποιήσει αυτό σε άλλη δίκη (αστική ή ποινική).
Η κ. Δήμητρα Πατσουράτη αμέσως μετά την ως άνω υπόδειξη της συναδέλφου της, δηλαδή χειραγωγηθείσα νομικά, αποφάνθηκε εγγράφως ότι:
"Απορρίπτεται, καθόσον δεν προκύπτει έννομο συμφέρον της αιτούσης Αθήνα, 22-9-2014".
Σε νεότερη αίτηση, με το ίδιο περίπου περιεχόμενο, στην οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος αιτείτο εξηγήσεις για τον λόγο απόρριψης της νόμιμης, ως άνω, αιτήσεώς του, και δη βάσει ποιας διατάξεως του Κ.Π.Δ. έλαβε χώρα αυτή, η ίδια Εισαγγελέας αποφάνθηκε την επομένη ημέρα ότι:
"Ζητηθεί η δικογραφία Αθήνα, 22-9-2014...Απορρίπτεται, καθόσον δεν προκύπτει η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, η οποία εν προκειμένω απαιτείται, αφού το έγγραφο που ζητείται σε αντίγραφο ουδεμία σχέση έχει με την ποινική κατηγορία Αθήνα, 23-9-2014".
Επί του νομικού θέματος χορήγησης αντιγράφων ποινικής δικογραφίας, λεκτέα τα εξής:
Κατ'άρθρο 147 Κ.Π.Δ., "Αντίγραφα των αποφάσεων, των διατάξεων των πρακτικών, των βουλευμάτων, καθώς και κάθε εγγράφου της ποινικής διαδικασίας δίνονται μετά το τέλος της σε κάθε διάδικο της ποινικής δίκης, ενώ σε οποιονδήποτε άλλον που έχει συμφέρον δίνονται με αίτηση του και με έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου ή του πταισματοδίκη. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 101, 104, 107 και 108, σε οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον είναι δυνατό να δοθούν αντίγραφα με ομόφωνη έγκριση του ανακριτή και του εισαγγελέα".
Σύμφωνα, δε, με το υπ'αριθμ. 1327/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη από τους Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Θεόδωρο Τζανάκη, και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, επ'αφορμής της γνωστής σκανδαλώδους υπόθεσης SIEMENS-Ζαγοριανού, ισχύουν τα εξής:

