Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου (συννόμου) βίου στην υπόθεση Σεργιανόπουλου

 

 

Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Κλοπή αντικειμένων του θύματος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Έννοια βρασμού ψυχικής ορμής. Πραγματικά περιστατικά. Δολοφονία από αλλοδαπό, υπήκοο Γεωργίας, ο οποίος προσφερόταν για επ’αμοιβή σεξουαλικές συνευρέσεις με ομοφυλόφιλους, γνωστού ηθοποιού. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο. Ειλικρινής μετάνοια. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Δεν αρκεί η απλή δήλωση συγγνώμης από το δράστη ή η απλή καλή συμπεριφορά στη φυλακή. Ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Απαιτείται η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος κατά του δράστη και της εγκληματικής πράξεως. Απορρίπτονται όλες οι ελαφρυντικές περιστάσεις. Νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και διατάραξη της συνείδησης. Άδικος χαρακτήρας πράξεως. Άμυνα και υπέρβαση των ορίων της άμυνας. Απορρίπτονται οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί. Βλ. και γνώμη μειοψηφίας, βάσει της οποίας ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επιπλέον, βλ. και γνώμη μειοψηφίας, βάσει της οποίας έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με την αναγνώριση του ελαφρυντικού της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος.

ΜΙΚΤΟ ΟΡΚΩΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αριθμ. 132, 132α, 165, 305, 306, 330, 331/2013 Δικαστές Α. Πελεκάνος, Πρόεδρος, Ανδρούλα Χριστοδούλου, Δ. Παλλαδινός,Εισαγγελεύς Γεωργία Τσατάνη.

Στο άρ. 299 παρ. 1 Π.Κ. ορίζεται ότι όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν η πράξη απο­φασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλ­λεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, για την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βρασμό ψυ­χικής ορμής, απαιτείται ο δράστης να τελούσε στην κατάσταση αυτή, τόσο κατά την λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας. Αλλιώς, ο δράστης τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για την εφαρμογή της οποίας αρκεί η ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την λήψη της απόφασης είτε κατά την εκτέλεση της ανθρω­ποκτονίας. Για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συ­ναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου κ.λπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάσει σε τέτοια ψυχική κατάσταση που να αποκλείει την σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεσή της, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναι­ρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης. Εξάλλου, κατά το άρ. 34 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, αυτός δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πρά­ξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Ενώ, κατά το άρ. 36 ΠΚ, αν, εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρ. 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά τις διατάξεις αυτές, ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ενώ ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμ­φανίζεται σε υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική. Έτσι, αν, λόγω μιας από τις προαναφερόμενες ψυχικές κατα­στάσεις, ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε μειωθεί σημα­ντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τον άδικο χαρακτήρα της, ή να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, η πράξη στην πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον δράστη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρ. 83 ΠΚ (ΑΠ 2012/2007, ΑΠ 205/2007, ΑΠ 343/2000, ΑΠ 809/1997). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 22 ΠΚ προκύπτει ότι, για να υπάρξει άμυνα ως λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρα­κτήρα της πράξης, απαιτείται, άδικη και παρούσα επίθεση, που στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή άλλου προσώπου και εκθέ­τει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, η δε προσβολή του επιτιθέμενου πρέπει να είναι αναγκαία για την απόκρουση της επίθεσης και την υπεράσπιση του αμυνόμενου ή τρίτου από την άδικη και παρούσα επίθεση, που απειλεί άμεσα τα έννομα αγαθά τους. Η επίθεση δεν θεωρείται παρούσα όταν εξέλιπε πλήρως ο κίνδυνος που απείλησε άμεσα το έννομο αγαθό, ε­νώ δεν υπάρχει κατάσταση άμυνας όταν η παρούσα επίθεση μπορεί να αποτραπεί ή να παρακαμφθεί με άλλα μέσα, όπως η ακίνδυνη φυγή, αν δεν μειώνεται η τιμή ή η αξιοπρέπεια του δεχόμενου την επίθεση. Εξάλλου, κατά το άρ. 23 ΠΚ, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έ­γινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83 ΠΚ), ενώ, αν έ­γινε από αμέλεια, τιμωρείται κατά τις διατάξεις τις σχετικές με την αμέλεια. Ο δε αμυνόμενος μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε με αυτόν τον τρόπο λόγω του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθε­ση. Για να υπάρχει, όμως, υπέρβαση των ορίων της άμυνας, με οποιαδήποτε από τις μορφές που αναφέρονται στο άρ. 23 ΠΚ, πρέπει να προϋπάρξει άδικη και παρούσα επίθεση, δηλαδή να έχει διαμορφωθεί υπαρκτή κατάσταση άμυνας (ΑΠ 1633/2008, ΑΠ 1013/2003, ΑΠ 373/2003). 

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστη­καν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, από την υπ'αρ. .../2009 εκκαλούμενη απόφαση του ΜΟΔ Αθη­νών, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά, μεταξύ των οποί­ων περιλαμβάνεται και η από 13.1.2007 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου Χ.Κ. για τον Ν.Σ. που αναγνώστηκε, από τις προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατά την προανάκριση που αναγνώστηκαν, από τις φωτογραφίες του φακέλου που επισκοπήθηκαν, από τις περι­κοπές των απολογιών του κατηγορουμένου στην προανάκριση και στην ανάκριση που αναγνώστηκαν και από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του πα­ρόντος δικαστηρίου αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Ν.Σ. κατά τα τελευταία έτη της ζωής του ήταν σταθερά παθητικός ομοφυλόφιλος, αλκοολικός και εξαρτημέ­νος από την χρήση κοκαΐνης σε καθημερινή βάση. Τον Δεκέμ­βριο του έτους 2007 συνελήφθη από τις Αστυνομικές Αρχές για εμπλοκή σε ναρκωτικά και από τότε εμφάνιζε ιδεοψυχαναγκαστικά αισθήματα καχυποψίας, αστυνομικής επιτήρησης και φαντασιακής καταδίωξης από τρίτους, χωρίς πάντως να εκτρέπεται σε επιθετικές και βίαιες ενέργειες. Τους ερωτικούς επί πληρωμή συντρόφους του αναζητούσε σε στέκια εκδιδο­μένων περιθωριακών αλλοδαπών της πλατείας Βικτωρίας, της Κουμουνδούρου και του Πεδίου του Άρεως, τους οποίους δε­χόταν για εφήμερες ερωτικές συνευρέσεις συνήθως στην οικία του, και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού [...] αρ. [...] στο [...] Αττικής. Στις 3.6.2008 και ώρα 02.00 περίπου, ο Ν.Σ. προσέγγισε τον κατηγο­ρούμενο ..., υπήκοο Γεωργίας, έγγαμο και πατέρα δύο παι­διών, ο οποίος κατά το τελευταίο τουλάχιστον τρίμηνο σύχναζε στην πλατεία Βικτωρίας, προσφερόμενος για αμειβόμενες σε­ξουαλικές συνευρέσεις με ομοφυλόφιλους άνδρες, και, μετά από σχετική συνεννόηση, πήγαν στο διαμέρισμα του πρώτου, όπου, αφού προηγουμένως ο Ν.Σ. έκανε χρήση κοκαΐνης και κατανάλωσαν μπύρες (ανιχνεύτηκε μείγμα βιολογικού υλικού και των δύο σε τρία κυτία στο σαλόνι - δείγματα [...], [...] και [...]), συνευρέθηκαν ερωτικά και συμφώνησαν να συναντηθούν ξανά το βράδυ της ίδιας ημέρας στην πλατεία Βικτωρίας για τον ίδιο λόγο. Πράγματι περί ώρα 20.45 περίπου της 3.6.2008 οι δύο συναντήθηκαν στην πλατεία Βικτωρίας και κατέληξαν στο διαμέρισμα του Ν.Σ., όπου ο τελευταίος έκανε μόνο αυτός χρήση κοκαΐνης με ένα πλαστικό καλαμάκι (πειστήριο [...]), στο μέσον του οποίου ανιχνεύτηκε αποκλειστικά δικό του βιολογι­κό υλικό, και όχι άλλου ατόμου. Επίσης, αφού παρέμειναν για κάποιον χρόνο στο σαλόνι, όπου ο Ν.Σ. κατανάλωσε λίγους ξηρούς καρπούς, ήπιε κόκα κόλα μαζί με τον κατηγορούμενο και κάπνισαν μαζί τα ίδια τσιγάρα (ανιχνεύτηκε μείγμα βιολο­γικού υλικού και των δύο σε 13 αποτσίγαρα μέσα σε τασάκι πάνω σε τραπέζι του σαλονιού), μετά πήγαν στο υπνοδωμάτιο και συνευρέθηκαν σεξουαλικά, όπως προκύπτει από αποτσίγαρο που βρέθηκε μέσα σε τασάκι πάνω στη συρταριέρα του υπνοδωματίου (πειστήριο [...]), στο οποίο ανιχνεύτηκε μείγμα βιολογικού υλικού και των δύο, αλλά και από κυτίο μπίρας [...] που βρέθηκε στο υπνοδωμάτιο (πειστήριο [...]), στο οποίο επί­σης ανιχνεύτηκε μείγμα βιολογικού υλικού και των δύο. Ακόμη στο υπνοδωμάτιο βρέθηκαν πάνω στο κρεβάτι ένα σχισμένο προφυλακτικό (πειστήριο [...]), στην εσωτερική επιφάνεια του οποίου ανιχνεύτηκε βιολογικό υλικό του Ν.Σ. και ένα ομοίωμα πέους (πειστήριο [...]) με υπόλειμμα περιττωμάτων, στο οποίο ανιχνεύτηκε βιολογικό υλικό του Ν.Σ. Στη συνέχεια επανήλθαν στο σαλόνι, όπου ο κατηγορούμενος συνέχισε να πίνει μπύρες και να καπνίζει τσιγάρα, ενώ ο Ν.Σ. κατά τη δεύτερη συνάντηση απέφυγε να καταναλώσει αλκοολούχο ποτό, αφού δεν ανιχνεύ­τηκε οινόπνευμα στο αίμα του, αλλά μόνο στα ούρα, γεγονός που μαρτυρεί ότι η κοινή κατάποση οινοπνεύματος αυτού και του κατηγορουμένου έγινε κατά την πρώτη συνάντησή τους, δηλαδή μετά τις 03.00 ώρα της 3.6.2008. Κάποια στιγμή κι ε­νώ ο Ν.Σ. βρισκόταν τελείως γυμνός στον αριστερό καναπέ του σαλονιού (βλ. έκθεση αυτοψίας φύλλο 2, όπου εκτιμάται το ση­μείο αυτό ως αφετηρία του εγκληματικού συμβάντος), δέχτηκε επίθεση του κατηγορουμένου, ο οποίος με μαχαίρι που πήρε από ξύλινη βάση μαχαιριών της κουζίνας (η οποία ήταν ορα­τή από το σαλόνι) κατέφερε, σε χρονικό διάστημα 2-3 λεπτών, είκοσι ένα (21) αλλεπάλληλα, πυκνά και στοχευμένα πλήγματα στο θύμα εκ των νώτων και καθώς αυτό ήταν γονατισμένο και ανήμπορο να αντιδράσει μετά τα πρώτα πλήγματα. Αρχικά ο κατηγορούμενος έπληξε το θύμα στην κοιλιακή χώρα, προκα­λώντας τρώση σπλήνας, μετά το έπληξε στον θώρακα, προκα­λώντας τρώση πνεύμονα και καρδιάς και στο τέλος το έπληξε στην πρόσθια τραχηλική χώρα στο ύψος της σφαγής, προκα­λώντας επίμηκες βαθύ τραύμα μήκους 15 εκ. με πλήρη διατο­μή του λάρυγγα, με αποτέλεσμα το θύμα να εκπνεύσει μετά από ελάχιστο χρόνο, εντοπίστηκε δε γυμνό σε ύπτια θέση στο δάπεδο μπροστά από τη γωνία των δύο καναπέδων μέσα σε λί­μνη αίματος αρχικά από την Αλβανίδα οικιακή βοηθό του A.M. περί ώρα 07.10 της 4.6.2008 και αργότερα περί ώρα 10.00 της ίδιας ημέρας από τον υπαστυνόμο Κ.Χ., που διενήργησε αυτοψία στον χώρο του εγκλήματος και συνέταξε την σχετική έκθεση που αναγνώστηκε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήγε στο μπάνιο, όπου σκουπίστηκε με πετσέτα, που πέταξε στο υπνοδωμάτιο, ενώ μετά έπλυνε το μαχαίρι και το τοποθέ­τησε σε συρτάρι της κουζίνας, στο εσωτερικό του οποίου βρέ­θηκε αποτύπωμα του αριστερού του αντίχειρα. Ακολούθως ερεύνησε όλους τους χώρους του διαμερίσματος, πέταξε στο δάπεδο το περιεχόμενο των συρταριών, για να σκηνοθετήσει δήθεν ληστεία με ανθρωποκτονία από άλλους δράστες και να αποπροσανατολίσει την αστυνομική έρευνα που θα ακολου­θούσε, όπως ο ίδιος ανέφερε στην από 26.7.2008 προανακρι­τική εξέτασή του, και αποφάσισε να αφαιρέσει δύο φορητούς υπολογιστές μάρκας [...], ένα κινητό τηλέφωνο και χρηματικό ποσό 100 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, καθώς και τα κλειδιά της οικίας και του αυτοκινήτου του θύματος. Όταν πήγε να βγει από το διαμέρισμα, διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη, οπότε αρχικά προσπάθησε να την σπάσει με μία σιδερένια τσιμπίδα τζακιού, χωρίς να τα καταφέρει, επειδή αυτή ήταν ασφαλείας και εσωτερικά μεταλλική. Μετά επιχείρη­σε να την ανοίξει με ακατάλληλο κλειδί που έσπασε μέσα στην κλειδαριά, το οποίο αφαίρεσε με προσεκτικές κινήσεις και ανα­ζήτησε ψύχραιμα το κατάλληλο κλειδί, το οποίο βρήκε σε συρ­τάρι ενός κομοδίνου και απομακρύνθηκε, συναποκομίζοντας τα προαναφερόμενα αντικείμενα, από τα οποία τα κλειδιά του αυτοκινήτου και του διαμερίσματος τα έριξε σε κάδο απορ­ριμμάτων βγαίνοντας από την πολυκατοικία, ενεργοποίησε το κινητό τηλέφωνο την ίδια ημέρα και μία εβδομάδα αργότερα το πώλησε σε αλλοδαπό, ενώ τους δύο φορητούς υπολογιστές τους φύλαξε στο σπίτι, όπου διέμενε με την πεθερά του. Συ­νέχισε δε (με διακοπή δύο-τριών ημερών μετά το έγκλημα) να εργάζεται κανονικά, καθαρίζοντας καράβια από μαζούτ, στο [...] Αττικής (αποσκοπώντας προδήλως και στο να μην εγείρει στο εργασιακό περιβάλλον του υπόνοιες ενοχής σε βάρος του από ενδεχόμενη οριστική διακοπή της εργασίας του) μέχρι τις 26.7.2008, οπότε συνελήφθη, αφού προηγήθηκε δακτυλοσκοπική ταυτοποίησή του και ομολόγησε την εγκληματική δράση του, αλλά με παραποιημένο ιστορικό για προφανείς υπερασπιστικούς λόγους. [...] Από τα πραγματικά περιστατικά, που προαναφέρθηκαν και ανάγονται σε χρόνο πριν, κατά και μετά την πραγμάτωση του εγκληματικού συμβάντος, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, α­ποδείχτηκε με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα ότι ο κα­τηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε με ευθύ δόλο την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή σε κατάσταση ψυχικής υπερδιέγερσης που δεν απέκλειε την σκέ­ψη και τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην τέλεση της ανθρωποκτόνου πράξης ή συγκρατούν από την τέλεσή της. Επίσης, από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, κατά ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου, αποδείχτηκε ότι ο κατη­γορούμενος, ο οποίος δεν είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα μπύρας και δεν είχε κάνει χρήση κοκαΐνης ή άλλης ναρκωτικής ουσίας, κατά την τέλεση της πράξης δεν βρισκόταν σε κατά­σταση διανοητικής ή ψυχικής διατάραξης, η οποία να αναιρού­σε ή να μείωνε σημαντικά την ικανότητα αυτού να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της συγκεκριμένης πράξης του ή την ι­κανότητά του να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για τον άδικο χαρακτήρα της, ούτε τελούσε σε κατάσταση υπαίτιας μέθης του άρ. 193 Π.Κ.. Ιδιαίτερα καταδεικτική του γεγονότος, ό­τι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση της πράξης του διατηρούσε σε πλήρη ενέργεια και λειτουργικότητα τη διανοητική και ψυχι­κή κατάστασή του και αμείωτη την ικανότητά του για διάκριση και συμμόρφωση, ανεξάρτητα από (αλλά και παρά) τη σπάνια αγριότητα του τρόπου τέλεσης του εγκλήματος, ο οποίος εκδη­λώνει ασυνήθη σκληρότητα και τραχύτητα ως χαρακτηρολογικά στοιχεία του δράστη, είναι η προαναφερόμενη, ψύχραιμη, μεθοδική και επινοητική, συμπεριφορά αυτού αμέσως μετά την εγκληματική πράξη. Δηλαδή η εκτεταμένη έρευνα στους χώρους του διαμερίσματος για εντοπισμό του κλειδιού της εισόδου, η ρίψη του περιεχομένου των συρταριών στο δάπε­δο για σκηνοθέτηση ληστείας και για αποπροσανατολισμό της αστυνομικής έρευνας που θα ακολουθούσε, αφαίρεση με προσεκτικές κινήσεις υπολείμματος σπασμένου κλειδιού από κλειδαριά της εισόδου του διαμερίσματος κ.λπ.. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι συνέτρεξε στην προκείμενη περίπτωση οποιαδήποτε από τις προϋποθέ­σεις της άμυνας με υπέρβαση των ορίων της, που επικαλέστη­κε ο κατηγορούμενος, πρωτίστως επειδή δεν αποδείχτηκε ότι προϋπήρξε άδικη και παρούσα επίθεση του θύματος με μαχαί­ρι ή με άλλον τρόπο, που να έθετε σε άμεσο κίνδυνο τα έννομα αγαθά του, ενώ, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η εφαρ­μογή της διάταξης του άρ. 23 ΠΚ προϋποθέτει υπαρκτή κατά­σταση άμυνας. Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος να κηρυ­χθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός αυτού, ότι τέλεσε την ανθρωποκτόνο πράξη σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επίσης πρέπει ομόφωνα α) να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κα­τηγορουμένου, ότι κατά την τέλεση της πράξης αυτός βρισκό­ταν σε κατάσταση άμυνας και υπερέβη τα όριά της (άρ. 22-23 ΠΚ), καθώς και ότι τελούσε σε κατάσταση μειωμένου καταλο­γισμού (άρ. 36 ΠΚ), β) να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κλοπής των προαναφερομένων αντικειμένων που αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης από το διαμέρισμα του θύ­ματος και γ) να παύσει υφ'όρον η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου κατά το άρ. 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012 για τις πλημμεληματικές πράξεις της παράνομης οπλοχρησίας και της παράνομης εισόδου στη Χώρα, για τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος του ποινές φυλάκισης έξι και τριών μηνών, αντίστοιχα, με την πρωτόδικη απόφαση, που δεν έχει γίνει ακόμη αμετά­κλητη και οι σχετικές ποινές δεν έχουν εκτιθεί.

