Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Προϋποθέσεις λήψης και εξέτασης γενετικού υλικού (DNA) - Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα

Σημείωση: Διαφωνούμε ρητά με την παρακάτω αναφορά αρχειοθέτησης του Εισαγγελέα Εφετών, διότι η διάταξη του άρθρου 200Α του ΚΠΔ είναι αντισυνταγματική κατά το σημείο της που προβλέπει την άνευ συγκαταθέσεως του υπόπτου λήψη και εξέταση γενετικού υλικού (DNA), και προσκρούει ρητά στη διάταξη του άρθρου 2 του Συντ. (αξία του ανθρώπου).

 
Προϋποθέσεις λήψης και εξέτασης γενετικού υλικού (DNA), Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, Προστασία προσωπικότητας

Σύμφωνα με το άρθρο 200Α ΚΠΔ, το δικαίωμα υποχρεωτικής λήψης και εξέτασης DNA καταλείπεται στις διωκτικές αρχές (αστυνομικές, τελωνειακές, λιμενικές κ.ά.). Η υποχρεωτικότητα αυτή όμως δεν πρέπει να φθάνει σε σημείο που να προσβάλλει σοβαρά την προσωπικότητα του ατόμου. Το DNA πρέπει να λαμβάνεται μόνο στις περιπτώσεις που τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι επαρκή ή δεν είναι λιγότερο επαχθή για τον ύποπτο ή κατηγορούμενο. Η φράση περί υποχρεωτικότητας στο ως άνω άρθρο έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υπόπτου ή κατηγορουμένου. Η σύγκριση των στοιχείων στα ευρήματα και στο ληφθέν DNA ενδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν την ταυτότητα του φερομένου ως δράστη, αφού δι’ αυτού αποδεικνύεται η παρουσία του δράστη στον τόπο του εγκλήματος, όχι όμως και η τέλεση του εγκλήματος ή η συμμετοχή στην τέλεσή του. Με άλλα λόγια, το γενετικό υλικό που καλείται ηλεκτρονικό αποτύπωμα αποδεικνύει πως το πρόσωπο στο οποίο ανήκει βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος. Ο συνδυασμός όμως των ηλεκτρονικών αποτυπωμάτων με άλλα στοιχεία αποδεικνύουν πλήρως την τελεσθείσα εγκληματική πράξη από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο. Από τη γραμματική δε ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου, σαφώς προκύπτει πως τα διωκτικά όργανα έχουν δικαίωμα στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης να προβαίνουν στη λήψη γενετικού υλικού προς ταυτοποίηση του υπόπτου με τα ευρεθέντα λοιπά πειστήρια.

Προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης
Στις 29.8.2013 προσήχθησαν στο Τμήμα Ασφάλειας Πολυγύρου Χαλκιδικής από Αστυνομικούς της ίδιας Υπηρεσίας τρία άτομα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Π.Μ., κάτοικος Θεσσαλονίκης, για την εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητάς τους. Οι ανωτέρω προέβαιναν σε παράνομη αφισοκόλληση στην πόλη του Πολυγύρου, ζητώντας τη συμπαράσταση των πολιτών του Πολυγύρου στην Επιτροπή αλληλεγγύης για τον αγώνα κατοίκων περιοχής Μεγάλης Παναγίας για τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα στη θέση Σκουριές του όρους Κάκαβος Χαλκιδικής στις 9.9.2012, στην πορεία που θα πραγματοποιούνταν στην περιοχή της ΔΕΘ. Στον ανωτέρω (Π.