Το άρθρο 6 § 1 εδ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974) ορίζει τα ακόλουθα: «Παν πρόσωπον έχε δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Στη διάταξη αυτή θεμελιώνεται το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη, που δεν εξαντλείται στην πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά κατοχυρώνει και την από κάθε άποψη οργάνωση μιας διαδικασίας, η οποία ενστερνίζεται τις σύγχρονες προδιαγραφές του κράτους δικαίου και εγγυάται την πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η εν λόγω διάταξη -που δυνάμει του άρθρου 28 § 1 Συντ. έχει ισχύ υπέρτερη των κανόνων της κοινής νομοθεσίας- συγκροτεί ένα ευρύ πλέγμα επιμέρους κανόνων που συμπορεύονται με την προστασία του άρθρου 20 § 1 Συντ. Οι δύο διατάξεις βρίσκονται καταφανώς σε στενή διαλεκτική σχέση και αλληλοσυμπληρώνονται (πρβλ. Κ. Μπέη, ΕρμηΣ, 1999, άρθρο 20, αρ. 40 και Εμμ. Ρούκουνα, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 1995, σ. 48). Στο κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ανήκει όχι μόνον η πρόσβαση στο δικαστήριο, αλλά και η προβολή των ισχυρισμών των διαδίκων με κάθε πρόσφορο μέσο, και φυσικά η δυνατότητα επίκλησης και προσαγωγής μέσων που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς (πρβλ. J. Frowein - W. Peukert, Europaische Menschenrechtskorrvenrion, EMRK-Kommentar, 1985, Art. 6, Nr. 71 και Κ. Μπέη, ΕρμηΣ, 1999, άρθρο 20, άρ. 17), 'Οπως δέχεται, εξάλλου, παγίως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δίκαιη δίκη υπάρχει μόνον όταν η προβλεπόμενη δικαστική προστασία είναι αποτελεσματική. Όταν δηλαδή δεν προβάλλουν νομικά ή πραγματικά εμπόδια που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε δικαστήριο και την ακρόαση από αυτό. Το Δικαστήριο δεν παραλείπει μάλιστα να τονίσει ότι το σχετικό δικαίωμα έχει εξέχουσα θέση σε μία δημοκρατική κοινωνία και συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της νομιμότητας, (πρβλ σχετικά Ευ. Κρουσταλάκη, Το δικαίωμα σε «χρηστή δίκη» κατά το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δ 13 (1982). 624, Χ. Χρυσανθάκη, Ο ελληνικός μηχανισμός παροχής δικαστικής προστασίας υπό το φως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Δ 22 (1991). 815-816, Εμμ Ρούκουνα, ό.π., σ. 156-157, 160-161, Π.-Μ. Ευστρατίου, Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας σε διοικητικές διαδικασίες και το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1996, σ. 70, 185-186. Βλ. και ΕΔΔΑ Υπόθεση Nerath κατά Ελλάδας, Αποφ. Της 18.12.08, ΠοινΔικ 305). Τα κράτη υπέχουν υποχρέωση να εξασφαλίζουν αποτελεσματική δικαστική προστασία όχι μόνο με την πρόβλεψη δικονομικών δυνατοτήτων αλλά και με την αποτελεσματική λειτουργία στην πράξη των προβλεπομένων εγγυήσεων (πρβλ. Σπ. Καραλή, Το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΕΔΔΔ 40 (1996). 481 και Π.-Μ. Ευστρατίου, ό.π., σ. 70-71, 185-186). Κατά συνέπεια, οφείλουν να αίρουν με θετικές ενέργειες τα νομικά και πραγματικά εμπόδια που παρακωλύουν ενδεχομένως την παροχή πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας [(πρβλ. Ευ. Κρουσταλάκη, Το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη (δικαίωμα για χρηστή δίκη)] κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΕλλΔνη 27 (1986). 614 και Ηλ. Καστανά – Γ. Κτιστάκι, της νομολογίας τον Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2000, σ. 77).
Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν προκύπτει ότι τα δικαστήρια πρέπει να ερμηνεύουν τις ισχύουσες διατάξεις κατά τρόπο που όχι μόνο δεν παρακωλύει, αλλά αντίθετα προωθεί την παροχή πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Δεν επιτρέπεται λοιπόν η ερμηνεία κανόνων κατά τρόπο που παρεμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος. Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να διευκολύνεται κάθε διάδικος και ο κατηγορούμενος στην ανεύρεση του αποδεικτικού υλικού που κρίνει αναγκαίο για την απόδειξη των ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 3 α, β της ΕΣΔΑ: «3. Ειδικότερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: .. α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομέρεια την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του». Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης και το δικαίωμα σιωπής αποτελούν γενικά αναγνωρισμένες διεθνείς εγγυήσεις, που ανήκουν στον πυρήνα μιας δίκαιης διαδικασίας. Ο σκοπός τους είναι να προστατεύουν τον κατηγορούμενο από τον ανεπίτρεπτο καταναγκασμό εκ μέρους των αρχών, εξασφαλίζοντας έτσι τους σκοπούς του άρθρου 6. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης πρωτίστως αφορά το σεβασμό της βούλησης ενός κατηγορουμένου προσώπου και προϋποθέτει ότι η κατηγορούσα αρχή αποσκοπεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου χωρίς να προσφεύγει σε αποδείξεις που αποκτήθηκαν με μεθόδους που χρησιμοποιούν απειλή ή καταπίεση να καμφθεί η βούληση του κατηγορουμένου. Το ΕΔΔΑ προσθέτει ότι εξετάζοντας αν μια διαδικασία έχει εξαλείψει την ουσία του προνομίου μη αυτοενεχοποίσης, αυτό θα εξετάσει τη φύση και το βαθμό του καταναγκασμού, την ύπαρξη σχετικών εγγυήσεων στις διαδικασίες, και τον τρόπο χρήσης των στοιχείων που αποκτήθηκαν με αυτό τον τρόπο, Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος σιωπής δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις άσκησης πίεσης για να καμφθεί η βούληση του κατηγορουμένου. Το δικαίωμα αυτό προστατεύει την ελευθερία επιλογής που έχει ένα ύποπτο πρόσωπο να επιλέξει αν θα μιλήσει ή όχι. Αυτή η ελευθερία επιλογής ουσιαστικά υπονομεύεται στις περιπτώσεις που οι αρχές χρησιμοποιούν κάποιο τέχνασμα για να αποσπάσουν από τον ύποπτο συγκεκριμένη συμπεριφορά και να την χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια ως απόδειξη στη δίκη (βλ. απόφαση Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 5.11.2002).