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, ο Εφέτης, Παλλαδινός Διονύσιος, είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Ειδικότερα κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρ. 299 του ΠΚ, «όποιος, με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη», κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, «αν η πρά­ξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης». Από τον συν­δυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για την στοιχειο­θέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβά­νει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρ. 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέ­χουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτο­νίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και από­τομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν (ΑΠ 1549/2012, δημοσίευση Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ν.Σ., παθητικός ομοφυλό­φιλος, αλκοολικός και εξαρτημένος από τη χρήση κοκαΐνης σε καθημερινή βάση, είχε συνευρεθεί ερωτικά με τον κατηγορού­μενο M.D., και συμφώνησαν να συνευρεθούν πάλι το βράδυ της ίδιας ημέρας (3.6.2008). Περί ώρα 20.45 της 3ης.6.2008, συναντήθηκαν στην πλατεία Βικτωρίας, απ'όπου πήγαν στο διαμέρισμα του Ν.Σ. Ο Ν.Σ. έκανε χρήση κοκαΐνης και τόσο το θύμα όσο και ο κατηγορούμενος ήπιαν μπύρες. Συνευρέθηκαν, αρχικά, ερωτικά στο υπνοδωμάτιο και μετά πήγαν στο σαλόνι, όπου βρισκόντουσαν τελείως γυμνοί. Ενώ ο κα­τηγορούμενος καθόταν στο αριστερό τμήμα του καναπέ, τον πλησίασε, αιφνιδιαστικά, ο Ν.Σ. και του ζήτησε με την απειλή μαχαιριού που είχε λάβει από την κουζίνα, να εναλλαχθούν οι ρόλοι τους και να λάβει ο κατηγορούμενος τη θέση του παθη­τικού ομοφυλόφιλου και το θύμα τη θέση του ενεργητικού ο­μοφυλόφιλου, απαιτώντας το θύμα από τον κατηγορούμενο να προβεί σε πεολειξία. Ο κατηγορούμενος ένιωσε τρόμο, φόβο, αγανάκτηση, οργή από την αιφνιδιαστική και αντιφατική αυτή συμπεριφορά του θύματος, περιήλθε σε μεγάλη υπερδιέγερση των συναισθημάτων αυτών και υπό το κράτος της πλήρους ψυ­χικής διαταραχής, γρονθοκόπησε τον κατηγορούμενο στο αρι­στερό ριζορίνιο, του απέσπασε το μαχαίρι και του επέφερε 21 κτυπήματα εκ των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Η κρίση αυτή, για την ψυχική διαταραχή του κατηγορουμένου, ενισχύεται ιδι­αίτερα από το ότι α) το θύμα είχε παθητικό ρόλο στις ερωτικές συνευρέσεις που είχε με τους συντρόφους του, β) το θύμα, αρ­χικά, είχε διαβεβαιώσει τον κατηγορούμενο, ότι ο τελευταίος θα έχει ενεργητικό ρόλο, γ) ο κατηγορούμενος είναι υπήκοος Γεωργίας, όπου το να είσαι παθητικός ομοφυλόφιλος θεωρείται προσβλητικό, δ) το θύμα, καίτοι δεν το συνήθιζε, μετά την είσο­δό του με τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμά του, κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος και έκρυψε επιμελώς τα κλειδιά, γεγονός το οποίο συνηγορεί ότι είχε στις προθέσεις του να ζητήσει την εναλλαγή των ρόλων και προσπάθησε να εξασφαλίσει την αποτροπή της απομάκρυνσης του κατηγορούμενου από το δι­αμέρισμα, ε) το θύμα αμέσως μετά την είσοδό του στο διαμέρι­σμα προέβη στη χρήση κοκαΐνης, γεγονός που του προκάλεσε υπερδιέγερση και επιθετικότητα, στ) όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, Α.Κ., την χρονική αυτή πε­ρίοδο το θύμα ήταν «[...] [λ]εκτικά προκλητικός και βίαιος... Μιλούσε άσχημα... Είχε εμμονές και παραισθήσεις και τα έβαζε με όλους», ζ) ο μάρτυς κατηγορίας, Γ.Α., ψυχίατρος - επίκουρος καθηγητής ψυχιατρικής, καταθέτει μεταξύ άλλων: «τα σεξουα­λικά εγκλήματα έτσι και αλλιώς είναι βίαια, διότι έχουν το υπόστρωμα της προσβολής του δράστη απέναντι στο θύμα. Σε μια ομοφυλόφιλη σχέση υπάρχει αυτό το δίπολο εξουσίας-υποταγής. Τα 21 πλήγματα δείχνουν παρορμητικότητα... Ο φόβος μπορεί να πυροδοτήσει την κατάσταση του κατηγορουμένου», η) η μάρτυς υπεράσπισης, Χ.Α., ψυχολόγος, καταθέτει μεταξύ άλλων: «τα 21 κτυπήματα προέρχονται καθαρά από αμόκ και φόβο», θ) ο μάρτυς υπεράσπισης, Ι.Α., ιατροδικαστής, καταθέτει μεταξύ άλλων: «με βάση τη σκηνή του εγκλήματος αποκλείω να ήταν προσχεδιασμένη δολοφονία. Ήταν ένας ομόφυλος πανικός», ι) ότι το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε για το φόνο, έφερε και το βιολογικό υλικό του θύματος, το οποίο δεν ήταν αίμα, αλλά επιθηλιακά κύτταρα (βλ. εργαστηριακή εξέταση α­ναζήτησης DNA πειστήριο [...]), ια) η χρονική διάρκεια μετα­ξύ απειλής εκ μέρους του θύματος, απόφασης και εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας εκ μέρους του κατηγορουμένου είναι εξαιρετικά μικρή και ιβ) δεν υπήρχε προσχεδιασμός εκ μέρους του κατηγορούμενου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, τόσο κατά την απόφαση, όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, βρισκόταν υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης των παραπάνω περιγραφέντων συναισθημάτων του, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η σκέψη του και η δυνατότητα στάθμισης των αι­τίων που τον ώθησαν στην πράξη του. Ακολούθως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας που τελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής κατά τη διάταξη του άρ. 299 παρ. 2 του ΠΚ

Περαιτέρω, ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για αναγνώριση υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ. 84 παρ. 2 περ. α`, γ`, δ` και ε` ΠΚ, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά πάγια νομολογιακή εφαρμογή, μόνη η ύπαρξη λευ­κού ποινικού μητρώου και πιστοποιητικού καλής διαγωγής στις φυλακές (που συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου) δεν αρκεί για την χορήγηση των σχετικών ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου (περ. α) και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (περ. ε`), αλλά απαιτείται να αποδεικνύεται αντίστοιχη θετική ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική δραστηριοποίηση σε ελεύθερη κοινωνική διαβίωση με κριτήριο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και νομοταγή πολίτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτιμάται ως μη αναμενόμενη η εκτροπή του κατηγορουμένου σε αξιόποινες ή άλλες έκνομες πράξεις (ΑΠ 13/2009, ΑΠ 2036/2001, ΑΠ 1872/1999). Εξάλλου, το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ. 2 περ. γ` ΠΚ προϋποθέτει απόδειξη ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη από προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλί­ψη που προκάλεσε σ'αυτόν προηγούμενη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε βάρος του πράξη του παθόντος. Η δε ανάρμοστη ή άδικη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτή (ΑΠ 798/2002, ΑΠ 1529/1994). Επίσης, η χορήγηση του ελαφρυ­ντικού του άρ. 84 παρ. 2 περ. δ` ΠΚ προϋποθέτει απόδειξη ότι ο δράστης εκδήλωσε (με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμέ­νο τόπο και χρόνο) ειλικρινή μετάνοια και ότι επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Κατά την έννοια δε του νόμου, δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή δήλωση συγ­γνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή στις φυλακές ή κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η απλή και καθυστερημένη δήλωση ομολογίας κατά τη δίκη ή η παράδοσή του στην αστυνομία μετά το έγκλημα (ΑΠ 842/1999, ΑΠ 1312/1993, ΑΠ 256/1989 κ.α.). [...] Τέλος, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, από τα ίδια προα­ναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκαν συγκεκρι­μένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά ή προηγούμενη άδικη πράξη του θύματος σε βάρος του δράστη, οι οποίες να ώθησαν τον δράστη ή να προκάλεσαν σ'αυτόν οργή ή βίαιη θλίψη και να τον παρέσυραν έτσι στην τέλεση της εγκληματικής πράξης. Ό­πως ήδη αναφέρθηκε, δεν αποδείχτηκε, ούτε τεκμηριώθηκε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το θύμα τον απείλησε με μαχαίρι και αξίωσε επιτακτικά από αυτόν «να του πάρει πίπα», πράγμα που του προκάλεσε βίαιη και έντονη οργή και τον ε­ξώθησε στην ανθρωποκτόνο πράξη. Ούτε επίσης αποδείχτηκε ότι προηγήθηκε οποιαδήποτε άλλη άδικη πράξη ή ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος σε βάρος του κατηγορουμένου, που να προκάλεσε σ'αυτόν την απόφαση να θανατώσει το θύμα. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός υπήρξε υπερασπιστικό επινόημα του κατηγορουμένου, όπως ήταν και ο ισχυρισμός αυτού ότι είχε μία μόνο συνάντηση με το θύμα περί ώρα 5-6 πρωινή της ημέρας του εγκλήματος, ο ισχυρισμός ότι ακολούθησε το θύμα στην οικία του, επειδή του υποσχέθηκε ερωτική συνεύρεση με γυναίκες, και ο ισχυρισμός ότι αφετηρία του εγκληματικού συμβάντος ήταν η πολυθρόνα του σαλονιού, στην οποία δήθεν καθόταν ο κατηγορούμενος ξαπλωμένος και ζαλισμένος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχτηκε ότι το εγκληματικό συμβάν ξεκίνησε από τον αριστε­ρό καναπέ του σαλονιού, όπου ήταν το θύμα ξαπλωμένο και γυμνό και ολοκληρώθηκε σε ελάχιστο χρόνο μπροστά από τη γωνία των δύο καναπέδων, όπου και βρέθηκε το θύμα μέσα σε λίμνη αίματος. Η επικαλούμενη εκδήλωση επιθυμίας του θύμα­τος, να του κάνει ο κατηγορούμενος πεολειξία ή άλλη παρεμ­φερή ενέργεια που παραπέμπει σε παθητική ομοφυλοφιλία, χωρίς να συνοδεύεται από απειλή με μαχαίρι ή από άλλη άδικη πράξη (αφού αυτό δεν προέκυψε ούτε ως απλή πιθανότητα), δεν αποκλείεται να συνέβη κατά την εξέλιξη των γενετησιακών περιπτύξεων που υπήρξαν μεταξύ τους, όπως και σε ανάλογη περίπτωση είχε επιχειρήσει το θύμα κατά τη διάρκεια συνεύ­ρεσης με άλλον ερωτικό σύντροφο (βλ. ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, Μ.N.E., στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Τέτοια ε­νέργεια, όμως, αξιολογούμενη υπό τις συγκεκριμένες περιστά­σεις, της επί χρήμασι ομοφυλοφιλικής ερωτικής συνεύρεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη με την έννοια της οικεί­ας διάταξης, αλλά ως αναμενόμενη, που μπορούσε και έπρε­πε να αποκρουστεί από τον κατηγορούμενο με απλή άρνηση (όπως είχε πράξει ο προαναφερόμενος μάρτυρας) ή με άλλη μη εγκληματική αντίδραση, η οποία δεν έθιγε την τιμή και αξι­οπρέπειά του. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός για χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού. 

Μειοψήφησαν τρία μέλη του Δικαστηρίου, ο εφέτης, Παλλαδινός Διονύσιος, και οι ένορκοι [...] και [...], οποίοι είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να αναγνωριστεί υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ. 2 περ. γ` ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρ. 84 παρ. 2γ΄ του ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το ότι στην πράξη του ω­θήθηκε ο κατηγορούμενος από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. Στην προκείμε­νη περίπτωση, ο Ν.Σ., παθητικός ομοφυλόφιλος, αλκοολικός και εξαρτημένος από τη χρήση κοκαΐνης σε καθημερινή βάση, είχε συνευρεθεί ερωτικά με τον κατηγορούμενο M.D., και συμφώνησαν να συνευρεθούν πάλι το βράδυ της ίδιας ημέ­ρας (3.6.2008). Περί ώρα 20.45 της 3.6.2008, συναντήθηκαν στην πλατεία Βικτωρίας, απ'όπου πήγαν στο διαμέρισμα του Ν.Σ. Ο Ν.Σ. έκανε χρήση κοκαΐνης και τόσο το θύμα όσο και ο κατηγορούμενος ήπιαν μπύρες. Συνευρέθηκαν, αρχικά, ερω­τικά στο υπνοδωμάτιο και μετά πήγαν στο σαλόνι, όπου βρι­σκόντουσαν τελείως γυμνοί. Ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν στο αριστερό τμήμα του καναπέ, τον πλησίασε, αιφνιδιαστικά, ο Ν.Σ. και του ζήτησε με την απειλή μαχαιριού που είχε λάβει από την κουζίνα, να εναλλαχθούν οι ρόλοι τους και να λάβει ο κατηγορούμενος τη θέση του παθητικού ομοφυλόφιλου και το θύμα τη θέση του ενεργητικού ομοφυλόφιλου, απαιτώντας το θύμα από τον κατηγορούμενο να προβεί σε πεολειξία. Ο κα­τηγορούμενος ένιωσε τρόμο και οργή από την αιφνιδιαστική και αντιφατική αυτή συμπεριφορά του θύματος, περιήλθε σε συναισθηματική υπερδιέγερση, γρονθοκόπησε τον κατηγο­ρούμενο στο αριστερό ριζορίνιο, του απέσπασε το μαχαίρι και του επέφερε 21 κτυπήματα εκ των οποίων επήλθε ο θάνατός του. ...