Μ.) ανακοίνωσαν πως ήταν ύποπτος συμμετοχής στα παραπάνω γεγονότα για τις πράξεις του εμπρησμού με σκοπό πρόκλησης κοινού κινδύνου για άνθρωπο (άρθρο 264 περ. β΄ του ΠΚ), εμπρησμού δάσους (άρθρο 265 παρ. 1 του ΠΚ), κατοχή και προμήθεια εκρηκτικών υλών (άρθρο 272 παρ. 1 του ΠΚ), βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 1, 3 του ΠΚ), επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 παρ. 1 του ΠΚ), αντίσταση (άρθρο 167 παρ. 1 του ΠΚ), στάση (άρθρο 170 παρ. 1 του ΠΚ), διατάραξη κοινής ειρήνης (άρθρο 189 παρ. 1, 2, 3 του ΠΚ) κ.λπ. Ο ανωτέρω προσήχθη με τους λοιπούς δύο προσαχθέντες στο Γραφείο Σήμανσης της ΥΕΕΒΕ για τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. Στον ανωτέρω γνωστοποίησαν μάλιστα πως αναγνωρίστηκε από φωτογραφίες που λήφθηκαν από υπάρχουσες στις εγκαταστάσεις του εργοταξίου στην περιοχή της εταιρίας «Ελληνικός Χρυσός». Περαιτέρω ζητήθηκε από τον Π.Μ. η λήψη DNA για την ταυτοποίηση αυτού με τα ευρεθέντα στην περιοχή ευρήματα. Στην ανωτέρω ενέργεια των Αστυνομικών δήλωσε ο ανωτέρω πως δεν συγκατατίθεται στη λήψη βιολογικού υλικού για την ανωτέρω ανακριτική πράξη. Γιατί δεν έχει καταστεί ακόμη κατηγορούμενος, αφού δεν του απαγγέλθηκε ουδεμία κατηγορία. Αστυνομικός του Γραφείου Σήμανσης της ΥΕΕΒΕ έλαβε με βαμβακοφόρο στειλεό σίελο, που στάλθηκε στην Υποδιεύθυνση Βιολογικών και Χημικών Ερευνών Αθηνών. Η ανωτέρω ενέργεια των Αστυνομικών πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης με την αριθμ. Α2012/2321/21/1/2013 παραγγελία της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής. Ομάδα δικηγόρων Θεσσαλονίκης και Αθηνών ανέφερε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης την παράτυπη λήψη ευαίσθητων δεδομένων (βιολογικού υλικού) χωρίς να απαγγελθεί σε βάρος του ανωτέρω κατηγορία για κάποια αξιόποινη πράξη. Μετά ταύτα μας ανατέθηκε να αποφανθούμε, μετά τη διενέργεια σχετικής έρευνας, αν η λήψη του βιολογικού υλικού πραγματοποιήθηκε νομότυπα και αν έχουν τελεστεί εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της Πολιτείας αξιόποινες πράξεις. Κατόπιν των ανωτέρω η γνώμη μας είναι η εξής:
Στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται και τα γενετικά δεδομένα και το αποτέλεσμα ανάλυσης αυτών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 περ. β΄ του Ν 2472/1997, όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει με τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν 4139/2013, τίθεται απαγορευτικός κανόνας επεξεργασίας και χρήσης αυτών (ευαίσθητων δεδομένων) από οιονδήποτε τρίτο. Ο κανόνας αυτός έχει θεσπιστεί προς προστασία του ατόμου από την παρέμβαση τρίτων στην προσωπικότητα αυτού και την προσβολή αυτής (προσωπικότητας). Ο κανόνας αυτός κάμπτεται κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β΄ του ανωτέρω νόμου (2472/1997), όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν 3917/2011 και τη διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, όταν αυτά πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από δικαστικές, εισαγγελικές αρχές ή υπηρεσίες που εποπτεύονται άμεσα από αυτές. Στις αρχές αυτές χορηγείται το δικαίωμα από τον νόμο να παρεμβαίνουν και στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα για τη διαπίστωση της τελέσεως εγκληματικών ενεργειών τελώντας πάντα και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντ.). Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και η κήρυξη κάποιου ως ενόχου τελέσεως αξιόποινης πράξεως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, για τη δυνατότητα ομαλής συμβίωσης και συνύπαρξης των ατόμων των διαβιούντων στη χώρα. Η υποχώρηση αυτή της Πολιτείας και η παρέμβαση των θεσμικών οργάνων της στα ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών της δεν προσκρούει στην ελευθερία του ατόμου, αφού η παρέμβαση αυτή συντελείται για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δικαιοσύνης προς εξακρίβωση των στοιχείων του δράστη (βλ. και ΑΠ Ολ 1/2001, ΑΠ 2/2009, ΣυμβΕφΘεσ 172/2012, ΣυμβΕφΘεσ 267/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Το DNA (δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ) (γονιδιακή κλίμακα) αποτελεί τον κώδικα κάθε ανθρώπου στον οποίο είναι αποθηκευμένα όλα τα ιδιαίτερα και μοναδικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα και μοναδικότητα του ατόμου, που αποτελούν ανεπανάληπτα στοιχεία για κάθε άνθρωπο, που τον συνοδεύουν από τη γέννησή του μέχρι τον θάνατό του και μετ’ αυτόν. Τα στοιχεία που είναι ενσωματωμένα στο DNA του ατόμου είναι οι ασθένειες, οι προδιαθετικοί παράγοντες του ατόμου, καθώς και όλα τα χαρακτηρολογικά στοιχεία αυτού. Η παρέμβαση των ανωτέρω θεσμικών οργάνων πρέπει να περιορίζεται αυστηρά μόνο στην ταυτοποίηση των στοιχείων του υπόπτου, κατηγορουμένου. Η ανάλυση και εξέταση του DNA αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της ταυτοποίησης των στοιχείων του δράστη κάποιας εγκληματικής ενέργειας συνδυαζόμενη βέβαια και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Η σύγκριση του DNA με τα λοιπά ευρήματα αποδεικνύει αναμφισβήτητα την παρουσία του υπόπτου ή κατηγορουμένου στον τόπο του εγκλήματος αλλά όχι όμως και τη συμμετοχή αυτού σ’ αυτό (βλ. Γ. Συλίκου, Η ανάλυση του DNA ως μέσο απόδειξης στην ποινική δίκη, ΠραξΛογΠΔ 2002, 248 επ.). Η ποινική δίκη έχει καταναγκαστικό χαρακτήρα, η δε διενέργεια των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων ή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού δεν εξαρτάται από τη θέληση του ατόμου. Όμως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προστασία της προσωπικότητας του ατόμου, αφού δεν έχει το πρόσωπο ακόμη καταστεί ένοχος κάποιας αξιόλογης ποινικά πράξης (βλ. ΕφΘεσ 2031/2005 ΠΛογ 2005, 1240).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 200Α του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν 2928/2001 και μετά από σειρά τροποποιήσεων (άρθρο 42 του Ν 3251/2004, άρθρο 5 του Ν 3625/2007) αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν 3783/2009, προκύπτει πως, όταν υφίστανται ενδείξεις τελέσεως κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρούμενο στον νόμο με την ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, οι διωκτικές αρχές (Αστυνομικές, Τελωνειακές, Λιμενικές κ.