Σημειώνεται ότι κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (European Court of Human Rights), η ΕΣΔΑ συνιστά εφαρμοστέο δικανικό κανόνα που υπερισχύει του εσωτερικού δίκαιου (άρθρο 28 § 1 ελληνικού Συντ.) (βλ. Υπόθεση Perlala κατά Ελλάδος της 22.2.2007 (Αριθ. Προσφυγής 17721/04). Συνεπώς, θα πρέπει οι διατάξεις των κοινών νόμων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι διατάξεις της ποινικής δικονομίας να ερμηνεύονται κατά τρόπο σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατά συνέπεια οι διατάξεις των κοινών ποινικοδικονομικών διατάξεων δεν μπορούν να ματαιώσουν την εφαρμογή των κανόνων αυξημένης τυπικής ισχύος, όπως οι διατάξεις της ΕΣΔΑ (βλ. Κ. Χρυσόγονο στο Τόμο της Εθνικής Σχολής Δικαστών με τίτλο «Η επίδραση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην ερμηνεία και εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου, στις σ. 31 και επ., όπου άρθρο του Κ. Χρυσόγονου βλ. επίσης Κ. Χρυσόγονο, Ατομικά, Κοινωνικά Δικαιωματα, εκδ. 2002 σ. 426).
Περαιτέρω, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, στην έννοια της «αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν» της υπερασπίσεως, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφία, που έχει σχηματισθεί σε βάρος του κατηγορουμένου (Bonzi κατά Ελβετίας, προσφυγή αρ. 7854/77, Guy Jespers κατά Βελγίου, προσφυγή αρ. 8404/ 78). Περαιτέρω δε το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι «Οι διαδικασίες θα πρέπει να διεξάγονται κατ' αντιδικία και θα πρέπει πάντα να εξασφαλίζεται «η ισότητα των όπλων» ανάμεσα στα μέρη, την κατηγορούσα αρχή και τον κατηγορούμενο. Η ισότητα των όπλων δεν εξασφαλίζεται όταν ο συνήγορος δεν έχει πρόσβαση σε εκείνα τα έγγραφα της ανάκρισης τα οποία είναι ουσιώδη, ώστε να ανατρέψουν την νομιμότητα της κράτησης ... Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR) αναγνωρίζει την ανάγκη να διεξαχθεί η ανάκριση αποτελεσματικά, το οποίο εφαρμόζεται και στο κομμάτι συλλογής πληροφοριών κατά την διάρκεια αυτής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην παραποιούνται τα στοιχεία και να υποβιβάζεται το έργο της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, αυτός ο νόμιμος σκοπός δεν μπορεί να θέτει ένα ουσιώδη περιορισμό στο δικαίωμα της υπεράσπισης» (απόφαση Lietzow κατά Γερμανίας). Με άλλα λόγια, η ισότητα των όπλων υποχρεώνει τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές να θέτουν στην διάθεση του κατηγορουμένου όποια απόδειξη έχουν στην διάθεσή τους. Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να έχει στη διάθεσή του για τον σκοπό της απαλλαγής του ή για τη μείωση της ποινής, όλα τα σχετικά στοιχεία τα οποία συγκεντρώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές (βλ. Jespers ν Belgium (1981) 27 DR 61, Edwards ν United Kingdom (1992) 15 EHRR 417, Bendenoun ν France (1994) 18 EHKR 54, Kaufmann ν Belgium (1986) 50 DR 98, Jasper v. United Kingdom (16.2.2000), Σκέψη 51, Rowe and Davis v. United Kingdom (16.2.2000), Σκέψη 60, Fitt v. United Kingdom (16.2.2000), Σκέψη 44, Dowsett v. United Kingdom (24.6.2003), Σκέψη 41, UL, GMR and AKP v. Orated Kingdom (19.9.2000), Σκέψη 112, PG and JH v. United Kingdom (25.09.2001), Σκέψη 67. βλ. επίσης Kriangsak Kittichaisaree, International Criminal law, edn 2001 σ. 292, όπου περαιτέρω παραπομπές, βλ. Α.Η. Robertson and J. G. Merrills, Human Rights in Europe,edn 1996, ρ 110, 111, βλ. επίσης John Wadham and Helen Mountfield, Human Rights Act, edn 1999 p. 86, 87, βλ. επίσης ECHR 13.7.1995, Καμπάνης ΕΕΕυρΑ 1996387).
Σημειώνεται επίσης εδώ ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει την αναγκαία ευκολία προς προετοιμασία να λάβει γνώση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που βρίσκονται στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει και από άλλα διεθνή κείμενα. Ειδικότερα στο άρθρο 67 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (Statute of the International Criminal Court), ορίζεται ότι ο εισαγγελέας έχει την υποχρέωση να αποκαλύψει στην υπεράσπιση τις αποδείξεις που έχει στην κατοχή ή στον έλεγχό του, που επιδρούν στην ενοχή η στη μείωση της ποινής η εκείνα που προσβάλλουν την αξιοπιστία της εισαγγελικής απόδειξης [βλ. επίσης το άρθρο 21 Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της πρώην Γιουγκοσλαβίας (ICCY) βλ. και άρθρο 14 § 2β του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και συνπεώς κατέστη εσωτερικό δίκαιο και έχει ισχύ κατ’ άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπέρτερη του κοινού νόμου).