 

 

 

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Παραβιάζει ο Δικηγόρος προσωπικά δεδομένα ενώπιον Δικαστηρίων ;



Μία εξαιρετικά μεν ενδιαφέρουσα, και εν μέρει αιτιολογημένη (σε ό,τι αφορά στην προϋπόθεση της επέμβασης σε "αρχείο" και στην διασταλτική ερμηνεία της από άλλα Δικαστήρια) απόφαση του Αρείου Πάγου, πλην όμως εξόχως προβληματική, βάσει των πραγματικών περιστατικών του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού: α) Περιορίζει ανεπίτρεπτα την νομιμότητα της κατ'εξαίρεση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και τυποποιημένα τις αρχές της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, και β) Ποινικοποιεί αδιακρίτως την συμπεριφορά των δικηγόρων, ως υπερασπιστών, και ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης, που κάνουν χρήση ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικά σε διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίων, ερχόμενη, έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, σε αντίθεση (κατ'αναλογίαν) με την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι δεν τελείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης όταν "τρίτος" είναι (αποκλειστικά) Δικαστικός Λειτουργός.

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αθωωτική απόφαση για παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, τελεσθείσα άπαξ από κοινού ως και κατ’εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Επέμβαση σε αρχείο και κατ’εξαίρεση λήψη άδειας για επέμβαση σε αρχείο. Περιπτώσεις λήψης άδειας. Η επεξεργασία να είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Απαλλαγή του υπευθύνου επεξεργασίας από την λήψη της ως άνω άδειας. Περιπτώσεις απαλλαγής. Απαλλαγή δικηγόρων, μεταξύ άλλων προσώπων, εφ’όσον πρόκειται για παροχή νομικών υπηρεσιών στους πελάτες τους. Πραγματικά περιστατικά. Αρχεία της Εισαγγελίας: αρχεία που περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Χρήση πιστοποιητικού ασκήσεως ποινικής διώξεως εις βάρος του νυν μηνυτή - δικηγόρου, το οποίο αποκτήθηκε κατόπιν υποβολής νόμιμης αιτήσεως στην Εισαγγελία. Αθωωτική απόφαση, αφού ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε παράνομη επέμβαση σε αρχείο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αλλά αποκτήθηκε το πιστοποιητικό κατόπιν αιτήσεως. Ο δεύτερος, δε, κατηγορούμενος χρησιμοποίησε και αυτός το πιστοποιητικό προς υπεράσπισή του, χωρίς δόλο χρήσης των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, γνωρίζοντας παράλληλα και ο ίδιος την υπόθεση από τον ίδιο τον νυν εγκαλούντα - δικηγόρο, αφού ήταν συγγενείς και φίλοι. Αθώωση και του τρίτου κατηγορουμένου - δικηγόρου του δεύτερου κατηγορουμένου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία. Ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι το πιστοποιητικό νομίμως εξήχθη από την Εισαγγελία, αντιφατικά δέχεται, ότι χωρίς την συγκατάθεση του εγκαλούντος ο πρώτος κατηγορούμενος το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο. Όσον αφορά, δε, στον τρίτο κατηγορούμενο δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία για ποιο λόγο ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού και για ποιο λόγο η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του πελάτη του, τα οποία, σημειωτέον, ουδόλως προσδιορίζονται, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα. Αναιρεί την υπ’αριθμ. 730/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου για τους ως άνω λόγους.

Αριθμός 901/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ` Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 730/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενους τους: 1. ... 3. ... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ... . Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …/21-12-2018 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δασούλα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2019. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ`, Ε` και Η` ΚΠΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 730/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, με την οποία οι κατηγορούμενοι ... κρίθηκαν ομόφωνα αθώοι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, τελεσθείσα άπαξ από κοινού ως και κατ'εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και την σύνταξη της σχετικής εκθέσεως στις 21-12-2018, ήτοι εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 23-11-2018, περιέχει, δε, ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, σαν να ήταν παρόντες και οι εκ των αναιρεσειβλήτων ... και ..., οι οποίοι αν και, σύμφωνα με τα από 9-1-2019 και 15-1-2019 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ/κα του AT ... και του επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 5-2-2019, κατά την οποία, με την με αριθμό 242/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν κατ'αυτήν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 513 παρ. 1 εδ. γ`, 2, 515 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Αν οι πράξεις των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α` , β` , γ` , δ` , ε`, ι` και ια` του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν την φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, την συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα " ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια...ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός... ι) "Αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι και ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2472/1997 οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στην μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Τέλος, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α)...β)...γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001), δ)...3. Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας. Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα, δε, υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7Α παρ. 1 περιπτ. ε΄ του ως άνω νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3471/2006, "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις : ...ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Από τα παραπάνω προκύπτει: Α) Ότι το πιστοποιητικό που εκδίδει η αρμόδια εισαγγελία πρωτοδικών, κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος, περί ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούμενου και της πορείας αυτής, αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του τελευταίου. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον εγκαλούντα αποτελεί επέμβαση στα αρχεία της εισαγγελίας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν "αρχεία" κατά την έννοια του νόμου. Το πιστοποιητικό χορηγείται, προκειμένου ο εγκαλών και αιτών να το χρησιμοποιήσει μόνο στο πλαίσιο της μεταξύ αυτού και του εγκαλούμενου διαφοράς. Η περαιτέρω χρήση του εν λόγω πιστοποιητικού για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο και μόνο αυτό χορηγήθηκε, ήτοι παράδοση αυτού σε τρίτον, χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά μη νόμιμη επεξεργασία του εν λόγω ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου. Η εν συνεχεία χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού από τον τρίτο, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά παράνομη επέμβαση σε αρχείο που πλέον δημιούργησε ο τρίτος. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα οποία αποκτώνται μεν αρχικώς νομίμως, στη συνέχεια όμως παραδίδονται σε τρίτους χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 2472/1997, χρήση τους (πρβλ. ΑΠ 1520/2017 Πολιτική) και Β) Ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στον Ν. 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της παρ. 5 του άρθρου 22, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Από τη διατύπωση δε της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 είναι ένα υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μόνο στην πρώτη μορφή τέλεσής του τίθεται ως προϋπόθεση η πράξη της επέμβασης σε αρχείο. Στις υπόλοιπες μορφές τέλεσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα. Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ'άρθρο 2 περ. ε`, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 1110/2013). Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης, που αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 730/2018 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Ναυπλίου κήρυξε ομόφωνα τους κατηγορούμενους ..., αθώους του ότι: Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος ... την 02-04-2013, χωρίς δικαίωμα ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου και συγκεκριμένα για το ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο, αφού υπέβαλε την με αρ. πρωτ. … από 02- 04-2013 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε την χορήγηση πιστοποιητικού δικονομικής πορείας της με Α.Β.Μ. ... ποινικής δικογραφίας, έλαβε από το αρχείο, που τηρείται στο τμήμα μηνύσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου το από 02-04-2013 πιστοποιητικό, στο οποίο αναφερόταν ότι κατόπιν της υπ'αριθμ. Α.Β.Μ. …έγκλησης του ως άνω κατηγορουμένου σε βάρος του νυν εγκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη με παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς διενέργεια κύριας ανάκρισης, για τα αδικήματα : α) "της απάτης επί δικαστηρίω με περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ'εξακολούθηση", β) "της απιστίας δικηγόρου" και γ) "της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, τελεσθείσας κατ'εξακολούθηση" και ότι η ανωτέρω δικογραφία βρισκόταν στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, άνευ της προηγούμενης συγκατάθεσης του εγκαλούντα ..., ήτοι του υποκειμένου, στο οποίο τα ως άνω ευαίσθητα δεδομένα, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β΄ του Ν. 247/1997 αφορούσαν, καθόσον αναφέρονταν στην εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης και άνευ της αδείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με πρόθεση ανακοίνωσε και κατέστησε αυτά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, παραδίδοντας το ανωτέρω με αρ. πρωτ. ...από 02-04-2013 πιστοποιητικό στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους... . Β) Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων: ... στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και συγκεκριμένα, κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση έλαβαν γνώση, ανακοίνωσαν και εκμεταλλεύτηκαν με οποιονδήποτε τρόπο ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου και συγκεκριμένα οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, ενεργώντας με κοινό προς τούτο δόλο, κατόπιν συναπόφασης: (α) την 14-06-2013, κατά την συζήτηση της από 30-08-2012 και με αριθ. κατάθεσης .../20-9-2012 αίτησης του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί εκτελεστό απόγραφο της υπ'αριθ. 5/2012 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. ... από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τρίτου κατηγορουμένου ..., μεταξύ άλλων εγγράφων, το ως άνω πιστοποιητικό με την από 14-06-2013 προσθήκη - αντίκρουση - παρατηρήσεις του - (β) την 06-09-2013, κατά την συζήτηση της από 08-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης .../2013 αίτησης του εγκαλούντος ... κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της υπ'αριθ. 30/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. … από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος : ..., κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του - τρίτου κατηγορουμένου ..., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με το από 06-09-2013 σημείωμά του - (γ) την 03- 12-2013, κατά την συζήτηση της από 09-08-2013 και με αριθ. κατάθεσης … από 2-8-2013 έφεσης του εγκαλούντος ... κατά τουλάχιστον του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο εγκαλών ζητούσε να ακυρωθεί η υπ'αριθ. 30Α/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. … από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τρίτου κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό, με τις από 03-12-2013 προτάσεις του - (δ) την 12-11-2013, κατά την συζήτηση της από 19-07-2012 και με αριθ. κατάθεσης 6/2012 αγωγής απόδοσης δανείου των εναγόντων ... κατά του δεύτερου κατηγορουμένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος ..., αφού έλαβε γνώση του με αρ. πρωτ. ... από 02-04-2013 πιστοποιητικού του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τα υπό στοιχείο Α. του παρόντος αναφερόμενα, προσκόμισε και επικαλέστηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου ..., μεταξύ άλλων, το ως άνω πιστοποιητικό με τις από 12-11-2013 προτάσεις και την από 15-11-2013 προσθήκη αυτού. Οι δε κατηγορούμενοι προέβησαν στις ως άνω ενέργειές τους, χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, άνευ της προηγούμενης συγκατάθεσης του ..., ήτοι του υποκειμένου, στο οποίο τα ως άνω ευαίσθητα δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β΄ του Ν. 247/1997 αφορούσαν, καθόσον αναφέρονταν στην εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης και άνευ της αδείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ τα ευαίσθητα αυτά προσωπικά δεδομένα ήταν εντελώς αδιάφορα των περιστατικών, που έπρεπε να κριθούν στις ένδικες διαφορές, μεταξύ του εγκαλούντος, των ... και ... και του δεύτερου κατηγορουμένου". Για να καταλήξει στην ανωτέρω ομόφωνη απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην συγκεκριμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι, μεταξύ των πρώτου, δεύτερου των κατηγορουμένων και του εγκαλούντος υφίστανται μακροχρόνιες αντιδικίες και εκκρεμούν υποθέσεις μεταξύ τους ενώπιον τόσο των πολιτικών όσο και των ποινικών Δικαστηρίων. Σημειώνεται ότι, ο εγκαλών υπήρξε δικηγόρος των ως άνω κατηγορουμένων και εξαιτίας αυτού του λόγου προέκυψαν διαφωνίες στην συνεργασία τους και περισσότερο στον τρόπο πληρωμής του εγκαλούντος. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 13.4.2011 έγκλησή του εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. .../224, βάσει της οποίας ασκήθηκε εις βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη για τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίω, της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απιστίας δικηγόρου. Όταν πληροφορήθηκε τα ανωτέρω ο πρώτος κατηγορούμενος, ως έχων έννομο συμφέρον, ζήτησε και έλαβε αυθημερόν από την πιο πάνω Εισαγγελία το .../2.4.2013 πιστοποιητικό, στο οποίο αναφέρονται τα ανωτέρω, περί άσκησης ποινικής δίωξης εις βάρος του μηνυτή. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην πράξη αυτή προκειμένου να χρησιμοποιήσει το πιστοποιητικό προς υπεράσπισή του, δεδομένου ότι ο μηνυτής είχε υποβάλει μήνυση εις βάρος του για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος και για συκοφαντική δυσφήμηση και για τις οποίες (αξιόποινες πράξεις) έχει ήδη αθωωθεί με την υπ'αριθμ. 71/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, υπήρξε συγγενής και πρώην πελάτης του μηνυτή για κάποιες υποθέσεις του, στη συνέχεια όμως διαφώνησαν ως προς τον τρόπο αμοιβής του εγκαλούντος, επειδή ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι, υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους ότι η αμοιβή του θα υπολογιζόταν επί του αντικειμένου της δίκης σε ποσοστά. Πριν προκύψει αυτή η διαφωνία ο εγκαλών και ο δεύτερος κατηγορούμενος είχαν ως συγγενείς πολύ καλές σχέσεις, μάλιστα δε ο τελευταίος γνώριζε από τον εγκαλούντα τις αντιδικίες του με τον πρώτο κατηγορούμενο και γενικά την πορεία της αντιδικίας που είχαν μεταξύ τους, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο αυτής της αντιδικίας ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε δώσει τις υπ'αριθμ. .../7.2.2011 και από 18.11.2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Πταισματοδίκου Ναυπλίου, εις βάρος ίου πρώτου κατηγορούμενου και υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του μηνυτή. Στη συνέχεια, όπως ήδη ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος και όπως προκύπτει από την .../29.4.2013 ένορκη βεβαίωσή του, βρίσκοντας μεγάλες ομοιότητες ο τελευταίος στην συμπεριφορά του μηνυτή, τόσο απέναντί του, όσο και απέναντι του πρώτου κατηγορουμένου, που οι ομοιότητες αυτές αφορούσαν κυρίως στην αξίωση του μηνυτή να αμοίβεται για τις υπηρεσίες που παρείχε με ποσοστά επί του αντικειμένου της δίκης, επικαλούμενος άτυπες συμφωνίες, ανακάλεσε τις ως άνω βεβαιώσεις και πείστηκε για την αλήθεια των καταγγελλομένων εκ μέρους του ... εις βάρος του εγκαλούντος ... Παράλληλα, δε, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποφάσισαν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν τις υποθέσεις του μηνυτή ενώπιον των Δικαστηρίων και να υπερασπιστεί ο καθένας τον εαυτό του, εφόσον πίστευαν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι οι υποθέσεις τους παρουσίαζαν πολλές ομοιότητες. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο το έγγραφο που ήδη αναφέρεται και είχε λάβει νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου (.../2.4.2013 πιστοποιητικό περί άσκησης ποινικής δίωξης εις βάρος του μηνυτή), προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει σε ανοιγείσες δίκες μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και προκειμένου να αποδείξει την ομοιότητα στην συμπεριφορά του εγκαλούντος, τόσο σε δίκες μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου-εγκαλούντος, όσο και στις δικές του. Ακολούθως, ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέδωσε το πιο πάνω πιστοποιητικό στον τρίτο κατηγορούμενο, πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον πελάτη του δεύτερο κατηγορούμενο το χρησιμοποίησε ως εξής: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ... . Από τα ανωτέρω αναφερόμενα και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της απόφασης προκύπτει ότι, πράγματι, το επίδικο πιστοποιητικό αποτελεί έγγραφο που έχει εξαχθεί από αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η έννοια αυτού καθορίζεται από το άρθρ. 2 εδ. ε΄ του Ν. 2472/1997. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όμως, απέκτησε νόμιμα, όπως ήδη προαναφέρεται, το επίδικο πιστοποιητικό, χωρίς να προβεί σε παράνομη επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και συγκεκριμένα του εγκαλούντος, ούτε προέκυψε ότι χρησιμοποίησε αυθαίρετα το προϊόν τέτοιας επέμβασης (παράνομης επέμβασης), δεδομένου, άλλωστε, ότι γνώριζε τα δεδομένα από μόνος του, εφόσον ό ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος ...) ήταν ο πολιτικώς ενάγων και φερόμενος παθών για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε εις βάρος του νυν εγκαλούντος (...) ποινική δίωξη και εμπεριέχονται στο επίδικο πιστοποιητικό που του χορηγήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το αδίκημα της παρ. 22 περ. 4 Ν. 2472/1997 για τον πρώτο κατηγορούμενο και για τον λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος (...) το έτος 2011 διατηρούσε με τον εγκαλούντα πολύ καλές συγγενικές και φιλικές σχέσεις, γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος και από πληροφορίες του εγκαλούντος τις δικαστικές αντιδικίες και το περιεχόμενο αυτών μεταξύ του τελευταίου και του πρώτου κατηγορούμενου, ήταν άτομο απολύτου εμπιστοσύνης του εγκαλούντος και γι'αυτό άλλωστε έδωσε (δεύτερος κατηγορούμενος) τις υπ'αριθμ. .../7.2.2011 ένορκη βεβαίωση και από 18.11.2011 ένορκη εξέταση ενώπιον της Πταισματοδίκου Ναυπλίου εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του νυν εγκαλούντος. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούμενος, όταν διαπίστωσε ομοιότητες στον χειρισμό των υποθέσεων τόσο του ιδίου, όσο και του πρώτου κατηγορούμενου από τον μηνυτή, καθώς επίσης ότι αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα με τον πρώτο κατηγορούμενο, ως πελάτες πλέον του εγκαλούντος δικηγόρου, ανακάλεσε τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις με την υπ'αριθμ. .../2013 ένορκη βεβαίωσή του και έκτοτε προσπάθησαν μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που παρουσιάζονταν από την επαγγελματική τους σχέση με τον εγκαλούντα (πελάτη - πληρεξουσίου δικηγόρου). Στο πλαίσιο λοιπόν της αμοιβαίας ενημέρωσης μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ο δεύτερος κατηγορούμενος έλαβε το επίδικο πιστοποιητικό από τον πρώτο κατηγορούμενο και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενες δίκες, ως μόνο πρόσφορο μέσον, προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου, τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων από το εγκαλούντα. Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι, εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη γνώριζε από πληροφορίες από τον ίδιο τον εγκαλούντα τις δικαστικές διαμάχες και το περιεχόμενο αυτών, μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου και του μηνυτή και ο οποίος χρησιμοποίησε το επίδικο πιστοποιητικό για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον Δικαστηρίων, παραλαμβάνοντάς το (πιστοποιητικό) από τον πρώτο κατηγορούμενο, που το προμηθεύτηκε νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου, δεν είχε δόλο να χρησιμοποιήσει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως και έκανε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης εις βάρος του πράξης του κατηγορητηρίου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Τέλος, πρέπει να κηρυχθεί αθώος και ο τρίτος κατηγορούμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου κατηγορούμενου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται, δεδομένου ότι έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο πελάτη του το επίδικο πιστοποιητικό και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω δίκες, χωρίς να έχει δόλο να χρησιμοποιήσει παράνομα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του πελάτη του (δεύτερου κατηγορούμενου), ως όφειλε με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του". Με αυτά που δέχτηκε το εκδόσαν την προβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν δεν διέλαβε σ'αυτήν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, προκειμένου να στηρίξει την αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αφετέρου δε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, προσέτι δε στέρησε αυτή νόμιμης βάσης, καθόσον η αιτιολογία της είναι ελλιπής, ασαφής και με λογικά κενά. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση : Α) Όσον αφορά στον πρώτο κατηγορούμενο ..., καίτοι δέχεται ότι το ένδικο με αριθμό …/2013 πιστοποιητικό, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα, είχε νομίμως εξαχθεί από το αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντα, το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο και, επομένως, με βάση τις εν λόγω παραδοχές, επεξεργάστηκε-ανακοίνωσε και κατέστησε έτσι προσιτά σ'αυτόν τα περιεχόμενα στο ως άνω πιστοποιητικό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα, στη συνέχεια, σε πλήρη αντίφαση με τις παραδοχές αυτές, δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997, με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση δεδομένων τα οποία γνώριζε από μόνος του ως πολιτικώς ενάγων στη μεταξύ αυτού και του εγκαλούντα ποινική αντιδικία, ενώ, περαιτέρω, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αμέσως παραπάνω διατάξεως (άρθρ. 22 παρ. 4) δέχεται ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που αποδίδετο σ'αυτόν (α΄ κατηγορούμενο) απαιτείτο η μη συντρέχουσα εν προκειμένω παράνομη εκ μέρους του επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση, όμως, που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, δεν απαιτείτο για την μορφή του αδικήματος της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997, για την οποία κατηγορείτο, και συγκεκριμένα για το ότι χωρίς την συγκατάθεση του εγκαλούντα με πρόθεση ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αυτού σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και Β) Όσον αφορά στους κατηγορουμένους (β΄ και γ΄), προκειμένου να αιτιολογήσει την απαλλακτική γι'αυτούς κρίση της, δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος ... χρησιμοποίησε το ανωτέρω πιστοποιητικό, που του έδωσε ο κατηγορούμενος ... και αφορούσε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος από το αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου στις πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενες δίκες ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων ... από τον εγκαλούντα" καθώς και ότι "Συνακόλουθα αποδείχτηκε ότι εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη γνώριζε από πληροφορίες από τον ίδιο τον εγκαλούντα για τις δικαστικές διαμάχες και το περιεχόμενο αυτών, μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του μηνυτή, και ο οποίος χρησιμοποίησε το επίδικο πιστοποιητικό για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον Δικαστηρίων, παραλαμβάνοντάς το (πιστοποιητικό) από τον πρώτο κατηγορούμενο, που το προμηθεύτηκε νόμιμα από την Εισαγγελία Ναυπλίου, δεν είχε δόλο να χρησιμοποιήσει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως και έκανε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης εις βάρος του πράξης του κατηγορητηρίου, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Τέλος και ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, δεδομένου ότι έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο πελάτη του το επίδικο πιστοποιητικό και το χρησιμοποίησε στις πιο πάνω δίκες, χωρίς να έχει δόλο να χρησιμοποιήσει παράνομα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, αλλά στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του πελάτη του (δεύτερου κατηγορούμενου), ως όφειλε με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς, όμως, να διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία για ποιον λόγο ήταν απολύτως αναγκαία, όπως ο νόμος ορίζει, η χρησιμοποίηση, εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση του εγκαλούντος, του ανωτέρω πιστοποιητικού, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του, που περιλαμβάνονταν σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το οποίο είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου, στις αναφερόμενες 4 αστικές δίκες, καθώς και για την εκπλήρωση της ανατεθείσας στον τρίτο κατηγορούμενο εντολής, καθώς και για ποιον λόγο η υπεράσπιση των ανωτέρω δικαιωμάτων, που σημειωτέον ουδόλως προσδιορίζονται, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Επιπλέον, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 2 περ. 3 και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, δέχθηκε ότι επιτρεπόταν η κατά τα άνω χρησιμοποίηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εγκαλούντος από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους στις προαναφερόμενες δίκες "ως μόνο πρόσφορο μέσον προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του εκάστοτε Δικαστηρίου τις ομοιότητες στον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων από τον εγκαλούντα", ενώ, όπως αναφέρθηκε, επιτρέπεται κατ'εξαίρεση η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όταν αυτή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Συνακόλουθα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 730/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2019. Και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2019