λπ.) λαμβάνουν υποχρεωτικά προς ανάλυση DNA. Ενώ η προϊσχύουσα διάταξη όριζε πως το δικαίωμα να διατάξει τη λήψη και εξέταση του DNA είχε το οικείο δικαστικό συμβούλιο. Στη νέα τροποποιημένη πλέον διάταξη το δικαίωμα αυτό καταλείπεται στις διωκτικές αρχές με την αιγίδα βέβαια του αρμοδίου προς τούτο Εισαγγελέα. Ο οποίος ως αρμόδιος καθ’ ύλη παρακολουθεί κατά τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας την προκαταρκτική εξέταση και αστυνομική προανάκριση. Το DNA πρέπει να λαμβάνεται μόνο στις περιπτώσεις που τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι επαρκή ή δεν είναι λιγότερο επαχθή για τον ύποπτο ή κατηγορούμενο. Με τη διάταξη, όπως έχει διατυπωθεί και ισχύει σήμερα, τη δυνατότητα αυτή έχουν οι αρμόδιες διωκτικές αρχές να προβαίνουν στην υποχρεωτική λήψη του DNA. Η υποχρεωτικότητα αυτή όμως δεν πρέπει να φθάνει σε σημείο που να προσβάλλει σοβαρά την προσωπικότητα του ατόμου (Λ. Μαργαρίτη, Ερμ. Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τομ. Α΄, σελ. 762 επ., Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠΔ 2008, σελ. 404). Η προϊσχύουσα διάταξη, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 του Ν 3783/2009, απαιτούσε τη συγκατάθεση του υπόπτου ή κατηγορουμένου. Η φράση υποχρεωτικότητα στη νέα διάταξη δεν απαιτεί συγκατάθεση αυτού (υπόπτου ή κατηγορουμένου), αλλά στις αναγκαίες προς τούτο περιπτώσεις την αναγκαστική λήψη του γενετικού υλικού. Όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία προς διαπίστωση της ταυτότητας του υπόπτου ή κατηγορουμένου. Η σύγκριση των στοιχείων στα ευρήματα και στο ληφθέν DNA ενδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν την ταυτότητα του φερομένου ως δράστη, αφού δι’ αυτού αποδεικνύεται η παρουσία του δράστη στον τόπο του εγκλήματος, αλλά όχι όμως και την τέλεση αυτού ή συμμετοχή στην τέλεση αυτού. Το γενετικό υλικό, που καλείται ηλεκτρονικό αποτύπωμα, αποδεικνύει πως το πρόσωπο, στο οποίο ανήκει τούτο, βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος. Ο συνδυασμός όμως των ηλεκτρονικών αποτυπωμάτων με άλλα στοιχεία αποδεικνύουν πλήρως την τελεσθείσα εγκληματική πράξη από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο. Από τη γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω νέας διατάξεως σαφώς προκύπτει πως τα διωκτικά όργανα στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως έχουν δικαίωμα να προβαίνουν στη λήψη γενετικού υλικού προς ταυτοποίηση του υπόπτου με τα ευρεθέντα λοιπά πειστήρια. Για τη διασφάλιση της προστασίας της προσωπικότητας του ατόμου πρέπει η παραπάνω διάταξη του άρθρου 200Α του ΚΠΔ σε μία μελλοντική τροποποίησή της να επανακαθορίσει τον τρόπο λήψης του DNA και το πλαίσιο καθορισμού της χρήσης αυτού, παρέχοντας τη δυνατότητα αυτή στον Εισαγγελέα, ο οποίος με διάταξή του να ορίζει το επιτρεπτό ή μη της χρήσης του DNA ως αποδεικτικού στοιχείου για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να απαιτείται, όπως η προϊσχύσασα διάταξη απαιτούσε, την έκδοση σχετικού βουλεύματος του οικείου δικαστικού συμβουλίου. Πέραν τούτων πρέπει να περισταλεί και η περιπτωσιολογία της δυνατότητας αυτής λήψης του DNA εκτός από τα κακουργήματα γενικά και στα πλημμελήματα όχι σε όλα σε όσα προβλέπεται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών αλλά σ’ αυτά που τιμωρούνται με την ίδια ανωτέρω ποινή αλλά για την τέλεση των οποίων έλαβε χώρα άσκηση βίας, στρέφονται σε βάρος ανηλίκων, ή αφορούν υποθέσεις εκμετάλλευσης γενετήσιας ελευθερίας ή στρέφονται κατά της σωματικής ακεραιότητας ή τη συμμετοχή σε συμμορία. Το ληφθέν δείγμα DNA πρέπει να αφορά τη λήψη τριχών, αίματος, δέρματος, σιέλου, σπέρματος, κ.