Σύμφωνα με την διάταξη 101 του ελληνικού ΚΠΔ, θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου αποτελεί η γνώση του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας εις βάρος του. Κατά την ως άνω διάταξη του άρθρ. 101 § 1 ΚΠΔ, στον κατηγορούμενο, όταν μετά από κλήτευση προσέλθει ή προσαχθεί για απολογία ενώπιον του Ανακριτή, ανακοινώνει αυτός το περιεχόμενο των εγγράφων της ανακρίσεως. Συγχωρείται επίσης στον κατηγορούμενο να λάβει γνώση αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του των εγγράφων της ανακρίσεως και χορηγούνται σ’ αυτόν, με δικές του δαπάνες και κατόπιν αιτήσεώς του που εγχειρίζεται στον Ανακριτή αντίγραφα των εγγράφων αυτών. Η διάταξη αυτή καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 97, 100, 102, 103 του ιδίου Κώδικα, περιέχουν τους κατοχυρωτικούς των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων κανόνας δικαίου και αποσκοπούν στην διασφάλιση του δικαιώματος υπερασπίσεώς τους και της παροχής ευχέρειας αντικρούσεώς των σε βάρος τους κατηγοριών. Η διασφάλιση αυτή επιτυγχάνεται πληρέστερα δια της ανακοινώσεως από τον ανακρίνοντα στον προσερχόμενο ή προσαγόμενο ενώπιόν του για απολογία κατηγορούμενο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της δικογραφίας, και ακόμη με την αυτοπρόσωπη από τον ίδιο ή δια του συνηγόρου του γνώση των εγγράφων αυτών, όπως επίσης και με τη λήψη ανεξαρτήτως των εγγράφων που μέχρι την στιγμή εκείνη ευρίσκονται στην δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των απολογιών των συγκατηγορουμένων του. Τα ανωτέρω τρία διαδοχικά δικονομικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία αναφέρονται ρητώς στην προαναφερθείσα διάταξη της § 1 του άρθρου 101 ΚΠΔ, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και κατά λογική ακολουθία πρέπει όλα να προηγούνται χρονικώς της λήψεως της απολογίας του κατηγορουμένου από τον Ανακριτή, διότι μόνο αν ο κατηγορούμενος έχει πλήρη γνώση της κατ’'αυτού κατηγορίας θα μπορέσει αποτελεσματικώτερα να αποκρούσει τα εναντίον του υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Η λήψη αντιγράφων μάλιστα είναι σε πολλές περιπτώσεις απολύτως απαραίτητη για την προετοιμασία της απολογίας του κατηγορουμένου, ιδίως όταν αυτά λόγω του αριθμού και του περιεχομένου τους απαιτούν ιδιαίτερη μελέτη και προσοχή. Την αναγκαιότητα αυτή έχει υπόψη της η διάταξη και γι' αυτό ορίζει ότι τα προαναφερθέντα δικαιώματα έχει ο κατηγορούμενος «μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί ...» και όχι όταν απολογηθεί (βλ. ΑΠ 375/ 1964 ΠοινΧρον ΙΕ σ. 34, ΓνωμΕισαγΕφΑθ 3/68 ΠοινΧρ ΙΗ΄ 634, ΓνωμΕισαγΕφΛαρίσης 1/1980 ΠοινΧρον Α΄ 90, Κ. Σιφναίου ΠανδΠοινΔικον Τομ. Α σ. 198, Χρ. Μπάκα, Το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ ΛΖ΄ 485, βλ. ΕφΘρ 36/1988 ΠοινΧρ ΛΗ΄ 423). Με τον τρόπο αυτό η εν λόγω διάταξη καθιερώνει τη γνώση της δικογραφίας από τον κατηγορούμενο πριν από την απολογία του ως ουσιώδη προϋπόθεση του δικαιώματος ακροάσεως (βλ. και Ανδρουλάκη, Θεμελιώδους εύνοιας σ. 63 και 88) και διευρύνει μάλιστα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σε σχέση με τον γαλλικό νόμο της 8.12.1987, που απετέλεσε και την πηγή της εμπνεύσεώς της διότι επιτρέπει και στον ίδιο τον κατηγορούμενο να λαμβάνει γνώση αυτοπροσώπως των εγγράφων της δικογραφίας, ενώ ο γαλλικός νόμος χορηγεί το δικαίωμα αυτό μόνο στον συνήγορό του. Ενδεικτικό εξάλλου της σοβαρότητας και της σημασίας την οποία αποδίδει η δικονομία στα δικαιώματα αυτά του κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι η τήρηση αυτών τάσσεται επί ποινή απολύτου ακυρότητας της προδικασίας κατ’ άρθρ. 171 εδ. δ του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 302/1984, 443/1984 ΠοινΧρον ΛΔ΄ 814, 861, ΑΠ 809/2008 Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αφού ο νόμος μιλάει για έγγραφα γενικώς και αδιακρίτως χωρίς να κάνει καμία εξαίρεση περιλαμβάνει και τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και τα δικόγραφα των εφέσεων διότι και αυτά αποτελούν στοιχεία της δικογραφίας (βλ. ΕφΘρ 36/1988 ό.π., Α. Κονταξή, ΕρμΚΠολΔ, εκδ. 2006 στο άρθρο 101 σ. 869, 870 όπου περαιτέρω παραπομπές, ΑΠ 41/1981 ΝοΒ 1981. 1383). Επισημαίνεται επίσης ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 270 και 271 του ΚΠΔ, αναγκαίος όρος για την περάτωση της κυρίας ανάκρισης είναι η απολογία του κατηγορουμένου, όπερ σημαίνει ότι στις προαναφερόμενες διατάξεις θεσμοθετείται υποχρέωση του κατηγορουμένου, όπως εμφανισθεί ενώπιον του ανακριτή και απολογηθεί. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι η άλλη όψη της υποχρέωσης του κατηγορουμένου να απολογηθεί αντιστοιχεί στο δικαίωμά του να απολογηθεί και να αποκρούσει την κατηγορία, με άμεσο συνεπακόλουθο η απολογία του κατηγορουμένου να μην αποτελεί, απλώς και μόνον υποχρέωση αλλά και δικαίωμα αυτού. Εξάλλου η εν λόγω θέση ενισχύεται και από το ότι η απολογία του κατηγορουμένου αποτελεί αποδεικτικό μέσο, που μπορεί, αναλόγως με το περιεχόμενό της, να χρησιμοποιηθεί τόσον υπέρ όσον και εναντίον του, όπερ αποκτά ιδιαίτερη αξία στο πλαίσιο της απολογίας του κατηγορουμένου στην κυρία ανάκριση, όπου αυτή θα συνεκτιμηθεί και για την τυχόν επιβολή της προσωρινής κράτησης ή άλλου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 241 του ΚΠΔ, η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα, διενεργείται με την παρουσία δικαστικού γραμματέα η δεύτερου ανακριτικού υπαλλήλου ή αν δεν υπάρχουν αυτοί με παρουσία δύο μαρτύρων που έχουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 150 του ΚΠΔ. Αν δεν είναι δυνατόν να βρεθούν τέτοιοι μάρτυρες, όποιος διενεργεί την ανάκριση είναι υποχρεωμένος να την ολοκληρώσει και μόνος του. Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως, η οποία δικαιολογείται και από την προστασία της τιμής και υπολήψεως των κατηγορουμένων και από την ανάγκη διαλεύκανσης των εγκλημάτων. Σκοπός της ελλείψεως δημοσιότητας είναι και η απρόσκοπτη και αποτελεσματική ευχέρεια των ανακριτικών οργάνων στη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στην εξακρίβωση του εγκλήματος και τη σχέση του κατηγορουμένου με αυτό, η προστασία του τελευταίου, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητος αλλά και παντός εμπλεκόμενου στην υπόθεση (Αθ. Κονταξή ό.π. υπό άρθρο 241 σ. 1522). Η μη τήρηση της διατάξεως αυτής για τη μυστικότητα της προδικασίας δεν θεωρείται ότι επισύρει δικονομική κύρωση, δηλαδή, είτε απόλυτη είτε σχετική ακυρότητα, εκτός αν κατά το άρθρο 171 § 1 του ΚΠΔ εμποδίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται και στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 809/2008 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», Αθ. Κονταξή ό.π. υπό άρθρο 241 σ. 1522-1523). Η αρχή της μυστικότητας όμως κάμπτεται και δεν ισχύει φυσικά έναντι του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά τα άρθρα 97, 101, 104 και 105 του ΚΠΔ, μπορεί να παρίσταται σε διαδικαστικές πράξεις και να λαμβάνει αντίγραφα των εκθέσεων των ανακριτικών πράξεων (Μαργαρίτης «ΕρμΚΠΔ» υπό άρθρο 241, αρ. 3, Στ. Αλεξιάδης «Η Ανακριτική σ. 95). Δηλαδή, η μυστικότητα της ανάκρισης βρίσκει το απαράβατο όριό της εκεί που αρχίζει να προσβάλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου. Για τον κατηγορούμενο η ανάκριση οφείλει να είναι, κατά τη στιγμή τουλάχιστον που καλείται σε απολογία, απαρεγκλίτως φανερή, διότι, άλλως, αν δηλαδή, αυτός αγνοεί τα τυχόν σε βάρος του υπάρχοντα στοιχεία και την εν γένει εξέλιξη της προδικασίας υποβιβάζεται από υποκείμενο σε αντικείμενο της ποινικής δίκης (Ανδρουλάκης, «Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης» σ. 133) και εφόσον η μυστικότητα της ανάκρισης υποχωρεί, τουλάχιστον όσον αφορά στους διαδίκους (κατηγορούμενο, πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο), εύστοχα γίνεται λόγος για δημοσιότητα των μερών ή εσωτερική δημοσιότητα (Καρράς, «Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο» σ. 367). Δηλαδή, η υποχρέωση της τηρήσεως της μυστικότητας της ανακρίσεως νοείται ότι αφορά μόνον στην γνωστοποίηση σε τρίτους των εγγράφων και στοιχείων της δικογραφίας...Ο ανακριτής υποχρεούται μόλις ο κατηγορούμενος κληθεί προς απολογία να του παραδώσει όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην δικογραφία και δεν έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί η να αποκρύψει κάποια από αυτά κρίνοντας ότι αυτά δεν έχουν σχέση με την κατηγορία. Η διάταξη του άρθρου 101 § 1 πρέπει να ερμηνεύεται, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αλλά και με το άρθρο 20 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, τα οποία υπερτερούν της παραπάνω δικονομικής διατάξεως. Προϋπόθεση για να είναι αποτελεσματική η ακρόαση είναι ο φορέας του δικαιώματος ακρόασης να έχει λάβει προηγουμένως γνώση όλων ανεξαιρέτως των σχετικών με την υπόθεση στοιχείων, επί των οποίων καλείται να απαντήσει και να πάρει θέση. Κατά συνέπεια το δικαίωμα του εξεταζόμενου στην ανακοίνωση του συνόλου των εγγράφων και των στοιχείων του φακέλου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος ακρόασης σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 Σ. και για τον λόγο αυτό περιβάλλεται – και αυτό – με συνταγματική χροιά. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι δυνατόν (και δεν επιτρέπεται) να περιοριστεί το επιμέρους αυτό δικαίωμα από διατάξεις του κοινού δικονομικού νόμου, όπως αυτές του ΚΠΔ. Το δικαίωμα γνώσης της δικογραφίας από τον κατηγορούμενο και την υπεράσπιση συνδέεται κατά κανόνα με την κορυφαία στιγμή άσκησης της υπεράσπισής του, την απολογία του, η οποία αποτελεί και τον πυρήνα του δικαιώματος ακρόασής του. Όχι μόνο η γνώση του περιεχομένου της δικογραφίας αλλά και η λήψη αντιγράφων πρέπει πάντοτε να προηγούνται «χρονικά της λήψης της απολογίας, αφού άλλωστε κατατείνουν ακριβώς στην προετοιμασία αυτής της ανακριτικής πράξης. Μόνο άλλωστε όταν είναι πλήρης η γνώση της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο και την υπεράσπισή του είναι δυνατό να υπάρξει αποτελεσματική αντίκρουσή της, ενώ η λήψη αντιγράφων, εξ ορισμού χρήσιμη, γίνεται ζωτικής σημασίας για την άσκηση της υπεράσπισης ιδίως στις περιπτώσεις όπου ο όγκος και το περιεχόμενο των εγγράφων στοιχείων της δικογραφίας απαιτούν ιδιαίτερη μελέτη και προσοχή (βλ. Α. Κονταξή, Ερμ ΚΠοινΔικ έκδοση 2006, στο άρθρο 101 σ. 869). Σημειωτέον ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της μυστικότητας της ανακρίσεως, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, καθώς τα έγγραφα αυτά αποτελούν μέρος της σχηματισθείσας εις βάρος του κατηγορουμένου δικογραφίας, η χορήγηση, δε, αυτών γίνεται προς τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι σε τρίτους. Το υπερασπιστικό δε δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων της δικογραφίας, όπως αυτό ερμηνεύθηκε κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα παραπάνω, υπερτερεί των διατάξεων των προσωπικών δεδομένων άλλων κατηγορουμένων εμπλεκομένων στην υπόθεση...