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Η ετυμηγορία της ψυχής του Υπασπιστή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη


Αγωγή αποζημίωσης του Δημοσίου για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους, Αστυνομικού Υποδιευθυντή, Υπασπιστή του Υπουργού Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος επήλθε κατά την έκρηξη βομβιστικού μηχανισμού, που είχε τοποθετηθεί σε ταχυδρομική επιστολή, από τρομοκρατική οργάνωση. Περιγραφή των αρμοδιοτήτων που πρέπει να έχουν τα όργανα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η παραλαβή, η αποσφράγιση και η αξιολόγηση του περιεχομένου αλληλογραφίας που απευθύνεται στην Ιεραρχία του Σώματος. Θεμελιώνεται ευθύνη του Δημοσίου για τον θάνατο του Αστυνομικού, καθόσον, ενώ όλη η απευθυνόμενη στη φυσική και πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αλληλογραφία, έπρεπε να υποβάλλεται σε ειδικό έλεγχο με την χρήση μέσων προηγμένης τεχνολογίας (συσκευή ελέγχου χειραποσκευών X-RAY), ανεξαρτήτως της ιδιότητας του κομιστή αυτής, παρόλα αυτά, ο ελεγκτικός μηχανισμός του Υπουργείου είχε υιοθετήσει την πάγια τακτική, οι κατέχοντες ειδική κάρτα πρόσβασης, ως διαπιστευμένα πρόσωπα, να εξαιρούνται του ηλεκτρονικού ελέγχου, πρακτική που δεν έχει έρεισμα στο νόμο, με αποτέλεσμα η παράλειψη προσήκοντος ελέγχου να συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον θανόντα, αφού δεν προέκυψε ότι είχε δώσει εντολή να εξαιρούνται από τον ηλεκτρονικό έλεγχο τα αντικείμενα και η αλληλογραφία, ούτε, άλλωστε, είχε αρμοδιότητα να κατευθύνει τις ενέργειες της φρουράς, σε σχέση με τον έλεγχο της διακινούμενης αλληλογραφίας. Καθορισμός του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στους συγγενείς του θανόντος.

ΑΡΙΘΜΟΣ 2953/2015 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα 18ο Τριμελές Αποτελούμενο από τους: Χάιδω Χαρμπίλα - Κώτσου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Άννα Ατσαλάκη και Κλεοπάτρα Καλλικάκη - Εισηγήτρια, Εφέτες Δ.Δ., και γραμματέα την Αμαλία Παναγιωτοπούλου, δικαστική υπάλληλο, συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2015, για να δικάσει Α) την από 13-1-2015 (αριθμ. καταχ. ΑΒΕΜ .../30-1-2015) έφεση, των 1) έως και 7) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ..., σύμφωνα με την από 20-4-2015 έγγραφη δήλωση, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, κατά τ ο υ Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε με τη Δικαστική Πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Διονυσία Νταϊφώτη, σύμφωνα με την από 22-4-2015 έγγραφη δήλωση, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, και Β) την από 6-2-2015 (αριθμ. καταχ. ΑΒΕΜ .../13-2-2015) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών ... . Το Δικαστήριο, μελέτησε τη δικογραφία και σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο. 

1. Επειδή, με τις κρινόμενες από 13-1-2015 και 6-2-2015 αντίθετες εφέσεις, που συνεκδικάζονται λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 125 ΚΔΔ), για την άσκηση δε της πρώτης εξ αυτών καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ενώ για τη δεύτερη, που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο, δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, διώκεται παραδεκτώς, με την μεν πρώτη η μεταρρύθμιση, ενώ με τη δεύτερη η εξαφάνιση της υπ'αριθμ. 17419/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (15ου Τμήματος). Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-10-2010 αγωγή των εκκαλούντων - εφεσίβλητων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σε καθέναν από τους τρεις (3) πρώτους ενάγοντες (και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητους) το ποσό των 120.000 ευρώ, σε καθένα από τους 4ο και 5η το ποσό των 80.000 ευρώ και σε καθένα από τους 6ο και 7ο το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους ..., Αστυνομικού Υποδιευθυντή και Υπασπιστή του Υπουργού Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος επήλθε στις 24-6-2010, κατά την έκρηξη βομβιστικού μηχανισμού, που είχε τοποθετηθεί σε ταχυδρομική επιστολή, από τρομοκρατική οργάνωση. 