λπ. Η λήψη αυτού πρέπει να γίνεται με τους αυστηρούς όρους και τρόπους, που να διασφαλίζουν την ασφαλή μεταφορά και εξέταση αυτών προς αποφυγή αλλοιώσεως, καταστροφής ή μεταβολών στα ληφθέντα κυτταρικά δεδομένα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Γερμανίας προβλέπεται ρητά η δυνατότητα λήψης αίματος, σπέρματος ή τριχών χωρίς τη συναίνεση του υπόπτου ή κατηγορουμένου. Την άποψη αυτή υιοθέτησαν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Αφού διασφαλίζεται η ταυτότητα του δράστη κάποιας εγκληματικής ενέργειας. Στην Ελλάδα έχει τύχει πολεμικής η άποψη αυτή από μερίδα της επιστήμης, η οποία φρονεί πως η εξαναγκαστική λήψη DNA προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2, 5, 7 του Συντ. για την ελευθερία και την προστασία της προσωπικότητας του ατόμου. Κατά την άποψή μας η αρχή της προστασίας της προσωπικότητας του ατόμου δικαιολογημένα κάμπτεται όταν πρόκειται να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον του ατόμου και η δικαιοσύνη τα οποία διασφαλίζονται με την ποινική δίωξη των εγκληματιών και παραβατών του νόμου. Όταν μάλιστα δεν υφίστανται άλλα λιγότερο επαχθή αποδεικτικά στοιχεία προς διαπίστωση των στοιχείων του δράστη (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 16/2011 ΝοΒ 2012, 703, ΓνωμΕισΑΠ 15/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Ο Νομοθέτης αν ήθελε τη λήψη του DNA μόνο στο στάδιο της κυρίας ανακρίσεως, δηλαδή μετά την κίνηση ποινικής διώξεως, θα το προέβλεπε ρητά και θα ανέφερε πως τη λήψη του DNA διενεργεί ο Ανακριτής ή το Δικαστήριο και όχι οι διωκτικές αρχές, όπως αναφέρεται στη νέα διάταξη μετά την αντικατάστασή της από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν 3783/2009. Στην περίπτωση που η εξέταση είναι θετική το ηλεκτρονικό αποτύπωμα δεν καταστρέφεται αλλά παραμένει στο αρχείο της ΕΔΕΕ μέχρι τον θάνατο του ατόμου για μελλοντική ταυτοποίηση αυτού σε περίπτωση τελέσεως άλλων εκνόμων ενεργειών του. Ενώ το γενετικό υλικό καταστρέφεται με την παρουσία Εισαγγελικού Λειτουργού. Στην περίπτωση που το ληφθέν δείγμα αποβεί αρνητικό, καταστρέφεται το γενετικό υλικό μαζί με το αποτύπωμα αυτού. Οι διωκτικές αρχές, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη (άρθρο 200Α παρ. 1 του ΚΠΔ, ως ισχύει), έχουν δικαίωμα λήψης DNA και χωρίς τη συγκατάθεση του υπόπτου τελέσεως κάποιων κακουργηματικών πράξεων προς σύγκριση αυτού (DNA) με τα λοιπά υπάρχοντα ευρήματα του υπόπτου στον χώρο διάπραξης των εκνόμων ενεργειών. Μόνη βέβαια η ταυτοποίηση των ευρημάτων με το ληφθέν DNA δεν αποδεικνύει, όπως ήδη εκτέθηκε, και την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος από τον ύποπτο τελέσεως αυτών. Μόνη η ταυτοποίηση αποδεικνύει την παρουσία αυτού (υπόπτου) στον χώρο που έλαβε ή έλαβαν χώρα οι έκνομες ενέργειες αυτού. Ο συνδυασμός όμως αυτού (DNA) με λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύουν αναμφισβήτητα την τέλεση των συγκεκριμένων κακουργημάτων ή πλημμελημάτων ή τη συμμετοχή σ’ αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση έχουν αποδειχθεί τα ακόλουθα: Ο Π.