Ακόμη και σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 101 Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το απαράδεκτο άρθρο 12 του ν. 4236/2014 (Α΄ 33/11.2.2014), " Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, οι αρμόδιες αρχές, κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, δεν επιτρέπουν την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια", δηλ. η άρνηση πρόσβασης σε τμήμα του υλικού της δικογραφίας περιορίζεται ΜΟΝΟ κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, προανάκρισης και προκαταρκτικής εξέτασης, και μόνο για συγκεκριμένους λόγους.
Τονίζεται ότι η κ. Αλεξάνδρα Πίσχοινα είναι αυτή που και άλλη φορά έχει αρνηθεί την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού δικογραφίας, που εκκρεμεί στο Δικαστήριο, αποφαινόμενη παράνομα ότι τάχα οι διάδικοι έχουν πρόσβαση μόνο στα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, που είναι θεμελιωτικά της κατηγορίας, και όχι εν γένει στη δικογραφία. Η εν λόγω άρνησή της έλαβε χώρα σε βάρος της πολιτικώς εναγούσης, σε υπόθεση με κατηγορούμενο γνωστό πράκτορα της Ε.Υ.Π., που κατηγορείται για σοβαρά ποινικά αδικήματα.
Υπογραμμίζεται ότι η κ. Δήμητρα Πατσουράτη είναι σύζυγος του γνωστού από την υπόθεση Siemens Πρωτοδίκη, Νικόλαου Ζαγοριανού, εξαιτίας παράνομης ενέργειας του οποίου εξεδόθη το παραπάνω υπ'αριθμ. 1327/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που τον άφησε έκθετο στη νομική και δικαστική κοινότητα.