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Περαιτέρω, στο άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης… Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται, όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, ευθύνη του Δημοσίου συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο στην περίπτωση που με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του, παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και στην περίπτωση που παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στην συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 2796/2006 7μ, 4133/2011 7μ, 1219/2012, 3362/2013, 939,975/2014). Για την θεμελίωση της ευθύνης απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, ο σύνδεσμος δε αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αστικής ευθύνης κατά τις ανωτέρω διατάξεις, το Δημόσιο υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, τα δικαστήρια δε της ουσίας δύνανται επιπλέον να επιδικάσουν σε βάρος τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, κατ’ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα. (Σ.τ.Ε. 2739/2007, 926/2009, 5/2011, 3736/2012, 3362/2013, 2508/2014 κ.α.). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που προβλέπεται ειδικότερα στο ανωτέρω άρθρο του ΑΚ, αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογενείας του θανόντος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά τον χρόνο του θανάτου του (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 3218/2009 κ.ά.). Με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ΄ του Α.Κ. δεν ορίζεται ευθέως ο κύκλος των προσώπων που μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση. Κατά την έννοια, όμως, της διάταξης αυτής, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι με τον θανατωθέντα συγγενείς που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου των οποίων στοχεύει η εν λόγω διάταξη (Σ.τ.Ε. 2986/2009, βλ. Α.Π. 207/2012 κ.ά.). Για τον υπολογισμό δε του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος και ο βαθμός της ψυχικής συγκίνησης που ο θάνατος αυτός προκάλεσε στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανόντος, αναλόγως της ηλικίας του, της προσωπικότητάς του, της κατάστασης της υγείας του κ.λπ. (Σ.τ.Ε. 1405/2013, 2100/2006 7μ., βλ. και Σ.τ.Ε. 2986/2009, βλ. και Α.Π. 71/2011). 3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2800/2000 (ΦΕΚ 41 Α΄), «Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Την κατοχύρωση και διατήρηση της δημόσιας τάξης. β. Την προστασία της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. γ. … δ. ... ε. …». Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του νόμου 1481/1984 (ΦΕΚ 152 Α΄), όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του μεταγενέστερου ν. 1590/1986 (ΦΕΚ 49 Α΄), ορίστηκε ότι : «1. Με προεδρικά διατάγματα εκδιδόμενα ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης μπορεί, και κατά τροποποίηση των ισχυουσών διατάξεων, α) να ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία, την έδρα, τις αρμοδιότητες και την αντιστοιχία των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης, ... ». Κατ’εξουσιοδότηση των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου 11 του ν. 1481/1984 εκδόθηκε το Π.Δ. 141/1991, «Αρμοδιότητες οργάνων Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, θέματα οργάνωσης Υπηρεσιών» (ΦΕΚ 58 Α΄), στο οποίο ορίζονται τα ακόλουθα: (Άρθρο 17) «Υπασπιστής Υπουργού. 1. Ως υπασπιστής του Υπουργού τοποθετείται Αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας με βαθμό μέχρι και Αστυνομικού Υποδιευθυντού, … 2. Τα καθήκοντα υπασπιστή είναι τα εξής: α. Προΐσταται του αστυνομικού και πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης που υπηρετεί στο Γραφείο του Υπουργού, εφόσον δεν υπηρετεί σ'αυτό κατά βαθμό ανώτερος ή αρχαιότερός του β. Παραλαμβάνει την προοριζόμενη για τον Υπουργό υπηρεσιακή και προσωπική αλληλογραφία. γ. ... ζ. Εκτελεί και κάθε άλλο καθήκον που του ανατίθεται από τον Υπουργό. … », (Άρθρο 51) «Φρουρά. 1. Στο Τμήμα Εσωτερικών Λειτουργιών της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού συνιστάται και λειτουργεί Φρουρά. 2. Η Φρουρά έχει ως αποστολή: α. Την ασφάλεια του καταστήματος του Υπουργείου, των εγκαταστάσεων και του περιβάλλοντος χώρου. β. Τον έλεγχο των εισερχομένων στο Υπουργείο ατόμων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διαταγές. 3. Προϊστάμενος της Φρουράς ορίζεται κατώτερος αξιωματικός. 4. Τα ειδικότερα καθήκοντα και ο τρόπος εκτέλεσής τους καθορίζονται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας», (Άρθρο 93) «Γενικές διατάξεις. 1. Η Προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. … 3. ...» . Περαιτέρω, κατ’εξουσιοδότηση του ίδιου παραπάνω άρθρου και νόμου εκδόθηκε το Π.Δ. 14/2001 (ΦΕΚ 12 Α΄) «Οργάνωση Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας», στο άρθρο 14 του οποίου, όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του Π.Δ. 85/2006 (ΦΕΚ 87 Α΄), ορίζεται ότι: «Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών. 1. Η Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. 1ο Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας. β. 2ο Τμήμα Διαχείρισης Χρηματικού - Υλικού. γ. 3ο Τμήμα Φρουράς. 2. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας είναι οι ακόλουθες: α. Η διακίνηση της αλληλογραφίας. β... 3... 4… 5. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Φρουράς είναι οι ακόλουθες: α. Η τήρηση και εφαρμογή του σχεδίου ασφαλείας του οικήματος του Αρχηγείου και των λοιπών σχεδίων πολιτικής κινητοποίησης, η φρούρηση και ασφάλεια του κτιρίου και των εγκαταστάσεων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και του Αρχηγείου, καθώς και του περιβάλλοντος χώρου του κτιριακού συγκροτήματος αυτών. β...». Εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ’αριθμ. .../2/38-η/2007 Απόρρητη Βασική Διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία καθορίζονται τα μέτρα ασφαλείας των υπηρεσιών του ΥΔΤ/ΑΕΑ και της ασφάλειας προσωπικού-επισκεπτών, καθώς και τα καθήκοντα-αρμοδιότητες του αστυνομικού προσωπικού ευθύνης φρούρησης ως ακολούθως: «ΓΕΝΙΚΑ. 1. Η Βασική Διαταγή καλύπτει στο σύνολό της: α) Θέματα ασφάλειας του κεντρικού κτιρίου του ΥΔΤ/ΑΕΑ της οδού ..., των κτιριακών εγκαταστάσεων της Μεσογείων 96 και του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου, β) Την ασφάλεια Αστυνομικού και Πολιτικού Προσωπικού του ΥΔ Τάξης και Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, στο χώρο των γραφείων τους, γ) Καθορίζει τις διαδικασίες ελέγχου επισκεπτών και οχημάτων και τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες για τους καθ’ύλην αρμόδιους για την φρούρηση και ασφάλεια αυτών. 2. … 3... 4... ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ. 1. Η αρμοδιότητα και ευθύνη της εξωτερικής φρούρησης των κτιριακών εγκαταστάσεων του ΥΔΤ/ΑΕΑ της ΕΥΠ των εσωτερικών χώρων του ΥΔΤ/ΑΕΑ και του περιβάλλοντος χώρου αυτών έχει ανατεθεί αποκλειστικά στο 3ο Τμήμα Φρουράς της Δ/νσης Εσωτερικών Λειτουργιών /ΑΕΑ με το άρθρο 14 παρ. 5 του υπ’αριθμ. π.δ. 85/20-4-2006 και τις υπ’αριθμ. α) .../60-β από 24-1-1995 Διαταγή του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας και β) .../2/34-α από 22-10-2004 Διαταγή του κ. Προϊσταμένου Επιτελείου/ΑΕΑ. 2... 3...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄. ΦΡΟΥΡΑ ΥΔΤ/ΑΕΑ-ΕΥΠ. 1. ΓΕΝΙΚΑ. Η Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών /3ο Τμήμα Φρουράς, διαθέτει φρουρά στις Πύλες Εισόδου του ΥΔΤ/ΑΕΑ, στο ισόγειο του Κεντρικού κτιρίου (...) και σε σκοπιές στον περιβάλλοντα χώρο. Στόχος είναι η διατήρηση κατάλληλου περιβάλλοντος ασφαλείας, για το προσωπικό και επισκέπτες στους χώρους εργασίας και μετακίνησής του αντίστοιχα, λαμβάνοντας όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την επίτευξή του. 2 ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΑΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ (ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ) Α΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ. α) Το προσωπικό που υπηρετεί στο ΥΔΤ/ΑΕΑ και στις συστεγαζόμενες Υπηρεσίες στον χώρο των κτιριακών εγκαταστάσεων ..., εφοδιάζεται υποχρεωτικά με ατομική ειδική κάρτα. β)... γ) ... δ)... ε) Υποχρεούται το προσωπικό όταν προσέρχεται στην Υπηρεσία του πεζή, για να του επιτραπεί η είσοδος σ’αυτό, να επιδεικνύει στους άνδρες της Φρουράς, την ατομική ειδική κάρτα, με την οποία είναι εφοδιασμένο, προκειμένου να κινείται εντός των χώρων του ΥΔ Τάξης /ΑΕΑ. στ)... Γ΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ 1. Η είσοδος των επισκεπτών στους χώρους του ΥΔΤ/ΑΕΑ πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο από την Κεντρική Πύλη εισόδου της ... 2. Ο έλεγχος των επισκεπτών που προσέρχονται στον χώρο του ΥΔΤ/ΑΕΑ πεζή, πραγματοποιείται ως κατωτέρω: α) Ελέγχονται από τα αρμόδια όργανα ασφαλείας, που εκτελούν υπηρεσία στην Κεντρική Πύλη εισόδου. β)... θ)... Δ΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΣΤΟ ΙΣΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΥΔΤ/ΑΕΑ 1. Στο Ισόγειο του κτιρίου υπάρχει φυλάκιο, το οποίο έχει συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με όλα τα Γραφεία του ΥΔΤ/ΑΕΑ και συνεργάζεται με την εξωτερική Πύλη της Φρουράς. 2. Στο χώρο του Ισογείου, έχει εγκατασταθεί συσκευή ελέγχου χειραποσκευών (X-RAY), κατά τα πρότυπα των αεροδρομίων, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο αυτών, της αλληλογραφίας που απευθύνεται στην Ιεραρχία του Σώματος (Πολιτική-Φυσική Ηγεσία), καθώς και Μαγνητική θύρα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων, υψηλών προδιαγραφών ασφαλείας. 3. Το προσωπικό της Φρουράς (Αστυνομικοί - Ειδικοί Φρουροί) που εκτελεί υπηρεσία στο Ισόγειο κατά τις πρωινές-απογευματινές ώρες, ενεργεί ως κατωτέρω: α) Παρατηρεί τους εισερχόμενους και εξερχόμενους του κτιρίου επισκέπτες ..., β) Μεριμνά για τον έλεγχο αποσκευών ή αντικειμένων μέσα από τη συσκευή X-RAY, γ) Παρακολουθεί την οθόνη όταν διέρχονται οι αποσκευές και αναγνωρίζει απαγορευμένα ή μη επιτρεπόμενα αντικείμενα, δ) Διαπιστώνει αν εντός των αποσκευών υπάρχουν απαγορευμένα ή μη επιτρεπόμενα αντικείμενα και σε θετική περίπτωση ελέγχει παρουσία του κατόχου τις αποσκευές για την ανεύρεση των απαγορευμένων αντικειμένων, ε) Αφαιρεί και αναφέρει κάθε ανεύρεση απαγορευμένου αντικειμένου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας και φυλάσσονται στην πύλη για την παραλαβή με την έξοδό του. στ) ... ια) ... 4... 5... 6…7…Ε... Ζ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΑΠΕΙΛΗΣ... Επίσημοι προσκεκλημένοι. 1.1. Δεν υπόκεινται σε έλεγχο τόσο οι ίδιοι και τα οχήματά τους όσο και η συνοδευτική τους ασφάλεια... 1.2. Δεν υποχρεούνται κατά την είσοδό τους στο κτίριο να διέλθουν μέσα από την μαγνητική πύλη ο επίσημος και η συνοδεία του. 1.3. Δεν ελέγχονται οι αποσκευές ή τα αντικείμενα που έχουν στην κατοχή τους, στη συσκευή ελέγχου χειραποσκευών (X-RAY) 1.4…. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ /ΑΕΑ 1. ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗ 3ου ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΦΡΟΥΡΑΣ. Στα κύρια καθήκοντα του Τμηματάρχη του 3ου Τμήματος Φρουράς ανάγεται: α) Η τήρηση και εφαρμογή του σχεδίου ασφαλείας του οικήματος του Αρχηγείου και των λοιπών σχεδίων πολιτικής κινητοποίησης, η φρούρηση και ασφάλεια του κτιρίου και των εγκαταστάσεων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και του Αρχηγείου, καθώς και του περιβάλλοντος χώρου του κτιριακού συγκροτήματος αυτών, β) … 2) Συντονίζει, εποπτεύει και κατευθύνει όπου απαιτείται για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του προσωπικού του. 3) Μεριμνά για την ανακοίνωση, υλοποίηση και εφαρμογή των σχετικών διαταγών. 4) Παρακολουθεί, καθοδηγεί το προσωπικό του για την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τις εντολές - διαταγές που εκδίδονται κάθε φορά, προκειμένου να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικά η επίτευξη της αποστολής των. 5) Ελέγχει την τήρηση των διαταγών και εφαρμογή των αποφάσεων και λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα όπου απαιτείται. 6)… 2. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ (ΕΠΟΠΤΩΝ) ΒΟΗΘΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΩΝ. Είναι υπό τις διαταγές του Τμηματάρχη του 3ου Τμήματος Φρουράς της ΔΕΛ και ειδικότερα: α) … β) Βοηθούν στην εκτέλεση των καθηκόντων του τον Τμηματάρχη και μεριμνούν από κοινού για την τήρηση των διαταγών και την εφαρμογή των αποφάσεων της Υπηρεσίας και ασκούν τις αρμοδιότητες, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και κανονισμούς της Υπηρεσίας. 3. [ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ] ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΦΡΟΥΡΑΣ α) ευθύνεται για την κανονική εκτέλεση της υπηρεσίας γενικά β) … γ) … δ) … ε) … ζ) … η) ελέγχει με διακριτικότητα και σύμφωνα με τις προφορικές εντολές και οδηγίες του Διοικητού της Φρουράς τις τσάντες τα δέματα και λοιπά ύποπτα κατά την κρίση του αντικείμενα που φέρουν μαζί τους οι επισκέπτες. … 7. ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΙΣΟΓΕΙΟ: α) Ενεργούν δε και εφαρμόζουν ανάλογα τα προβλεπόμενα στη σελίδα 11 και παρ. Δ΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ και χειρίζονται στη συσκευή ελέγχου χειραποσκευών ..., καθώς και τη μαγνητική θύρα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων... β) ... στ) … ». Τέλος, δε, με την υπ’αριθμ. .../21-4-2010 Εσωτερική Διαταγή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικών Λειτουργιών (ΔΕΛ) καθορίσθηκε ειδικότερα η οργανωτική δομή της ως άνω διεύθυνσης, ο ορθολογικός καταμερισμός των εργασιών του στελεχιακού και λοιπού δυναμικού οι αρμοδιότητες τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το π.δ. 85/18-4-2006. Ορίσθηκε δε ότι η ΔΕΛ διαρθρώνεται σε τρία τμήματα: 1ο Διοικητικής μέριμνας, 2ο Τμήμα διαχείρισης χρηματικού-υλικού και 3ο Τμήμα Φρουράς. Το 1ο Τμήμα Διοικητικής μέριμνας, έχει ως αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την διακίνηση της αλληλογραφίας, για τον σκοπό δε αυτό έχουν διαρθρωθεί τρία γραφεία. Τα Γραφεία 11 και 30 για την εισερχόμενη αλληλογραφία και το γραφείο ... για την εξερχόμενη, τα οποία έχουν ως αποστολή τη διακίνηση, παραλαβή, ταξινόμηση, πρωτοκόλληση, αποσφράγιση, καταχώρηση και την διεκπεραίωση της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας όλων των διευθύνσεων υπουργείου. Περαιτέρω, το 3ο Τμήμα Φρουράς έχει ως αρμοδιότητα την τήρηση και εφαρμογή του σχεδίου ασφαλείας του οικήματος του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ενώ καθορίζονται τα επιμέρους καθήκοντα των στελεχών που το απαρτίζουν, παραπέμποντας κυρίως στην υπ’αριθμ. .../2007 Βασική Διαταγή που προπαρατέθηκε. 

5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά και από την αρχή της καλής λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης συνάγεται ότι η δραστηριότητα των οργάνων αυτής, επιβάλλεται να ασκείται, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής λογικής, της επιστήμης, της τέχνης και τα δεδομένα της κοινής πείρας. Ως εκ τούτου, οι αρμοδιότητες των οργάνων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη πρέπει να είναι δομημένες κατά τρόπο που να εξασφαλίζουν την προστασία των κτιριακών εγκαταστάσεων αυτού και κυρίως των υπηρετούντων στο εν λόγω κτίριο, ειδικότερα δε των προσώπων, που απαρτίζουν την πολιτική και φυσική ηγεσία του Υπουργείου. Για την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού ο κανονιστικός νομοθέτης διαχώρισε τις αρμοδιότητες των πιο πάνω οργάνων ως ελεγκτικής φύσεως (εν στενή εννοία ασφαλείας), αναθέτοντας αυτές αποκλειστικά στο 3ο τμήμα φρουράς και ως διοικητικής φύσεως. Οι πρώτες αφορούν τον έλεγχο των εισερχομένων προσώπων και αντικειμένων. Ειδικότερη κατηγορία ελεγκτέας ύλης συνιστά η εισερχόμενη αλληλογραφία με επίταση της σχετικής ευθύνης, όσον αφορά την αλληλογραφία που απευθύνεται στην ανώτατη Ιεραρχία του Σώματος, για την οποία ορίζεται ρητά ότι κάθε τι σχετικό που απευθύνεται σ’αυτήν πρέπει απαραιτήτως να ελέγχεται με την χρήση μέσων προηγμένης τεχνολογίας (συσκευή ελέγχου χειραποσκευών X-RAY, κατά τα πρότυπα των αεροδρομίων, καθώς και μαγνητική θύρα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων, υψηλών προδιαγραφών ασφαλείας), τα οποία είναι εγκατεστημένα στο ισόγειο του κεντρικού κτιρίου. Αντίθετα, η παραλαβή, η αποσφράγιση, η αξιολόγηση του περιεχομένου της πιο πάνω αλληλογραφίας, η διαχείριση του απορρήτου και η εν γένει διεκπεραίωσή της συνιστά αμιγώς διοικητικής φύσεως αρμοδιότητα, η οποία προϋποθέτει ότι έχει προηγηθεί ο έλεγχος ως προς την ασφάλεια του περιεχομένου της, σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, η αλληλογραφία που απευθύνεται στην Ιεραρχία του Σώματος (φυσική και πολιτική ηγεσία) επιβάλλεται να περνά από τον προαναφερόμενο ειδικό έλεγχο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του κομιστή αυτής, ακόμα δηλαδή και αν πρόκειται για πρόσωπο διαπιστευμένο, εφοδιασμένο με ειδική ηλεκτρονική κάρτα πρόσβασης, μη υποκείμενο σε σωματικό έλεγχο διά της διελεύσεώς του από την μαγνητική θύρα, όπως ισχύει για τους λοιπούς εισερχόμενους στο κτίριο του Υπουργείου. Τούτο προκύπτει σαφώς τόσο από τη διατύπωση της περί ελέγχου της αλληλογραφίας διάταξης της οικείας Διαταγής, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση ως προς την ιδιότητα του μεταφέροντος την αλληλογραφία, όσο και από την περί ελέγχου του εφοδιασμένου με ειδική κάρτα προσωπικού διάταξη αυτής, που αναφέρεται (μόνον) στο δικαίωμά τους να εισέρχονται «πεζή» με την επίδειξη της ατομικής τους ειδικής κάρτας, χωρίς να αναφέρεται σε μεταφερόμενα από αυτούς αντικείμενα. Τυχόν εξαίρεση του κανόνα αυτού κατά την εφαρμογή από τα αρμόδια όργανα, είναι αντίθετη με τις επιταγές του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου, δεδομένου ότι η θέσπιση τέτοιων εξαιρέσεων πρέπει να ορίζεται ρητά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για τον μηχανισμό προστασίας και ασφάλειας των υπηρετούντων στο Δημόσιο Τομέα, όπως άλλωστε συμβαίνει με την περίπτωση των επισήμων προσκεκλημένων, για τους οποίους η οικεία Διαταγή προβλέπει ρητά ότι δεν υπόκεινται σε έλεγχο οι αποσκευές και τα αντικείμενα που έχουν στην κατοχή τους. 