Μ. στις 29.8.2013 προσήχθη από Αστυνομικούς του Τμήματος Ασφάλειας Πολυγύρου, με άλλα δύο άτομα, στην Υπηρεσία τους προς διαπίστωση των στοιχείων ταυτότητάς τους. Μετά την προσαγωγή του ανωτέρω στο Τμήμα Ασφάλειας Πολυγύρου, ο ανωτέρω οδηγήθηκε στο Γραφείο Σήμανσης της ΥΕΕΒΕ (Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος) για τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. Στη συνέχεια ανακοινώθηκε προς αυτόν πως ταυτοποιείται με πρόσωπο που έλαβε μέρος στα γεγονότα στις 9.9.2012 στη θέση Σκουριές Μεγάλης Παναγίας Χαλκιδικής τελώντας τις εγκληματικές πράξεις του εμπρησμου από πρόθεση με κοινό κίνδυνο για άνθρωπο, (άρθρο 264 περ. β΄ του ΠΚ), εμπρησμό δάσους (άρθρο 265 παρ. 1 του ΠΚ), βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 1, 3 του ΠΚ), επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 παρ. 1 του ΠΚ), αντίσταση (άρθρο 167 παρ. 1 του ΠΚ), στάση (άρθρο 170 παρ. 1 του ΠΚ), διατάραξη κοινής ειρήνης (άρθρο 189 παρ. 1, 2, 3 του ΠΚ) κ.λπ. Πέραν των ανωτέρω του γνωστοποίησαν πως θα προβούν στη λήψη DNA προς ταυτοποίηση αυτού με τα ευρήματα και πειστήρια που βρέθηκαν κατά την παραπάνω ημερομηνία στην περιοχή Σκουριών. Ο Π.Μ. δεν συγκατατέθηκε στη λήψη του DNA (βλ. σχετ έκθεση λήψης του DNA σιέλου με βαμβακοφόρο στειλεό), χωρίς την άσκηση σε βάρος του βίας ή οιασδήποτε μορφής πιέσεως. Το ανωτέρω δείγμα στάλθηκε αρμοδίως στην Υποδιεύθυνση Βιολογικών και Χημικών Ερευνών Αθηνών προς εξέταση συγκρίνοντας αυτό (DNA) με τα ευρεθέντα πειστήρια και λοιπά ευρήματα της περιοχής Σκουριών. Το DNA λήφθηκε νομότυπα από Αστυνομικό του Γραφείου Σήμανσης Πολυγύρου Χαλκιδικής, χωρίς τη συναίνεση του φερομένου ως υπόπτου τελέσεως κακουργηματικών και πλημμεληματικών πράξεων, για τις οποίες προβλέπεται ποινή μεγαλύτερη των τριών τουλάχιστον μηνών. Αφού μάλιστα στο πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το δείγμα του DNA δεν ασκήθηκε ουδεμία πίεση ή βία για τη λήψη αυτού (βλ την από 10.10.2013 μαρτυρική κατάθεση του Π.Μ. ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών). Το DNA νόμιμα λαμβάνεται και στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως από τις διωκτικές αρχές και χωρίς τη συγκατάθεση του φερομένου ως υπόπτου, αφού και κατά τη γραμματική ερμηνεία της προαναφερομένης διατάξεως, του άρθρου 200Α του ΚΠΔ (όπως έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν 3783/2009), το DNA λαμβάνεται υποχρεωτικά από τις διωκτικές αρχές, όταν υφίστανται ενδείξεις ενοχής για την τέλεση του κύκλου των εγκλημάτων που αναφέρονται σ’ αυτήν. Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση οι Αστυνομικές Αρχές του Γραφείου Σήμανσης του Πολυγύρου νομότυπα προέβησαν στη λήψη του DNA του Π.Μ. στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, που διενεργήθηκε μετά από σχετική παραγγελία της.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης,
Ηλίας Νικ. Σεφερίδης
Δημοσίευση σχολίου