Συνοψίζοντας,
Η άρνηση της κ. Δήμητρας Πατσουράτη, εμπνευσμένη από την πάγια επιλεκτική τακτική της κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα, να χορηγήσει αντίγραφο του παραπάνω εγγράφου της δικογραφίας (προσκομισθέντος από την κατηγορουμένη ιατρικού πιστοποιητικού) είναι μη σύννομη, και βαρύτατα πειθαρχικά ελεγκτέα, διότι:
1) Ο κατηγορούμενος έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, κατά το στάδιο που η υπόθεση εκκρεμεί στο ακροατήριο, χωρίς καμία εξαίρεση, πλην του αντιγράφου ποινικού μητρώου, των κλήσεων, και κατά κάποιους (παράνομα και πάλι) των εκθέσεων εφέσεων,
2) Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να επικαλεστεί, και να αποδείξει, ειδικό έννομο συμφέρον, διότι έχει αυτονόητα πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας,
3) Το εν λόγω αιτηθέν έγγραφο αναγνώστηκε σε δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου, και συνεπώς είναι αναγνωστέο έγγραφο, θεμελιωτικό λόγου αναβολής της δίκης,
4) Σε περίπτωση που ίσχυαν όσα αποφάνθηκε η ως άνω Εισαγγελική Λειτουργός, ο εκάστοτε Γραμματέας της Εισαγγελίας θα έπρεπε να μην χορηγεί αντίγραφα της δικογραφίας στους διαδίκους, πριν αποφανθεί εγγράφως ο κ. Εισαγγελέας (πράγμα που δεν συμβαίνει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών), και μάλιστα, σε κάθε δικογραφία, θα έπρεπε να διαχωριστούν ποια είναι τα έγγραφα, στα οποία έχουν πρόσβαση οι διάδικοι, (με την έννοια ότι έχουν σχέση με την ποινική κατηγορία), και ποια είναι εκείνα, στα οποία δεν έχουν πρόσβαση, και θα πρέπει να επικαλεστούν, και να αποδείξουν ειδικό έννομο συμφέρον.
Συνεπώς, αντί η εν λόγω Εισαγγελική Λειτουργός να αποφαίνεται παράνομα, ωσαύτως, ώστε να καλύψει την εκτρωματικά παράνομη τακτική της κ. Αλεξάνδρας Πίσχοινα, θα ήταν φρονιμότερο, έχουσα κι εκ του νόμου ευθύνη, να ελέγξει για ποιον λόγο οι Φάκελοι με τα Ποινικά Μητρώα των κατηγορουμένων είναι παραβιασμένοι, και σε κοινή θέα από τους Διαδίκους, Γραμματείς, Εισαγγελείς, και Δικαστές, προ της απόφανσης περί ενοχής, δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων του Κ.Π.Δ. και του Κράτους Δικαίου.