6. Επειδή, τέλος, με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274) ρυθμίζονται ζητήματα διαδικασίας και αντικειμένου της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), στο πλαίσιο, κατ’αρχήν, των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 326 παράγραφος 5 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86), με το οποίο προστέθηκαν στο τέλος αυτής τέσσερα εδάφια, με το εξής περιεχόμενο: «Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης. Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου. Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο». Οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Τούτο, διότι, με τις ρυθμίσεις αυτές παρεισάγονται, κατά παράβαση των άρθρων 94 παράγραφος 4 ιδίως, τελευταίο εδάφιο, και 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος, άσχετα με τη δίκη εμπόδια στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη υποχρέωση εκτέλεσης τελεσίδικης, και άρα εκτελεστής, δικαστικής αποφάσεως, με συνέπεια να μην παρέχεται στον νικήσαντα διάδικο η δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις, την ικανοποίηση της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεώς του. Η αξίωσή του δε αυτή, καίτοι δικαστικώς αναγνωρισθείσα, θα ικανοποιείται πάντοτε σε μικρότερο, κατ’αποτέλεσμα, ποσό, αφού θα επιβαρύνεται από την, όχι ασήμαντου ύψους, δαπάνη για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, της οποίας δαπάνης δεν προβλέπεται η επιστροφή ούτε σε περίπτωση που η προς εκτέλεση απόφαση καταστεί στη συνέχεια αμετάκλητη. Επί πλέον, η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μονομερώς υπέρ του Δημοσίου. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για νομοθετική παρέμβαση στην εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με έννομο αποτέλεσμα απαγγελλόμενο απ’ευθείας από τον νομοθέτη, ενώ η εν προκειμένω δυνατότητα διορθωτικής παρεμβάσεως του δικαστηρίου περιορίζεται μόνον στο 50% του αμφισβητουμένου ποσού, ακόμη και αν ο ιδιώτης τυχόν επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι πλήρως αξιόχρεος. Οι ρυθμίσεις δε αυτές δεν εντάσσονται σε σύστημα γενικευμένης μεταβολής του χρόνου εκτελέσεως μιας δικαστικής αποφάσεως, με συνολική αλλαγή των εννόμων συνεπειών της τελεσιδικίας και σύνδεση της εκτελεστότητας με το αμετάκλητο της αποφάσεως, που θα αφορούσε, βεβαίως, όλες τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, είτε έχουν χρηματικό αντικείμενο είτε όχι, και όλους τους διαδίκους, αλλά περιορίζονται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, σε ειδικό κύκλο αποφάσεων και διαδίκων. Και είναι μεν αληθές ότι δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως με τον όρο παροχής εγγυήσεων προβλέπεται ήδη στον τομέα των δημοσίων έργων, με την ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 (Α΄ 23), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001 (Α΄ 180), ήδη δε ισχύει ως άρθρο 77 παράγραφος 5 του ν. 3669/2008 (Α΄ 116), με την οποία ορίζεται ότι «…Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως και κατά την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης.». Η ρύθμιση, όμως, αυτή διαφέρει ουσιωδώς από την επίμαχη. Αφ’ενός μεν διότι το έννομο αποτέλεσμα της αναστολής εκτελέσεως της δικαστικής αποφάσεως απαγγέλλεται, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, από το δικαστήριο και όχι ευθέως από το νόμο, αφ’ετέρου δε διότι, με την επίμαχη ρύθμιση, η οποία ούτως ή άλλως λειτουργεί αποκλειστικώς εις βάρος ενός μόνον των διαδίκων, επιτρέπεται η αποκλειστικώς εκ των υστέρων και μερική μόνον (μέχρι του 50% του αμφισβητουμένου ποσού) παρέμβαση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, η ρύθμιση εκείνη αφορά εξ ίσου αμφότερους τους διαδίκους και, πάντως, επιτρέπει την υπό προϋποθέσεις εκτέλεση της αποφάσεως χωρίς την καταβολή εγγυήσεως. (ΣτΕ 9/2013 ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο / Συνεδρίαση της 4-3-2013). 

7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Την Πέμπτη 24-6-2010 και περί ώρα 20:20 στον 7ο όροφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, όπου στεγαζόταν, μεταξύ άλλων, το γραφείο του Υπουργού ..., καθώς και το γραφείο του υπασπιστή του Υπουργού, Αστυνομικού Υποδιευθυντή, ..., έλαβε χώρα έκρηξη που προήλθε από αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό, ο οποίος εξερράγη εντός του γραφείου του ως άνω υπασπιστή με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του. Όπως προέκυψε, επρόκειτο για επιστολικό φάκελο που περιείχε φορέα παγιδευμένο με εκρηκτική ύλη και εξερράγη όταν ο θανών υπασπιστής επιχείρησε να ανοίξει το περιεχόμενό του. Ο εν λόγω φάκελος καφεκίτρινου χρώματος, διαστάσεων Α3, με φερόμενο ως αποστολέα τον «...» και παραλήπτη τον Υπουργό ... στο γραφείο του τελευταίου, πιθανολογείται ότι ερρίφθη σε ταχυδρομικό κυτίο σε άγνωστο σημείο του νομού ..., καθόσον έφερε σφραγίδα του Κέντρου διαλογής ..., από εκεί, αφού ταξινομήθηκε, απεστάλη στο Κέντρο Διανομής των ... επί της οδού ... στην ... και στη συνέχεια δόθηκε στον αρμόδιο κατά τόπο διανομέα για παράδοση στον παραλήπτη. Ακολούθως, αφού παρελήφθη από τον θυρωρό της εν λόγω πολυκατοικίας επί της ως άνω ..., ο τελευταίος περί την ώρα ..., στα καθήκοντα της οποίας περιλαμβανόταν και η παραλαβή της αλληλογραφίας από τον θυρωρό, πλην της συστημένης, που την παραλάμβανε από τον ταχυδρόμο ή τον υπάλληλο της ταχυμεταφορικής εταιρείας. Την αλληλογραφία άνοιγε η ίδια εξαιρουμένης εκείνης, που αφορούσε προσωπικούς λογαριασμούς του Υπουργού ή που χαρακτηριζόταν «αυστηρώς προσωπική». Εν συνεχεία μέσω αστυνομικού της φρουράς του Υπουργού ή συνεργάτη του πολιτικού του γραφείου η αλληλογραφία έφθανε στο υπουργικό γραφείο. Όπως η ίδια κατέθεσε σχετικά, κατά την παραλαβή του ενδίκου φακέλου την 21η-6-2010, παρατήρησε ότι αυτός, περιείχε φυσαλίδες εσωτερικά, ήταν πάχους περίπου δύο δακτύλων και ελαφρύς περίπου 300 γραμ., κατά την σφράγισή του είχε διπλωθεί έτσι ώστε να μειωθεί το μήκος του, λόγω δε του πάχους και σχήματός του έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο για επιστολικό φάκελο που περιείχε βιβλίο ή περιοδικό, και όχι δέματος, καθόσον τα τελευταία δεν παραλαμβάνονταν στο πολιτικό γραφείο, αλλά παραδίδονταν απευθείας στο Υπουργείο προκειμένου να ελεγχθούν. Κατόπιν τούτου, ο εν λόγω φάκελος αφού παρέμεινε στο πολιτικό γραφείο μέχρι τις 24-6-2014, τις μεσημβρινές ώρες της ημέρας αυτής τοποθετήθηκε με την λοιπή αλληλογραφία του πολιτικού γραφείου σε χάρτινη σακούλα μπλε χρώματος με την ένδειξη ... και δόθηκε στον ..., μετακλητό υπάλληλο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος είχε διατεθεί στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού, με καθήκοντα εξυπηρέτησης των αιτημάτων των πολιτών και μεταφοράς της αλληλογραφίας από το πολιτικό στο υπουργικό γραφείο. Ο ως άνω μετακλητός υπάλληλος περί την 14:20 μ.μ. ανεχώρησε προς το Υπουργείο με τον επίσης συνεργάτη του υπουργού, ..., φέροντας μαζί και την ως άνω χάρτινη σακούλα, που περιείχε εκτός των άλλων και τον ένδικο φάκελο με προορισμό το γραφείο του Υπασπιστή του Υπουργού στον 7ο όροφο του Υπουργείου. Αφού έφθασαν στο Υπουργείο πεζοί και με τη χρήση του μετρό, περί ώρα δε 16:10 μ.μ. ο πρώτος εισήλθε εντός του Υπουργείου από την κεντρική πύλη με την επίδειξη της ειδικής κάρτας εισόδου, στον χώρο του ισογείου, ακολούθως δε εισήλθε στον κύριο χώρο του κτιρίου, χωρίς να περάσει από σωματικό έλεγχο από την μαγνητική θύρα εισόδου που διενεργείται από φρουρά που είναι εγκατεστημένη σε φυλάκιο του ισογείου του Υπουργείου, ούτε τα αντικείμενα που έφερε μαζί του ελέγχθηκαν από την συσκευή ελέγχου χειραποσκευτών (Χ RAY). Εν συνεχεία με την χρήση της μαγνητικής του κάρτας διήλθε του μηχανήματος ελέγχου πρόσβασης (tournike 2) και με τον ανελκυστήρα ανέβηκε στον 7ο όροφο του Υπουργείου. Περί ώρα 16:20 άφησε την τσάντα με την ένδειξη ‘...” στο γραφείο του Υπασπιστή, ..., όπου παρευρίσκονταν οι συνεργάτες του Υπουργού, ... και ..., απεχώρησε δε από τον χώρο περί ώρα 16:35 μ.μ. Περί ώρα 20:05 - 20:10 ο υπασπιστής βρισκόταν στο γραφείο του με τους ..., οι οποίοι απεχώρησαν λίγο πριν τις 20:20, προκειμένου να εισέλθουν στο γραφείο του Υπουργού, ακριβώς κατά τη στιγμή που ο Υπασπιστής ξεκίνησε να ανοίγει έναν σκληρό φάκελο, με λευκό περιτύλιγμα (βλ. την από 14-7-2010 ένορκη κατάθεση του ...). Αμέσως μετά έλαβε χώρα η έκρηξη εντός του γραφείου του Υπασπιστή, το οποίο βρισκόταν σε απόσταση από το γραφείο του ... σε ευθεία γραμμή 26 μ. Εντός του χώρου του γραφείου προκλήθηκε ολοσχερής καταστροφή στον υλικοτεχνικό εξοπλισμό, και στην επίπλωση, το δε ξύλινο γραφείο του ..., επί του οποίου άνοιξε τον ένδικο φάκελο είχε σπάσει σε δύο τμήματα τα οποία άμα τη ενώσει τους εμφάνιζαν οπή υπό τη μορφή κρατήρα διαστάσεων 0,70 Χ 0.50 μ., όπισθεν δε της θέσης του ως άνω γραφείου βρέθηκε σε θέση πρηνηδόν το πτώμα του Υπασπιστή ... με το κάτω μέρος ελαφρώς ανασηκωμένο και περιμετρικώς του σώματος υπήρχε λίμνη αίματος. Το πτώμα έφερε Α) φρύξη τριχών, β) εναπόθεση αιθάλης γ) μικροεγκαύματα επί του τριχωτού της κεφαλής, αμφοτέρων των αντιβραχίων, της πρόσθιας επιφάνειας του θώρακος, της πρόσθιας επιφάνειας αμφοτέρων των μηρών και της δεξιάς κνήμης, δ) πλήρη καταστροφή του προσώπου, πολλαπλές εκτεταμένες διασχίσεις του δέρματος της μετωπιαίας χώρας, συντριπτικά κατάγματα του προσωπικού κρανίου, πολτοποίηση του εγκεφάλου, πλήρης καταστροφή των γνάθων και του στόματος και πολλαπλές αιμορραγικές διηθήσεις, μαλακών μορίων του λαιμού, ε) πολλά τραύματα επί της πρόσθιας επιφάνειας του θώρακος μετά εμπάρσεων αλλοτρίων σωμάτων διαφόρου μεγέθους πολλαπλά κατάγματα πλευρών αμφοτέρων των ημιθωρακίων μετά τρώσεων των πνευμόνων με εκτεταμένες ρήξεις αμφοτέρων των ημιδιαφραγμάτων μετά εισόδου κοιλιακών σπλάχνων εντός της θωρακικής κοιλότητος, πολλαπλές θλάσεις της πρόσθιας επιφάνειας της καρδιάς με μικρή ροή της ανιούσης αορτής, στ) πλήρη καταστροφή ολοκλήρου του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος μετά αποσπάσεως και εξόδου εντερικών ελίκων, πλήρη καταστροφή του επιπλόου, εκτεταμένο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα πολλαπλές θλάσεις των εντερικών ελίκων λόγω αμέσου πλήξεως υπό μικρών θραυσμάτων, εκρίζωση αρκετών εντερικών ελίκων, πολλαπλές ρήξεις ήπατος, σπληνός και παγκρέατος, περινεφρικά αιματώματα, ζ) βαρύτατες θλάσεις της ηβικής χώρας μετά των γεννητικών οργάνων, η) διαμελισμό αμφοτέρων των άνω άκρων συνεπεία εκρήξεως, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατός του (βλ. την .../13-7-2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ...). Από τα συλλεγέντα στοιχεία, κατά την αστυνομική προανάκριση, εντοπίσθηκε ο παγιδευμένος επιστολικός φάκελος με αποστολέα τον ... από την επιφάνεια του οποίου ελήφθησαν δύο τμήματα δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά από τα αρχεία της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ταυτοποιήθηκαν με αποτυπώματα του .... Την 7η-7-2010 και περί ώρα 11:00 απεστάλη στην εφημερίδα «...» φάκελος, με στοιχεία αποστολέα «...», στοιχεία παραλήπτη «...», που έφερε αστέρι με πέντε ακτίνες χρώματος ερυθρού στο σημείο σφράγισης του φακέλου και περιείχε επιστολή με τίτλο: «Όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η ένοπλη εξέγερση είναι, είτε για ολόκληρο το λαό είτε για οποιοδήποτε τμήμα του, το πιο ιερό και το πιο απαραίτητο καθήκον του», η οποία αποτελείτο από τρεις σελίδες δακτυλογραφημένου κειμένου και μία σελίδα φέρουσα την ένδειξη «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», ένα μεγάλων διαστάσεων αστέρι με πέντε ακτίνες και εντός αυτού προσωπογραφία του ... και την ένδειξη «Αγώνας μέχρι τη νίκη. Η γνωστοποίηση του ονόματος της νεοσύστατης οργάνωσής μας θα γίνει στα επόμενα χτυπήματα». Στη δεύτερη και τέταρτη σελίδα αυτής της επιστολής περιγράφεται λεπτομερώς η αποστολή του προαναφερόμενου φακέλου με παραλήπτη τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, το κείμενο της οποίας έχει, μεταξύ άλλων, επί λέξει: «…το πρωί της Δευτέρας 21 Ιουνίου ταχυδρομήσαμε το δέμα βόμβα προς το πολιτικό του γραφείο με παραλήπτη τον ίδιο. Το δέμα βόμβα αποτελείτο από ένα κίτρινο ταχυδρομικό φάκελο Α3 (εξωτερικά χάρτινο εσωτερικά κυψελοειδές νάιλον), που εμπεριείχε ένα πλαστικό σκληρό φάκελο τύπου κλειστού ντοσιέ. Στην εξωτερική και επάνω πλευρά του εσώκλειστου φακέλου υπήρχε μία λευκή κόλλα Α4 όπου αναγράφονταν τα εξής: «Κύριε υπουργέ. Με δεδομένη την εντιμότητά σας, και με προσωπικό κριτήριο την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση που έχω στο πρόσωπό σας, έλαβα την απόφαση να σας αποστείλω δείγμα σημαντικών εγγράφων, και απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών που αφορούν άμεσα την υπόθεση ... . Η σύζυγός μου ... και ο δικηγόρος μου ...  είναι ενήμεροι και θα διαχειριστούν την υπόθεση, εφόσον υπάρξει το ανάλογο ενδιαφέρον από πλευράς σας. Μετά τιμής ...». Σε ολόκληρο το εσωτερικό του σκληρού πλαστικού φακέλου, τοποθετήσαμε ειδικό αφρώδες αντικραδασμικό υλικό, όπου ενσωματώθηκαν δύο κομμάτια (150 γραμμαρίων έκαστο) ισχυρού εκρηκτικού κατεδάφισης, με υψηλή ταχύτητα εκρήξεως. Στο κάθε κομμάτι τοποθετήθηκε και από ένας πυροκροτητής που ήτανε συνδεδεμένος με τους πόλους μιας μπαταρίας energizer 9 βόλτ. … Ο συγκεκριμένος πυροδοτικός μηχανισμός ήταν ανέφικτο να εκραγεί ανοίγοντας τον εξωτερικό φάκελο και αδύνατον να πυροδοτηθεί, εάν δεν ανοιγόταν με συγκεκριμένο τρόπο ο εσωτερικός σκληρός φάκελος…. Τα αρχικά σενάρια για την αποστολή ήτανε τρία. Πρώτον να σταλθεί στο σπίτι του υπουργού στην Καλλιθέα…Το δεύτερο να σταλθεί στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά αυτό αποκλείστηκε γιατί γνωρίζαμε την ύπαρξη μηχανημάτων ελέγχου x-ray που διαθέτει το Υπουργείο. …Τελικά αποφασίσαμε να σταλθεί ως δούρειος ίππος στο πολιτικό του γραφείο, και αυτό γιατί φθάνοντας στον προορισμό του, ήταν πιθανόν να ανοιχθεί ο εξωτερικός φάκελος από την/τον γραμματέα του. Διαβάζοντας όμως την επιστολή που ήταν κολλημένη επάνω στον εσωτερικό φάκελο, ήταν απολύτως βέβαιο πως θα τηλεφωνούσε στον Υπουργό, δίχως να το ανοίξει. Εάν δεν πήγαινε ο ίδιος στο πολιτικό του γραφείο να δει το περιεχόμενο του φακέλου, είχαμε βάσιμες ελπίδες πως θα έδινε διαταγή να μεταφερθεί στο γραφείο του υπουργείου, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο, καθώς δεν ήταν γνωστό σε τι μορφή ήταν οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, υπήρχε κίνδυνος καταστροφής του υλικού απ’το μηχάνημα x-ray. Έτσι θα καταφέρναμε δύο πλήγματα, να αποσύρουμε έναν εκλεγμένο πολιτικό που φόρεσε την στολή του σερίφη και ένα καίριο χτύπημα στο άνδρο καταστολής του κράτους. Η περιέργεια του «έμπιστου» υπασπιστή, μας χάλασε τα σχέδια όταν αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στο περιεχόμενο του φακέλου πριν το πάει στο γραφείο του Υπουργού… Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το ότι ο υπασπιστής έδιωξε όλους του άλλους που ήταν στο γραφείο του για να μην αντιληφθούν αυτή του την κίνηση. Εκτός αν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης υποψιάστηκε πως κάτι μπορεί να συμβαίνει και καλού κακού εξουσιοδότησε τον υπασπιστή του να τον ανοίξει και να πάει στο γραφείο του μόνο το περιεχόμενο του φακέλου…». Στη συνέχεια, για τη διακρίβωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έφθασε ο παγιδευμένος με εκρηκτική ύλη φάκελος στο Γραφείο του Υπασπιστή Α/Υ ..., τη διαπίστωση τυχόν παραλείψεων ή πλημμελειών των αρμοδίων αστυνομικών ως προς τον έλεγχο και διακίνηση του εν λόγω φακέλου, τις συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του Υπασπιστή σε σχέση με την υπηρεσία, και τον καταλογισμό αναλόγων πειθαρχικών ευθυνών σε βάρος τους, διενεργήθηκε από τον Υποστράτηγο ..., Προϊστάμενο Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), στο πλαίσιο της οποίας ελήφθησαν ένορκες διοικητικές καταθέσεις μαρτύρων και ειδικότερα των υπηρετούντων στη φρουρά πύλης και ισογείου, καθώς και των Προϊσταμένων τους, των υπαλλήλων του πολιτικού και υπουργικού γραφείου του Υπουργού, καθώς και όσων επισκέφθηκαν το εν λόγω γραφείο καθ’όλη τη διάρκεια της κρίσιμης ημέρας. Σχετικώς συνετάγη η από 4-9-2010 Έκθεση Πορίσματος Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, οι ισχύουσες περί την ασφάλεια του εν λόγω Υπουργείου ρυθμίσεις, καθώς και η κατανομή των αρμοδιοτήτων των υπηρετούντων σ’αυτό, προβλέπονται στη Βασική Διαταγή .../2007 του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. και την .../21-4-2010 εσωτερική διαταγή, αντίστοιχα. Όπως δε προέκυψε, οι ως άνω κανόνες εφαρμόζονται στην πράξη ως ακολούθως: Στην κεντρική (εξωτερική) πύλη του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη είναι εγκατεστημένη φρουρά η οποία εκτελεί υπηρεσία, ελέγχοντας την πρόσβαση των εισερχομένων προσώπων στον ευρύτερο χώρο του Υπουργείου. Το μεν προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Προστασίας εισέρχεται επιδεικνύοντας στους αστυνομικούς της φρουράς την ειδική κάρτα πρόσβασης με την οποία έχει εφοδιαστεί, χωρίς στη συνέχεια να υποβληθεί στο επόμενο στάδιο ελέγχου που διενεργείται από φρουρά που είναι εγκατεστημένη σε φυλάκιο του ισογείου του Υπουργείου, η οποία περιλαμβάνει σωματικό έλεγχο καθώς και έλεγχο των μεταφερομένων αντικειμένων, δεδομένου ότι τούτο θεωρείται διαπιστευμένο. Το ίδιο ισχύει και για τους συνεργάτες του Υπουργού (διαπιστευμένους), που τους έχει χορηγηθεί ηλεκτρονική κάρτα πρόσβασης. Αντίθετα οι λοιποί επισκέπτες διέρχονται από την εξωτερική πύλη δηλώνοντας κατά την άφιξή τους στο φρουρό, την υπηρεσία ή το γραφείο στο οποίο επιθυμούν να μεταβούν και αφού οδηγηθούν στο Γραφείο καταγραφής παραδίδουν τα κινητά τους τηλέφωνα, την αστυνομική τους ταυτότητα ή άλλο δημόσιο έγγραφο και καταγράφονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ή στο βιβλίο επισκεπτών. Στη συνέχεια δε, αφού ενημερωθεί η υπηρεσία ή το γραφείο προορισμού του επισκέπτη και εφόσον δοθεί σχετική άδεια εισόδου, ο τελευταίος εφοδιάζεται με ειδική κάρτα πρόσβασης και εισέρχεται από το ισόγειο του κεντρικού κτιρίου, όπου ελέγχεται από τον εκεί εκτελούντα υπηρεσία αστυνομικό φρουράς, τόσο ο ίδιος, όσο και οι τυχόν αποσκευές του δια της συσκευής ελέγχου χειραποσκευών (Χ-RAY), κατά τα πρότυπα των αεροδρομίων, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο αυτών και της αλληλογραφίας που απευθύνεται στην ιεραρχία του σώματος (Πολιτική-Φυσική Ηγεσία), επιπροσθέτως δε έχει τοποθετηθεί και μαγνητική θύρα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων τελευταίας τεχνολογίας και υψηλών προδιαγραφών ασφαλείας. Με βάση το παραπάνω αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε, ο ενεργήσας την ... υποστράτηγος ... και ο Αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., αντιστράτηγος ..., κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυψε υπαίτια παράλειψη των υπηρεσιακών καθηκόντων αστυνομικών ή ειδικών φρουρών αρμοδίων για τον έλεγχο των εισερχομένων στο Υπουργείο-Αρχηγείο προσώπων (προσωπικού-επισκεπτών) καθώς και της εισερχομένης αλληλογραφίας και έτσι ετέθη η υπόθεση στο Αρχείο από πειθαρχικής πλευράς. Με την από 29-10-2010 αγωγή τους και το επ’αυτής υπόμνημα οι ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, ήτοι η σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς και οι αδελφοί του θανόντος Υπασπιστή, ..., προέβαλαν ότι ο θάνατος του οικείου τους οφειλόταν σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων των εντεταλμένων, για την ασφάλεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, οργάνων και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι δεν προηγήθηκε κανένας έλεγχος της επίμαχης επιστολής με την συσκευή ελέγχου χειραποσκευών X-RAY του ισογείου του εν λόγω Υπουργείου, παρότι η επιστολή είχε ως παραλήπτη τον ίδιο τον Υπουργό και σύμφωνα με τη Βασική Διαταγή .../2007 του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., ο ως άνω έλεγχος είναι υποχρεωτικός για την απευθυνόμενη προς την Πολιτική και Φυσική ηγεσία αλληλογραφία. Περαιτέρω προέβαλαν ότι εσφαλμένα τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της φρουράς εισόδου του Υπουργείου παρέλειπαν συστηματικά τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου στα διαπιστευμένα πρόσωπα που κατείχαν ηλεκτρονική κάρτα πρόσβασης στο Υπουργείο και στην αλληλογραφία που μετέφεραν αυτά από το πολιτικό γραφείο του Υπουργού, μολονότι ήταν γνωστό ότι στο εν λόγω γραφείο δεν υπήρχε συσκευή ελέγχου, καθώς και ότι το όλο πλαίσιο των Διαταγών και Ενεργειών, που προηγήθηκε του τραγικού συμβάντος, δεν διαμορφώθηκε με συναίσθηση του μείζονος κινδύνου, ενόψει και του υπαρκτού κινδύνου μιας επικείμενης τρομοκρατικής επίθεσης, δεδομένης μάλιστα της έξαρσης τέτοιων επιθέσεων από τις οργανώσεις «...» και ... . Συνεπώς κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή υπήρχε αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, βάσει και των διατάξεων των άρθρων 2 και 5 της ΕΣΔΑ, καθώς και 2 και 4 του Συντάγματος. Για τους λόγους αυτούς ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος - εφεσίβλητου, να καταβάλει σε καθέναν από τους πέντε πρώτους ενάγοντες (σύζυγο, 2 τέκνα και 2 γονείς, αντίστοιχα) το ποσό των 1.000.000 ευρώ και σε καθέναν από τους έκτο και έβδομο (αδέλφια) το ποσό των 700.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους. Σε απόδειξη δε των ισχυρισμών τους οι ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν: α) την .../21-11-2012 Ιατρική Γνωμάτευση της Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ... (σχετ. 9), κατά την οποία ο 4ος από τους ενάγοντες, ..., πατέρας του αποβιώσαντος Υπασπιστή, ηλικίας 80 ετών, πάσχει από καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ - ΙΙΙ κατά ΝΥΗΑ, φέρει μόνιμο τεχνητό βηματοδότη και χρήζει τακτικής καρδιολογικής παρακολούθησης, λαμβάνοντας συστηματικά φαρμακευτική αγωγή, ενώ, σύμφωνα με την επίσης προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση της Ιατρού Ψυχιάτρου ..., Ιατρού της Ψυχιατρικής Κλινικής «...», ο ως άνω πάσχει επίσης από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, παρακολουθείται δε από τον Ιούνιο του 2011 από την προαναφερόμενη ιατρό, λαμβάνοντας αντικαταθλιπτική θεραπεία, με σιταλοπράμη σε υπόβαθρο σακχαρώδους διαβήτη, στεφανιαίας νόσου και αρτηριακής υπέρτασης (σχετ. 10), β) δύο Ιατρικές Γνωματεύσεις της Ιατρού Ψυχιάτρου ..., Ιατρού της Ψυχιατρικής Κλινικής «...», από τις οποίες προκύπτει ότι η 5η ενάγουσα, ..., μητέρα του θανόντος, ηλικίας 80 ετών, νοσηλεύθηκε, το έτος 2010, στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ..., πάσχουσα από διπολική διαταραχή και οργανικό ψυχοσύνδρομο, έχοντας εμφανίσει καταθλιπτικό επεισόδιο με αυτοκτονικό ιδεασμό σε αποδρομή (σχετ. 10, 11), γ) την από 30-11-2012 Ιατρική Γνωμάτευση του Ιατρού-Ψυχιάτρου ..., Διευθυντή ΕΣΥ του Ψυχιατρικού Τμήματος του «...» (σχετ. 14), από την οποία προκύπτει ότι η 1η ενάγουσα, σύζυγος του θανόντος υπασπιστή, γεννηθείσα το 1965, πάσχει από χρονίσασα (αντιδραστικής φύσεως) μείζονα καταθλιπτική διαταραχή με τάσεις απομόνωσης και μείωσης των ενδιαφερόντων της, ενώ λαμβάνει από διετίας αντικαταθλιπτική αγωγή με πτωχά αποτελέσματα, δ) Την .../7-11-2012 Ιατρική Γνωμάτευση της Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ... (σχετ. 13), από την οποία προκύπτει ότι ο 6ος ενάγων, ..., αδελφός του αποβιώσαντος, γεννηθείς το έτος 1970, έχει νοσηλευθεί κατ’επανάληψη στην Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ..., έχοντας υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου υποβληθείς δε σε στεφανιογραφικό έλεγχο κατεδείχθη στεφανιαία νόσος-σημαντική πάθηση ενός αγγείου και υποβλήθηκε σε επείγουσα διαδερμική επέμβαση επαναιμάτωσης. Αντίθετα, το Ελληνικό Δημόσιο, με το από 26-2-2014 υπόμνημά του, υποστήριξε ότι το γεγονός πως, ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι φάκελοι και η αλληλογραφία που εισέρχονταν στο Υπουργείο και απευθύνονταν στην Πολιτική ή Φυσική Ηγεσία αυτού, ελέγχονταν επισταμένως μέσω μηχανήματος X-RAY, σύμφωνα με την σχετική Απόρρητη Βασική Διαταγή του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., αντιθέτως, η αλληλογραφία που εισερχόταν από το Πολιτικό Γραφείο του Υπουργού δεν περνούσε από τον παραπάνω έλεγχο, δεν μπορούσε παρά να οφείλεται σε προσωπική εντολή του θανόντος υπασπιστή, ο οποίος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος κατά νόμο να παραλαμβάνει την προοριζόμενη για τον υπουργό υπηρεσιακή και προσωπική αλληλογραφία (βλ. το υπ’αριθμ. ...έγγραφο της διεύθυνσης αστυνομικού προσωπικού, σύμφωνα με το οποίο «την αρμοδιότητα για την παραλαβή της προοριζόμενης για τον Υπουργό Προστασίας του πολίτη υπηρεσιακής και προσωπικής αλληλογραφίας την είχε ο θανάσιμα τραυματισθείς»). Συνεπώς, η εισαγωγή στο Υπουργείο της αλληλογραφίας που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό έλαβε χώρα με βάση τις εντολές που είχε δώσει ο θανών στα όργανα της φρουράς και, συνεπώς, αυτή δεν οφείλεται σε παράλειψη ή παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 95% του άτυχου θανόντος. Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να συνεκτιμηθεί ότι: α) ο κίνδυνος είναι συνυφασμένος με την ιδιότητα του αστυνομικού και μάλιστα υποδιευθυντή, αρχηγού της προσωπικής φρουράς του Υπουργού Δημοσίας Τάξης, για το λόγο δε αυτό ο θανών ελάμβανε παγίως σειρά σχετικών επιδομάτων (επικινδυνότητας, ειδικής απασχόλησης), β) η σύνταξη του θανόντος ως θύματος τρομοκρατικής ενέργειας καθορίσθηκε ως πλήρης, σύμφωνα με το Ν. 1897/1990, σε 35/35, σύμφωνα με τον καταληκτικό βαθμό που θα εξελισσόταν, στην οποία προσετέθη το μέγιστο χρονοεπίδομα 60% και προσαύξηση 20% (από 80/% σε 96%), πλήρη μερίσματα επικουρικής σύνταξης για 35 χρόνια στο βαθμό συνταξιοδότησης, διπλάσιο εφάπαξ βοήθημα για 35 χρόνια από ένα Ταμείο κατ’επιλογήν του και πλήρες εφάπαξ βοήθημα για 35 χρόνια από το άλλο Ταμείο. Έτσι, στην οικογένεια του αποβιώσαντος χορηγήθηκε σύμφωνα με: βα) το 22/2/31-5-2011 Πρακτικό Απόφαση του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. εφάπαξ οικονομική ενίσχυση από το Τ.Ε.Α.Ε.Χ., ύψους 3.410,12 ευρώ, ββ) την 1244/2011/12-5-2011 Απόφαση Απονομής Μερίσματος του Διευθυντή Διεύθυνσης Ασφάλισης - Παροχών Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. απονεμήθηκε μέρισμα 222,05 ευρώ, βγ) την .../5-7-2011 Απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης Ασφάλισης - Παροχών χορηγήθηκε το διπλάσιο εφάπαξ χρηματικό βοήθημα 236.039,58 ευρώ, βδ) επιπροσθέτως η Ελληνική αστυνομία χορήγησε στην οικογένεια του θανόντος τα εξής δικαιούμενα οικονομικά βοηθήματα: 1) σύμφωνα με τα 8/31/6-7-2010 και 10/71/25-10-2010 Πρακτικά Απόφασης του ΔΣ του Ιδρύματος έχει ενισχυθεί από το Λογαριασμό Αρωγής του Ιδρύματος «Εξοχές Ελληνικής αστυνομίας» με 50.000 ευρώ, 2) σύμφωνα με την 9010/10/9020/30-6-2010 Απόφαση του Προϊσταμένου του Επιτελείου έλαβε οικονομική ενίσχυση 5.000 ευρώ από τον Ειδικό Λογαριασμό του Περιοδικού «Αστυνομική Ανασκόπηση» και με την 9011/6/1046/23-7-2010 Απόφαση του ίδιου Προϊσταμένου έλαβε οικονομική ενίσχυση 25.000 ευρώ από τον Ειδικό Λογαριασμό «Έσοδα από Διάφορες Εκδόσεις», 3) σύμφωνα με το .../20369/85-β/11-2-2010 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Α.Ε.Α. έλαβε από τη Λέσχη της Δ/νσης Εσωτερικών Λειτουργιών/Α.Ε.Α. οικονομική ενίσχυση 6.670 ευρώ περίπου, 4) Το Μετοχικό Ταμείο Στρατού ενίσχυσε την οικογένεια του θανόντος με τις ακόλουθες παροχές: α) Βοήθημα θανάτου, ανερχόμενο στο ποσό των 5.851,35 ευρώ, β) μέρισμα χρονικής περιόδου από 25-9-2010 μέχρι 31-7-2013 ανερχόμενο στο ποσό των 5.482,18 ευρώ. Επιπλέον αναφέρεται ότι το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, πέραν των προηγουμένων οικονομικών ενισχύσεων, δύναται σε περίπτωση θανάτου αστυνομικού υπαλλήλου κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α΄) και της παρ. 6 του άρθρου 12 του Ν. 3387/2005 (ΦΕΚ 224 Α΄), να προσλάβει την σύζυγο ή ένα (1) τέκνο αυτών, κατόπιν αιτήσεώς τους, στο Υπουργείο ως διοικητικό υπάλληλο, ή με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αναλόγως των προσόντων τους, κατ’εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων και ανεξαρτήτως ύπαρξης κενής οργανικής θέσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη ότι η απευθυνόμενη στη φυσική και πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αλληλογραφία έπρεπε κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη να υποβάλλεται σε ειδικό έλεγχο με τη χρήση μέσων προηγμένης τεχνολογίας (π.χ. συσκευή ελέγχου χειραποσκευών X-RAY), ανεξαρτήτως της ιδιότητας του κομιστή, ότι εντούτοις ο ελεγκτικός μηχανισμός του εν λόγω Υπουργείου είχε υιοθετήσει την πάγια τακτική, οι κατέχοντες ειδική κάρτα πρόσβασης, ως διαπιστευμένα πρόσωπα, να εξαιρούνται του ηλεκτρονικού ελέγχου των αντικειμένων που μεταφέρουν, συμπεριλαμβανομένης και της αλληλογραφίας, της απευθυνομένης στην Πολιτική και Φυσική Ηγεσία του Υπουργείου, η οποία πρακτική μη έχουσα έρεισμα στις οικείες διατάξεις ήταν αντίθετη και προς την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, ότι η παγιωθείσα αυτή πρακτική, συνεκτιμωμένων και των επικρατουσών συνθηκών, δημιούργησε ουσιώδες κενό στον ελεγκτικό μηχανισμό, ορατό προς τους τρίτους και ειδικότερα προς τα άτομα του αντεξουσιαστικού χώρου, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η παράλειψη ελέγχου διά των ακτίνων X-RAY, της κομισθείσας, από τo Πολιτικό Γραφείο του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, προς το Υπουργικό Γραφείο αυτού, προσωπικής κλειστής αλληλογραφίας, την 24η-6-2010 συνιστούσε παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, αιτιωδώς συνδεομένης με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου του υπασπιστή του Υπουργού, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί αποκλειστικής ευθύνης, άλλως συνυπαιτιότητας, του θανόντος, διότι, πέραν του ότι οι αρμοδιότητες του θανόντος σε σχέση με την παραλαβή και διεκπεραίωση της προσωπικής αλληλογραφίας του Υπουργού ήταν εκ του νόμου αμιγώς διοικητικής φύσεως, από κανένα στοιχείο του αποδεικτικού υλικού δεν είχε προκύψει ότι ο θανών είχε δώσει τέτοια εντολή. Έτσι κατέληξε ότι την αποκλειστική ευθύνη για τον θάνατο του υπασπιστή ... έφερε το Ελληνικό Δημόσιο διά των οργάνων του και συνεπώς στοιχειοθετείτο αποζημιωτική ευθύνη αυτού, κατ'άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, ανεξαρτήτως της συνδρομής στην προκείμενη περίπτωση και της παραβίασης των άρθρων 2 και 5 της από 4-11-1950 Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Περαιτέρω έκρινε ότι οι ενάγοντες (ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι) υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον αιφνίδιο θάνατο του μέλους της οικογένειάς τους, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση, η οποία προσδιορίστηκε σε 120.000 ευρώ για την σύζυγο και καθένα από τα τέκνα, σε 80.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του θανόντος και σε 30.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του θανόντος. Εξάλλου, απέρριψε τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι για τον προσδιορισμό της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης έπρεπε να συνεκτιμηθούν και οι παροχές που η οικογένεια του θύματος έλαβε βάσει διατάξεων αποκαταστατικού χαρακτήρα, τις οποίες θα ελάμβανε σε κάθε περίπτωση ως οικογένεια θανόντος εν υπηρεσία, ανεξαρτήτως της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.