Η παρούσα τίθεται υπ'όψιν του Νέου Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Ηλία Ζαγοραίου, που έχει υπηρετήσει στη θέση του Εισαγγελέα Προσδιορισμού (και ουδέποτε εκτέθηκε κατ'αυτόν τον τρόπο), και του Τμήματος Επιθεώρησης Δικαστών και Δικαστηρίων, με την ευχή, όπως ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα, για την αποτροπή επικίνδυνων για τη Δικαιοσύνη Τακτικών μεμονωμένων εισαγγελικών λειτουργών, που λειτουργούν ως κράτος εν κράτει, και παραβιάζουν καθημερινά την αρχή: "Ο Δικαστής πρέπει να έχει ταχύτητα στη σκέψη και βραδύτητα στο θυμό".

 
Στο κέντρο εικονίζεται η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, κ. Αλεξάνδρα Πίσχοινα

Μετά Τιμής,

Θ.Υ.Π.


Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ασ-ταίρι (Τικ-τακ)


Καθώς άρχισα να βλέπω
ψηλάφισα αθόρυβα

στον αέρα η αφή
κουλουριάζεται απ'τον θόρυβο

φοβάμαι αυτά τα βήματα στα σύννεφα
μήπως μείνουν μόνα τους και πέσω

τότε χωρίς βροχή, χωρίς αστραπή
χωρίς θόρυβο, χωρίς εσένα

στον αέρα η αγάπη
εναγκαλίζεται

τα σύννεφα περπατάνε με έπαρση
σηκώνουν τη σημαία της αστραπής
και βροντοφωνάζουν το καρδιοχτύπι

σαν ακούσεις αυτό τον θόρυβο
κράτα αλεξικέραυνο
εκεί, δεν επιτρέπονται οι συγκινήσεις

σαν βραχείς σ'αυτή τη βόλτα
κοίτα στον ουρανό μήπως δεις το δικό σου αστέρι
θα εμφανιστεί, αργά ή γρήγορα

τα σύννεφα προξενεύουν και ταίρι
όταν μένουν μόνα κι'αυτά
και η στιγμή σαν νυστέρι

καθώς από εντός μου πετάχτηκε η καρδιά
όταν προκάλεσα τον θόρυβο



Must red-read

Ακαταδίωκτο δημοσίων υπαλλήλων και μελών Δικηγορικών Συλλόγων

  27/2023 ΑΠ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αστικώς ανεύθυνο δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει και την ευθύνη αυτών από προσβολές της προσωπικότ...