8. Επειδή, με την πρώτη κρινόμενη έφεση, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, οι εκκαλούντες, συγγενείς του αποβιώσαντος, προβάλλουν ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε σε αυτούς εξαιρετικά μειωμένα ποσά, διότι λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του τραγικού θανάτου του ως άνω συγγενούς τους, το νεαρό της ηλικίας του, την έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης του σε συνδυασμό με το βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, τη βαθύτατη θλίψη και πόνο που δοκίμασαν όλοι ανεξαιρέτως οι συγγενείς, και ιδιαιτέρως η σύζυγος, που έχασε πρόωρα τον σύζυγό της και τα τέκνα του, που στερήθηκαν την πολύτιμη πατρική παρουσία σε κρίσιμη ηλικία, ενόψει και της επιβάρυνσης της υγείας των πιο πάνω συγγενών, έπρεπε να τους επιδικάσει τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Ζητούν δε περαιτέρω, με την απόφαση που θα εκδοθεί να κριθεί ότι η διάταξη που επιβάλλει την κατάθεση εγγυητικής επιστολής, για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, δεν έχει εφαρμογή, ως αντισυνταγματική, άλλως να μειωθεί το ύψος των εγγυητικών επιστολών στο ½. 

9. Επειδή, εξάλλου, με την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτή αναπτύσσεται και με το σχετικό υπόμνημα, προβάλλεται ότι: α) Εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου κατ’άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, διότι το ζημιογόνο γεγονός επήλθε συνεπεία πράξεων και παραλείψεων του θανόντος, ο οποίος ήταν ο μόνος υπεύθυνος να παραλαμβάνει την αλληλογραφία που προοριζόταν για τον Υπουργό και ο οποίος ήταν προϊστάμενος όλου του αστυνομικού και πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Εξάλλου, η Διοίκηση του Υπουργείου είχε λάβει όλα τα δέοντα μέτρα για την ασφάλεια του προσωπικού και του κτιρίου, εφαρμόζοντας την σχετική νομοθεσία και τις οικείες Διαταγές. β) Εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν υπήρχε υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα (κατά 95%), του θανόντος, διότι όπως προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου, ο ίδιος επέβαλε, άλλως γνώριζε πολύ καλά και ανεχόταν, την πάγια τακτική εξαίρεσης από τον ηλεκτρονικό έλεγχο των αντικειμένων και της αλληλογραφίας, που μεταφερόταν από το πολιτικό γραφείο του Υπουργού, λόγω δε της εξαιρετικά σημαντικής θέσης του και της πολυετούς εμπειρίας του, όφειλε να ακολουθεί και ο ίδιος τις οικείες Διαταγές και να μην παραλείπει εσκεμμένα να περνάει τον προβλεπόμενο έλεγχο η αλληλογραφία που ερχόταν από το πολιτικό γραφείο του Υπουργού. γ)Τα ποσά που επιδικάστηκαν με την πρωτόδικη απόφαση είναι υπερβολικά και δεν ανταποκρίνονται στην έννοια της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Εξάλλου, κατά το εκκαλούν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να συνεκτιμήσει και τις παροχές που δόθηκαν στην οικογένεια του θανόντος, οι οποίες ναι μεν δεν αίρουν το δικαίωμα των αντιδίκων του σε λήψη τυχόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ούτε συμψηφίζονται με αυτήν, ωστόσο συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενόψει και του ότι από τη χορήγηση αυτών προκύπτει ότι το Δημόσιο (είτε το ίδιο, είτε μέσω εντασσομένων στο δημόσιο τομέα φορέων) προέβη σε όλες τις ενέργειες προς εξασφάλιση της οικογένειας του θύματος. 

9. Επειδή, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι όλη η απευθυνόμενη στη φυσική και πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αλληλογραφία, έπρεπε, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, να υποβάλλεται σε ειδικό έλεγχο με τη χρήση μέσων προηγμένης τεχνολογίας (συσκευή ελέγχου χειραποσκευών X-RAY), ανεξαρτήτως της ιδιότητας του κομιστή αυτής, β) ότι παρ’όλα αυτά, όπως προέκυψε από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και ιδιαίτερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των υπηρετούντων στην φρουρά, ο ελεγκτικός μηχανισμός του εν λόγω Υπουργείου είχε υιοθετήσει την πάγια τακτική, οι κατέχοντες ειδική κάρτα πρόσβασης, ως διαπιστευμένα πρόσωπα, να εξαιρούνται του ηλεκτρονικού ελέγχου των αντικειμένων που μετέφεραν, συμπεριλαμβανομένης και της αλληλογραφίας, της απευθυνόμενης στην Πολιτική και Φυσική Ηγεσία του Υπουργείου, γ) ότι η δημιουργηθείσα αυτή πρακτική, μη έχουσα έρεισμα στο νόμο και τις κανονιστικές πράξεις, εκτός του ότι αποτελούσε ευθεία παράβαση της οικείας διάταξης της απόρρητης βασικής διαταγής .../2007 του Αρχηγού της ΕΛΑΣ, δεν ήταν σύμφωνη και με την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, αφού μάλιστα το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, που, ως εκ της φύσεως των αρμοδιοτήτων του, αποτελεί τον κατ’εξοχήν μηχανισμό προστασίας και ασφάλειας των πολιτών, όφειλε διά των οργάνων του να προβλέπει τους επαπειλούμενους κινδύνους, δεδομένης της έξαρσης των τρομοκρατικών επιθέσεων και να μην επιτρέπει την χαλάρωση των υφισταμένων κανόνων ελέγχου, υιοθετώντας την εξαίρεση κατηγοριών προσώπων και των μεταφερομένων αντικειμένων από αυτά, κρίνει ότι στην προκείμενη περίπτωση, η παράλειψη ελέγχου διά των ακτίνων X-RAY, της κομισθείσας, από τo Πολιτικό Γραφείο του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, προς το Υπουργικό Γραφείο αυτού, προσωπικής κλειστής αλληλογραφίας, την 24η-6-2010, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου του υπασπιστή του Υπουργού, που επήλθε κατά την αποσφράγιση της ανέλεγκτης αυτής αλληλογραφίας, αφού, αν η παράλειψη αυτή εξέλιπε, εάν δηλαδή η αλληλογραφία είχε ελεγχθεί διά του μηχανήματος ακτίνων X-RAY, ο εκρηκτικός μηχανισμός θα είχε εντοπισθεί και η πυροδότησή του θα είχε αποτραπεί. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι ο θανών είχε αποκλειστική ευθύνη, άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 95 %, για το τραγικό συμβάν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από κανένα στοιχείο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι ο θανών είχε δώσει εντολή να εξαιρούνται από τον ηλεκτρονικό έλεγχο τα αντικείμενα και η αλληλογραφία που μεταφέρονταν από το πολιτικό γραφείο του Υπουργού (βλ. σχ. και την από 9-7-2010 ένορκη διοικητική εξέταση του συνεργάτη του Υπουργού, ..., που είχε μεταφέρει την επίμαχη επιστολή, κατά την οποία, η προσωπική αλληλογραφία του Υπουργού δεν ανοιγόταν, σύμφωνα με εντολή του Υπουργού και του θανόντος, αλλά παραδιδόταν στον θανόντα, χωρίς όμως να αναφέρεται πουθενά ότι υπήρχε και εντολή να μη διέρχεται από τον σχετικό έλεγχο). Ούτε, άλλωστε, ο θανών είχε αρμοδιότητα να κατευθύνει τις ενέργειες της φρουράς, σε σχέση με τον έλεγχο της διακινούμενης αλληλογραφίας, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτός προΐστατο μόνον του υπηρετούντος στο Γραφείο του Υπουργού προσωπικού (αστυνομικού και πολιτικού) του ως άνω Υπουργείου, οι δε αρμοδιότητές του, όσον αφορά την παραλαβή και διεκπεραίωση της προσωπικής αλληλογραφίας του Υπουργού ήταν αμιγώς διοικητικής φύσεως και δεν περιλάμβαναν τον εξειδικευμένο τεχνικό έλεγχο του περιεχομένου της. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι την αποκλειστική ευθύνη για το θάνατο του υπασπιστή ... φέρει το Ελληνικό Δημόσιο διά των οργάνων του και συνεπώς στοιχειοθετείται αποζημιωτική ευθύνη αυτού, κατ'άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, όπως νόμιμα και ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένων των όσων αντίθετων υποστηρίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ως αβάσιμων. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του αποβιώσαντος υπασπιστή, λόγω ψυχικής οδύνης, κατ’ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου εδαφ. γ΄ του 932 ΑΚ. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη : α) τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του ... και ιδίως την κατάσταση της σωρού του ύστερα από την ενεργοποίηση του εκρηκτικού μηχανισμού, κατά την αποσφράγιση εκ μέρους του της μοιραίας επιστολής (βλ. την σχετική ιατροδικαστική έκθεση), β) την ηλικία του θανόντος κατά τον χρόνο του θανάτου του (50 ετών), γ) τον βαθμό συγγενείας των εκκαλούντων - εφεσίβλητων με το θύμα (η 1η σύζυγος του θύματος ηλικίας 45 ετών, οι 2ος και 3ος τέκνα ηλικίας 22 και 20 ετών, αντίστοιχα, οι 4ος και 5η γονείς ηλικίας 80 ετών, οι 6ος και 7ος αδέλφια), δ) την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας των: 1ης, 4ου, 5ης και 6ου από αυτούς, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες ιδίως οι τρεις πρώτοι από αυτούς αντιμετωπίζουν, εκτός άλλων παθήσεων, σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, προφανώς απότοκα του θανάτου του οικείου τους, ε) την βαθύτατη θλίψη και τον πόνο που δοκίμασαν οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι από τον θάνατο του συζύγου, πατέρα, υιού και αδελφού τους - συναισθήματα που επιτείνονται στην περίπτωση που ο θάνατος αυτός είναι απρόσμενος και αφορά έναν νέο σχετικά άνθρωπο - ειδικότερα δε η πρώτη, η οποία στερήθηκε πρόωρα τον σύζυγό της, με συνέπεια να φέρει αυτή το βάρος εύρεσης των μέσων βιοπορισμού των τέκνων της, τα οποία, κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν προστατευόμενα (φοιτητές), οι 2ος και 3ος, οι οποίοι στερήθηκαν την μη επιδεκτική χρηματικής αποτίμησης πατρική παρουσία, αλλά και οι 4ος, 5η, 6ος και 7ος, οι οποίοι στερήθηκαν οι μεν δύο πρώτοι από αυτούς τον υιό τους, οι δε υπόλοιποι τον αδελφό τους, με τον οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνδέονταν με αισθήματα αγάπης και στοργής και στ) την αποκλειστική υπαιτιότητα των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, το Δικαστήριο, κρίνει ότι οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την ανακούφιση της οποίας δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση, η οποία με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής και ενόψει των σχέσεων αυτών με τον θανόντα, της κοινωνικής τους θέσης, καθώς και της κατάστασης των μερών κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνεκτιμουμένου και του γεγονότος ότι αυτοί έχουν λάβει, όπως προαναφέρθηκε, διάφορα βοηθήματα για τον θάνατο του ανωτέρω συγγενούς του από την ως άνω τρομοκρατική ενέργεια, πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των 120.000 ευρώ για καθένα από τους τρεις πρώτους εξ αυτών, ήτοι τη σύζυγο και τα τέκνα του θανόντος, 80.000 ευρώ σε καθέναν από τους 4ο και 5η, γονείς αυτού και το ποσό των 30.000 ευρώ, για καθένα από τους έκτο και έβδομο, αδελφούς αυτού, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίστηκαν και με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένων των όσων αντίθετων υποστηρίζονται με τις κρινόμενες αντίθετες εφέσεις ως αβάσιμων. Τα ως άνω ποσά χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να καταβληθούν στους εκκαλούντες-εφεσίβλητους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και μάλιστα χωρίς την προσκόμιση απ’αυτούς ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης, καθόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην έκτη σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 326 παρ. 5 του ν. 4072/2012, με τις οποίες καθιερώνεται η σχετική υποχρέωση των διαδίκων, δεν ισχύουν, ως αντικείμενες στο Σύνταγμα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματος αυτών.

10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι συνεκδικαζόμενες εφέσεις. Τέλος, πρέπει να καταπέσουν υπέρ του Δημοσίου τα παράβολα που καταβλήθηκαν και, περαιτέρω, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, λόγω της νίκης και ήττας τους (άρθρο 275 παρ. 1 περίπτωση γ` του Κ.Δ.Δ.). 

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α -Συνεκδικάζει τις κρινόμενες εφέσεις. -Απορρίπτει αυτές. -Διατάσσει την κατάπτωση των παραβόλων, που καταβλήθηκαν. - Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα. -Δέχεται το αίτημα των εκκαλούντων - εφεσίβλητων για απαλλαγή τους από την υποχρέωση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής κατά την εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2015 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 19 Ιουνίου 2015.

Must red-read

Ακαταδίωκτο δημοσίων υπαλλήλων και μελών Δικηγορικών Συλλόγων

  27/2023 ΑΠ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αστικώς ανεύθυνο δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει και την ευθύνη αυτών από προσβολές της προσωπικότ...